← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1537/19, 20/10/2020

Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1537/19, 20/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:19 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1537/19 Δημοκρατία ν.

  1. XXX Γεωργίου
  2. ΧXX Γεωργίου
  3. XXX Γεωργίου Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - 20.10.2020 Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Χατζηλοΐζου Κατηγορούμενος 1 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δίκη εντός Δίκης αρ. 2) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες. Η πιο σοβαρή κατηγορία που αντιμετωπίζουν, είναι η δεύτερη η οποία αφορά σε φόνο εκ προμελέτης κατά παράβαση των άρθρων 203, 204 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι μεταξύ της 13ης και 14ης Ιανουαρίου 2019 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, εκ προμελέτης επέφεραν το θάνατο του Χ.Μ., με παράνομη πράξη, δηλαδή πυροβολώντας τον με κυνηγετικό όπλο. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει με το Μ.Κ.1 Α/Αστ.XXXXX Γ. Γεωργίου ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο χειριστής Τεκμηρίων της υπόθεσης. Όταν ο εν λόγω μάρτυρας επεδίωξε να καταθέσει ως Τεκμήριο την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 ημερομηνίας 16.01.2019 και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG (Τεκμήριο 76 επί του καταλόγου Τεκμηρίων - Ένδειξη Β), ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έφερε ένσταση στην κατάθεση τους ως Τεκμηρίων. Αναφέρουμε εδώ πως στην εν λόγω κατάθεση αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Για τούτη την κουβέντα που έγινε εγώ εμετάνιωσα έκλαψα πολλά τζιαι θέλω να σας τα πω ούλλα για να ησυχάσω. Τον Χ. εσκότωσα τον εγώ με τον αρφό μου τον ΧXX τζιαι να σου πω πως έγινε..» Στη βάση των πιο κάτω που ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, αποφασίστηκε, με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης. Τα παραθέτουμε αυτολεξεί:. «Είναι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες οδηγήθηκε από το σπίτι του ο κατηγορούμενος 1, που βρίσκεται στο Τραχώνι, στις 16/01/2019, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού είναι το ένα σκέλος και το δεύτερο είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ερευνήθηκε στον Σταθμό και του πήραν το κινητό τηλέφωνο. Η κατάθεσή του είναι που δόθηκε την ίδια μέρα στον Σταθμό, κατάθεση ημερομηνίας 16/01/
  5. Η κατάθεσή του πάσχει, πρώτο, στη θεληματικότητα και δεύτερο, όσον αφορά παραβίαση το συνταγματικό του δικαίωμα να τύχει συμβουλής δικηγόρου και το τρίτο, η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι οι συνθήκες μεταφοράς του ήτο κάτω από συνθήκες κράτησης παράνομης και ότι έπρεπε να του εξηγηθούν τα δικαιώματά του βάσει του 163(I)/2005 του Νόμου, ότι μπορούσε να τύχει συμβουλής δικηγόρου πριν ανακριθεί.». Στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Χατζηλοΐζου απέσυρε τη θέση του ότι η Αστυνομία δεν εξήγησε στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του και δεν του δόθηκαν έντυπα δικαιωμάτων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η πλευρά της Υπεράσπισης για το θέμα ότι δεν του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δεν του δόθηκε έντυπο δικαιωμάτων, εκείνο το αίτημα παραιτείται και ήδη φάνηκε από τη γραμμή μετά που ο συνάδελφος μας πληροφόρησε και μου έδωσε σχετικό έντυπο δικαιωμάτων. Είναι δύο. Και το ένα είχε πει ο συνάδελφος δεν το στείλαμε και το άλλο το έστειλε. Δεν είναι θέμα να το συζητώ. Η πλευρά η δική μας όταν έγινε αυτό το θέμα δεν είχε αυτό το μαρτυρικό υλικό και ως εκ τούτου εκείνο το αίτημά μου εντός της δίκης, εντός δίκης παραιτείται, ότι δεν τον πληροφόρησαν για τα δικαιώματά του.». Στη δίκη εντός δίκης που έλαβε χώραν, κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος 1, αφού κατέθεσε ενόρκως, κάλεσε και τρείς μάρτυρες. Έχουμε θέσει ενώπιον μας το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία θα παραθέσουμε στην παρούσα απόφαση σε γενικές γραμμές. Μ.Κ.1 Δ.Ε.Δ.2 ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μιχαήλ, μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε την παρούσα υπόθεση. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 15.02.2019, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  6. Η κυρίως εξέταση του εν λόγω μάρτυρα συμπληρώθηκε με διευκρινιστικές ερωτήσεις. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, στις 16.01.2019 και μεταξύ των ωρών 17:30 - 18:55 μέλη της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων διενήργησαν, δυνάμει εντάλματος έρευνας του Δικαστηρίου Βρετανικών Βάσεων, σε συνεργασία με τον μάρτυρα, έρευνα στην οικία που βρίσκεται στην οδό XXXXX αρ. xxx στο Τραχώνι, στην παρουσία του κατηγορουμένου 1 και του πατέρα του (Π.Γ.), όπου εντοπίστηκε ένα πυροβόλο όπλο τύπου ΔΟΚΟ μάρκας Marochi με αρ. κατασκευής 179XXX που ανήκει στον πατέρα του πιο πάνω κατηγορουμένου. Επειδή, με βάση πληροφορία που κατείχε η Αστυνομία, ο κατηγορούμενος 1 θεωρείτο ύποπτος για το φόνο του Χ.Μ., μετά την ολοκλήρωση της έρευνας κλήθηκε από το μάρτυρα να προσέλθει στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για ανάκριση. Όπως είπε ο μάρτυρας, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε μεταφορικό μέσο για να μεταβεί στην Αστυνομία, κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου, τον οδήγησε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού με το υπηρεσιακό του όχημα, χωρίς αυτός να τελεί υπό σύλληψη. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον όρκο βάσει του οποίου ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε δικαστικό διάταγμα σύλληψης του κατηγορουμένου
  7. Τόσο ο σχετικός όρκος ημερομηνίας 16.01.2019 και ώρα 21:47 όσο και το εκδοθέν δικαστικό ένταλμα σύλληψης ιδίας ημερομηνίας και ώρας, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ΔΕΔ 2 και 3 αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου 1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνο της ανακριτικής ομάδας της Αστυνομίας, Υπαστυνόμο XXXXX Χαραλάμπους, να μεταβεί στην πιο πάνω οικία όπου διέμενε ο εν λόγω κατηγορούμενος μαζί με τους γονείς του. Από το ίδιο πρόσωπο είχε ακόμη οδηγίες να ζητήσει από τον κατηγορούμενο 1 να προσέλθει στην Αστυνομία για ανάκριση, αφού τότε θεωρείτο ύποπτος. Παράλληλα επέμενε στην εκδοχή του ως προς το πώς βρέθηκε ο κατηγορούμενος 1 στα γραφεία της Αστυνομίας, απορρίπτοντας έτσι τη θέση του εν λόγω κατηγορουμένου ότι του είχε υποδείξει να εισέλθει στο αστυνομικό όχημα και ότι με αυτό παράνομα τον μετέφερε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο αστυνομικό όχημα κατόπιν δικής του επιθυμίας όπου και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Στο όχημα της Αστυνομίας δεν επέβαινε άλλο πρόσωπο. Μ.Κ.2 ΔΕΔ2 ήταν ο Υπαστυνόμος XXXXX Χαραλάμπους, επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας του Τ.Α.Ε. Λεμεσού στην παρούσα υπόθεση. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 15.02.2019, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  8. Η κυρίως εξέταση του ολοκληρώθηκε με πρόσθετες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Ισχυρίστηκε πως αξιολογήθηκε μαρτυρία που η αστυνομία στις 16.01.2019 είχε εξασφαλίσει στη βάση της οποίας ο κατηγορούμενος 1 δυνατό να εμπλέκεται στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Την ίδια ημέρα σε συνεργασία με την αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων ερευνήθηκε η κατοικία του εν λόγω κατηγορουμένου και ο ίδιος κλήθηκε για ανάκριση στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Όπως ο μάρτυρας ανέφερε, ο ίδιος έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή έρευνας στην πιο πάνω οικία και ήταν αυτός που έδωσε εντολή στον Μ.Κ.1 να κληθεί ο κατηγορούμενος 1 για ανάκριση στην αστυνομία. Σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 16.01.2019 στο οποίο καταγράφεται η πληροφορία που περιήλθε στην κατοχή της Αστυνομίας (Τεκμήριο ΔΕΔ 5). Όταν ο κατηγορούμενος 1 προσήλθε στα γραφεία της Αστυνομίας, ο μάρτυρας του εξήγησε το λόγο της κλήσης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και μερίμνησε ώστε να του εξηγηθούν και να του δοθούν γραπτώς τα δικαιώματα του. Ειδικότερα δόθηκαν από το Λοχία XXXXX XXXXX Χατζηχριστοδούλου, στην παρουσία του μάρτυρα, έντυπο δικαιωμάτων υπόπτου (Τεκμήριο ΔΕΔ 6). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 δεν φορούσε χειροπέδες. Στην παρουσία του Λοχία XXXXX και αστυφυλάκων XXXXX και XXXXX, ο μάρτυρας ανέκρινε τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος σε κάποια στιγμή ζήτησε από τον μάρτυρα να του μιλήσει ιδιαιτέρως, πράγμα που έγινε. Στην κατ' ιδίαν συνάντηση τους που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του μάρτυρα και διήρκησε περίπου 4-5 λεπτά, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε στον μάρτυρα ότι μαζί με τον κατηγορούμενο 2 που είναι αδελφός του, δολοφόνησαν το θύμα για να κλέψουν χρήματα από αυτόν. Κατονόμασε τον κατηγορούμενο 2 ως το άτομο που σκότωσε το θύμα, ενέργεια που φέρεται να έγινε στην παρουσία του με απώτερο σκοπό την κλοπή χρημάτων. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στο μάρτυρα ότι από την πρώτη στιγμή ο ίδιος είχε μετανιώσει για την πράξη του και σκεφτόταν να προσέλθει από μόνος του στην Αστυνομία για να ομολογήσει. Ακολούθως στον ίδιο χώρο ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε θεληματική κατάθεση που κατέγραψε ο Λοχίας XXXXX Χατζηχριστοδούλου που κλήθηκε από τον μάρτυρα για τον σκοπό αυτό. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο είτε να έχει υποσχεθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα είτε να έχει απειλήσει τον κατηγορούμενο 1 για να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Περαιτέρω ανέφερε ότι μετά την προφορική ομολογία του κατηγορουμένου 1, δόθηκαν οδηγίες για την ετοιμασία όρκου για να εξασφαλιστεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο εξεδόθη και εκτελέστηκε μετά τη θεληματική κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου 1, δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η ενέργεια για την πληροφόρηση των δικαιωμάτων του υπόπτου φαίνεται στο έντυπο παραλαβής των δικαιωμάτων του (Παράρτημα 'Α' Τεκμηρίου ΔΕΔ 6). Επίσης διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να μιλήσει σε κάποιον ιδιαιτέρως, και όταν ο μάρτυρας εισηγήθηκε τον εαυτό του να είναι το άτομο αυτό, ο κατηγορούμενος 1 δέχτηκε. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 ομολόγησε προφορικά συμμετοχή του στο φόνο του θύματος περιγράφοντας τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό. Σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 21.01.2019 που ετοιμάστηκε με οδηγίες του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  9. Μετά την πάροδο λίγων λεπτών ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε επιθυμία να προβεί σε γραπτή κατάθεση, πράγμα που έπραξε. Αναφερόμενος στο στάδιο πραγματοποίησης έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου 1, ο μάρτυρας είπε ότι είχε δώσει οδηγίες στον Μ.Κ.1 ΔΕΔ2 να καλέσει τον εν λόγω κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό για ανάκριση μετά το τέλος της έρευνας. Καταλήγοντας ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι ο πελάτης του είχε δεχτεί φραστική επίθεση και ότι του είχε δοθεί από την Αστυνομία υπόσχεση για όφελος σε περίπτωση που ομολογούσε, δηλώνοντας πως ο εν λόγω κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση επειδή αισθανόταν συντετριμμένος και μετανιωμένος για την πράξη του. Μ.Κ.3 ΔΕΔ2 ήταν ο Λοχίας XXXXX XXXXX Χατζηχριστοδούλου που υπηρετεί το Τ.Α.Ε. Λεμεσού και μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε την παρούσα υπόθεση. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 06.02.19, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  10. Η κυρίως εξέταση του εν λόγω μάρτυρα συμπληρώθηκε με ερωτήσεις του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Από ότι ο μάρτυρας θυμάται, υπήρχε πληροφορία που ενέπλεκε τον κατηγορούμενο 1 σε υπόθεση φόνου, γι' αυτό εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας της οικίας του από δικαστήριο των Βρετανικών Βάσεων και όταν η έρευνα ολοκληρώθηκε κλήθηκε και προσήλθε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Ο μάρτυρας γνωρίζει για το πως ο εν λόγω κατηγορούμενος προσήλθε στην Αστυνομία από αυτά που του είπε ο συνάδελφος του αστυφύλακας XXXXX. Στη συνέχεια, ενώ ο υπαστυνόμος Χαραλάμπους (Μ.Κ.2) εξηγούσε στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του και τον πληροφορούσε για ποια υπόθεση βρισκόταν στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να συζητήσουν ιδιαιτέρως. Προτού το πράξουν ο μάρτυρας έδωσε στον κατηγορούμενο έντυπο δικαιωμάτων (Τεκμήριο ΔΕΔ 6). Ακολούθως στις 16.01.19 και μεταξύ των ωρών 19:45-20:40 ο μάρτυρας κατέγραψε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  11. Στο δωμάτιο που λήφθηκε η κατάθεση δεν υπήρχε άλλο άτομο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ουδέποτε κατά το στάδιο της κατάθεσης του ο εν λόγω κατηγορούμενος ζήτησε την παρουσία δικηγόρου. Ακόμη ο μάρτυρας κατηγορηματικά ανάφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του κατηγορουμένου 1 στην Αστυνομία, ουδείς του υποσχέθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για να προβεί σε θεληματική κατάθεση και ουδείς τον απείλησε ότι θα είχε συνέπειες αν δε το έπραττε. Μετά τη λήψη της κατάθεσης του, επειδή δημιουργήθηκε στο μάρτυρα εύλογη υποψία ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δυνατό να μετέφερε οτιδήποτε που να σχετίζεται με την υπόθεση που διερευνάτο, ο ίδιος προέβη σε σωματική έρευνα του κατηγορουμένου 1 όπου εντόπισε στην κατοχή του τρία κινητά τηλέφωνα, ένα μπρελόκ με δύο κλειδιά οχήματος και δύο κλειδιά οικίας. Την ενέργεια του αυτή κατέγραψε σε σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  12. Ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι κατά το χρόνο που κατέγραφε την κατάθεση ο κατηγορούμενος 1 δεν τελούσε υπό σύλληψη αλλά ήταν ελεύθερος ενώ διευκρίνισε ότι τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος στις 16.01.19 και ώρα 22:
  13. Μετά τη σύλληψη του, δόθηκε στον κατηγορούμενο έντυπο με τα δικαιώματα του ως κρατουμένου πλέον, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  14. Σύμφωνα ακόμη με το μάρτυρα, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από το μάρτυρα να προσθέσει κάτι στη θεληματική του κατάθεση που δεν είχε αναφέρει και αφορούσε τον αδελφό του (κατηγορούμενο 3). Χωρίς να υποσχεθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή να τον απειλήσει, ο μάρτυρας κατέγραψε την πρόσθετη αναφορά του κατηγορουμένου όπως αυτός του την υπαγόρευσε. Την ενέργεια του αυτή ο μάρτυρας κατέγραψε σε σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  15. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου 1, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνωρίζει αν η Αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε ζητήσει τη συνεργασία των αστυνομικών αρχών των Βρετανικών Βάσεων για να ανακριθεί ο κατηγορούμενος
  16. Επ' αυτού η Αστυνομική Διάταξη 3/27 που αφορά σε αμοιβαίες διευκολύνσεις μεταξύ των Βρετανικών Βάσεων και των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περιοχές των Βρετανικών Κυρίαρχων Βάσεων κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ Α' προς αναγνώριση. Περαιτέρω ο μάρτυρας, διευκρινίζοντας ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν τελούσε υπό σύλληψη, διαφώνησε με τις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι παράνομα είχε προβεί σε σωματική έρευνα του κατηγορουμένου 1 και ότι παράνομα κατέσχεσε τα κινητά τηλέφωνα που εντόπισε στην κατοχή του. Αναφορικά με τη θεληματικότητα της κατάθεσης, ο μάρτυρας υπέδειξε πως η πρόθεση του κατηγορουμένου 1 για ομολογία υπήρξε από προηγουμένως και γι' αυτό ο ίδιος την έλαβε. Εξ' ου, όπως ο μάρτυρας υποστήριξε, η επίστηση στο νόμο και το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στο κείμενο της κατάθεσης. Παράλληλα ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατάθεση λήφθηκε υπό τη μορφή ερωτήσεων-απαντήσεων και ότι ο ίδιος δεν κατέγραφε τις ερωτήσεις, επιμένοντας ότι ο κατηγορούμενος 1 του υπαγόρευε αυτά που ήθελε να πει και αυτός τα κατέγραφε. Επίσης απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο πελάτης του την ώρα της ανάκρισης του τελούσε παράνομα υπό σύλληψη και ότι παράνομα ανακρίθηκε και του λήφθηκε η κατάθεση. Επανέλαβε δε ότι δεν υποσχέθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα αλλά ούτε και απείλησε τον κατηγορούμενο 1 για να προβεί σε κατάθεση. Μ.Κ.4 ήταν ο Αστ. XXXXX XXXXX Αθανασίου ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων στο Ακρωτήρι. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ερευνήθηκε στις 16.01.2019 η οικία του κατηγορούμενου
  17. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν αποπερατώθηκε η έρευνα, ο αστυφύλακας της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Μιχαήλ ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να μεταβεί στα γραφεία του Τ.Α.Ε. για κατάθεση. Ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε «δεν έχω μέσο αν μπορείς να με πάρεις εσύ», πράγμα που έγινε. Θυμόταν πως ο πατέρας του κατηγορούμενου 1, ο οποίος ήταν ψαράς, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να τον βοηθήσει να φορτώσει «τις ζεμπύλες με τα δίχτυα» εντός του αυτοκινήτου του, πράγμα που έκανε. Ουδέποτε αντελήφθηκε τον αστυφύλακα XXXXX Μιχαήλ να συλλαμβάνει τον κατηγορούμενο
  18. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χατζηλοΐζου ανέφερε πως για τα πιο πάνω γεγονότα δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία των Βάσεων. Επέμενε πως όλα τα πιο πάνω ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Κύριε Πρόεδρε, μετά το τέλος της έρευνας εναντίον του πατέρα υπήρχε η υπόθεση κατοχής εκρηκτικών και την υπόθεση τζιείνη την εξέτασα εγώ, άρα έχω γνώση της υπόθεσης, σύνταξα τον όρκο, εξέτασα την υπόθεση την άλλη τζιαί για τούτο τον λόγο. Αν έχει κάτι που δεν θυμούμαι όπως σας είπα πριν ορισμένα πράγματα είπα δεν θυμούμαι, αυτά που θυμάμαι τα είπα.». Ήταν περαιτέρω η θέση του πως ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 απευθυνόμενος προς τον κατηγορούμενο 1 του είπε «ένα λεπτό να με βοηθήσεις να φορτώσω τις ζεμπύλες με τα δίχτυα». Πράγματι, ο κατηγορούμενος 1 και ένας άλλος αστυνομικός των Βάσεων, αν θυμάται καλά ο μάρτυρας, τον βοήθησαν. Του υποβλήθηκε ότι ο Αστ. XXXXX απευθυνόμενος προς τον κατηγορούμενο 1 του είπε: «Θα πάεις μαζί μου στο CID για κατάθεση». Ο μάρτυρας αρνήθηκε και επέμενε στις πιο πάνω θέσεις του. Ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στη μαρτυρία που έδωσε θα κάνουμε αναφορά στη συνέχεια. Μ.Υ.1 ήταν ο κ. XXX Περικλέους, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότηση του υπηρέτησε ως αξιωματικός του TAE στην Αστυνομία. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις Αστυνομικές Διατάξεις. Αφού πήρε στα χέρια του το Έγγραφο Α προς αναγνώριση, ανέφερε πως αυτό συνιστά Αστυνομική Διάταξη και ότι ο ίδιος ενόσω υπηρετούσε ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης έτυχε να χρησιμοποιήσει την εν λόγω Αστυνομική Διάταξη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης. Πρόκειται για αμοιβαίες διευκολύνσεις μεταξύ των αρχών των Βρετανικών Κυρίαρχων Βάσεων στην Κύπρο και της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αφορούν σε ένορκες καταθέσεις, κλπ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η εν λόγω Αστυνομική Διάταξη εφαρμοζόταν «Ο ένας ήταν όταν υπήρχε οποιοδήποτε έγκλημα στη Κυπριακή Δημοκρατία και υπήρχαν πρόσωπα τα οποία έπρεπε να ανακριθούν εις τις Βάσεις τις Βρετανικές στην Κύπρο, τότε Κλιμάκιο δικό μας πήγαινε στις Βάσεις, επαραχωρούσαν μας οποιανδήποτε βοήθεια θέλαμε για να βρούμε τα πρόσωπα να τα ανακρίνουμε και να πάρουμε τις σχετικές καταθέσεις. Βέβαια το ίδιο συνέβαινε και το αντίθετο.». Μ.Υ.2 ήταν ο κ. XXX Κωνσταντίνου, ασφαλιστής, ο οποίος διατηρεί δικό του ασφαλιστικό γραφείο. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου 1, κ. XXXXX Γεωργίου είναι πελάτης του. Συγκεκριμένα μέσω του έχει ασφαλίσει κάποια οχήματα την περίοδο 2018 -
  19. Πρόκειται για το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SXXX7 Toyota Hilux και για το αυτοκίνητο CXXX
  20. Στη βάση των ασφαλιστηρίων εγγράφων τα εν λόγω οχήματα μπορούσε να οδηγεί και ο κατηγορούμενος
  21. Οι δύο πιο πάνω μάρτυρες ορθά δεν αντεξετάστηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, και λέμε από τώρα ότι δεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Μ.Y.3 ήταν η κα XXX Στεφάνου, μητέρα του κατηγορούμενου
  22. Αναφέρθηκε στην έρευνα που διενήργησε η Αστυνομία στην οικία της στο Τραχώνι. Όταν τελείωσε η έρευνα ο Αστυνομικός της Κυπριακής Δημοκρατίας που ήταν παρών είπε του κατηγορούμενου 1 «θα έρτεις μαζί μου κάτω στην Αστυνομία για κατάθεση» «και τον έπιασε και φύασιν». Αναφορά έκανε και σε τρία αυτοκίνητα που είχε η οικογένεια για να προσθέσει ότι ο κατηγορούμενος 1 μετέβαινε στο νυχτερινό σχολείο που φοιτούσε οδηγώντας το αυτοκίνητο Toyota Hilux. Οδηγούσε όμως και το άλλο αυτοκίνητο, το Suzuki. Ερωτήθηκε αν άκουσε τον υιό της να λέει στον Αστυνομικό της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δεν έχει μεταφορικό μέσο για να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό, για να απαντήσει ότι «δεν έγινε τέτοιο πράγμα». Αρνήθηκε επίσης ότι οι αστυνομικοί και ο υιός της βοήθησαν το σύζυγο της να τοποθετήσει δίχτυα για ψάρεμα εντός του αυτοκινήτου του συζύγου της. Αντεξεταζόμενη παραπέμφθηκε σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία όπου σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο υιός της, κατηγορούμενος 1, «πήγε με την Αστυνομία». Ερωτηθείσα πώς η ίδια αντιλήφθηκε τα λόγια του Αστυνομικού προς τον υιό της για να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, απάντησε πως η ίδια το εξέλαβε ως διαταγή. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στην κατάθεση της, απάντησε «Τι να σας πω .. δεν ξέρω». Όταν ο κ. Συμεού της ανέφερε ότι στην κατάθεση της στην Αστυνομία απλώς ανέφερε ότι ο υιός της πήγε για κατάθεση, απάντησε «Δεν ξέρω τι να απαντήσω». Και οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους με αναφορά στη μαρτυρία και σε Νομολογία. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για τη Νομολογία στην οποία μας έχουν παραπέμψει. Νοείται ότι θα εξετάσουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης ότι μία κατάθεση είναι θεληματική, βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τη θεληματικότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου πάνω στη οποία προσπαθεί να στηριχθεί, είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του κατηγορουμένου. Αναφέρουμε εδώ ότι στην Κύπρο, τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά στην Αγγλία (βλ. Criminal Procedure in Cyprus των A.N. Λοίζου και Γ.Μ. Πική, σελ.140-142 και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Αν από την έρευνα φανεί ότι η ομολογία λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει δεκτή. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα δε ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση (Βλ. Commissioner of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)51 Cr. App. R. 123, D.P.P. v. Ling
(1975)3 All E.R. 175, Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40). H κλασική διατύπωση της αρχής που διέπει τη δεκτότητα μιας ομολογίας φαίνεται στην υπόθεση Ibrahim ν. R
(1914)A.C. 599, 609 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Έχει προ πολλού καθιερωθεί ως θετική αρχή του Αγγλικού Ποινικού Δικαίου ότι κατάθεση κατηγορουμένου προσώπου τότε μόνο γίνεται δεκτή ως μαρτυρία όταν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν θεληματική υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας.» Στην υπόθεση Fournides ν. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 υπογραμμίζεται ότι το ζήτημα της θεληματικότητας είναι ζήτημα πραγματικό. Στη σελίδα 86 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «It is true, as suggested, that a body of Cyprus case law acknowledges wide discretion to a trial Court to reject a statement if obtained in what the authorities' term "suspicious circumstances". The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law. But none of the above cases aims to alter the basic principle that voluntariness is the test of admissibility. This was affirmed in Azinas and Another v. The Police. The Judges Rules too, it was stressed, are not in themselves rules of law breach of which renders inadmissible a statement. They are aids, no doubt important ones, to determining whether a statement is voluntary.» Στην Petri (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο, στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, και το κατά πόσο η κατάθεση «λήφθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου». Στην loannides ν. The Republic
(1969)2 C.L.R.169, αναφέρθηκε ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης «είναι θέμα δικαστικής διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση». Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα του δικαστή Λόρδου Devlin, The Criminal Prosecution in England, ότι η ουσία του πράγματος είναι ότι ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της Αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί, θα απορρίψει τη μαρτυρία παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί, θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και αν υπάρχει κάποια τεχνητή παραβίαση ενός από τους Κανόνες, οι οποίοι έγιναν για την καθοδήγηση της Αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας. Ακούσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου
  1. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κατά την αξιολόγηση θα πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα του κατηγορουμένου (βλ. Ioannides (πιο πάνω)). Ο κατηγορούμενος 1 με την ένορκη του μαρτυρία ουσιαστικά παραδέχτηκε πως ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία. Όπως ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του «είπε μου ο Σκαλούας να πάω μαζί του να δώσω κατάθεση στην Αστυνομία». Ανέφερε βεβαίως ότι αυτό το εξέλαβε ως διαταγή, που όμως δεν ήταν. Ουδέποτε ο ίδιος ανέφερε στην Αστυνομία πως δεν επιθυμούσε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό για κατάθεση. Αρνήθηκε ότι είπε στον αστυφύλακα τον Σκαλούα ότι δεν είχε αυτοκίνητο για να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό. Το ουσιώδες βεβαίως είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δεν ήθελε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό ή ότι ήθελε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό με δικό του αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι «έπιασε με ο Σκαλούας και έβαλε με μές το αυτοκίνητο τζαι επήαμε». Δεν έχει φανεί ότι ο αστυφύλακας, «τον έβαλε μες το αυτοκίνητο». Τουναντίον ο ίδιος εισήλθε εντός του αυτοκινήτου με τη θέληση του και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ο κατηγορούμενος 1 αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε εάν οποιοσδήποτε αστυνομικός του είπε ότι είναι υπό σύλληψη, για να απαντήσει ότι δεν θυμόταν. Ερωτήθηκε αν του φόρεσαν χειροπέδες για να απαντήσει αρνητικά. Ερωτήθηκε εάν σε οποιοδήποτε στάδιο πριν εισέλθει στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας, εξέφρασε την επιθυμία να μην εισέλθει γιατί δεν επιθυμούσε να μεταβεί στην Αστυνομία. Και εδώ απάντησε αρνητικά. Του υποβλήθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν ήταν υπό σύλληψη από τη στιγμή που εισήλθε στο περιπολικό μέχρι τις 10:15 το βράδυ όπου και συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Η απάντηση του ήταν «εν γνωρίζω». Ερωτήθηκε από τον κ. Συμεού εάν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ήθελε να φύγει, να σταματήσει να δίδει κατάθεση και η Αστυνομία του αρνήθηκε. Η απάντηση του ήταν αρνητική. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε κάποιες άλλες ερωτήσεις στις οποίες ο μάρτυρες έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις, χωρίς να χρειάζεται να σχολιάσουμε ο,τιδήποτε: «E. Άρα ό,τι είπετε στην Αστυνομία, όπως γράφετε τζιαι δαμέ τζιαι υπογράψατε, είπετε τα με τη θέλησή σας. Εν με τη θέλησή σας που τα είπετε. A. Ναι. .................................. E. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι είναι αλήθεια εκείνα που είπες στην Αστυνομία; A. Είπα την αλήθεια. ................................. E. Σου υποβάλλω, κύριε μάρτυς, ότι όντως ανέφερες στον πατέρα σου ότι θα τελείωνες την κατάθεσή σου και θα πήγαινες να τον έβρεις. A. Δεν θυμάμαι. E. Σου υποβάλλω επίσης ότι ο λόγος που έδωσες την πιο πάνω απάντηση, είναι επειδή δεν θεωρούσες ότι ήσουν υπό σύλληψη. A. Δεν θυμάμαι. E. Και ότι θα μπορούσες να φύγεις. A. Δεν θυμάμαι. E. Κύριε μάρτυς, αφού συνελήφθηκες με ένταλμα σύλληψης η ώρα 10:15 το βράδυ, όπως είπε ο αστυφύλακας ο XXXXX, εσύ τον ρώτησες «Πόσες μέρες θα κάμω μέσα, κύριε», σωστά; A. Ναι. E. Άρα που τη στιγμή που σου είπε ότι είσαι υπό σύλληψη, εσένα η έννοια σου ήταν πόσες μέρες εν να κάμεις μέσα, σωστά; A. Ναι. E. Άρα ήξερες ότι αν συλληφθεί κάποιος εν να κάμει κάποιες μέρες μέσα. A. Ναι. E. Καλάν, αν θεωρούσες ότι ήσουν σε προγενέστερο στάδιο πριν τη σύλληψή σου με ένταλμα σύλληψης, υπό σύλληψη, γιατί εν έκαμες τούτην την ερώτηση; A. Δεν γνωρίζω. E. Σου υποβάλλω, κύριε μάρτυς, ότι ο λόγος που δεν έκαμες τούτην την ερώτηση «Πόσες μέρες εν να κάμω μέσα», ούτε διερωτήθηκες σε οποιοδήποτε στάδιο πριν της διαδικασίας, είναι επειδή δεν θεώρησες ποτέ ότι ήσουν υπό σύλληψη. A. Δεν θυμάμαι.» Όσον αφορά στη μητέρα του κατηγορούμενου 1, βρίσκουμε ότι η αλήθεια σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο υιός της μετέβηκε στην Αστυνομία βρίσκεται στις θέσεις της που έδωσε στη γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία στις 20.01.
  2. Εκεί ανέφερε ότι ο υιός της «πήγε με την Αστυνομία». Το αν η ίδια εξέλαβε τα όσα ανέφερε ο Αστυνομικός στον υιό της ως διαταγή δεν έχει σημασία. Η μαρτυρία της ότι ο υιός της δεν είπε στον Αστυνομικό ότι δεν έχει μεταφορικό μέσο και ότι δεν ζήτησε ο υιός της να μεταφερθεί από την Αστυνομία στον Αστυνομικό Σταθμό, απορρίπτεται. Τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε είχε προβληθεί στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 20.01.2019, στην οποία, ως ελέχθη, ανέφερε ότι ο υιός της «πήγε με την Αστυνομία». Τελειώνοντας, θα πρέπει να πούμε ότι δεν μας έπεισε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποια θέση κάθισε ο υιός της στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας, που ήταν στη θέση του συνοδηγού. Δεχόμαστε τα γεγονότα που αφορούν στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 μετέβη από το Τραχώνι στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ως αυτά έχουν εκτεθεί από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Το ίδιο ισχύει και για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα, δεχόμαστε ότι μετά το πέρας της έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου 1 στο Τραχώνι, αυτός κλήθηκε να παραστεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης του φόνου του XXXXX Μιχαήλ. Ο κατηγορούμενος 1 με την ελεύθερη θέληση του εισήλθε στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας όπου καθήμενος στη θέση του συνοδηγού, μετέβη στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Βρίσκουμε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη από την Αστυνομία στο Τραχώνι και ουδέποτε οδηγήθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού χωρίς τη θέληση του. Ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να φύγει, και ουδέποτε η Αστυνομία τον ανέκοψε. Υποβλήθηκε από τον κ. Χατζηλοΐζου στο Μ.Κ.1 στη Δίκη εντός Δίκης, ότι είπε στον κατηγορούμενο 1 «θα πάεις μαζί μου στο CID για κατάθεση». Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε λέγοντας πως ο λόγος που ήρθε μαζί του ήταν διότι ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι δεν είχε μεταφορικό μέσο. Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.4 XXXXX Αθανασίου, ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στον Μ.Κ.1 «δεν έχω μέσο αν μπορείς να με πάρεις εσύ». Το γεγονός ότι υπήρχαν αυτοκίνητα της οικογένειας του κατηγορούμενου 1 έξω από την οικία του στο Τραχώνι, δεν εμπόδιζε τον κατηγορούμενο 1 να προβάλει αυτό τον ισχυρισμό τον οποίο βρίσκουμε ότι είχε προβάλει. Βρίσκουμε ότι στα γραφεία του Τ.Α.Ε. η Αστυνομία του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 6 ΔΕΔ). Το εν λόγω έντυπο του το έδωσε ο Λοχίας XXXXX XXXXX Χατζηχριστοδούλου, Μ.Κ.3, στην παρουσία του Μ.Κ.
  3. Στη συνέχεια βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να μιλήσει στο Μ.Κ.2 όπου και διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο των αξιωματικών του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Εκεί, ο κατηγορούμενος του ανέφερε αυτά που καταγράφονται στη γραπτή του κατάθεση, ημερομηνίας 16.01.
  4. Την κατάθεση έλαβε ο Λοχίας XXXXX XXXXX Χατζηχριστοδούλου, Μ.Κ.3, ο οποίος απλώς κατέγραφε αυτά που του έλεγε ο κατηγορούμενος
  5. Βρίσκουμε ότι ουδέποτε και σε οποιοδήποτε στάδιο ο κατηγορούμενος 1 απειλήθηκε ή του δόθηκε υπόσχεση για οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Μετά την κατάθεση του, ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη στη βάση εκδοθέντος δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία που έχουμε αποδεχτεί αλλά και από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου 1, είναι ότι αυτός ήταν πλήρως συνεργάσιμος με τις Αστυνομικές Αρχές. Βρίσκουμε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι με τη θέληση του μετέβηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Στον Αστυνομικό Σταθμό συνέχισε να είναι συνεργάσιμος αφού, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, είναι με τη θέληση του που είπε αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση του ημερομηνίας 16.01.
  6. Η κατάθεση του, βρίσκουμε, ότι δόθηκε χωρίς να τελεί υπό σύλληψη ή κράτηση. Βρίσκουμε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση του στην Αστυνομία ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του. Αν το Δικαστήριο είχε οποιαδήποτε υποψία ότι η κατάθεση του ήταν προϊόν υποσχέσεων, απειλών, φόβου, ελπίδας ή τέτοιας μεταχείρισης του κατηγορούμενου 1 από την Αστυνομία η οποία υπονόμευσε την ελεύθερη θέλησή του, τότε αυτή δεν θα γινόταν δεχτή. Σωματική έρευνα του Κατηγορούμενου 1 πριν αυτός συλληφθεί Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 1 έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη πολύ σοβαρών εγκλημάτων, καλόπιστα ο Λοχίας XXXXX, XXXXX Χατζηχριστοδούλου, υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδεχομένως να κατείχε ή να μετέφερε ο,τιδήποτε που να σχετίζεται με τη διάπραξη των σοβαρών εγκλημάτων που ο ίδιος παραδέχτηκε. Ο κατηγορούμενος 1 με τη θεληματική του κατάθεση αναφέρθηκε σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που έγιναν πριν από τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμόν εγκλημάτων, με τη χρήση κινητών τηλεφώνων. Κατ' επέκταση η σωματική έρευνα που διενήργησε στον κατηγορούμενο 1, δεν ήταν ούτε αυθαίρετη ούτε δυσανάλογη προς τις ανάγκες που προέκυπταν τη δεδομένη στιγμή (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 411 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοφή
(2010)2 Α.Α.Δ. 172). Στη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 λέχθηκε πως το άρθρο 25
(1)του Κεφ. 155 εξουσιοδοτεί κάθε αστυνομικό να ερευνήσει, χωρίς ένταλμα, πρόσωπο που ευλόγως υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει κλπ, αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται ή έχει πρόσφατα διαπραχθεί ποινικό αδίκημα. Εν κατακλείδι, βρίσκουμε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 1 μετέβη με τη θέληση του στον Αστυνομικό Σταθμό. Βρίσκουμε επίσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η επίδικη κατάθεση δόθηκε και υπεγράφη θεληματικά από τον κατηγορούμενο 1 και ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης καθώς και οι υπογραφές του κατηγορούμενου 1 επ' αυτής, δεν λήφθηκαν κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις. Βρίσκουμε ότι η σωματική έρευνα του κατηγορούμενου 1, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν συνελήφθη ή τελούσε υπό παράνομη κράτηση, έγινε νόμιμα και χωρίς να παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα του. Κατ' επέκταση, νόμιμα έχει παραληφθεί το κινητό τηλέφωνο του στα πλαίσια της πιο πάνω σωματικής έρευνας. Η ένσταση επομένως απορρίπτεται και συνεπώς επιτρέπεται η κατάθεση της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 ημερομηνίας 16.01.2019 και του κινητού τηλεφώνου, ως Τεκμηρίων. (Υπ.) ............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.