Δημοκρατία ν. ΧΟΛΙΕΦ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11828/18, 18/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:16 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11828/18 Δημοκρατία ν.
- XXXX ΧΟΛΙΕΦ
- XXXX ABDOU
- XXXX ΑΛΝΤΑΗΕΧ Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 18.09.2020 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Κυθραιώτου (κ. Ζ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Η. Κονναρής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυστυχώς, στις 14.06.2018 έχασε τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος, ο δεκαοκτάχρονος Ι.Α. από τη Λεμεσό. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέδειξε ότι ο Ι.Α. ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Στις 10.06.2018 είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα, νωρίς το απόγευμα, σε υπόγειο χώρο κάτω από την πλατεία του ΤΕΠΑΚ, έκανε χρήση κοκαΐνης, εισπνέοντας την από τη μύτη, μαζί με άλλο φιλικό του πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εν λόγω προσώπου, ο Ι.Α. έκανε χρήση μεγαλύτερης ποσότητας κοκαΐνης από αυτήν που ο ίδιος έκανε. Σύμφωνα πάντα με την προσαχθείσα μαρτυρία, αργότερα την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 10.06.2018, επεδίωξε να αγοράσει και αγόρασε άγνωστη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας MDMA ((±)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4 (μεθυλενοδιόξυ) φαιναθυλαμίνη) την οποία και κατανάλωσε αφού προηγουμένως τη διέλυσε σε νερό. Την εν λόγω ουσία κατανάλωσε και πάλι μαζί με το πιο πάνω φιλικό του πρόσωπο. Και εδώ ο Ι.Α. φέρεται να κατανάλωσε τη μεγαλύτερη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας. Μετά την κατανάλωση των πιο πάνω ναρκωτικών ουσιών, ο Ι.Α. παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας στα οποία δεν χρειάζεται να αναφερθούμε. Μεταφέρθηκε αργότερα με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου στις 14.06.2018, ως ελέχθη, άφησε την τελευταία του πνοή. Ενόσω βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, του λήφθηκε δείγμα αίματος και ούρων για τοξικολογικές εξετάσεις. Από αυτές επιβεβαιώθηκε ότι ο Ι.Α. είχε κάνει χρήση αρκετών ναρκωτικών ουσιών. Παραπέμπουμε στην έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους η οποία κατατέθηκε ενώπιον μας ως Ένδειξη Λ
- Η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ότι αυτοί που προμήθευσαν στις 10.06.2018 τον Ι.Α. την άγνωστη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας MDMA, είναι οι κατηγορούμενοι 1 και
- Κατ' επέκταση, θεωρεί από αυτό και μόνο το γεγονός της προμήθειας, ότι και οι δύο ευθύνονται για το θάνατο του με αποτέλεσμα να τους προσάψει δύο κοινές κατηγορίες. Πρόκειται για την 1η κατηγορία η οποία αφορά σε ανθρωποκτονία κατά παράβαση των άρθρων 205 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και για τη 2η κατηγορία, η οποία αφορά σε προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, κατά παράβαση συγκεκριμένων άρθρων του Νόμου 29/1977, ως αυτός τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, «Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 την 10.06.2018 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με παράνομη πράξη, ήτοι προμήθευσαν τον Ι.Α. από τη Λεμεσό με ναρκωτικές ουσίες και επέφεραν το θάνατό του», ενώ σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας «Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 την 10.06.2018 στο Τραχώνι, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα προμήθευσαν στον Ι.Α. τέως από τη Λεμεσό ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή, άγνωστη ποσότητα (±)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4 (μεθυλενοδιόξυ) φαιναθυλαμίνη (MDMA) χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας.». Σημειώνεται εδώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ότι το ναρκωτικό το οποίο επέφερε το θάνατο του Ι.Α. είναι αυτό για το οποίο γίνεται αναφορά στη 2η κατηγορία, δηλαδή η άγνωστη ποσότητα MDMA. Τέλος, να αναφέρουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και την 8η κατηγορία την οποία παραδέχθηκε σε προγενέστερο στάδιο, και η οποία αφορά σε κάπνισμα κάνναβης, αδίκημα που έλαβε χώραν στις 11.06.2018 στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τις δύο κατηγορίες κάλεσε αρκετούς μάρτυρες ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και αρκετά έγγραφα. Έχουμε θέσει ενώπιον μας όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει προσαχθεί. Μετά που η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η κα Κυθραιώτου είχε άλλη άποψη. Ως γνωστό, εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεν στοιχειοθείται αν: α) Δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, τονίστηκε πως στο στάδιο αυτό εξετάζεται κατά πόσο υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής ενός κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή ενός κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παραπέμπουμε επίσης στις υποθέσεις Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, 51-57, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, 144-146, Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515, 524, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΑΛΗΛ
(2010)2 Α.Α.Δ. 87. Για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται η περιστατική μαρτυρία στο στάδιο αυτό, και για την αποδεικτική δύναμη αυτής, παραπέμπουμε και στις υποθέσεις Δημητρίου ν. Στόκκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 293 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου
(2001)2 Α.Α.Δ. 456. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο, σε διαφωνία με το Κακουργιοδικείο, βρήκε ότι από το συνδυασμό συγκεκριμένης μαρτυρίας στην οποία κάνει αναφορά, στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε. Στη Χριστοδούλου (πιο πάνω) τονίστηκε πως το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου σε περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κρινόταν αξιόπιστη. Στη Λεμόνα (πιο πάνω) λέχθηκε πως στο στάδιο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it) στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος και ότι το θέμα αυτό διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για τη Νομολογία στην οποία μας έχουν παραπέμψει. Νοείται ότι θα εξετάσουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ο κ. Κονναρής με τη σύντομη αλλά μεστή αγόρευση του, ανέφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 προμήθευσε στις 10.06.2018 τον Ι.Α. με το ναρκωτικό Τάξεως Α για το οποίο γίνεται αναφορά στη δεύτερη κατηγορία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Η μόνη άμεση μαρτυρία είναι εναντίον του Κατηγορούμενου 1 από την μάρτυρα M.J.G., και ακόμα αυτή η μαρτυρία είναι αντίθετη με τις καταθέσεις των Ν.Μι. και Ν.Με.». Ορθά ανέφερε πως για να συνδεθεί ο κατηγορούμενος 2 με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, θα πρέπει προηγουμένως να συνδεθεί με την κατηγορία της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α. Η αγόρευση του κ. Αναστασίου ήταν ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη αλλά και μακροσκελής, αφού καταλαμβάνει 23 δακτυλογραφημένες σελίδες. Ήταν η θέση του, στη βάση των όσων παρέθεσε, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Ως ανέφερε, «διαφορετική προσέγγιση φοβάμαι ότι εξυπηρετεί μόνο την Κατηγορούσα Αρχή αφού της δίνεται δεύτερη ευκαιρία να καταδικάσει». Η κα Κυθραιώτου σε σχέση με την εμπλοκή του 2ου κατηγορουμένου, ουσιαστικά παραδέχθηκε πως αυτός δεν προμήθευσε τα ναρκωτικά στον Ι.Α. στις 10.06.2018 έξω από το υποστατικό «Bulldog» όπου φέρεται να έλαβε χώραν η προμήθεια. Ισχυρίστηκε πως η ευθύνη του κατηγορούμενου 2 αφορά σε συνέργεια. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ο διαχειριστής του υποστατικού «Bulldog» και ότι οι δύο κατηγορούμενοι στις 10.06.2018 μίλησαν μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 1 να εξέλθει από το υποστατικό «Bulldog» και να προμηθεύσει τον Ι.Α. με τη ναρκωτική ουσία. Παραδέχθηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να γνωρίζει πώς μίλησαν οι δύο κατηγορούμενοι. Θεωρεί όμως ότι ο κατηγορούμενος 2 ενημερώθηκε από τον Α. ότι ήθελε ναρκωτικά και ο κατηγορούμενος 2 διευθέτησε «όπως του δοθούν τα ναρκωτικά, προφανώς με τον κατηγορούμενο 1. Δεν υπάρχει άλλο λογικό συμπέρασμα». Κατηγορία ανθρωποκτονίας - 1η κατηγορία Η εν λόγω κατηγορία απασχόλησε και το Εφετείο στην απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού (με διαφορετική σύνθεση) που αφορούσε στην κράτηση του κατηγορούμενου 1 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Την εν λόγω απόφαση ο κατηγορούμενος 1 εφεσίβαλε με την ποινική Έφεση 302/2018. Η απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 04.02.2019 επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για κράτηση του κατηγορουμένου 1. Για την πρώτη κατηγορία και για τη δύναμη της μαρτυρίας που υπήρχε τότε (για σκοπούς πάντα κράτησης) λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Η θέση του Κακουργιοδικείου αναφορικά με τη λογική προσδοκία αθώωσης επί της πρώτης κατηγορίας στηριζόταν περισσότερο στη νομική τοποθέτηση που το ίδιο το Δικαστήριο έθεσε ενώπιον της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με το ερώτημα, με αναφορά σε νομολογία, (R. V. Kennedy
(2007)UKHL 38 και R. Dalby
(1982)74 Cr. App. R. 348), κατά πόσο η προμήθεια και μόνο ναρκωτικής ουσίας σε πρόσωπο που στη συνέχεια το ίδιο αυτοβούλως της κάνει χρήση επιφέροντας το θάνατο του, μπορεί να στοιχειοθετήσει την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Το Κακουργιοδικείο ανέφερε πράγματι ότι οι θέσεις των δύο πλευρών όπως εξηγήθηκαν ενώπιον του αναφορικά με την πρώτη κατηγορία δημιουργούν συζητήσιμη υπόθεση και ότι η λογική προσδοκία αθώωσης επί της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας δεν ήταν έξω από κάθε προσδοκία. Όμως η βάση της απόφασης του Κακουργιοδικείου για κράτηση ήταν η δεύτερη κατηγορία για την οποία ορθά το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στη μαρτυρία και τόνισε τα στοιχεία εκείνα που ήσαν ενδεικτικά της ανάμειξης του εφεσείοντα στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας και δεν έχει σχέση σε αυτό το στάδιο, διότι δεν αποτιμάται η μαρτυρία τελεσιδίκως, κατά πόσο υπήρχαν διαφορές μεταξύ των προσώπων που συνόδευαν το θύμα ως προς την περιγραφή των κινήσεων τόσο του θύματος, όσο και του εφεσείοντος στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Ενδεχόμενη καταδίκη σ΄ αυτή την κατηγορία, πέραν της αυστηρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται από τη νομοθεσία και τη νομολογία, θα λάβει, αναμφιβόλως, υπόψη και τον επελθόντα θάνατο, έστω και αν δεν υπάρξει καταδίκη στην πρώτη κατηγορία.» Αναφέρουμε από τώρα πως η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης, είναι ουσιαστικά αυτή που υπήρχε και κατά την καταχώριση της υπόθεσης. Θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή αναφορά στα γεγονότα των δύο υποθέσεων που παρατίθενται στην απόφαση του Εφετείου που αφορά στην κράτηση του εφεσείοντα 1 και οι οποίες αφορούν στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Στην R. v. Kennedy
(2007)3 W.L.R. 612, House of Lords, τα γεγονότα είχαν σε γενικές γραμμές ως εξής: Ο κατηγορούμενος και το θύμα διέμεναν σε ξενώνα. Το θύμα επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο του και του ζήτησε «κάτι τι για να κοιμηθεί». Ο κατηγορούμενος ετοίμασε μία δόση ενέσιμης ηρωίνης για το θύμα και του παρέδωσε τη σύριγγα με την ηρωίνη ούτως ώστε το θύμα να την χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του. Πράγματι, το θύμα χρησιμοποιώντας τη σύριγγα με την ηρωίνη στο σώμα του, προέβη σε έγχυση του ναρκωτικού. Λίγες ώρες αργότερα, κάτω από την επήρεια του ναρκωτικού, απεβίωσε. Πρωτόδικα καταδικάστηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Στη συνέχεια αθωώθηκε αφού το Δικαστήριο βρήκε πως το θύμα, το οποίο ήταν ένας πλήρως ενημερωμένος ενήλικας με σώας τας φρένας, χορήγησε με την ελεύθερη θέληση του, και χωρίς οποιαδήποτε πίεση από τον κατηγορούμενο, το ναρκωτικό στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να αποβιώσει. Κρίθηκε ότι αυτή η ενέργεια του θύματος, συνιστούσε novus actus interveniens. Στην R. v. Dalby
(1982)74 Cr. App. R. 348, Court of Appeal, τα γεγονότα σε γενικές γραμμές είχαν ως εξής: Ο κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει νόμιμα, κατόπιν συνταγής, 32 χάπια Diconal. Κάποια από αυτά παρέδωσε στο θύμα το οποίο στη συνέχεια με την ελεύθερη θέληση του τα χρησιμοποίησε ενδοφλεβίως. Η μαρτυρία δεν ήταν σαφής πόσα χάπια του είχε χορηγήσει, αλλά ενδεχομένως να ήταν 4 αρχικά και αργότερα, την ίδια ημέρα, άλλα 4. Το θύμα στη συνέχεια συνάντησε άλλο φίλο του ο οποίος τον βοήθησε να κάνει δύο ενδοφλέβιες ενέσεις, σε διαφορετικές ώρες. Οι ενέσεις περιείχαν ουσία που δεν μπορούσε να προσδιοριστεί (unspecified substance). Λίγες ώρες μετά, το θύμα βρέθηκε νεκρό. Πρωτόδικα ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Κατ' έφεση η καταδίκη στην ανθρωποκτονία παραμερίστηκε αφού αποφασίστηκε πως η προμήθεια (the supply) των χαπιών δεν ήταν η αιτία θανάτου. Η άμεση αιτία θανάτου ήταν η ενέργεια του ίδιου του θύματος ο οποίος χορήγησε στον εαυτό του ενδοφλεβίως το φάρμακο με ένεση (injecting himself). Ο Lord Waller σημείωσε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «The difficulty in the present case is that the act of supplying a scheduled drug was not an act which caused direct harm. It was an act which made it possible, or even likely, that harm would occur subsequently, particularly if the drug was supplied to somebody who was on drugs. In all the reported cases, the physical act has been one which inevitably would subject the other person to the risk of some harm from the act itself. In this case, the supply of drugs would itself have caused no harm unless the deceased had subsequently used the drugs in a form and quantity which was dangerous. .................................. In the judgment of this Court, the unlawful act of supplying drugs was not an act directed against the person of O'Such and the supply did not cause any direct injury to him. The kind of harm envisaged in all the reported cases of involuntary manslaughter was physical injury of some kind as an immediate and inevitable result of the unlawful act, e.g. a blow on the chin which knocks with a loaded gun which accidentally fires, or dropping a large stone on a train (D.P.P. v. Newbury, supra) or threatening another with an open razor and stumbling with death resulting (Larkin, supra).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Επανερχόμαστε στα ιδιαίτερα γεγονότα της δικής μας υπόθεσης. Εδώ, ο Ι.Α.:
(1)Ήταν ένας άνθρωπος 18 ετών ο οποίος είχε σώας τας φρένας και αντιλαμβανόταν πλήρως τις συνέπειες των πράξεων του.
(2)Ως χρήστης ναρκωτικών είχε στο παρελθόν ο ίδιος αποταθεί για να προμηθευτεί και προμηθεύτηκε ναρκωτικά. Να σημειωθεί εδώ για ό,τι αξίζει πως φέρεται να είχε αναφέρει σε τρίτο πρόσωπο πως ήθελε πριν αποβιώσει να δοκιμάσει όλα τα είδη ναρκωτικών ουσιών.
(3)Ο ίδιος επέλεγε το είδος των ναρκωτικών που θα προμηθευόταν και την ποσότητα των ναρκωτικών που θα έκανε χρήση.
(4)Στις 10.06.2018 με την ελεύθερη θέληση του έκανε αρχικά χρήση κοκαΐνης μαζί με άλλο φιλικό του πρόσωπο. Μάλιστα, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία έκανε χρήση μεγαλύτερης ποσότητας κοκαΐνης από αυτή που χρησιμοποίησε το άλλο πρόσωπο.
(5)Στις 10.06.2018 και αφού ήδη είχε κάνει χρήση κοκαΐνης, επεδίωξε, με την ελεύθερη θέληση του, να εξασφαλίσει και εξασφάλισε και άγνωστη ποσότητα ναρκωτικού Τάξεως Α (MDMA).
(6)Στη συνέχεια, αποφάσισε με την ελεύθερη θέληση του να χρησιμοποιήσει το ναρκωτικό MDMA και το χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, αφού το διέλυσε σε ένα μπουκάλι με νερό, κατανάλωσε τη μεγαλύτερη ποσότητα του ναρκωτικού που είχε διαλυθεί, αφού μέρος αυτής καταναλώθηκε και από το πιο πάνω φιλικό του πρόσωπο.
(7)Η απόφαση να διαλύσει το ναρκωτικό στο νερό και η απόφαση να καταναλώσει τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικού, ήταν αποκλειστικά δικές του. Εν κατακλείδι, αυτό που βρίσκουμε είναι ότι ο θάνατος που επήλθε στις 14.06.2018 οφείλεται στη δική του ενέργεια να χορηγήσει ο ίδιος στον εαυτό του τις ναρκωτικές ουσίες. Μάλιστα, στον οργανισμό του ανευρέθηκε, πέρα από την κοκαΐνη, MDMA και κάνναβη. Σημειώνεται, για ό,τι αξίζει, πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν καταλογίζει οποιαδήποτε ευθύνη στους κατηγορούμενους για το γεγονός ότι ο Ι.Α. έκανε προηγουμένως χρήση κοκαΐνης και κάνναβης. Μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι προέτρεψαν, ενεθάρρυναν ή πίεσαν τον κατηγορούμενο να κάνει χρήση του ναρκωτικού MDMA, δεν έχει προσκομιστεί. Ως εκ τούτου, ελλείπει μαρτυρία για συστατικό στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Και οι δύο κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται στην πρώτη κατηγορία. Κατηγορία προμήθειας ναρκωτικού MDMA - 2η κατηγορία Ως γνωστό, οι κατηγορούμενοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν έγκαιρα τις ουσιώδεις λεπτομέρειες των κατηγοριών που θα αντιμετωπίσουν στη δίκη τους. Μάλιστα, το δικαίωμα τους αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα. Η Κατηγορούσα Αρχή εκεί που γνωρίζει για το ρόλο του κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, οφείλει ευθύς εξ αρχής να τον παραθέτει στις λεπτομέρειες των κατηγοριών για να γνωρίζει ο κατηγορούμενος τί θα αντιμετωπίσει στη δίκη. Εδώ η Κατηγορούσα Αρχή ενώ γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν το πρόσωπο που εξήλθε στις 10.06.2018 από το υποστατικό «Bulldog» και παρέδωσε στα χέρια του Ι.Α. τη ναρκωτική ουσία, εν τούτοις στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας τον παρουσιάζει να έχει τον ίδιο ρόλο με αυτόν του κατηγορούμενου 1. Ο κατηγορούμενος 2 αντεξέτασε ή δεν αντεξέτασε μάρτυρες κατηγορίας στη βάση αυτού του κατ' ισχυρισμόν ρόλου. Η αγόρευση του κ. Κονναρή επίσης εστιάστηκε στο ρόλο που του αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Στη Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη σε δύο κατηγορίες αφού «. δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο εφεσείων αυτός δεν είχε παραπλανηθεί ή συγχυστεί ώστε να μην επηρεάστηκε η υπεράσπισή του .». Εμείς, δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα αν συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής, και δεν εξετάζουμε αν αυτή ήταν εσκεμμένη ή όχι, ο κατηγορούμενος 2 έτυχε δίκαιης δίκης. Και τούτο γιατί βρίσκουμε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 ακόμη και για τον κατ' ισχυρισμό ρόλο στον οποίο έκανε αναφορά η κα Κυθραιώτου με την αγόρευσή της, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι αυτή που συνέταξε το κατηγορητήριο. Θα είμαστε συγκεκριμένοι. (α) Μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν εντός του υποστατικού «Bulldog» κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος 1 φέρεται να εξήλθε από το υποστατικό «Bulldog» και να παρέδωσε στον Ι.Α. τα ναρκωτικά, δεν υπάρχει. Σημειώνεται εδώ ότι ο κατηγορούμενος 2 σε κατάθεση του στην Αστυνομία αρνείται ότι ήταν εντός του υποστατικού «Bulldog» κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. (β) Μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έξω από το υποστατικό «Bulldog» ή ότι είχε οπτική επαφή με το αυτοκίνητο του Ι.Α., καθ' ον χρόνο αυτό βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το υποστατικό «Bulldog», δεν υπάρχει. (γ) Μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 πριν από την κατ' ισχυρισμόν παράδοση των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο 1 ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο 1, δεν υπάρχει. (δ) Το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος που έγινε με απόκρυψη αριθμού, διάρκειας κάποιων δευτερολέπτων, στον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 2 από το τηλέφωνο που κατείχε ο Με. (Μ.Κ.10), είναι άγνωστο. Σημειώνεται εδώ ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε ερωτήθηκε από την Αστυνομία γι' αυτή την τηλεφωνική κλήση. (ε) Μαρτυρία ότι ο Ι.Α. όταν κάλεσε τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 2 η ώρα 20:24:24 ζήτησε από αυτόν να τον προμηθεύσει με MDMA, δεν υπάρχει. Στην υπόθεση Γαλακτοκομεία Κολιαντρής Λτδ. ν. Ελευθερίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 243, το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο αφού βρήκε πως δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνέδεε τον εφεσίβλητο με οποιοδήποτε στοιχείο συνδρομής του στη διάπραξη του αδικήματος, παρόλο που η υπογραφή του φαινόταν πάνω στην επιταγή η οποία δεν είχε τιμηθεί. Το Εφετείο σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Έχουμε τη γνώμη πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Υπενθυμίζουμε μόνο πως ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κανένα απολύτως στοιχείο που να αποδεικνύει τη συνδρομή του εφεσίβλητου στη διάπραξη του αδικήματος. Ούτε καν αν είχε οποιαδήποτε ιδιότητα στην εταιρεία, η οποία εξέδωσε την επιταγή.» Στο στάδιο αυτό καλούμαστε να εξετάσουμε, υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει μαρτυρία η οποία εξ όψεως κρινόμενη στοιχειοθετεί το ρόλο του κατηγορούμενου 2 για τον οποίο έκανε αναφορά η κα Κυθραιώτου στην αγόρευσή της. Με άλλα λόγια, έχει ή όχι προσκομιστεί μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 στις 10.06.2018 ενημερώθηκε από τον Α. ότι ήθελε MDMA και ο κατηγορούμενος 2 διευθέτησε «όπως του δοθούν τα ναρκωτικά, προφανώς με τον κατηγορούμενο 1»; (αγόρευση της κας Κυθραιώτου). Και το κυριότερο, αν στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί λογικά να τον βρει ένοχο στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει, σε περίπτωση που αυτός δεν δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση. Στη Θεοδώρου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Και να υπήρχαν ακόμη υποψίες αυτό δεν αρκεί. Στην υπόθεση Shaaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam
(1969)3 All E.R. 1626, που εκδικάστηκε από την Δικαστική Επιτροπή του Privy Council o λόρδος Devlin παρατήρησε ότι η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με την μαρτυρία.» Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, είναι αρνητική. Ο κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται και στην 2η κατηγορία. Όσον αφορά στον κατηγορούμενο 1, στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και η οποία στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται, βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του αναφορικά με τη 2η κατηγορία. Όπως ορθά παραδέχθηκε η κα Κυθραιώτου, οι μάρτυρες κατηγορίας δεν έδωσαν όλοι την ίδια θέση σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Ι.Α. φέρεται να προμηθεύθηκε το MDMA στις 10.06.2018. Όμως, το Δικαστήριο είναι δυνατό να κρίνει κάποιους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής αξιόπιστους και κάποιους αναξιόπιστους, και στη βάση αυτής της αξιολόγησης να προβεί σε ανάλογα ευρήματα. Αυτό βεβαίως δεν θα γίνει τώρα αλλά όταν θα αξιολογείται η προσαχθείσα μαρτυρία. Εν κατακλείδι, βρίσκουμε ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 επαρκώς, αναφορικά με την 2η κατηγορία, ώστε να υποχρεούται να προβάλει την Υπεράσπιση του. (Εξηγούνται στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα που έχει από το Νόμο). (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο