← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Παρασκευαϊδου, Υπόθεση αρ.: 4000/2018, 3/9/2020

Δημοκρατίας ν. Παρασκευαϊδου, Υπόθεση αρ.: 4000/2018, 3/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:13 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4000/2018 Αίτηση ημερ. 21.10.2019 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και ΧΧΧ Παρασκευαϊδου Κατηγορουμένης ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3.9.2020 Για την Δημοκρατία: κ. Αριστείδης μαζί με την κα Σίγαρ Για την κατηγορούμενη: κ. Μ. Ιωάννου μαζί με την κα Ελ. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το υπό εξέταση αίτημα, η κατηγορούμενη ζητά όπως το Δικαστήριο αναστείλει την παρούσα ποινική δίωξη της, ισχυριζόμενη ότι τούτη αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο ζήτησε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης όπως καθορίσει με ακρίβεια πού έγκειται το παράπονο της κατηγορούμενης. Στα πλαίσια της σχετικής του τοποθέτησης, ισχυρίστηκε ότι τα αδικήματα που εμπεριέχονται στην παρούσα ποινική υπόθεση θα έπρεπε να περιληφθούν στην ανασταλείσα ποινική υπόθεση, εξ αρχής, και ή στο στάδιο πριν την αναστολή της, και όχι τούτα να αποτελούν μέρος του δεύτερου κατηγορητηρίου, ως συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Υποστήριξε, ακόμη ότι το υπό εξέταση αίτημα της κατηγορουμένης για αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης εδράζεται στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Εφ. 348/2018 και 349/2018, ημερ. 31.5.

  1. Στα πλαίσια του υπό εξέταση αιτήματος δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία σε συντομία έχουν ως ακολούθως: (α) Στις 14.9.2015 εναντίον της κατηγορουμένης στην παρούσα και άλλων οχτώ (φυσικών και νομικών) προσώπων, καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού η υπόθεση με αρ. XXXXX/
  2. Η κατηγορουμένη αντιμετώπιζε 91 από τις συνολικά 105 κατηγορίες και μεταξύ αυτών, αντιμετώπιζε κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, απάτης, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Αντιμετώπιζε ακόμη και το αδίκημα της κλοπής από διευθυντές ή αξιωματούχους εταιρείας του ποσού των €2.027.467,38, περιουσία των εταιρειών Gerlington Ltd και Agenda Development Inc, εταιρείες συμφερόντων ενός Ρώσου υπηκόου (στο εξής ο παραπονούμενος) (κατηγορία αρ. 1). Τέλος, αντιμετώπιζε και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και δη αποδιδόταν σε αυτήν ότι απέκτησε το πιο πάνω ποσό ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία αρ. 26). (β) Στις 6.3.2018 ο Γενικός Εισαγγελέας, στη βάση των εξουσιών που του παρέχει το Σύνταγμα, μέσω της εκπροσώπου του, ανέστειλε την πιο πάνω ποινική δίωξη για την κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα τούτη να απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Την ίδια ημέρα, εξερχόμενη η κατηγορούμενη από την αίθουσα του Δικαστηρίου, της επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παραπομπής της παρούσας υπόθεσης, το οποίο αφορά μόνο την κατηγορουμένη και περιλαμβάνει συνολικά εννέα κατηγορίες εκ των οποίων οι οκτώ αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, των πιο πάνω αναφερομένων εταιρειών, συμφερόντων του παραπονουμένου, για το συνολικό ποσό των €676.000, (κατηγορίες 1-8), ποσό για το οποίο κατηγορείται και ότι απέκτησε ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, κατά παράβαση των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188

(1)/2007 (κατηγορία 9). (γ) Τα γεγονότα που περιβάλλουν τόσο την ανασταλείσα ποινική δίωξη όσο και την παρούσα είναι τα ίδια. Η μαρτυρία που οδήγησε στην καταχώριση και των δύο πιο πάνω υποθέσεων προέκυψε κατόπιν καταγγελιών του παραπονουμένου και ιδιοκτήτη των δύο πιο πάνω εταιρειών ότι η κατηγορουμένη οικειοποιήθηκε χρήματα που ανήκαν στις εταιρείες του και τα οποία, στη βάση πληρεξουσιότητας που της είχε δώσει, προορίζονταν για συγκεκριμένες επενδύσεις. Το συνολικό ποσό με το οποίο η κατηγορούμενη κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί μέρος του μεγαλύτερου ποσού της 1ης κατηγορίας που αντιμετώπιζε τούτη στην ανασταλείσα ποινική υπόθεση, XXXXX/2015. (δ) Το μέρος του ανακριτικού υλικού που κατατέθηκε, σκοπό έχει να υποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται η παρούσα ποινική δίωξη ήταν γνωστή στην Κατηγορούσα Αρχή πριν την καταχώριση της πιο πάνω ανασταλείσας υπόθεσης (Τεκ. 2-19). Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, που διεξήχθηκε με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξέταση του αιτήματος της κατηγορουμένης, η τελευταία κατέθεσε ενόρκως με μόνο σκοπό να υποστηρίξει τη θέση της ότι, συνεπεία της αναστολής της πρώτης ποινικής δίωξης και της μετέπειτα καταχώρισης και προώθησης της παρούσας, τούτη επηρεάστηκε δυσμενώς. Η κατηγορούσα αρχή ουδέποτε αμφισβήτησε ότι η μαρτυρία, επί της οποίας εδράζεται η παρούσα υπόθεση, ήταν γνωστή σ' αυτήν πριν την καταχώριση της πιο πάνω ανασταλείσας υπόθεσης. Ήταν η θέση της ότι η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης και η μετέπειτα καταχώρηση της παρούσας έγινε με σκοπό να υπεραπλουστευτεί ένα κατά τα άλλα ογκώδες και περίπλοκο κατηγορητήριο, με τον περιορισμό τόσο του αριθμού των κατηγοριών που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη όσο και του ποσού το οποίο, πάντα κατά την κατηγορούσα αρχή, οικειοποιήθηκε. Επίσης, στη βάση πάντα των αιτιάσεων της τελευταίας, με την παρούσα ποινική δίωξη διώκεται μόνο η κατηγορούμενη και όχι τα υπόλοιπα οχτώ πρόσωπα που την πλαισίωναν ως κατηγορούμενοι, στην ανασταλείσα ποινική υπόθεση. Σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο της κατηγορουμένης, τα πιο πάνω δεδομένα δικαιολογούν δικαστική κρίση ότι η Κατηγορούσα Αρχή, με την αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης και την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας, καταχράστηκε τη δικαστική διαδικασία σε βάρος της κατηγορουμένης, με τρόπο που της προκάλεσε δυσμενείς επιπτώσεις, ενέργεια που δικαιολογεί την αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος της κατηγορουμένης, παρέπεμψε τόσο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και σε διεθνή νομολογία (χωρών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο), με ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., ανωτέρω. Όπως έχει νομολογηθεί τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Πρόκειται για το πιο δραστικό μέτρο που μπορεί να διατάξει ένα ποινικό Δικαστήριο αφού η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος οδηγεί, άνευ ετέρου, στον τερματισμό της διαδικασίας (βλ. R. v. Regan, 2002 SCC 12, [2002] 1 S.C.R. 297, at para. 53, Βeogradska D.D. 1996 1 B A.A.Δ. 911). Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των Θεσμών. Στην Beckford [1996] 1 Cr App R 94, στην παράγραφο 100, τονίστηκε ότι: «the constitutional principle which underlies the jurisdiction to stay proceedings is that the courts have the power and the duty to protect the law by protecting its own purposes and functions». Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/14, ημερ. 3.3.2016, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522, Pampos & Kostakis Trading Ltd κ.α. ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd
(2011)2 A.A.Δ. 365). Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Περέλλα, ανωτέρω, έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, όπου αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση τόσο στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248 όσο και στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 Β ΑΑΔ 911. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529 «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» Στην Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, ημερ. 11/11/2015, υιοθετήθηκαν τα όσα εκτίθενται πιο πάνω και επιπρόσθετα γίνεται αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C., όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Στην υπόθεση Maxwell
(2011)4 ΑLL ER 941 η οποία γίνεται αναφορά στην Warren v. A-G for Jersey
(2012)1 AC 22, ο Λόρδος Dyson συνόψισε τις δύο κατηγορίες υποθέσεων στις οποίες το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναστείλει τις διαδικασίες λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και ειδικότερα: (
  1. i)όπου διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης. Σε αυτή την περίπτωση, η διαδικασία, χωρίς άλλο, διακόπτεται και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε εξισορρόπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων των διαδίκων και (
  2. ii)όπου διαπιστώνεται ότι θα ήταν άδικο για τον κατηγορούμενο να δικαστεί. Η δεύτερη αυτή περίπτωση αφορά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίσει την ακεραιότητα του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο, θα διακόψει τη διαδικασία όταν, από το σύνολο των περιστάσεων, διαπιστώσει ότι η διεξαγωγή της δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου ή όπου θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και θα την οδηγήσει σε ανυποληψία. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί το δημόσιο συμφέρον που εστιάζεται στη δίωξη εγκλημάτων, διασφαλίζοντας ότι αυτοί που κατηγορούνται για σοβαρά ποινικά αδικήματα θα δικάζονται με το αντιμαχόμενο δημόσιο συμφέρον όπως μη δίνεται η εντύπωση ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (βλ. Latif
(1996)1 WLR 104). Στην υπόθεση Crawley
(2014)EWCA Crim. 1028 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «. cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct». (παρ. 21) Σε τέτοια περίπτωση, ως αναφέρεται, «the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system.» (παρ. 23), (η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου, βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2019 παρ. D 3.67, σελ. 1404). Επισημαίνεται ότι δεν θα πρέπει να διατάσσεται η αναστολή με σκοπό την τιμωρία ή την πειθάρχηση της Κατηγορούσας Αρχής ή της Αστυνομίας (βλ. Abuse of Process in Criminal Proceedings, D. Young, Μ. Summers, D. Corker, 4η έκδοση, Bloomsbury, παρ. 5.18). Η αναστολή θα πρέπει να χορηγείται όπου είναι αναγκαίο για την προστασία της ακεραιότητας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης κάτι το οποίο επισημάνθηκε από τον Λόρδο Dyson στην υπόθεση R v. Maxwell, ανωτέρω. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ζολώτα, Ποιν. Εφ. 144/19, ημερ. 11.12.2019, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα από τον Δ. Οικονόμου: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία ν. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant. ...» Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R. 116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Στην υπόθεση Jordan Antoine
(2014)EWCA Crim. 1971, ο εφεσείων αρχικά καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν παραβάσεις του Περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου (Firearms Act) και 19 μέρες μετά κατηγορήθηκε με δύο επιπλέον κατηγορίες κατά παράβαση του ίδιου Νόμου. Το εφετείο μετά από ανάλυση της σχετικής νομολογίας απέρριψε την έφεση εναντίον της καταδίκης, αναφορικά με τα τελευταία αδικήματα, η οποία προωθήθηκε στη βάση της κατάχρησης της διαδικασίας. Επισημάνθηκε ότι δεν επρόκειτο για υπόθεση κλιμάκωσης από ελαφρότερες κατηγορίες και αποδείχθηκαν ειδικές περιστάσεις. Επρόκειτο για μια κίνηση από λανθασμένες σε ορθές κατηγορίες. Δεν υπονομεύθηκε η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως η αναστολή θα επέφερνε την ανυποληψία. Έγιναν σοβαρά λάθη, ως αναφέρθηκε, τα οποία επανορθώθηκαν σύντομα και δεν υφίστατο κακοπιστία. Έτσι κατέληξε ότι δεν υφίστατο κατάχρηση της διαδικασίας. Από αρκετές αγγλικές αυθεντίες οι οποίες αφορούν ζητήματα κατάχρησης αναδύονται δύο σημαντικά ερωτήματα:
(1)σε ποια έκταση επηρεάστηκε ο κατηγορούμενος και
(2)σε ποιο βαθμό το Κράτος Δικαίου και η απονομή της δικαιοσύνης υπονομεύθηκαν από τη συμπεριφορά των ανακριτών ή της Κατηγορούσας Αρχής. O ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης, όπως έχει ήδη επισημανθεί, υποστήριξε ότι το αίτημα για αναστολή, της παρούσας ποινικής δίωξης, βασιζόμενος στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη (ανωτέρω) όπου αποφασίστηκε ότι η διαδικασία ήταν καταχρηστική υπό τις περιστάσεις, οι οποίες είχαν ως ακολούθως: Αρχικά στις 17.12.14 καταχωρίστηκε υπόθεση εναντίον των εφεσιβλήτων και άλλων 4 προσώπων (1η υπόθεση) και 9 μήνες μετά, στις 25.9.15, καταχωρίστηκε δεύτερη υπόθεση με κατηγορουμένους τους εφεσίβλητους και άλλα πρόσωπα. Στην συνέχεια, 2½ περίπου χρόνια μετά την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης, και ενώ τόσο αυτή όσο και η δεύτερη υπόθεση βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο εκδίκασης, καταχωρίστηκε, στις 27.1.17, εναντίον των εφεσιβλήτων και άλλων προσώπων και τρίτη υπόθεση. Στην πρώτη υπόθεση ο εφεσίβλητος Ηλιάδης αθωώθηκε σε δύο κατηγορίες και καταδικάστηκε μόνο στην μία, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2½ ετών, αλλά τελικά αθωώθηκε από το Εφετείο και σε αυτή την κατηγορία, αφού ήδη εξέτισε ποινή φυλάκισης 8½ μηνών (βλ. Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 2/18, ημερ. 12.9.18), ενώ ο εφεσίβλητος Κυπρή αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες. Στη δεύτερη υπόθεση, όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν, των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν κατ΄ ακολουθία της απόφασης που έκδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία certiorari (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Αίτ. 69/17, ημερ. 6.12.17). Και οι τρεις πιο πάνω υποθέσεις είχαν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση αφού περιστρέφονταν γύρω από τα ελληνικά ομόλογα και το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν γνωστό στην κατηγορούσα αρχή από το Μάρτιο του 2013 και τον Ιούλιο του 2014 όταν είχε στην κατοχή της, τις σχετικές εκθέσεις. Έτσι κρίθηκε ότι η ενώπιον του Κακουργιοδικείου διαδικασία σε σχέση με την τρίτη υπόθεση ήταν καταχρηστική υπό τις περιστάσεις, μιας και οι κατηγορίες της, ευχερώς θα μπορούσαν και έπρεπε να περιληφθούν σε μία εκ των υποθέσεων που προηγήθηκαν. Τα γεγονότα της παρούσας διαφέρουν ουσιωδώς από τα γεγονότα της υπόθεσης Ηλιάδης (ανωτέρω), αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί η πρώτη ποινική δίωξη των εκεί κατηγορουμένων οδήγησε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην αθώωση τους, η δε δεύτερη ποινική δίωξη τους, στην απαλλαγή τους κατόπιν διαταγής αναστολής από πλευράς του Δικαστηρίου. Ήταν υπό αυτές τις περιστάσεις που η τρίτη υπόθεση αναστάληκε αφού κρίθηκε ότι αποτέλεσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Σε όλες τις άλλες υποθέσεις, στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος της κατηγορουμένης μέσω της αγόρευσης του τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου όσο και την άλλη διεθνή νομολογία, η δεύτερη ποινική δίωξη ακολούθησε δικαστικής κρίσης περί αθώωσης και ή ενοχής του κατηγορουμένου στην πρώτη σχετική ποινική δίωξη του ή απαλλαγή του σε χρόνο μετά την απάντηση του στις κατηγορίες στα πλαίσια, ωστόσο, των προνοιών του άρθρου 91 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, η απαλλαγή της κατηγορουμένης στην πρώτη ποινική υπόθεση με αρ. XXXXX/2015, προέκυψε όχι κατόπιν κρίσης του Δικαστηρίου αλλά συνεπεία της αναστολής της ποινικής δίωξης στη βάση των εξουσιών που παρέχονται στο Γενικό Εισαγγελέα. Ως αναφέρεται στο άρθρο 154
(3)της Ποινικής Δικονομίας: «Όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η απαλλαγή του κατηγορουμένου δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον αυτού για το ίδιο αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων.». Έχει ακόμη, νομολογιακά, τονιστεί ότι οι ανωτέρω πρόνοιες του εδαφίου 3 του άρθρου 154, δεν συγκρούονται με τις πρόνοιες του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος και δεν θεωρούνται ασυμβίβαστες με την αρχή ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να διώκεται ποινικά, πέραν της μιας φοράς, για το ίδιο αδίκημα (βλ. Araouzos & Son v. The Police
(1980)2 C.L.R. 131). Στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2016:D355, Πολ. Εφ. 132/2015, ημερ. 13.7.2016, επισημάνθηκε ότι η απαλλαγή ενός κατηγορουμένου κατόπιν επιτυχίας του στα πλαίσια ειδικής απάντησης autrefois acquit ή κατόπιν απονομής χάριτος, διαφοροποιείται άρδην από την απαλλαγή κατόπιν καταχώρισης αναστολής ποινικής διώξεως υπό του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία δεν αποτελεί απαλλαγή εντός της έννοιας του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος. Το δικαίωμα της κατηγορούσας αρχής να επαναδιώξει ένα κατηγορούμενο κατόπιν απαλλαγής του συνεπεία καταχώρησης αναστολής ποινικής διώξεως από τον Γενικό Εισαγγελέα, υποστηρίζεται και από τα όσα σχετικά καταγράφονται στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, 2019, σελ. 139 και
  1. Στην υπόθεση Τασούλα Κονέ ν. Χαράλαμπου Φλουρή, Ποιν. Εφ. 209/2013, ημερ. 5.3.2015, στην οποία, ο συνήγορος της κατηγορουμένης παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεδικασμένο μπορεί να προκύψει κατόπιν απόσυρσης μιας ποινικής δίωξης προ της όποιας κρίσης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της, γίνεται ειδική αναφορά ως προς την διαφοροποίηση της εκεί περίπτωσης από την περίπτωση που ένας κατηγορούμενος απαλλάσσεται κατόπιν καταχώρησης αναστολής ποινικής διώξεως υπό του Γενικού Εισαγγελέα. Το Εφετείο, υποδεικνύοντας αυτή την διαφοροποίηση, ανέφερε: «. Ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί βάσει του άρθρου 154 του εν λόγω Νόμου να διακόψει υφιστάμενη διαδικασία, με αναστολή δίωξης και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος χωρίς η απαλλαγή του καθιστά κώλυμα στην ενσωμάτωση των κατηγοριών που αποσύρθηκαν σε νέο κατηγορητήριο.» Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η καταχώρηση και η προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν το σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, η κατηγορούμενη απαλλάχτηκε κατόπιν αναστολής της ποινικής δίωξης στην ποινική υπόθεση 17573/2015, με αποτέλεσμα τούτη να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που εκεί αντιμετώπιζε. Κατά την έξοδο της από την αίθουσα του Δικαστηρίου, μετά την απαλλαγή της, της επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παραπομπής και το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρίστηκε την 22.5.2018 το οποίο, ως αποτελεί παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές, εδράζεται επί των ιδίων γεγονότων που περιβάλλαν και την ποινική της δίωξη στην πρώτη ανασταλείσα υπόθεση. Στο κατηγορητήριο της πρώτης υπόθεσης κατηγορούνταν συνολικά εννέα πρόσωπα και μεταξύ αυτών και η κατηγορουμένη στην παρούσα. Περιελάμβανε συνολικά 105 κατηγορίες. Η δε κατηγορουμένη αντιμετώπιζε 91 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή ή αξιωματούχο εταιρείας του ποσού των €2.027.467,38 (κατηγορία αρ.1) και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αποδιδόταν σε αυτήν ότι απέκτησε το πιο πάνω ποσό ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία αρ.26). Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 22.5.2018 το οποίο αφορά μόνον την κατηγορουμένη και περιλαμβάνει συνολικά 9 κατηγορίες εκ των οποίων οι 8 αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για το συνολικό ποσό των €676.000 (κατηγορίες 1-8), ποσό για το οποίο κατηγορείται ότι απέκτησε ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία αρ.9). Τα γεγονότα που περιβάλλουν τόσο την πρώτη υπόθεση, η οποία αναστάληκε, όσο και την παρούσα υπόθεση είναι τα ίδια. Η μαρτυρία που οδήγησε στην καταχώρηση και των δύο υποθέσεων προέκυψε κατόπιν σχετικών καταγγελιών ότι η κατηγορουμένη οικειοποιήθηκε χρήματα που ανήκαν στις εταιρείες και τα οποία στη βάση πληρεξουσιότητας που της δόθηκε προορίζονταν για συγκεκριμένες επενδύσεις. Η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται η παρούσα υπόθεση ήταν ήδη γνωστή στην κατηγορούσα αρχή πριν την αναστολή της ποινικής δίωξης της πρώτης υπόθεσης. Επιπρόσθετα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το συνολικό ποσό με το οποίο η κατηγορούμενη κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος του μεγαλύτερου ποσού των κατηγοριών που αντιμετώπιζε στην πρώτη υπόθεση που αναστάληκε. Το κατηγορητήριο της παρούσας, καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο την 22.5.18 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της αναστολής της ποινικής δίωξης της πρώτης υπόθεσης. Εκείνο που στην ουσία έγινε, με την αναστολή της ποινικής δίωξης της πρώτης υπόθεσης και την καταχώρηση της παρούσας ήταν τόσο ο σημαντικός περιορισμός των κατηγορουμένων και των κατηγοριών που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη όσο και του ποσού για το οποίο κατηγορείται ότι το οικειοποιήθηκε. Το γεγονός ότι συνυπήρξαν οι δύο υποθέσεις για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα αφού όπως έχει ήδη επεξηγηθεί η πρώτη υπόθεση αναστάληκε την 6.3.2018 και το κατηγορητήριο της παραπομπής επιδόθηκε σ' αυτήν την ίδια ημέρα δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε κατάχρηση της διαδικασίας καθότι ως προκύπτει, η κατηγορούσα αρχή δεν είχε κατά νου να αντιμετωπίσει η κατηγορούμενη δύο διαδικασίας για το ίδιο θέμα, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρίστηκε την 22.5.
  2. Εξάλλου, δεν έγινε οποιαδήποτε περί τούτου εισήγηση από μέρους του συνηγόρου της κατηγορουμένης. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Περέλλα
(1996)1Α Α.Α.Δ., 1, «ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, εάν θεωρηθεί ότι όταν καταχωρήθηκε η αίτηση έκδοσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπήρχε εν ζωή η αίτηση 1/94 εναντίον του αιτητή, αυτό δεν αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν είχαν κατά νου να αντιμετωπίσει ο αιτητής δύο διαδικασίες για το ίδιο θέμα.» (Σχετική με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και η υπόθεση Poole v. The Queen
(1960)3 W.L.R. 770). Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μας, δεν προκύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της κατηγορουμένης. Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, αυτή, με την παρούσα υπόθεση, κατηγορείται μόνη και αντιμετωπίζει λιγότερες κατηγορίες απ' ότι η ανασταλείσα υπόθεση, ως επίσης περιορίστηκε και το ποσό για το οποίο κατηγορείται ότι οικειοποιήθηκε. Στην αρχική υπόθεση κατηγορείται ότι έκλεψε το συνολικό ποσό των €2.027.467,38 ενώ με την παρούσα περιορίστηκε στο ποσό των €676.000. Δεν είναι η περίπτωση όπου υφίσταται κλιμάκωση από ελαφρότερες σε σοβαρότερες κατηγορίες. Πέραν δε τούτου, δεν καταδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι η κατηγορούσα αρχή με την αναστολή της πιο πάνω ποινικής δίωξης και την καταχώριση της παρούσας, ενήργησε κακόπιστα ή δόλια ή με άλλο μεμπτό τρόπο. Δεν διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η διεξαγωγή της δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου ή ότι θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και θα την οδηγήσει στην ανυποληψία. Το Δικαστήριο, εξισορροπώντας, από τη μια, το δημόσιο συμφέρον που υπαγορεύει ότι αυτοί που κατηγορούνται για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων θα πρέπει να δικάζονται και, από την άλλη, τη διασφάλιση της ακεραιότητας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, χωρίς να δίνεται η εντύπωση ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κρίνει ότι δεν υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας. Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την συνέχιση και όχι την διακοπή της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, δεν διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας και ενόψει τούτου παρέλκει οποιοσδήποτε λόγος εξέτασης της κατ' ισχυρισμό δυσμένειας στην οποία περιήλθε η κατηγορουμένη και συνακόλουθα της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον μας για να υποστηρίξει τις θέσεις της. Έτσι, με αυτή την προσέγγιση, αποφεύγεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορουμένης. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.