Δημοκρατία ν. O.O.I., Αρ. Υπόθεσης: 5965/20, 23/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:21 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5965/20 Δημοκρατία ν. O.O.I. Κατηγορουμένου - - - - - - - - - - - - - - - - - - 23.10.2020 Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατάγεται από τη Νιγηρία, αντιμετωπίζει συνολικά δέκα κατηγορίες. Οι πέντε αφορούν σε βιασμό της κας E.J.S. από το Καμερούν, η οποία αφίχθη στην Κύπρο, και μέσω κατεχόμενων περιοχών, εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές, όπου και υπέβαλε Αίτηση για να αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας. Οι άλλες πέντε κατηγορίες αφορούν σε άσεμνη επίθεση εναντίον της ίδιας γυναίκας. Τα αδικήματα φέρονται να έλαβαν χώραν μεταξύ 21.02.2020 και 10.05.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία διεφάνη ότι τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα έλαβαν χώραν στην επαρχία της Λεμεσού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τις κατηγορίες κάλεσε 3 μάρτυρες ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έγγραφα. Έχουμε θέσει ενώπιον μας όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει προσαχθεί. Στην παρούσα απόφαση θα το παραθέσουμε σε γενικές γραμμές. Μ.Κ.1 ήταν η Αστ.XXXXX XXXXX Καδή η οποία υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη Α. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, από τον κατηγορούμενο έλαβε στις 15.05.2020 ανακριτική κατάθεση στην αγγλική γλώσσα η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α. Ως Τεκμήριο 1Β κατατέθηκε η μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στην ελληνική γλώσσα. Θα παραθέσουμε σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος αναφέρει ότι την παραπονούμενη την γνώρισε το Φεβρουάριο του 2020 όταν ήρθε κοντά του για βοήθεια αφού η ίδια δεν γνώριζε οποιονδήποτε στην Κύπρο. Αρχικά διέμεναν σε διαμέρισμα που βρίσκεται στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ΄. Από τις πρώτες μέρες ήρθαν πολύ κοντά και στις 28.02.2020 έκαναν για πρώτη φορά σεξ, κάτι που ήθελαν και οι δύο. Ζούσαν μαζί και ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Αρχές του Μάρτη μετακόμισαν σε άλλο διαμέρισμα και κοιμούντο στο ίδιο κρεββάτι. Έκαναν σεξ μία με δύο φορές την εβδομάδα, όταν το ήθελαν και οι δύο και χωρίς ποτέ να την πιέσει ή να την απειλήσει. Μάλιστα υπήρχε περίπτωση που ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει σεξ γιατί ήταν κουρασμένος και επέμενε η ίδια η παραπονούμενη «γιατί το ήθελε πολύ». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην κατάθεση του «τις περισσότερες φορές άρχιζε αυτή πρώτη αφού μου κατέβαζε το παντελόνι και με ενοχλούσε στο πέος». Στην κατάθεση του κάνει αναφορά και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι για να πάει να μείνει με κάποιον άλλο με το όνομα John. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη με την πρώτη της κατάθεση ημερομηνίας 11.05.2020 δεν επιθυμούσε τη δίωξη του κατηγορουμένου. Το μόνο που ήθελε τότε, ήταν να τη βοηθήσει η Αστυνομία για να βρει χώρο να διαμείνει. Μετά, επανήλθε και είχε παράπονο εναντίον του. Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη, E.J.S.. Αναγνώρισε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στη μητρική της γλώσσα, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2Α, 3Α και 4Α. Οι μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα των εν λόγω καταθέσεών της, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2Β, 3Β και 4Β. Στη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων θα κάνουμε αναφορά στη συνέχεια. Μ.Κ.3 ήταν η κα XXXXX Κουζαρίδη, κοινωνική σύμβουλος στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Μεταναστών στη Λεμεσό. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της ημερομηνίας 15.05.
- Σύμφωνα με το εν λόγω περιεχόμενο, στις 11.05.2020 γύρω στις 11:00 το πρωί ήρθε στα γραφεία της ένας εθελοντής από το Καμερούν με το όνομα J.M.M. με την παραπονούμενη. Ο ίδιος της ανέφερε ότι η παραπονούμενη υπήρξε θύμα βιασμού από τον κατηγορούμενο. Στην κατάθεση της κάνει αναφορά στις ενέργειες τις οποίες η ίδια έκανε. Συγκεκριμένα, η ίδια συμβούλευσε την παραπονούμενη να μεταβεί στην Αστυνομία για κατάθεση εάν επιθυμούσε, πράγμα που έγινε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως στις 14.05.2020 η παραπονούμενη στα γραφεία τους, είχε αναφέρει ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι τα όσα ανέφερε το βράδυ στις 11.5.2020 ήταν η κατάθεση της στην Αστυνομία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η παραπονούμενη ανέφερε ότι νόμιζε ότι η κατάθεση της ήταν τα όσα ανέφερε το πρωί στην Αστυνομία στις 14.05.
- Μετά που η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας της παραπονούμενης, για να καταλήξει ότι η μαρτυρία της είναι «γεμάτη αντιφάσεις». Ο κ. Συμεού είχε άλλη άποψη και προς τούτο παραπέμπουμε στα όσα εκτίθενται στη γραπτή του αγόρευση που μας παρέδωσε σήμερα. Ως γνωστό, εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεν στοιχειοθείται αν: α) Δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, τονίστηκε πως στο στάδιο αυτό εξετάζεται κατά πόσο υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής ενός κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή ενός κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παραπέμπουμε επίσης στις υποθέσεις Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, 51-57, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, 144-146, Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515, 524, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΑΛΗΛ
(2010)2 Α.Α.Δ. 87. Στη Χριστοδούλου (πιο πάνω) τονίστηκε πως το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου σε περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κρινόταν αξιόπιστη. Στη Λεμόνα (πιο πάνω) λέχθηκε πως στο στάδιο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it) στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος και ότι το θέμα αυτό διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Νοείται ότι θα εξετάσουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ως γνωστό, σύμφωνα με το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (επί του οποίου βασίζονται οι κατηγορίες που αφορούν σε βιασμό), βιασμός συντελείται όταν υπάρχει παράνομη συνουσία χωρίς τη συναίνεση της παραπονουμένης ή με τη συναίνεση της, εφόσον η συναίνεση αυτή δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους της παραπονουμένης (βλ. Olugboja
(1982)Q.B. 320). Η Κατηγορούσα Αρχή όμως οφείλει να αποδείξει ότι η συγκατάθεση ή συναίνεση της παραπονουμένης δεν είχε δοθεί και ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώρα στην απουσία τέτοιας συγκατάθεσης. Όσον αφορά στη νοητική κατάσταση ενός κατηγορούμενου (mens rea), πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση για σεξουαλική επαφή με γνώση ότι η παραπονουμένη δεν συγκατατίθεται ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης εκ μέρους της. Στη Meterin v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 120, επαναλήφθηκε για άλλη μια φορά ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης σε τέτοια αδικήματα, πρέπει να είναι τέτοιας καλής ποιότητας ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σε αυτήν χωρίς να χρειάζεται ενισχυτική μαρτυρία. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κατηγορούμενος και παραπονούμενη διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο και μοιράζονταν, με τη θέληση τους, το ίδιο κρεβάτι. Η παραπονούμενη στις 11.05.2020 μετέβη στην Αστυνομία όπου και έδωσε κατάθεση στη μητρική της γλώσσα, δηλαδή στα Γαλλικά. Σε αυτήν είχε αναφέρει και τα ακόλουθα: «Εγώ με τον XXXXX μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο και το ίδιο κρεβάτι και του δίνω 100 ευρώ τον μήνα. Από τις πρώτες μέρες που ματακόμισα με τον XXXXX μέχρι και εχτές, ήρθα πάρα πολλές φορές σε σεξουαλική επαφή μαζί του. Σε όλες τις περιπτώσεις εγώ προσπαθούσα να αντισταθώ, δηλαδή του έλεγα ότι δεν ήμουν η γυναίκα του και αυτός επέμενε να κάνουμε σεξ. Αντιστεκόμουν αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Ο XXXXXX θεωρεί ότι εγώ είμαι η γυναίκα του αλλά εγώ ποτέ δεν του έδωσα τέτοιο δικαίωμα. Παρόλο που θεωρεί ότι εγώ είμαι η γυναίκα του, παίρνει τα χρήματα που του δίνω για το δωμάτιο και θέλει να κάνουμε και σεξ. Ο τρόπος του ήταν πολύ βίαιος και κτηνώδης κατά την διάρκεια του σεξ, κάτι που εμένα δεν μου άρεσε αλλά ντρεπόμουν να φωνάξω δυνατά.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στην πιο πάνω κατάθεση της, αναφέρει ότι θέλει να τη βοηθήσει η Αστυνομία για να βρει άλλο χώρο διαμονής για «να παίρνω κανονικά τα χρήματα μου και τα κουπόνια μου και να σταματήσει ο Ige να με ενοχλεί, να μου τηλεφωνά και να μου στέλνει μηνύματα.». Η ίδια ανέφερε τότε ότι δεν επιθυμούσε να «πάρει» στο Δικαστήριο τον Ige για ό,τι της είχε κάνει. Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά την κατάθεση της θα δει ότι σε αυτήν δεν ισχυρίζεται ότι βιάστηκε από τον κατηγορούμενο ή ότι δέχθηκε άσεμνη επίθεση από αυτόν. Αυτό που ουσιαστικά προκύπτει είναι ότι έλεγε στον κατηγορούμενο, με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο κρεβάτι, ότι δεν είναι η γυναίκα του για να κάνει σεξ μαζί της, αλλά αυτός επέμενε και τελικά η ίδια έκανε σεξ μαζί του. Μάλιστα, το παράπονο της είναι ότι, παρόλο που ο κατηγορούμενος τη θεωρεί γυναίκα του, αυτός παίρνει τα χρήματα που του δίνει για το δωμάτιο και το κρεβάτι που μοιράζεται μαζί του «και αυτός θέλει να κάνουμε σεξ». Στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 14.05.2020, αναφέρει ότι μετά που πέρασαν λίγες ημέρες και το σκέφτηκε καλύτερα «θέλω να τον πάρω Δικαστήριο γι' αυτήν την υπόθεση και επίσης θέλω να εξεταστώ από ιατροδικαστή». Στην τρίτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 16.05.2020, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι δίνει αρκετές λεπτομέρειες που δεν έδωσε στην πρώτη κατάθεση της, και οι οποίες αφορούν στο τι ακριβώς γινόταν στο κρεββάτι που μοιραζόταν με τον κατηγορούμενο. Θα παραθέσουμε αυτολεξεί μέρος από την κατάθεση της. «Επίσης κάποιες φορές όταν δεν ήθελα να κάνουμε έρωτα ο Ige το δεχόταν και δεν κάναμε τίποτε. Αν και κάποιες φορές ήθελα να κάμουμε έρωτα όσες φορές δεν ήθελα εγώ ένιωθα ότι με βίαζε γιατί αυτό γινόταν χωρίς την θέληση μου και με βίαιο τρόπο. .................................... Ο λόγος που δεν ήρθα στην Αστυνομία πιο παλιά να το καταγγείλω είναι γιατί στις αρχές δεν ένιωθα ότι με βίαζε. Στις αρχές δεν ήταν καθόλου βίαιος. Αν και δεν ήθελα να κάμουμε έρωτα στις αρχές δεχόμουνα χωρίς να αντισταθώ γιατί δεν ήταν καθόλου βίαιος. Από τον Μάρτη και μετά άρχισε να γίνεται βίαιος. Δεν ήρθα να τον καταγγείλω στην Αστυνομία γιατί δεν ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω». .................................... Ο XXXXX επίσης όταν κάποιες φορές δεν ήθελα να κάνουμε έρωτα μου έλεγε πως αν δεν δεκτώ θα αρχίσω να πληρώνω ενοίκιο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στην κυρίως εξέταση της, της ζητήθηκε να διαβάσει όλες τις καταθέσεις της, οι οποίες δόθηκαν στη μητρική της γλώσσα, και να απαντήσει κατά πόσο συμφωνεί ή διαφωνεί με το περιεχόμενο τους. Διόρθωσε ότι εκεί που στην κατάθεση της ημερομηνίας 16.05.2020 γίνεται αναφορά «ήθελα να κάνουμε έρωτα», το ορθό είναι «κάναμε έρωτα». Μάλιστα είπε πως αυτό η ίδια ουδέποτε το είπε, αφού «αυτοί έγραψαν ότι "εγώ ήθελα" αλλά εγώ ενίσταμαι». Την ίδια διόρθωση έκανε και πιο κάτω για να πει ότι και εκεί όπου αναγράφεται «ήθελα να κάνω έρωτα» η ίδια είπε τότε «κάναμε έρωτα». Όλα τα άλλα που καταγράφονται στην κατάθεση της ημερομηνίας 16.05.2020, υιοθέτησε στην κυρίως εξέτασή της. Δεν θα χρειαστεί να σχολιάσουμε τους ισχυρισμούς της τους οποίους πρόβαλε για πρώτη φορά στην κυρίως εξέταση της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε μία μέθοδο πάνω της που την πλήγωνε. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «η πρώτη μέθοδος που εφάρμοσε ήταν να βάλει το πέος του στον κόλπο μου και πίσω στον πρωκτό μου, πονούσα για μια βδομάδα». Το ουσιώδες είναι άλλο. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι από την αρχή δεν ήθελε να κάνει σεξ με τον κατηγορούμενο αλλά αυτός, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «όποτε έβλεπε το πορνογραφικό υλικό με εξανάγκαζε να κάνω σεξ μαζί του». Όταν δικαιολογημένα η κα Ιωάννου της υπέβαλε ότι στην κατάθεση της ημερομηνίας 16.05.2020 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κάποτε ήταν τρυφερός μαζί της και της άρεσε που έκανε σεξ με αυτόν, απάντησε ως εξής: «A. Πώς μπορώ να το εξηγήσω; Δεν με ευχαριστούσε, δεν με ευχαριστούσε, αρνήθηκα, το ξέρει, το αρνήθηκα, δεν ήθελα, μπορεί να το δηλώσει. E. Κυρία μάρτυς, και αν ακόμα δεν σου άρεσε μέσα στην κατάθεσή σου βγαίνει ότι επειδή δεν είχες πουθενά να πας για αυτό το δεχόσουν όχι ευχαρίστως, αλλά το δεχόσουν. A. Εντάξει, μπορεί να μην είχα άλλο μέρος για να ζήσω αλλά δεν έμενα μαζί του για να μοιράζομαι το σεξ αλλά για να μοιράζομαι το ενοίκιο. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Η ερώτηση ήταν άλλη, μπορεί να μην σας ευχαριστούσε αλλά το δεχόσασταν. Μάρτυρας: Με εξανάγκαζε και αυτός είναι που το ξεκινούσε πάντα και επέμενε, με εξανάγκαζε. Η κυρία Ιωάννου συνεχίζει: E. Μα εδώ στην κατάθεσή σου λες ότι υπήρξαν και περιπτώσεις, να σου τες διαβάσω, το Τεκμήριο 4Β «αν και κάποιες φορές ήθελα να κάνουμε έρωτα όσες φορές δεν ήθελα εγώ ένιωθα ότι με βίαζε»; A. Εγώ είπα από την αρχή ότι η μετάφραση είχε θέματα και διόρθωσα δύο σημεία, το υπογράμμισα εδώ στο Δικαστήριο για τη μετάφραση, εγώ δεν ήθελα να κάνω έρωτα μαζί του. ................................. A. Είναι ο βιαστής μου, με βίασε, με βίασε, είναι βιαστής μου. Ορκίστηκα, το είπα στις καταθέσεις μου, δεν είναι εύκολη η μετάφραση από τα γαλλικά στα ελληνικά, συγνώμη, δεν ήταν εύκολη η μετάφραση από τα γαλλικά στα ελληνικά. ............................... A. Ναι, με απειλούσε να κάνω σεξ, να κάνω έρωτα μαζί του και πλήρωνα το ενοίκιο. E. Α, και επειδή εσύ δεν είχες επιλογή τι να έκανες η καημένη του καθόσουνα; A. Όχι, εγώ αρνιόμουν, το αρνιόμουν, αυτό το έχω πει, αυτό το αρνιόμουν, πάντα. E. Με λόγια ή ξέρω 'γω, έτρεχες να φύγεις; A. Με το στόμα μου, με λόγια, του έλεγα «δεν θέλω να το κάνω, εγώ είμαι εδώ για να μοιράζομαι μόνο το ενοίκιο». E. Κυρία, ενώ δεν ήθελες να το κάμνεις στην κατάθεσή σου όμως, Τεκμήριο 4Β, μας λέεις ότι ακόμα και σε οργασμό ήρθες κάποιες φορές; A. Μα εγώ σας είπα ότι η μετάφραση είχε θέμα.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Κατ' αρχάς θα πρέπει να πούμε πως στην κυρίως εξέταση της διόρθωσε από την κατάθεση της ημερομηνίας 16.05.2020 μόνο δύο πράγματα τα οποία δεν αλλοιώνουν την ουσία της εν λόγω κατάθεσης της. Η ουσία της εν λόγω κατάθεσης της, είναι ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου έκανε έρωτα με τον κατηγορούμενο με τη θέληση της και σε αυτές τις περιπτώσεις ο τελευταίος δεν ήταν βίαιος «όταν το κάναμε». Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την εν λόγω κατάθεσή της, υπήρχαν περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος την άγγιζε, τη χάιδευε και η ίδια ένιωθε ωραία και έκαναν έρωτα «και δεν του αντιστεκόμουνα». Αντεξεταζόμενη αποφάσισε να ισχυριστεί ότι αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση της (τα οποία είχε υιοθετήσει στην κυρίως εξέτασή της), δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ισχυρίστηκε ότι για όλα φταίει η μεταφράστρια που της έλαβε την κατάθεση. Τι να πούμε και για τον ισχυρισμό της που περιέχεται στην κατάθεση της ημερομηνίας 16.05.2020 ότι ο λόγος που δεν μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για βιασμό ενωρίτερα, ήταν γιατί «δεν ένιωθε ότι τη βίαζε». Γιατί δεν ένιωθε ότι τη βίαζε, δεν έχει διευκρινίσει. Κανονικά έπρεπε να νιώθει, αφού ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε πως ο κατηγορούμενος τη βίαζε και από τον πρωκτό και μάλιστα πονούσε για μια εβδομάδα. Είπε μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος την πλήγωνε με αυτή τη μέθοδο που εφάρμοζε πάνω της. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό της στην εν λόγω κατάθεση ότι δεν μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο επειδή «δεν ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω». Γιατί δεν ήξερε ότι μπορούσε να τον καταγγείλει, δεν διευκρίνισε. Στην κατάθεση της στην Αστυνομία 16.05.2020 ανέφερε ότι όταν έκανε έρωτα με τον κατηγορούμενο τις περισσότερες φορές είχε οργασμό. Στο γαλλικό κείμενο που η ίδια υπέγραψε, χρησιμοποιούνται οι λέξεις «j' ai eu un orgasme». Δικαιολογημένα η κα Ιωάννου της ανέφερε ότι ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν ήθελε να κάνει έρωτα με τον κατηγορούμενο, στην κατάθεση της κάνει αναφορά ότι υπήρχαν φορές που είχε και οργασμό όταν έκανε έρωτα με αυτόν (όχι όταν τη βίαζε). Για άλλη μια φορά η παραπονούμενη προσέφυγε στην προσφιλή της μέθοδο λέγοντας ότι η μετάφραση είχε θέμα και ότι η κοπέλα που της ελάμβανε την κατάθεση έγραφε «όσα μπορούσε και όσα αντιλαμβανόταν». Ξέχασε βεβαίως ότι στην κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε ως αληθή όλα αυτά που αμφισβήτησε αντεξεταζόμενη. Να σημειώσουμε ακόμη πως σε άλλο μέρος της αντεξέτασής της, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως υπήρχαν φορές που όντως η ίδια είχε έρθει σε οργασμό, όπως δηλαδή καταγράφεται στην κατάθεση της. Όταν η κα Ιωάννου την ερώτησε κατά πόσο ανέφερε στην κατάθεση της ότι είχε οργασμό όταν έκανε έρωτα με τον κατηγορούμενο, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «A. Α, η Αστυνομία με ρώτησε αν ήμουν υγρή για αυτό λέω ότι δεν ήταν εύκολη η μετάφραση, εγώ αυτό είπα, αν ήμουν υγρή με ρωτούσαν.» Αμέσως η κα Ιωάννου της υπέβαλε ότι: «E. Κυρία σε πληροφορώ ότι η λέξη «οργασμός» είναι σε όλες τις λέξεις παρόμοια «orgasme» και δεν μπορεί να έγινε λάθος και να την έβαλε από την τσέπη της η μεταφράστρια, είναι ελληνική ρίζα.» Για να απαντήσει ως εξής: «A. Δεν ξέρω, εγώ την είδα να κτυπά, δεν ξέρω εάν έγραψε τη λέξη οργασμός ή όχι, εγώ την έβλεπα να κτυπά.» Να σημειωθεί ότι η κατάθεση της, που της λήφθηκε στη μητρική της γλώσσα, της δόθηκε για να τη διαβάσει πριν την υπογράψει, και αφού τη διάβασε, την υπέγραψε ως ορθή. Αντεξεταζόμενη δικαιολογημένα ερωτήθηκε γιατί υπέγραψε την κατάθεση αφού είχε τόσες αντιρρήσεις. Η απάντηση της η οποία στερείται πειστικότητας, είναι ότι υπέγραψε διότι δεν υπήρχε κάποιος «να μου τα εξηγήσει σωστά στα γαλλικά». Μα είναι το γαλλικό κείμενο που υπέγραψε, και αν διαφωνούσε με το γαλλικό κείμενο δεν έπρεπε να το υπογράψει. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε αν ο κατηγορούμενος από την πρώτη νύχτα που ήταν μαζί της προσπάθησε να της κάνει έρωτα. Η απάντηση της ήταν καταφατική, για να προσθέσει ότι η ίδια ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν ήταν εκεί για να κάνουν σεξ αλλά για να μοιράζονται το ενοίκιο. Ερωτήθηκε και δικαιολογημένα, γιατί δεν έφυγε αφού ο κατηγορούμενος έδειξε από την πρώτη νύχτα τις διαθέσεις του. Αρχικά απέφυγε να απαντήσει, για να ισχυριστεί στη συνέχεια πως δεν έφυγε επειδή όταν έφθασε στην Κύπρο ήταν άρρωστη, είχε προβλήματα με το πόδι της και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Το πρόβλημα αυτό, ανέφερε, το παρουσίασε μετά που ήρθε «περπατητή» στις ελεύθερες περιοχές μέσω κατεχόμενων εδαφών. Σε άλλο βεβαίως μέρος της μαρτυρίας της είχε αναφέρει άλλα, και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Είναι κατά την περίοδο του κορονοϊού που βίωσα όλη αυτήν την σκατοκατάσταση, όλα ήταν κλειστά, δεν μπορούσα να πάω στο immigration, δεν μπορούσα να πάω στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις να ζητήσω βοήθεια στο Γραφείο Ευημερίας να ζητήσω βοήθεια, ούτε οικονομική βοήθεια, δεν μπορούσα να πάω πουθενά γιατί όλα ήταν κλειστά λόγω του κορονοϊού ήμουν υποχρεωμένη να μένω εκεί να περιμένω.». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στην πρώτη της κατάθεση στην Αστυνομία ημερομηνίας 11.05.2020 ενώ ισχυρίζεται ότι ο τρόπος που ο κατηγορούμενος της έκανε σεξ ήταν κτηνώδης και δεν της άρεσε, εντούτοις, δεν αντέδρασε. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν φώναξα δυνατά επειδή ντρεπόμουν». Τελειώνοντας θα πρέπει να σχολιάσουμε και τα ακόλουθα που είπε. Παραδέχθηκε πως στο σπίτι όπου τη βίαζε ο κατηγορούμενος, διέμεναν άλλα τέσσερα άτομα. Τα δύο ως ανέφερε ήταν «γκέι». Δικαιολογημένα η κα Ιωάννου την ερώτησε γιατί δεν ζήτησε βοήθεια από τα άλλα πρόσωπα, όταν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να της βγάλει τα ρούχα της για να τη βιάσει. Αρχικά απέφυγε να απαντήσει και μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου απάντησε ως εξής: «Επιπρόσθετα εκείνοι μιλούσαν αγγλικά και οι τέσσερις. Εγώ μιλούσα γαλλικά.». Ξέχασε βεβαίως ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου πως «ψιλομιλεί αγγλικά» και ότι με τον κατηγορούμενο επικοινωνούσε στα αγγλικά. Ούτε λίγο ούτε πολύ, μας ανέφερε πως την ώρα που βιαζόταν από τον κατηγορούμενο, δεν μπορούσε να φωνάξει ή να ζητήσει βοήθεια, επειδή τα τέσσερα άλλα άτομα εντός της οικίας ομιλούσαν την αγγλική γλώσσα ενώ η ίδια τη γαλλική. Το ολιγότερο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι αυτοί οι ισχυρισμοί στερούνται σοβαρότητας. Εκείνο που μπορεί κάποιος εύκολα να διαπιστώσει, είναι ότι η μαρτυρία της είναι διάτρητη από αντιφάσεις στις οποίες η ίδια υπέπεσε, και από συγκρουόμενους ισχυρισμούς που η ίδια πρόβαλε, στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Εν κατακλείδι, βρίσκουμε ότι η μαρτυρία της είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στα πολύ σοβαρά αδικήματα που αντιμετωπίζει, και για τα οποία αυτός τελεί υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο