← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Memic κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19101/19, 10/11/2020

Δημοκρατία ν. Memic κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19101/19, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:23 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19101/19 Δημοκρατία ν.

  1. XXX Memic
  2. XXX Κατσάπαου
  3. XXX Παμπόρη
  4. XXX Κωστή
  5. XXX Κουτρούλλη
  6. XXX Παύλου
  7. XXX Κυριάκου Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 10.11.2020 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. Χ. Γεωργίου Κατηγορούμενος 7 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δίκης εντός Δίκης αναφορικά με τη συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων) Οι κατηγορούμενοι 1 - 7 αντιμετωπίζουν αρκετές κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες, οι σοβαρότερες εκ των οποίων έχουν να κάνουν με ναρκωτικά Τάξεως Β, βάρους 83 κιλών και 627 γραμμαρίων κάνναβης. Αρχικά οι κατηγορούμενοι είχαν αρνηθεί όλες τις κατηγορίες ενώ ο κατηγορούμενος 5 έχει παραδεχτεί μόνο την 7η κατηγορία. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο κατηγορούμενος 4 παραδέχτηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και στις 28.02.2020 του επιβλήθηκε ποινή, αφού η Κατηγορούσα Αρχή προτίθεται να τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας. Στις 23.06.2020 ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση στις κατηγορίες και του δόθηκε, με αποτέλεσμα να παραδεχτεί και αυτός τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αποφασίστηκε όπως του επιβληθεί ποινή στο τέλος της διαδικασίας, αφού η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε πως δεν προτίθεται να τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας. Στις 27.07.2020 άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκε ο Α/Αστ.XXXXX XXXXX Παναγίδης ο οποίος ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ήταν ο χειριστής όλων των Τεκμηρίων της υπόθεσης. Όταν ο εν λόγω μάρτυρας επεδίωξε να καταθέσει τη γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων που υπέγραψε ο κατηγορούμενος 7, και τα παρειακά επιχρίσματα που του λήφθηκαν δυνάμει αυτής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του έφερε ένσταση, και ζήτησε να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να αποφασιστούν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 7 υπέγραψε την εν λόγω συγκατάθεση. Ήταν, ανάμεσα σε άλλα, η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 7 κατά τη σύλληψη του δεν ενημερώθηκε για το συνταγματικό δικαίωμα του να συμβουλευτεί δικηγόρο. Αποφασίστηκε, με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να αποφασιστούν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 7 συνελήφθη, και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός υπέγραψε τη συγκατάθεση ημερομηνίας 18.07.2019 για λήψη παρειακών επιχρισμάτων. Στη Δίκη εντός Δίκης που έλαβε χώραν, κατέθεσαν 5 μάρτυρες εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος 7 κατέθεσε επίσης ως μάρτυρας. Έχουμε θέσει ενώπιον μας το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία θα παραθέσουμε στην παρούσα απόφαση σε γενικές γραμμές. O Μ.K.1 Αστ XXXXX XXXXX Παναγίδης υπήρξε μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε την υπόθεση και ο ρόλος του σχετιζόταν με τον χειρισμό των τεκμηρίων της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την συμπληρωματική του κατάθεση ημερομηνίας 24/07/2019 (Ένδειξη Δ.Δ. Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, συνέλαβε τον κατηγορούμενο 7 στις 18.07.2019 και ώρα 14:42 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη την ίδια ημέρα και ώρα 13:26 (Ένδειξη Δ.Δ. Β). Ο κατηγορούμενος 7, σύμφωνα με την οπισθογράφηση στο ένταλμα σύλληψης την οποία ο ίδιος έκανε (Μ.Κ.1), «συνελήφθηκε στην οικία του που βρίσκεται στην οδό XXX Αρ.15 XXXXX Λεμεσός, όπου του εξήγησα τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Εν έχω καμία σχέση»». Όπως ο Μ.K.1 εξήγησε, εναντίον του κατηγορούμενου 7 εξεδόθη παράλληλα και δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας του. Στην οικία του κατηγορούμενου 7 μετέβη για την εκτέλεση των ενταλμάτων μαζί με άλλους 5 αστυφύλακες (Λοχία XXXXX Δ. Σωκράτους, Α/Αστ. XXXXX XXXXX Χριστοφή, Α/Αστ. XXXXX Α. Παντελή, Αστ. XXXXX Α. Χριστοφόρου και τον Αστ. XXXXX Ι. Κωνσταντίνου). Όταν όλοι οι πιο πάνω αστυνομικοί, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου, έφθασαν στην οικία του κατηγορούμενου 7, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.1, αυτός είχε στην κατοχή του τα δύο εντάλματα και αφού χτύπησε την πόρτα της οικίας, τους άνοιξε η συμβία του Κατηγορούμενου
  8. Αφού την πληροφόρησε για την ύπαρξη του δικαστικού εντάλματος έρευνας της οικίας και του δικαστικού εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου 7, αυτή τους επέτρεψε να εισέλθουν στο εσωτερικό της οικίας και σχεδόν ταυτόχρονα κατέβηκε από την εσωτερική σκάλα του σπιτιού ο κατηγορούμενος
  9. Με την άφιξη του κατηγορούμενου 7 τον ενημέρωσε ότι είναι από την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών και ότι υπάρχει δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Επίσης, του υπέδειξε το ένταλμα σύλληψης, του διάβασε τα αδικήματα που αναφέρονται σε αυτό καθώς και την ημερομηνία διάπραξης τους, και αφού τον συνέλαβε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αναφέροντας του και τα δικαιώματα του, μεταξύ αυτών και για το δικαίωμα του σε επικοινωνία με δικηγόρο καθώς και με συγγενικό του πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 7 κατά την σύλληψη του, ήταν συνεργάσιμος, ήρεμος και δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση ούτε και εξέφρασε στον ίδιο την επιθυμία να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Μετά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ξεκίνησε η έρευνα στην οικία του στην παρουσία του κατηγορούμενου 7 και της συμβίας του, όπου εντοπίστηκαν διάφορα έγγραφα και αντικείμενα τα οποία παραλήφθηκαν ως Τεκμήρια. Αφού η έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου 7 ολοκληρώθηκε, διεξήχθη έρευνα και σε δύο οχήματα από άλλο αστυφύλακα, κατόπιν λήψης γραπτής συγκατάθεσης από τον κατηγορούμενο 7 (Ένδειξη Δ.Δ.Γ). Την γραπτή συγκατάθεση για έρευνα (Ένδειξη Δ.Δ.Γ), σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος 7, την έδωσε αφού προηγουμένως ενημερώθηκε ότι δεν είναι υπόχρεος να την δώσει, εκτός εάν το επιθυμεί και πως σε περίπτωση που δώσει την συγκατάθεση του, ο,τιδήποτε μπορεί να βρεθεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Αφού ολοκληρώθηκαν οι έρευνες, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, περί ώρα 16:00, ο κατηγορούμενος 7 εισήλθε σε αστυνομικό όχημα και μεταφέρθηκε στην Α.Δ.Ε Λεμεσού στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Ο Μ.Κ.1 αφού μετέφερε τον κατηγορούμενο σε γραφείο, μετέβη στο διπλανό γραφείο, στο γραφείου του υπευθύνου του κλιμακίου και τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμα της σύλληψης και της έρευνας. Αφού ο Μ.Κ.1 έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνο του κλιμακίου, επέστρεψε πίσω στο γραφείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος 7, ετοίμασε γραπτή συγκατάθεση για την λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και παρειακών επιχρισμάτων από τον κατηγορούμενο 7 (Τεκμήριο Δ.Δ.Δ), του την έδωσε να την διαβάσει, του την εξήγησε, και ο κατηγορούμενος 7 την υπέγραψε στην παρουσία του. Ακολούθησε από τον ίδιο η λήψη των παρειακών επιχρισμάτων (Τεκμήριο Δ.Δ.Ε) του κατηγορούμενου
  10. Ήταν η θέση του Μ.Κ.1, ότι ο κατηγορούμενος 7 καθ' όλη την διάρκεια που ήταν μαζί του από την ώρα της σύλληψης του αλλά και κατά την διενέργεια όλων των πιο πάνω, παρά το ότι τον είχε ενημερώσει προφορικά για όλα τα νομικά του δικαιώματα και ότι μπορούσε να επικοινωνήσει με κάποιον και με δικηγόρο, ουδέποτε του εξέφρασε τέτοια επιθυμία αλλά ούτε και οποιοδήποτε παράπονο. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.1 ερωτήθηκε σχετικά με το χρόνο που έδωσε στον κατηγορούμενο 7 τα γραπτά του δικαιώματα αλλά και γιατί αυτά δεν του δόθηκαν ευθύς μόλις μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Ο Μ.Κ.1 επανάλαβε πως ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 7 για τα δικαιώματα του προφορικά κατά τον χρόνο της σύλληψης του και συγκεκριμένα ότι έχει δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο και με συγγενικό του πρόσωπο. Αυτά, επανάλαβε ο Μ.Κ.1, έγιναν προτού αρχίσει η έρευνα στην οικία του. Την γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων κτλ (Ένδειξη Δ.Δ.Δ), την οποία ο ίδιος συνέταξε, την εξήγησε «εν τάχει» στον κατηγορούμενο 7 και του την έδωσε για να την διαβάσει. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου του κατηγορούμενου 7, ότι υποχρέωσε τον κατηγορούμενο 7 να υπογράψει την πιο πάνω συγκατάθεση καθώς και την υποβολή ότι υπήρχαν και άλλοι δύο αστυνομικοί παρόντες όταν έδωσε στον κατηγορούμενο 7 το έντυπο της εν λόγω συγκατάθεσης. Ήταν οι θέσεις της υπεράσπισης, τις οποίες υπέβαλε στον Μ.Κ.1, και τις οποίες ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε, ότι κατά την σύλληψη του κατηγορούμενου 7 στην οικία του, ουδέποτε του επέστησε την προσοχή του στον Νόμου, ουδέποτε του είπε τον λόγο της σύλληψης του παρά το ότι ο κατηγορούμενος 7 επέμενε να πληροφορηθεί το λόγο, και ότι ενώ ζητούσε να μιλήσει με δικηγόρο, του ανέφεραν, τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι αστυνομικοί, «Όταν πάμε μέσα». Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 7, κατά την σύλληψη του, ζητούσε επίμονα να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του κ. Άντρο Πελεκάνο και δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1 ανάφερε, «Εντιμότατε εμένα δεν μου ζήτησε, ούτε του στέρησα το δικαίωμα. Χωρίς να μου το ζητήσει πώς να του το στερήσω». Η ίδια υποβολή έγινε στον Μ.Κ.1, με αναφορά και στο χρόνο διενέργειας της έρευνας της οικίας του και στο χρόνο λήψης της γραπτής συγκατάθεσης για λήψη παρειακών επιχρισμάτων, για να απαντήσει, τα ακόλουθα: «. από την στιγμή που τον πληροφόρησα προφορικά για τα δικαιώματα του, μαζί μας στην οικία του ήταν και συμβία του. Μπορούσε η ίδια να ενημερώσει δικηγόρο να έρθει αν επιθυμούσε ο ίδιος ή η ίδια». Επίσης ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε, ότι οι ενέργειες του ήταν σκόπιμες και μεθοδευμένες στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν όσο περισσότερη μαρτυρία μπορούσαν προτού ο κατηγορούμενος 7 διαβουλευθεί με το δικηγόρο του καθώς και ότι η Γραπτή Συγκατάθεση για Λήψη Μετρήσεων κτλ (Ένδειξη Δ) λήφθηκε επ' απειλής ποινικών κυρώσεων και χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορούμενου
  11. Ο Μ.Κ.2 Α/Αστ. XXXXX XXXXX Παντελή υπηρετεί στην Υ.ΚΑ.Ν. και υπήρξε μέλος της ανακριτικής ομάδας. Ο Μ.Κ.2 ήταν παρών στις 18.7.2019 κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 7, του εντάλματος έρευνας της οικίας του και οχήματος του. Ήταν το πρόσωπο που ορκίστηκε και αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση τόσο του εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου 7 όσο και για την έκδοση του εντάλματος έρευνας της οικίας του. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, στις 18.7.2019, μαζί με άλλους 5 συναδέλφους του (Λοχία XXXXX Δ. Σωκράτους, Αστ. XXXXX Α. Χριστοφόρου, Αστ. XXXXX Ι. Κωνσταντίνου, Α/Αστ. XXXXX Ν. Χριστοφή και Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη), μετέβησαν στην οικία του κατηγορούμενου 7 περί ώρα 14:
  12. Αφού χτύπησαν την πόρτα της οικίας, τους άνοιξε μια κοπέλα και εξ όσων θυμάται την ερώτησε που βρίσκεται ο XXX Κυριάκου ενημερώνοντας την ότι υπήρχε ένταλμα έρευνας της οικίας και ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ταυτόχρονα με τα πιο πάνω, είδε τον κατηγορούμενο 7 να κατεβαίνει από την εσωτερική σκάλα της οικίας. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 7 για την ύπαρξη του εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Αφού τον συνέλαβε, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα για τα οποία συνελήφθη και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 7 απάντησε «Εγώ εν έχω καμία σχέση. Περαιτέρω, τον ενημέρωσε και για το δικαίωμα του να έχει δικηγόρο και ότι για την ίδια υπόθεση υπάρχει και ένταλμα έρευνας της οικίας του. Ο κατηγορούμενος 7, σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, δεν εξέφρασε καμία πρόθεση και δεν ανέφερε ότι ήθελε να μιλήσει με δικηγόρο ή να έχει δικηγόρο. Ο Μ.Κ.2 εξήγησε τον τρόπο που έγινε η έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 7 καθώς και το τι ανευρέθη, τόσο στην οικία του όσο και στα οχήματα που ερευνήθηκαν, αναφέροντας επίσης πως για το ένα εκ των δύο οχημάτων που βρισκόταν στην αυλή της οικίας του κατηγορούμενου 7 και δεν υπήρχε ένταλμα έρευνας, ο κατηγορούμενος 7 αφού του ζητήθηκε, συνεργάστηκε και έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα (Ένδειξη Γ). Στη βάση αυτής, ερευνήθηκε και αυτό το όχημα. Ήταν η θέση του πως καθ' όλη τη διάρκεια των ενεργειών τους, δεν άκουσε τον κατηγορούμενο 7 να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο. Αυτός ήταν συνεργάσιμος και του φάνηκε να είχε αντιληφθεί για ποια υπόθεση είχε συλληφθεί. Αντεξεταζόμενος, του υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, πως η μόνη έγνοια της Αστυνομίας ήταν να συλλέξει όση περισσότερη μαρτυρία μπορούσε προτού επιτραπεί στον κατηγορούμενο 7 να διαβουλευτεί με το δικηγόρο του, πράγμα που ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε, αναφέροντας πως σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε δικηγόρο. Ερωτήθηκε επίσης, γιατί δεν είχαν πάρει μαζί τους κατά την εκτέλεση των ενταλμάτων έντυπα των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου
  13. Ο Μ.Κ.2 απάντησε «Δεν συνηθίζεται να τα παίρνουμε μαζί μας. Ουδέποτε τα πήραμε μαζί μας. Καταρχήν δεν ήταν σίγουρο ότι θα τον εντοπίζαμε και δεν συνηθίζεται αυτό. Δεν είναι η πρακτική». Επίσης, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος 7 ουδέποτε ενημερώθηκε για ποια αδικήματα συνελήφθη, και ο Μ.Κ.2 απάντησε «Σας απάντησα ότι ενημερώθηκε αμέσως μετά τη σύλληψη». Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, καθώς και για την πληροφόρηση του να έχει δικηγόρο, στον μάρτυρα τέθηκαν οι πιο κάτω ερωτήσεις και υποβολές και ο μάρτυρας έδωσε τις απαντήσεις που καταγράφονται: «Ε. Η μόνη ενημέρωση που είχε ήταν μάλιστα από εσάς ως θυμάται ο πελάτης μου όταν βγήκατε της οικίας του. Όταν είχατε βγει έξω από την οικία και πηγαίνατε προς τα οχήματα που ήταν στην οικία του τα δικά του και μάλιστα επέμενε «για ποια υπόθεση; για ποια υπόθεση;» και εσείς του είπατε μάλιστα «για υπόθεση ναρκωτικών». Μπορείτε να το θυμηθείτε αυτό; Α. Σε καμία περίπτωση δεν είναι έτσι. Μπορεί να με ρώτησε οτιδήποτε, αλλά μιλούμε πήγαμε 6 αστυνομικοί της ΥΚΑΝ. Δείξαμε το ένταλμα, του αναφέραμε τα αδικήματα, του τα ανέφερε ο XXXXX. Όταν του ζητήθηκε γραπτή συγκατάθεση για να ερευνηθεί το όχημα του, του αναφέραμε ότι είναι για υπόθεση ναρκωτικών. Όταν ανευρέθηκε το ποσό μέσα στο αυτοκίνητο του, ο αστυφύλακας XXXXX τον πληροφόρησε ότι θα κρατηθεί ως Τεκμήριο για περαιτέρω εξετάσεις για να διενεργηθούν εξετάσεις για να ξεκαθαρίσει κατά πόσο είναι προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Αντιλαμβάνομαι μόνο και μόνο από αυτό θα καταλάβει την υπόθεση και να μην τον πληροφορούσαν, που σας επαναλαμβάνω τον πληροφόρησε αμέσως μετά τη σύλληψη. Ε. Επίσης είναι η θέση μου ότι ζητούσε τον δικηγόρο του και η στάση της Αστυνομίας ήταν «όταν πάμε μέσα», εννοώντας στον Αστυνομικό Σταθμό. Αυτή είναι η θέση μου. Α. Απάντησα και πριν κύριε Πρόεδρε. Σε καμία περίπτωση καμία στιγμή από την ώρα που πήγαμε εκεί μέχρι την ώρα που φύγαμε δεν ζήτησε τον δικηγόρο. .................................. Ε. Εσείς δεν το επιτρέπατε. Και όταν λέω εσείς, να διευκρινίσω όχι εσείς προσωπικά. Μιλώ για τα μέλη της Αστυνομίας που ήταν εκεί, τα 6 άτομα. Α. Σε καμία περίπτωση». O Μ.Κ.3 Αστ. XXXXX XXXXX Κωνσταντίνου υπηρετεί στην Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 18/07/2019 (Ένδειξη Δ.Δ. Ζ). Σύμφωνα με την κατάθεση του και την μαρτυρία του, ήταν ανάμεσα στους αστυνομικούς που μετέβησαν στις 18.07.2019 και ώρα 14:50 στην οικία του κατηγορούμενου 7 για τους σκοπούς των δύο ενταλμάτων. Πέραν των όσων αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση του, αφού του ζητήθηκε να περιγράψει τι ακριβώς έγινε εκείνη την ημέρα από την ώρα που έφτασαν στην οικία του κατηγορούμενου 7, ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων, είπε «..ο συνάδελφος ο XXXXX αφού του διάβασε τα δικαιώματα του τον συνέλαβε και του είπε τα δικαιώματά του και προχωρήσαμε στην έρευνα». Θυμόταν επίσης, πως ο Αστ. XXXXX, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 7 για τα αδικήματα καθώς και για το δικαίωμα του να έχει δικηγόρο και να επικοινωνήσει με συγγενικό του πρόσωπο. Ήταν η θέση του πως καθ' όλη τη διάρκεια των ερευνών, ο κατηγορούμενος 7 βρισκόταν μαζί του σε κάθε χώρο που ερευνούσαν και δεν υπέπεσε στην αντίληψη του να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο για το ότι δεν ενημερώθηκε για ποία υπόθεση διεξαγόταν η έρευνα και για ποια υπόθεση συνελήφθη. Όπως ανέφερε, ουδέποτε ζήτησε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του και δεν του επιτράπηκε. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών, ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη, μετέφεραν με το αστυνομικό όχημα τον κατηγορούμενο 7 στην Αστυνομία. Αυτός δεν εξέφρασε όση ώρα ήταν στο αστυνομικό όχημα οποιοδήποτε παράπονο και ούτε είχε απαίτηση να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.3 επανέλαβε πως θυμόταν ότι ο συνάδελφος του που συνέλαβε τον κατηγορούμενο 7, έδειξε στον κατηγορούμενο 7 το ένταλμα σύλληψης, του διάβασε τα αδικήματα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του είπε προφορικά τα δικαιώματα του. Ερωτηθείς κατά πόσο ο κατηγορούμενος 7 ζήτησε από οποιονδήποτε αστυνομικό ότι θέλει δικηγόρο ο Μ.Κ.3 απάντησε «Αν δεν το είπε πολλά χαμηλόφωνα, θεωρώ ότι θα το άκουγα». Υποβλήθηκε και σε αυτό ότι η μόνη έγνοια της Αστυνομίας ήταν να συλλέξει όση περισσότερη μαρτυρία μπορούσε προτού επιτραπεί στον κατηγορούμενο 7 να διαβουλευτεί με το δικηγόρο του. Ο Μ.Κ.3 έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Η έρευνα ξεκίνησε, εμείς του αναφέραμε προφορικά ότι έχει δικαίωμα επικοινωνίας με τον δικηγόρο του. Αυτό είναι καθαρό. Σε καμία περίπτωση δεν του στερούσε κανένας το δικαίωμα και δεν θα ρίσκαρε κανένας τη δουλεία του για να μην έχει το δικαίωμα του δικηγόρου του. Αυτή είναι η θέση μου.» Τέλος, του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 7 ζητούσε να έχει επικοινωνία με το δικηγόρο του, πλην όμως η θέση της Αστυνομίας ήταν «όταν πάμε μέσα», πράγμα που ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε, αναφέροντας πως σε καμία περίπτωση δεν έγινε αυτό. Ο Μ.Κ.4 Υπαστυνόμος Οδυσσέας Οδυσσέως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο υπεύθυνος του Επαρχιακού κλιμακίου της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, μετά την σύλληψη του κατηγορούμενου 7 τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. που εκτέλεσαν το ένταλμα σύλληψης και έρευνας επέστρεψαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, όπου και ο ίδιος βρισκόταν. Με την άφιξη των μελών του κλιμακίου, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης, ο οποίος τον ενημέρωσε σχετικά, αναφέροντας του επίσης ότι ο κατηγορούμενος 7 υπήρξε συνεργάσιμος και ότι υπέγραψε και συγκατάθεση για έρευνα σε ένα από τα οχήματα του. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την μαρτυρία του, έδωσε οδηγίες στον εν λόγω αστυνομικό να προχωρήσει στα «γραφειοκρατικά», δηλαδή να οπισθογραφήσει το ένταλμα σύλληψης, να δώσει τα σχετικά έγγραφα στον κατηγορούμενο 7, να του λάβει παρειακά επιχρίσματα, αναφέροντας του επίσης πως μόλις τελειώσει, να τον ενημερώσει για να δει τον κατηγορούμενο
  14. Μετά από μερικά λεπτά, ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης επέστρεψε και τον ενημέρωσε ότι ολοκλήρωσε με τα διαδικαστικά, οπότε μαζί με τον ανακριτή της υπόθεσης Α/Αστ. XXXXX XXXXX Νικολάου μετέβηκαν στο διπλανό γραφείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος
  15. Εκεί, στο γραφείο, και παρά το ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο 7 από προηγούμενη υπόθεση, αφού αυτός είχε συλληφθεί στο παρελθόν για μισό κιλό κοκαΐνης, του συστήθηκε, τον ερώτησε εάν επιθυμεί να του αναφέρει ο,τιδήποτε και αυτός του απάντησε ότι θα δώσει κατάθεση για να εξηγήσει τη θέση του. Επίσης, του σύστησε τον XXXXX Νικολάου και του ανάφερε ότι αυτός θα του λάβει κατάθεση ενώ στη συνέχεια εγκατέλειψε τον χώρο. Ήταν η θέση του πως είδε τον κατηγορούμενο 7 στο πιο πάνω γραφείο, μετά που ενημερώθηκε από τον ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη για την ολοκλήρωση των ενεργειών του. Ήταν ακόμη η θέση του πως κατά την διάρκεια της λήψης της συγκατάθεσης για την λήψη μετρήσεων κτλ (Ένδειξη Δ.Δ.Δ) αλλά και πριν από τη λήψη τους, δεν ήταν παρών ούτε ο ίδιος ούτε ο XXXXX Νικολάου. Ανέφερε επίσης, πως ουδέποτε απείλησε είτε ο ίδιος είτε ο XXXXX Νικολάου, τον κατηγορούμενο 7 για να υπογράψει την πιο πάνω συγκατάθεση και για να δώσει τα δείγματα. Ο ίδιος δεν δέχτηκε οποιοδήποτε παράπονο, που αφορούσε στο ότι δεν επιτράπηκε στον κατηγορούμενο 7 να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του ούτε από τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 7 όταν είχε επαφή μαζί του. Αντεξεταζόμενος επανάλαβε, ερωτηθείς σχετικά, τις οδηγίες που έδωσε στον Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη καθώς και ότι ήταν αυτός που έδωσε οδηγίες να ληφθούν παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο 7 και να του δοθούν γραπτώς τα δικαιώματα/δικαιώματα συλληφθέντος. Ερωτηθείς εάν υπήρξε κάποιος λόγος που δεν δόθηκαν στον κατηγορούμενο 7 από την αρχή γραπτώς τα δικαιώματα του (Ένδειξη Δ.Δ. Στ), απάντησε πως δεν γνωρίζει να υπήρξε κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Του υποβλήθηκε ότι η μόνη έγνοια της Αστυνομίας ήταν να συλλέξει όση περισσότερη μαρτυρία μπορούσε, προτού δοθεί στον κατηγορούμενο 7 το δικαίωμα να διαβουλευτεί με το δικηγόρο του και έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Σε καμία απολύτως περίπτωση. Και τουλάχιστον αμέσως μόλις ήρθα σε επαφή με τον κατηγορούμενο του πρόσφερα την ευκαιρία να μου πει αν ήθελε οτιδήποτε ή αν είχε οτιδήποτε να αναφέρει, είτε ενώπιον και των υπολοίπων, είτε ιδιαιτέρως. Ένα αίτημα κάλλιστα που μπορούσε να μου υποβάλει ήταν να μιλήσει με τον δικηγόρο του». Σε μια παρόμοια υποβολή η οποία περιελάμβανε και απόδοση σκοπιμότητας ώστε να ληφθεί όση περισσότερη μαρτυρία εκ μέρους της Αστυνομίας προτού ο κατηγορούμενος 7 διαβουλευτεί με το δικηγόρο του, ο Μ.Κ.4 απάντησε: «Η προσπάθεια μας κατά τη διερεύνηση γενικότερα της υπόθεσης ήταν να εξασφαλίσουμε όσο περισσότερη μαρτυρία μπορούσαμε για να διαφανεί η αλήθεια. Δεν κάναμε το παραμικρό για να στοχοποιήσουμε ή να ενοχοποιήσουμε οποιονδήποτε άλλο. Όλες οι ενέργειες μας ήταν για διασφάλιση του γεγονότος ότι θα έρθει στην επιφάνεια η αλήθεια. Με τον κατηγορούμενο δεν μας χωρίζει τίποτε απολύτως προσωπικά, ούτε πότε με πείραξε προσωπικά, ούτε τον πείραξα προσωπικά ποτέ. Ό,τι έκανα το έκανα για την εκτέλεση των καθηκόντων μου ως υπεύθυνος του κλιμακίου της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Ουδέποτε με πείραξε προσωπικά και ουδέποτε τον πείραξα προσωπικά». Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, ανέφερε επίσης πως ενημερώθηκε από τους συναδέλφους του ότι μόλις ο κατηγορούμενος 7 ζήτησε να μιλήσει με το δικηγόρο του, είχε την ευκαιρία να του μιλήσει. Επανέλαβε ότι είδε τον κατηγορούμενο 7 για πρώτη φορά, μετά που ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης είχε εκτελέσει τις οδηγίες του και αφού του είχε ληφθεί η γραπτή συγκατάθεση και τα παρειακά του επιχρίσματα. Όταν του υποβλήθηκε ότι η γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων κτλ. (Ένδειξη Δ.Δ.Δ), δεν δόθηκε από τον κατηγορούμενο 7 με την ελεύθερη βούληση και συγκατάθεση του, ο Μ.Κ.4 απάντησε, «Δεν έχω δεχτεί τέτοιο παράπονο από τον κατηγορούμενο όταν τον συνάντησα αμέσως μετά την λήψη των παρειακών του. Βέβαια την ώρα που την έδινε εγώ δεν ήμουν παρών». Όταν του υποβλήθηκε ότι ο XXXXX Νικολάου είπε στον κατηγορούμενο 7 ότι θα πάει φυλακή εάν δεν υπογράψει το έντυπο (εννοώντας την συγκατάθεση), ο Μ.Κ.4 απάντησε, «Ο XXXXX Νικολάου ήταν μαζί μου κατά την περίοδο της αναμονής του κατηγορούμενου να έρθει μέσα και ήρθε μαζί μου την πρώτη φορά που πήγα να τον δω και ουδέποτε άνοιξε το στόμα του να πει το παραμικρό, εκτός μετά του έδωσα τον λόγο εγώ για να του πιάσει κατάθεση». Επίσης, αρνήθηκε ότι ο XXXXX Νικολάου ανέφερε στον κατηγορούμενο 7 «σε έχουμε στο χέρι, βρήκαμε το DNA σου στις αποσκευές» και ότι ο ίδιος χτυπώντας το χέρι του στο γραφείο του είπε «αφού ξέρεις πολύ καλά ότι εμπλέκεσαι. Αφού εσύ είσαι ο εγκέφαλος». Ο Α/Αστ. XXXXX XXXXX Νικολάου Μ.Κ.5 κατά την επίδικη περίοδο υπηρετούσε στην ΥΚΑΝ Λεμεσού και ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την συμπληρωματική γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 24/07/2019 (Ένδειξη Δ.Δ. Η). Ο Μ.Κ.5 έλαβε στις 18.07.2019 και μεταξύ των ωρών 17:05 με 18:30 ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 7 (Ένδειξη Δ.Δ. Ι). Σύμφωνα με την μαρτυρία του, είδε τον κατηγορούμενο 7 στο γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού μετά που ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης ολοκλήρωσε τις δικές του ενέργειες. Αφού ο πιο πάνω αστυφύλακας τους ενημέρωσε ότι τελείωσε με τις δικές του ενέργειες και τους ενημέρωσε για αυτές, μετέβη μαζί με τον Οδυσσέως στο γραφείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος 7 με τον Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη. Εκεί, ο Οδυσσέως συνομίλησε με τον κατηγορούμενο 7 και στη συνέχεια, ο Οδυσσέως μαζί με τον Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη αποχώρησαν από το γραφείο. Ο κατηγορούμενος 7 καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν μαζί του δεν του εξέφρασε κανένα παράπονο, ότι δεν του επετράπη να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Ο ίδιος ρώτησε τον κατηγορούμενο 7 πριν από την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης εάν επιθυμούσε να δει ή να συνομιλήσει με δικηγόρο της επιλογής του και αυτός του είπε ότι δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή. Ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 7 φαινόταν με την έναρξη της λήψης της κατάθεσης του να είχε αντιληφθεί πλήρως για ποια υπόθεση είχε συλληφθεί, για την οποία και ο ίδιος τον ενημέρωσε. Αρνήθηκε ότι απείλησε τον κατηγορούμενο 7 πως εάν δεν δώσει τα παρειακά του επιχρίσματα θα πάει φυλακή, λέγοντας επίσης ότι τον κατηγορούμενο 7 τον είδε για πρώτη φορά αφού είχε δώσει την γραπτή συγκατάθεση του για την λήψη τους και αφού του είχαν ληφθεί τα παρειακά επιχρίσματα. Δεν άκουσε ούτε αντιλήφθηκε τον Οδυσσέως να λέει στον κατηγορούμενο 7 τις φράσεις «αφού ξέρεις πολύ καλά ότι εμπλέκεσαι. Αφού εσύ είσαι ο εγκέφαλος.» και ούτε ο ίδιος του είπε «σε έχουμε στο χέρι, βρήκαμε το DNA σου στις συσκευασίες των ναρκωτικών.». Ήταν η θέση του πως τον κατηγορούμενο 7 τον είδε για πρώτη φορά μετά την σύλληψη του και μετά που ενημερώθηκε ότι ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης τελείωσε με τα «γραφειοκρατικά» και με την λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων, όταν μαζί με τον Οδυσσέως τον επισκέφθηκαν στον γραφείο που βρισκόταν. Στον Μ.Κ.5 υποβλήθηκε σειρά ερωτήσεων που είχαν να κάνουν με το αίτημα της Αστυνομίας προς το Δικαστήριο για προφυλάκιση του κατηγορούμενου 7 που υποβλήθηκε την επομένη ημέρα της σύλληψης του. Του υποβλήθηκε ότι στη διαδικασία προσωποκράτησης εάν ήταν αυτός που έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου 7, και απάντησε (τότε) «Δεν τα έλαβα εγώ, αλλά επιλήφθηκα». Ο Μ.Κ.5 έδωσε και την ακόλουθη απάντηση: «Αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορώ να θυμηθώ αν χρησιμοποίησα αυτές τις λέξεις. Μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν μπορώ ούτε να το υιοθετήσω, ούτε να το απορρίψω. Όμως η αλήθεια είναι αυτή ξεκάθαρα ότι ήμουν μέσα στο γραφείο του υπευθύνου της ΥΚΑΝ Λεμεσού όταν έδωσε οδηγίες εις τον XXXXX τον αστυνομικό τον Τάσο να λάβει τα παρειακά επιχρίσματα. Σε καμία περίπτωση δεν ήμουν μπροστά ούτε κατά τη λήψη της συγκατάθεσης της γραπτής για τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου, ούτε κατά τη λήψη τους». Τέλος, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, ο Μ.Κ.5 είπε πως και να χρησιμοποίησε τότε την λέξη «επιλήφθηκα» δεν εννοούσε ότι ήταν παρών στην διαδικασία λήψης των παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορούμενου 7, επαναλαμβάνοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει λάβει μέρος ούτε στην εξασφάλιση της συγκατάθεσης για τη λήψη τους ούτε στη λήψη τους. Τα ίδια επανέλαβε σε όλες τις υποβολές και θέσεις που του έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 7 και οι οποίες αφορούσαν σε επαφή, επικοινωνία, δηλώσεις, απειλές προς τον κατηγορούμενο 7 σε στάδιο πριν από τη λήψη της κατάθεσης του. Σε ότι αφορά την επικοινωνία του κατηγορούμενου 7 με δικηγόρο, ο Μ.Κ.5 είπε πως αυτό έγινε μόλις ο κατηγορούμενος το ζήτησε, επιθυμία την οποία εξεδήλωσε μετά που έδωσε την κατάθεση του. Ο Μ.Κ.5 αρνήθηκε ότι είπε στον κατηγορούμενου 7 «σε έχουμε στο χέρι, βρήκαμε το DNA σου στις αποσκευές» λέγοντας «Όχι, σε καμία περίπτωση δεν έκανα αυτή τη δήλωση ... γιατί δεν τα είχαμε πρώτο και ήταν ανθρωπίνως αδύνατο και δεύτερο γιατί να του πω αυτό το πράγμα; Δηλαδή αν έλεγα αυτό το πράγμα στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος ας υποθέσουμε δεν είχε καμία σχέση, δεν άγγιξε ποτέ πάνω στα ναρκωτικά, θα το ήξερε ότι κοροϊδεύω.». Αρνήθηκε επίσης ότι ο Οδυσσέως χτυπούσε το χέρι του πάνω σε ένα έδρανο και έλεγε στον κατηγορούμενο 7 ότι εμπλέκεται στην υπόθεση, κάτι που ο ίδιος ξέρει πολύ καλά και ότι είναι ο εγκέφαλος. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του Μ.Κ.5 ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 7, του υπέβαλε τα ακόλουθα: «. Σας υποβάλλω ότι η δήλωση συγκατάθεσης, δηλαδή η Ένδειξη Δ.Δ.Δ, ήταν κατόπιν εξαναγκασμού και πιέσεων και επί απειλής ποινικής κύρωσης και χωρίς την ελεύθερη βούληση και προτού γνωστοποιηθούν οι λόγοι της σύλληψης του και τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα και χωρίς να συμβουλευτεί δικηγόρο». Ο Μ.Κ. 5 έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εγώ προσωπικά ούτε πίεσα, ούτε απείλησα τον κατηγορούμενο 7, ούτε ήμουν παρών κατά την διάρκεια που του λήφθηκε η συγκεκριμένη συγκατάθεση, ούτε ακολούθως όταν τον χειρίστηκα δηλαδή του έλαβα ανακριτική κατάθεση, σε κανένα στάδιο δεν μου παραπονέθηκε για αυτό το πράγμα». Ο κατηγορούμενος 7, ισχυρίστηκε ενόρκως πως στις 18.07.2019, αφού οι αστυνομικοί εισήλθαν στην οικία του, ο αστυνομικός XXXXX του ανακοίνωσε μόνο ότι υπάρχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ένταλμα έρευνας της οικίας του, και όταν αυτός ρώτησε «για ποιο λόγο;» αυτός του απάντησε «θα το ανακοινώσουμε όταν πάμε μέσα στο σταθμό». Ισχυρίστηκε πως ενώ επέμενε να μάθει τι αφορούσε το ένταλμα σύλληψης κάθε φορά που ερωτούσε, ελάμβανε την ίδια απάντηση. Η πρώτη φορά που έλαβε απάντηση, στο πιο πάνω ερώτημα του, δηλαδή για ποιο λόγο συνελήφθη, ήταν προτού μεταβούν στο χώρο όπου βρισκόταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο που θα ερευνούσαν, όταν παρακάλεσε τον αστυνομικό XXXXX (τον οποίο γνώριζε από προηγούμενη υπόθεση που είχε) να του πει τον λόγο, και αυτός του απάντησε «είναι για ναρκωτικά». Ζητούσε επίμονα, κατά την διάρκεια των ερευνών και όση ώρα οι αστυνομικοί ήταν στην οικία του, να του δοθεί το δικαίωμα να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του και δεν του επιτράπηκε. Σύμφωνα με την εκδοχή του, όταν μετέβη με τους αστυνομικούς στον Αστυνομικό Σταθμό συνάντησε στο γραφείο όπου τον οδήγησαν, τον Οδυσσέως (τον οποίο αποκαλούσε Σάκη) και το Νεκτάριο, όπου μεταξύ του πρώτου και του ιδίου υπήρξε η ακόλουθη συνομιλία: «XXXXX ξέρεις για ποία υπόθεση σε φέραμε;» «Όχι και είμαι περίεργος να μου πεις.» «Δεν σου λέει τίποτε η υπόθεση με το container με τα ναρκωτικά μέσα;» «Ποιο container;» «Αυτό που βρέθηκε στον Ύψωνα με τα ναρκωτικά μέσα.» «Κάτι άκουσα από τα ΜΜΕ για κάπου 100 κιλά.» «Είσαι ύποπτος για αυτή την υπόθεση.» «Πως είμαι ύποπτος; Τι έγινε; Απ΄ ότι αντιλαμβάνομαι έχει καιρό που έγινε αυτή η κουβέντα.» «Ναι, προέκυψαν μαρτυρίες και είσαι ύποπτος για αυτή την υπόθεση.» «Δεν έχω καμία σχέση με αυτή την υπόθεση.» «Λουκά, έλα να το ελέγξω να το επιβεβαιώσουμε ότι δεν έχεις καμία σχέση κάνοντας σου εξετάσεις DNA και δακτυλικά αποτυπώματα.» «Πως; Έτσι; χωρίς να έχω τον δικηγόρο μου κοντά μου.» «Θα μιλήσεις και με τον δικηγόρο σου.» «Μπορώ να μην υπογράψω το έντυπο;» «Εάν δεν το υπογράψεις, ούτως ή αλλιώς είναι ποινικό αδίκημα, ορίστε το γράφει σε κάποια παράγραφο του εντύπου ότι είναι ποινικό αδίκημα και θα πας φυλακή μέχρι 6 μήνες. Αλλά επειδή αφού δεν έχεις τίποτα, μπορείς να το υπογράψεις και να συνεχίσουμε την διαδικασία.» «Εντάξει, θα το υπογράψω αφού είναι έτσι. Αν είναι να πάω φυλακή, να το υπογράψω για να μην πάω φυλακή.» Η θέση του ήταν ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις και συνθήκες και μετά την πιο πάνω συζήτηση, αναγκάστηκε να υπογράψει την συγκατάθεση (Ένδειξη Δ.Δ. Δ). Μόλις έγινε αυτό, ο XXXXX ήταν έτοιμος με το βαλιτσάκι στο χέρι, και του έλαβε παρειακά επιχρίσματα. Μόλις του λήφθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα, ο XXXXX σηκώθηκε πάνω και χτύπησε τα χέρια του δυνατά στο τραπέζι και του είπε «έλα πες μας τα τώρα τι έγινε. Ξέρουμε ότι εσύ είσαι ο εγκέφαλος αυτής της υπόθεσης» και αυτός του είπε «Δεν έχω καμία σχέση», τότε ο XXXXX που ήταν εκεί του είπε «να σου πω κάτι, δεν έχουμε ανάγκη ούτε να μου πεις αν έχεις σχέση, ούτε θέλουμε να αποκαλύψεις κάτι, ούτε να παραδεχτείς οτιδήποτε. Έχουμε τα DNA σου πάνω στις συσκευασίες των ναρκωτικών», και αυτός απάντησε «τόσο γρήγορα πήρατε το DNA μου τώρα και το έχετε πάνω στις συσκευασίες;». Υποστήριξε επίσης πως, ενώ άρχισε η ανάκριση, ζήτησε εκ νέου από το XXXXX να μιλήσει με τον δικηγόρο του και ο XXXXX του απάντησε «5-10 λεπτά τελειώνουμε και θα τον πιάσουμε» και μόλις τελείωσε η κατάθεση του ο XXXXX σχημάτισε τον αριθμό τηλεφώνου του δικηγόρου του και μίλησε με τον κ. Πελεκάνο. Ακόμη υποστήριξε ότι ενώ η κατάθεση του άρχισε διακόπηκε και μαζί με αστυνομικούς μετέβηκαν στην οικία του για εντοπισμό ενός τηλεφώνου. Η κατάθεση του συνεχίστηκε με την επιστροφή τους. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε πως την συγκατάθεση για την έρευνα του οχήματος (Ένδειξη Δ.Δ. Γ) την υπέγραψε «. κατόπιν της δήλωσης που μου είχε κάνει ο αστυνομικός ότι έχω ναρκωτικά στο αυτοκίνητο μου. Με αυτή τη λογική υπέγραψα αυτή τη δήλωση». Επέμενε ότι ενώ ζητούσε να έχει επικοινωνία με τον δικηγόρο του σε όλα τα στάδια από τη σύλληψη του μέχρι τη λήψη της κατάθεσης του αλλά και κατά την διάρκεια που λάμβανε αυτή ο XXXXX, δεν του επιτράπηκε παρά μόνο μετά που τελείωσε η κατάθεση του. Αφού τελείωσε η κατάθεση του, τότε του επιτράπηκε να επικοινωνήσει μαζί του, όπου και επικοινώνησε τηλεφωνικώς. Το δικηγόρο του τον ενημέρωσε για όλα όσα είχαν συμβεί όταν τον συνάντησε στα κρατητήρια κάτι που έγινε ή το ίδιο βράδυ ή την επομένη το πρωί. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε τις θέσεις των μαρτύρων που κάλεσε, και προώθησε την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τα γεγονότα της σύλληψης του και των όσων ακολούθησαν. Ο κατηγορούμενος 7 επέμενε στις θέσεις του και πρόβαλε τους δικούς του αντίθετους ισχυρισμούς, ως αυτοί περιγράφονται πιο πάνω. Και οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους με αναφορά στη μαρτυρία και σε Νομολογία. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για τη Νομολογία στην οποία μας έχουν παραπέμψει. Νοείται ότι θα εξετάσουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης ότι η συγκατάθεση είναι θεληματική, βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει ότι αυτή είναι θεληματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι η συγκατάθεση του κατηγορουμένου 7 πάνω στη οποία προσπαθεί να στηριχθεί, είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του κατηγορουμένου
  1. Ακούσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου
  2. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κατά την αξιολόγηση θα πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα του κατηγορουμένου (βλ. Ioannides ν. The Republic
(1969)2 C.L.R.169). Ο κατηγορούμενος 7 αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως τον απείλησαν τόσο ο κ. XXXXX όσο και ο κ. Οδυσσέως αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έλεγε ο ένας και τι έλεγε ο άλλος. Όταν του ζητήθηκε, και δικαιολογημένα από την κα Καραολίδου, να διευκρινίσει, απάντησε ότι τον απείλησαν και οι δύο διαδοχικά. Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις, στις οποίες έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις: «E. Τόσες μέρες κύριε Κυριάκου γιατί δεν έχετε πει σε κανένα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας ότι τελικά σας απείλησε και ο κύριος Οδυσσέως; A. Δεν είχα την ευκαιρία να μιλήσω. E. Με ποιο; A. Δεν είχα την ευκαιρία να μιλήσω με το Δικαστήριο να αναφέρω αυτά τα πράγματα. E. Είχατε την ευκαιρία να μιλήσετε με τον δικηγόρο σας; A. Πάντα έχω την ευκαιρία να μιλήσω με τον δικηγόρο μου. E. Του δικηγόρου σας του αναφέρατε ότι σας απείλησε και ο κύριος Οδυσσέως; A. Δεν θυμάμαι τι έλεγα. Επειδή ο κύριος XXXXX ήταν πολύ πιο έντονος, του ανάφερα μόνο για τον κύριο XXXXX. Η αλήθεια είναι αυτή. Να σημειώσουμε εδώ πως κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4 Υ/μου Οδυσσέως, του υποβλήθηκε πως αυτός που απείλησε τον κατηγορούμενο 7 ότι θα πάει φυλακή αν δεν υπογράψει τη γραπτή συγκατάθεση, ήταν μόνο ο κ. XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  1. Παραθέτουμε τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις: «E. Μάλιστα. Είναι η θέση μου ότι δεν δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του συγκατάθεση να υπογράψει την Ένδειξη Δ.Δ.Δ., η οποία Ένδειξη Δ.Δ.Δ είναι η συγκατάθεση για τα παρειακά. A. Δεν έχω δεχτεί τέτοιο παράπονο από τον κατηγορούμενο όταν τον συνάντησα αμέσως μετά τη λήψη των παρειακών του. Βέβαια την ώρα που την έδινε εγώ δεν ήμουν παρών. E. Αμέσως μετά αφού απειλήθηκε ότι εάν δεν τα υπογράψει θα πάει φυλακή. Δικαστήριο (προς κ. Χ. Γεωργίου): Του λέτε ότι του είπε o ίδιος; κ. Χ. Γεωργίου: Όχι κύριε Πρόεδρε. Δικαστήριο (προς κ. Χ. Γεωργίου): Ποιος του είπε; κ. Χ. Γεωργίου: Ο κύριος XXXXX Νικολάου του είπε του κατηγορουμένου ότι θα πάει φυλακή αν δεν υπογράψει το έντυπο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Ο κατηγορούμενος 7 στην κυρίως εξέτασή του, ανέφερε πως όταν μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό τον οδήγησαν σε ένα γραφείο όπου εκεί ήταν ο κ. XXXXX (δηλαδή ο κ. Οδυσσέως) και ο κ. XXXXX (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αντίστοιχα). Εκεί ανέφερε πως ο κ. XXXXX, του είπε, ανάμεσα σε άλλα, πως αν δεν υπογράψει τη γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων, αυτό συνιστά ποινικό αδίκημα και θα «πάει φυλακή». Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Λοιπόν, του λέω «μπορώ να μην υπογράψω το έντυπο;». Μου λέει «εάν δεν το υπογράψεις, ούτως ή αλλιώς είναι ποινικό αδίκημα, ορίστε το γράφει σε κάποια παράγραφο του εντύπου ότι είναι ποινικό αδίκημα και θα πας φυλακή μέχρι 6 μήνες. Αλλά επειδή αφού δεν έχεις τίποτα, μπορείς να το υπογράψεις και να συνεχίσουμε τη διαδικασία μας». Του λέω «εντάξει, θα το υπογράψω αφού είναι έτσι. Αν είναι να πάω φυλακή, να το υπογράψω για να μην πάω φυλακή». Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε, πως αυτός που του είπε πως αν δεν υπογράψει τη γραπτή συγκατάθεση θα πάει φυλακή είναι ο κ. XXXXX. Μάλιστα, παραδέχτηκε πως η συμπεριφορά του κ. Οδυσσέως μέχρι τη στιγμή που υπέγραψε τη γραπτή συγκατάθεση, ήταν καλή και ότι αυτή η κατ' ισχυρισμόν κακή συμπεριφορά του, άρχισε μετά που υπέγραψε τη γραπτή συγκατάθεση. Ερωτήθηκε κατά πόσο υπέγραψε τη συγκατάθεση επειδή φοβήθηκε. Η απάντηση του ήταν πως ανησύχησε. Δεν ανέφερε βεβαίως πως αν δεν ανησυχούσε, ως ισχυρίστηκε, δεν θα υπέγραφε τη συγκατάθεση. Να σημειώσουμε εδώ πως είναι καθήκον της Αστυνομίας να ενημερώνει το πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση ότι η άρνηση του να δώσει συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων συνιστά ποινικό αδίκημα. Παραδέχτηκε πως η ανακριτική του κατάθεση στην Αστυνομία άρχισε η ώρα 17:05 και τελείωσε η ώρα 18:30, ως καταγράφεται σε αυτήν. Το έντυπο της συγκατάθεσης για την έρευνα του οχήματος του με αρ. εγγραφής XXXXX66 υπεγράφη στις 18:35, δηλαδή πέντε λεπτά μετά που τελείωσε η κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η κατάθεση του διεκόπη στα αρχικά στάδια, για να μεταβούν εκ νέου στην οικία του και ερευνήσουν το όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX
  2. Ο εν λόγω ισχυρισμός του καταρρίπτεται από τις πιο πάνω ώρες. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει αυτή την αντίφαση στην οποία υπέπεσε, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αυτό το πράγμα έγινε στα αρχικά στάδια. Μπορεί να μην έχει γράψει και τίποτε ο κύριος XXXXX, δεν γνώριζα αν έγραφε ή αν δεν έγραφε ή αν ήταν προφορικές οι απαντήσεις του. Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό το πράγμα. Πάντως στην αρχή μόλις άρχισε να μου κάνει ερωτήσεις με ρώτησε για κάποιο τηλέφωνο που έχω και του λέω ίσως να είναι στο αυτοκίνητο μου το άλλο και με έστειλε με άλλα 2‑3 μέλη της ΥΚΑΝ και πήγαμε στο σπίτι μου και έλεγξαν το αυτοκίνητο.» Αντεξετάστηκε και σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η Αστυνομία δεν του επέτρεψε να έχει υπηρεσίες δικηγόρου κατά το χρόνο που εκτελούσε το ένταλμα έρευνας στην οικία του. Ως ανέφερε «Δηλαδή ήμουν τόσο αφελής που αφέθηκα στα χέρια της Αστυνομίας χωρίς καμία ένσταση, χωρίς να ζητήσω κάτι, χωρίς να ζητήσω τον δικηγόρο μου, εντάξει μπείτε στο σπίτι μου, ελέγξετε με, ερευνάτε, πάρτε μου όλα τα πράγματα που έχω στο σπίτι μου και εμένα και της συμβίας μου, χωρίς να ζητήσω τον δικηγόρο μου. Αν είναι λογικό αυτό, εντάξει.» Να σημειώσουμε εδώ πως κατά τον πιο πάνω χρόνο ο κατηγορούμενος 7 ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη δικαστικού εντάλματος έρευνας της οικίας του, και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα να δώσει ο ίδιος συγκατάθεση στους Αστυνομικούς για να ερευνήσουν την οικία του, και για να παραλάβουν από αυτήν ο,τιδήποτε τους επέτρεπε το εκδοθέν δικαστικό ένταλμα έρευνας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 7 μας ανέφερε ότι επικοινώνησε με το δικηγόρο του, είτε το βράδυ της σύλληψης του, είτε το πρωί της επομένης ημέρας, τον οποίο ενημέρωσε για τα προαναφερόμενα παράπονα του. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι, αν πράγματι υπήρξε τέτοια πληροφόρηση, θα αναμέναμε το δικηγόρο του κατηγορούμενου 7 να έθετε το συγκεκριμένο σοβαρό θέμα στη διαδικασία προσωποκράτησης του πελάτη του που ακολούθησε της μεταξύ τους επαφής. Ωστόσο, όχι μόνο δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε υπεβλήθη οποιαδήποτε καταγγελία ή παράπονο στην αρμόδια αρχή που εξετάζει περιπτώσεις επιλήψιμης συμπεριφοράς από μέλη του αστυνομικού σώματος. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 7 απορρίπτεται. Δεχόμαστε τα γεγονότα που αφορούν στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 7 συνελήφθη και οδηγήθηκε στα γραφεία της Αστυνομίας, ως αυτά έχουν εκτεθεί από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Το ίδιο ισχύει και για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ερευνήθηκε η οικία του κατηγορούμενου 7 δυνάμει εκδοθέντος Δικαστικού διατάγματος έρευνας. Συγκεκριμένα, στη βάση της προσαχθείσας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρίας, βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος 7 συνελήφθη δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης, στις 18.07.2019 και ώρα 14:42 στην οικία του στο XXXXX στη Λεμεσό. Ο Α/Αστ. XXXXX XXXXX Παναγίδη ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 7 τον οποίο βρήκε στην πιο πάνω οικία του ότι υπάρχει δικαστικό ένταλμα σύλληψης του το οποίο και του υπέδειξε. Του διάβασε τα αδικήματα που αναφέρονται σε αυτό και την ημερομηνία διάπραξης τους. Αφού τον συνέλαβε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αναφέροντας του και τα δικαιώματα του, μεταξύ αυτών και για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο και με συγγενικό του πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 7 ήταν συνεργάσιμος, δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση και δεν εξέφρασε στον ίδιο την επιθυμία να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 7 απάντησε «εν έχω καμία σχέση». Ακολούθως, άρχισε η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 7 στην παρουσία πάντα του ιδίου και της συμβίας του. Αφού ολοκληρώθηκε η έρευνα στην οικία του, διεξήχθη έρευνα και σε δύο οχήματα του κατηγορουμένου 7, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης που ο τελευταίος έδωσε. Την εν λόγω γραπτή συγκατάθεση ο κατηγορούμενος 7 υπέγραψε, παρόλο που δεν ήταν υπόχρεος. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών, ο κατηγορούμενος 7 εισήλθε περί ώρα 16:00 σε Αστυνομικό όχημα και μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένο δωμάτιο στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Εντός αυτού του δόθηκε για να τη διαβάσει, γραπτή συγκατάθεση για τη λήψη μετρήσεων. Αφού του εξηγήθηκε το περιεχόμενο αυτής, ο κατηγορούμενος 7 την υπέγραψε στην παρουσία του Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη. Ακολούθως, ο τελευταίος του έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα χωρίς ο κατηγορούμενος 7 να εκφράσει οποιανδήποτε ένσταση, αφού, ως ελέχθη ήταν πλήρως συνεργάσιμος. Ο κ. Γεωργίου παρέπεμψε και στην ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου ημερομηνίας 15.12.2011, στην υπόθεση 8433/11, Δημοκρατία ν. Λούκα Χρυσάνθου κ.α.. Με κάθε σεβασμό δεν θεωρούμε ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας. Εκεί, ο κατηγορούμενος 1 είχε προβεί σε προφορικές δηλώσεις και σε γραπτή κατάθεση, οι οποίες ήταν ενοχοποιητικές για τον ίδιο. Συγκεκριμένα, είχε προβεί σε παραδοχή ότι τα ναρκωτικά που είχαν ανευρεθεί στην κατοικία των γονέων του ήταν δικά του. Κρίθηκε ότι εάν οι ενοχοποιητικές δηλώσεις εντάσσονταν στον κορμό της μαρτυρίας, αυτό θα επηρέαζε, και μάλιστα ανεπανόρθωτα, το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου: «Καταλήγουμε πως η αποδοχή και ένταξη στο μαρτυρικό υλικό της προφορικής δήλωσης του κατηγορούμενου 1, που τον ενοχοποιεί σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία δικάζεται και που αποσπάστηκε από τον αστυφύλακα Λουκά στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου κάτω από τις περιστάσεις που τούτο έγινε, θα παράβλαπτε ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 για δίκαια δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. .................................. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις καταλήγουμε πως η αποδοχή και ένταξη στο μαρτυρικό υλικό της προφορικής δήλωσης του κατηγορούμενου 1, που τον ενοχοποιεί σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία δικάζεται και που αποσπάστηκε από τον αστυφύλακα Λουκά στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου κάτω από τις περιστάσεις που τούτο έγινε, θα παράβλαπτε ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 για δίκαια δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και για την περίπτωση της γραπτής κατάθεσης και προφορικής ομολογίας που άμεσα προηγήθηκε αυτής.» Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο αφού δεν έχουμε εκ μέρους του κατηγορουμένου 7 ενοχοποιητική δήλωση για να εξεταστεί κατά πόσο η ένταξη αυτής στον κορμό της μαρτυρίας θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ακόμη πως το άρθρο 25 του Νόμου 73
(1)/2004, κατ' επίκληση του οποίου συμπληρώθηκε το έντυπο γραπτής συγκατάθεσης, το οποίο ο κατηγορούμενος 7 υπέγραψε, είναι αντισυνταγματικό επειδή παραβιάζει το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Παρέπεμψε σε σχετικό άρθρο του Κυπριακού Συντάγματος (άρθρο 15), σε άρθρα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κλπ. Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με τη θέση του. Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στην Αίτηση αρ. 189/04 του Γενικού Εισαγγελέα για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με την οποία απορρίφθηκε αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 25
(1)(β) του Ν.73
(1)/04 (Γενικός Εισαγγελέας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 471). Στην εν λόγω υπόθεση ο Επαρχιακός Δικαστής απέρριψε αίτημα της Αστυνομίας με το οποίο ζητούσε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται συγκεκριμένο πρόσωπο να δώσει, με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού, δείγμα αίματος για σκοπούς σύγκρισης του με το γενετικό υλικό που βρέθηκε στη σκηνή του αδικήματος. Το εν λόγω πρόσωπο είχε προηγουμένως αρνηθεί να δώσει οικειοθελώς γενετικό υλικό και τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση αφού βρήκε πως ο Επαρχιακός Δικαστής για τους λόγους που παρατίθενται σε αυτήν, υπέπεσε σε πλάνη ως προς την ερμηνεία του Νόμου και την εφαρμοστέα, υπό τις περιστάσεις, Νομολογία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα. «Στη νεώτερη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά. (πιο πάνω) έχει διαφοροποιηθεί η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης και περιορίζεται μόνο στην «προφορική μαρτυρία» και όχι στην «πραγματική μαρτυρία» ανατρέπουσα στην ουσία το λόγο της υπόθεσης Ψύλλας: Η αυθεντία Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου, βασίστηκε σε δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) τις Saunders v. United Kingdom [1997] 23 E.H.R.R. 313 και Heany & McGuinness v. Ireland (Appl. 34720/97, 21.12.2000). Επίσης στην Αγγλική απόφαση του Ανακτοβουλίου, στην Brown v. Skott [2001] 2 W.L.R. 817, με αναφορά στη Saunders, αποφασίστηκε ότι η υποχρέωση παροχής δείγματος αναπνοής από πρόσωπο εναντίον του οποίου υπήρχε υπόνοια ότι οδηγεί όχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν παραβίαζε το άρθρο 6
(2)της Σύμβασης, αντίστοιχο του Άρθρου 12.4 του Συντάγματος μας. .................................. Τόσο η Αγγλική νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει τον κανόνα της αναλογικότητας, δηλαδή η άσκηση λογικής βίας για τη λήψη δείγματος αίματος από τον ύποπτο δικαιολογείται από το συμφέρον καταστολής του εγκλήματος. Το ΕΔΑΔ στις υποθέσεις Peters v. Netherlands (Application 21132/93) 77-A DR 75 E Coun HR και X. v. Netherlands (Application 5239/78) 16 DR 184 διευκρινίζει ότι η λήψη δείγματος αίματος, παρά τη θέληση του υπόπτου, μπορεί να δικαιολογηθεί (justified) από το συμφέρον για την καταπολέμηση του εγκλήματος, νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας ικανοποιούνται. Έτσι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης που προστατεύεται από το Σύνταγμα δεν είναι απόλυτο. Πρέπει να εξισορροπείται με το δικαίωμα και το καθήκον της Πολιτείας να υπερασπίζει και προστατεύει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία όλων των πολιτών της. Τις ίδιες θέσεις έχει υιοθετήσει και η νομολογία πολλών χωρών και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Έχοντας υπόψη τη νομολογία του ΕΔΑΔ και ιδιαίτερα τις υποθέσεις Saunders και Peters (πιο πάνω) καθώς και την Αγγλική και Αμερικανική νομολογία έχω καταλήξει ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής δεν είναι απόλυτο και υποχωρεί, εφαρμοζόμενης της αρχής της αναλογικότητας, μπρος το υπέρτερον αγαθόν της παρεμπόδισης και καταστολής του εγκλήματος.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Όσον αφορά στο άρθρο 25
(1)του Περί Αστυνομίας Νόμου, Ν.73
(1)/2004, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση ότι οι οδηγίες για τη λήψη του γενετικού υλικού, δόθηκαν από τον υπαστυνόμο Φιλίππου και ότι οι αστυνομικοί Σιμιλλίδης και Τσεκούρας ενήργησαν με βάση τις εν λόγω οδηγίες δηλαδή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 25
(1)του νόμου. Η λήψη τέτοιου υλικού επιτρέπεται με βάση το νόμο για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος. Έπεται πως η αστυνομία νομιμοποιείται στη λήψη γενετικού υλικού είτε με τη συγκατάθεση του ατόμου είτε με διάταγμα του δικαστηρίου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί τούτο για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Στην προκείμενη περίπτωση, το γενετικό υλικό λήφθηκε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα αφού του είχε εξηγηθεί ότι τελούσε υπό διερεύνηση το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο θεωρείτο ύποπτος. Η φρασεολογία του νόμου είναι σαφής και δεν αφήνει αμφιβολία ότι τηρουμένων των προϋποθέσεων που ο νόμος προβλέπει, μπορεί να ληφθεί γενετικό υλικό ατόμου για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος. Η γραπτή συγκατάθεση του εφεσείοντα περιέχεται σε στερεότυπο έγγραφο που συνήθως χρησιμοποιείται από την αστυνομία και καθόλου δεν διαψεύδει τη μαρτυρία των Σιμιλλίδη και Τσεκκούρα οι οποίοι προφορικά εξήγησαν στον εφεσείοντα ποια ήταν τα υπό διερεύνηση αδικήματα για τα οποία θα λαμβανόταν το γενετικό του υλικό.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Τέλος, στην Πολιτική Αίτηση αρ. 28/13 που αφορούσε σε Αίτηση του Νεόφυτου Κωνσταντίνου
(2013)1 Α.Α.Δ. 965 για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, λέχθηκαν τα ακόλουθα με αναφορά στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω): «Αναφορικά με άλλα θέματα που ήγειρε ο κ. Πουργουρίδης, όπως την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος και του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, παρατηρώ ότι εκείνο που προστατεύεται από τα προαναφερόμενα άρθρα είναι το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου. Όμως, επέμβαση στο δικαίωμα αυτό μπορεί να γίνει αν αυτό γίνεται σύμφωνα με το νόμο και είναι αναγκαία, μεταξύ άλλων, προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης. Η προστασία που παρέχεται από τα προαναφερόμενα άρθρα είναι εναντίον αυθαίρετων πράξεων των δημοσίων αρχών. Στην προκείμενη περίπτωση το προαναφερόμενο εκκαλούμενο διάταγμα αλλά και η επέμβαση στο στόμα του αιτητή έγιναν σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο και ήταν αναγκαία για την διερεύνηση ποινικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ήταν προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας και της δημόσιας τάξης, σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σε σχέση με το δικαίωμα προστασίας της σωματικής ακεραιότητας του αιτητή, δεν θεωρώ ότι, με τη λήψη παρειακού επιχρίσματος, προσβάλλεται το δικαίωμα σωματικής ακεραιότητας του (Άρθρο 7 του Συντάγματος), ούτε και θεωρώ ότι η λήψη γενετικού υλικού, σύμφωνα με το νόμο, παραβιάζει το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του αιτητή (Ν. 138(Ι)/2001), όταν μάλιστα αυτό γίνεται με τη συγκατάθεσή του. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε νομολογία του ΕΔΔΑ, για το δικαίωμα σωματικής ακεραιότητας, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Πουργουρίδης.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Όσον αφορά στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 7 ότι η Αστυνομία δεν έδωσε στον πελάτη του έντυπο των δικαιωμάτων του κατά τη σύλληψη του, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον περί των Δικαιωμάτων Υπόπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005, Ν.163(Ι)2005, ως αυτός τροποποιήθηκε, κάθε μέλος της Αστυνομίας το οποίο προβαίνει σε σύλληψη προσώπου παρέχει σε αυτό, αμέσως μετά τη σύλληψη του, έγγραφο δικαιωμάτων συνταχθέν σε καταληπτή σε αυτό γλώσσα (άρθρο 7 του Νόμου). Ο Νόμος αυτός θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης συγκεκριμένων οδηγιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου που αφορούν στο δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Εδώ είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι παραδόθηκε έντυπο δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο 7 σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη σύλληψη του. Εν πάση περιπτώσει, η ανακριτική κατάθεση του λήφθηκε μετά την παράδοση του εντύπου, και σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκουμε πως εδώ δεν έχει διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας για τον οποίο γίνεται αναφορά στην Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 (άρθρο 19). Εν κατακλείδι, βρίσκουμε πως ουδέν Συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα του κατηγορούμενου 7 έχει παραβιαστεί. Βρίσκουμε ακόμη ότι ουδεμία Κυπριακή Νομοθεσία και ουδεμία πρόνοια Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών έχει παραβιαστεί. Ο κατηγορούμενος 7 μόλις συνελήφθη, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του. Ενημερώθηκε για το Συνταγματικό δικαίωμα του να συμβουλευτεί δικηγόρο και να επικοινωνήσει με τρίτο πρόσωπο. Όταν ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να επικοινωνήσει με δικηγόρο της δικής του επιλογής, η Αστυνομία του επέτρεψε να ασκήσει, και άσκησε, το εν λόγω δικαίωμα. Εντός των γραφείων της Αστυνομίας του παραδόθηκαν η ώρα 17:00 τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων (Τεκμήριο Στ στη δίκη εντός δίκης). Σε αυτά περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. Δεν περιλαμβάνεται δικαίωμα να αρνηθεί να του ληφθούν παρειακά επιχρίσματα. Γι' αυτά, βρίσκουμε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 7 αποφάσισε, με την ελεύθερη του θέληση, να δώσει τη συγκατάθεση του. Συγκεκριμένα, στις 18.07.2019 και ώρα 16:40 υπέγραψε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού και στην παρουσία του Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδη την εν λόγω συγκατάθεση. Ακολούθως, ο Α/Αστ. XXXXX Α. Παναγίδης του έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε ένσταση. Η Αστυνομία ανέκρινε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο 7, αφού προηγουμένως του είχε παραδώσει το έντυπο δικαιωμάτων των συλληφθέντων/κρατουμένων. Επαναλαμβάνεται ότι η ανακριτική του κατάθεση άρχισε η ώρα 17:05 και ολοκληρώθηκε, χωρίς διακοπή, η ώρα 18:30. Βρίσκουμε επίσης ότι η Αστυνομία είχε εκτελέσει προηγουμένως εκδοθέν ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου 7. Για τις περιστάσεις και τον τρόπο που εξετέλεσε το εν λόγω ένταλμα, παραπέμπουμε στην αποδεκτή μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Εν πάση περιπτώσει, η θέση της Υπεράσπισης ότι η Αστυνομία αυτό που επεδίωκε ήταν να συλλέξει όση περισσότερη μαρτυρία μπορούσε, πριν δοθεί στον κατηγορούμενο 7 το δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο, καταρρίπτεται αφού η Αστυνομία όταν εισήλθε στην οικία του κατηγορούμενου 7 είχε στα χέρια της το εκδοθέν ένταλμα έρευνας και στη βάση αυτού μπορούσε να προβεί σε έρευνα της οικίας του. Τέλος, είναι εύρημα μας πως όταν ο κατηγορούμενος 7 εξέφρασε την επιθυμία να επικοινωνήσει με το συνήγορο του, η Αστυνομία του επέτρεψε να ασκήσει και άσκησε το εν λόγω δικαίωμα του. Η ένσταση απορρίπτεται. Η γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 7 για λήψη μετρήσεων, και τα παρειακά επιχρίσματα που του λήφθηκαν δυνάμει αυτής, μπορούν να κατατεθούν ως Τεκμήρια. (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.