Αναφορικά με τον Εκζητούμενο ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αίτηση Ε.Ε.Σ. Αρ.: 6/2020, 3/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αίτηση Ε.Ε.Σ. Αρ.: 6/2020 Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(Ι)/2004) και Αναφορικά με τον Εκζητούμενο ΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κεντρική Αρχή: κα Στ. Παπουή για Γενικόν Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Εκζητούμενο: κος Χρ. Ονουφρίου για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα διαδικασία ζητείται απόφαση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε από τις Ελληνικές Αρχές στις 01/12/2017 (στο εξής «το ΕΕΣ») εναντίον του ΧΧΧ Γεωργίου Σταύρου (στο εξής «ο εκζητούμενος»), ο οποίος γεννήθηκε στην Κέρκυρα και έχει ελληνική ιθαγένεια, με σκοπό να εκτίσει ποινή φυλάκισης 5 ετών που του επιβλήθηκε στις 04/11/2015 από το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας σε σχέση με το αδίκημα «διακεκριμένων κλοπών που τελέστηκαν από δύο πρόσωπα που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή». Ο εκζητούμενος συνελήφθηκε βάσει του ΕΕΣ στις 11/09/2020 και αυθημερόν παρουσιάστηκε στο παρόν Δικαστήριο, όπου μετά την επιβεβαίωση της ταυτότητας του, ότι δηλαδή είναι πράγματι το πρόσωπο στο οποίο το ΕΕΣ αφορά, ενημερώθηκε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, ως επίσης και για το δικαίωμα του να λάβει αντίγραφο του εντάλματος και όλων των σχετικών εγγράφων καθώς και για το δικαίωμα του να συμβουλευθεί δικηγόρο. Παρενθετικά, σημειώνεται, εδώ ότι, ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί ότι είναι το πρόσωπο που αφορά το ΕΕΣ. Ο εκζητούμενος αφού ενημερώθηκε για το δικαίωμα συγκατάθεσης του στην έκδοση του, βάσει του άρθρου 17 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 - Ν.133(Ι)/2004(στο εξής «ο Νόμος») δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για Ακρόαση στις 21/09/2020. Το Δικαστήριο κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της Κεντρικής Αρχής, στο οποίο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του, έφερε ένσταση, διέταξε την κράτηση του. Κατά την νέα ορισθείσα δικάσιμο, κατόπιν αιτήματος αναβολής από πλευράς των διαδίκων η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για Ακρόαση στις 25/09/2020 και ο εκζητούμενος αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής έδωσε μαρτυρία ο κος ΧΧΧ Χίντικος, αρμόδιος Λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «Μ.Κ.Α.1»). Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ο εκζητούμενος και ο κος ΧΧΧ Σταύρου πατέρας του εκζητούμενου (στο εξής «Μ.Υ.1»). Κατατέθηκε επίσης αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, στα οποία θα γίνει αναφορά στο βαθμό και εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η σύλληψη του εκζητούμενου στην Κύπρο είναι νομότυπη. Ο Μ.Κ.Α.1 μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ένα από τα καθήκοντα του είναι ο χειρισμός των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, εδώ και 7 χρόνια. Σε σχέση με το επίδικο ΕΕΣ αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι αυτό λήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσω αλληλογραφίας η οποία στάλθηκε μέσω της Αστυνομίας στις 19/12/2017. Ανέφερε ότι ΕΕΣ, εκδόθηκε από την Εισαγγελία της Κέρκυρας στις 01/12/2017 εναντίον του εκζητούμενου, σε σχέση με την εκτέλεση ποινής φυλάκισης πέντε
(5)ετών, η οποία επιβλήθηκε από το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας με την υπ' αριθμό απόφαση 207/4-11-2015 (στο εξής «η απόφαση»), σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής. Είπε ακόμη ότι η απόφαση εκδόθηκε απόντος του εκζητούμενου και στο σημείο Δ (β) του ΕΕΣ υπάρχουν οι νομικές εγγυήσεις, οι οποίες δίνονται από τις Ελληνικές Αρχές και οι οποίες αναφέρουν το δικαίωμα του εκζητούμενου να ασκήσει έφεση και να δικαστεί εκ νέου. Σε σχέση με την κλήτευση του εκζητούμενου, ο Μ.Κ.Α.1 ανέφερε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του ΕΕΣ και συγκεκριμένα το σημείο Δ, ο εκζητούμενος δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως, ενημερώθηκε στις 31/07/2015 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από δικηγόρο, επιβεβαίωσε ωστόσο ότι δικάστηκε ερήμην. Είπε ακόμη ότι δεν γνωρίζει εάν ο δικηγόρος που αναφέρεται στο ΕΕΣ ότι ενημερώθηκε για τη δίκη ενημέρωσε τον εκζητούμενο ή με ποιον τρόπο τον ενημέρωσε σε περίπτωση που τον ενημέρωσε. Απέρριψε, ωστόσο τη θέση της Υπεράσπισης ότι ουδέποτε ορίστηκε οποιοσδήποτε δικηγόρος από τον εκζητούμενο και ουδέποτε ο εκζητούμενος ενημερώθηκε από οποιοδήποτε δικηγόρο για οποιαδήποτε διαδικασία στην Ελλάδα, εμμένοντας στη θέση του ότι γνωρίζει όσα αναφέρονται στο ΕΕΣ. Επιβεβαίωσε, όμως ότι σύμφωνα με τις νομικές εγγυήσεις που αναφέρονται στο σημείο Δ (β) του ΕΕΣγια να δεχτεί το Δικαστήριο το εκπρόθεσμο της άσκησης του ένδικου μέσου για να δικαστεί εκ νέου ο εκζητούμενος θα πρέπει να καταδειχθούν λόγοι ανωτέρας βίας. Προτού αρχίσει η επανεξέταση του Μ.Κ.Α.1, ζητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής αναβολή λίγων ημερών με στόχο να ζητηθούν διευκρινήσεις από τις Ελληνικές Αρχές μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως που είναι η Κεντρική Αρχή για την Κύπρο σε σχέση με πώς ενημέρωσε ο δικηγόρος που αναφέρεται στο ΕΕΣ τον εκζητούμενο για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εναντίον του. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για ολιγοήμερη αναβολή με στόχο να ζητηθούν από τις Ελληνικές Αρχές οι εν λόγω διευκρινίσεις και όρισε ξανά την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης σε νέα δικάσιμο. Κατά την νέα ορισθείσα δικάσιμο, ο Μ.Κ.Α.1, ανέφερε ότι στις 25/9/2020 αποτάθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Κέρκυρας (Τεκμήριο 2), η οποία είναι η Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ και ζήτησε όπως αποσταλεί αντίγραφο της απόφασης. Επίσης ζήτησε διευκρινήσεις ως προς το κατά πόσο ο εκζητούμενος κατά τη δικαστική διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του, εκπροσωπείτο από δικηγόρο της αρεσκείας του και από ποιον. Επίσης ζήτησε όπως επεξηγηθούν οι λόγοι της ανωτέρας βίας που αναφέρονται ως προϋπόθεση για την άσκηση εκπρόθεσμα του ένδικού μέσου κατά της απόφασης και κατά πόσο η αξιόποινη πράξη βάσει της οποίας εκδόθηκε το ΕΕΣ κατά του Ποινικού Δικαίου της Ελλάδας αποτελεί κακούργημα ή πλημμέλημα και εάν η ποινή φυλάκισης των 5 ετών είναι εξαγοράσιμη. Ο Μ.Κ.Α.1 ανέφερε, ακόμη ότι στις 28/9/2020 παρέλαβε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας (Τεκμήριο 3) με την οποία αποστάληκε η απόφαση. Επίσης αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας, και σημείωσε ότι μεταξύ της απόφασης και του ΕΕΣ υπάρχει μία ασάφεια σε σχέση με την κλήτευση του εκζητούμενου η οποία χρήζει διευκρίνησης. Συγκεκριμένα, σημείωσε ότι στην απόφαση αναφέρεται ότι «.ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως,.» ενώ στο ΕΕΣ αναφέρεται ότι «Ο ενδιαφερόμενος δεν κλητεύτηκε αυτοπροσώπως, ενημερώθηκε στις 31-07-2015 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του,..». Λόγω του ότι δεν γνώριζε γιατί προέκυπτε αυτή η ασάφεια, ο Μ.Κ.Α.1 ανέφερε ότι θα μπορούσε να διευκρινιστεί αυτό μέσω των Αρμοδίων Αρχών, οπόταν και ζητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής αναβολή. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για ολιγοήμερη αναβολή με στόχο να ζητηθούν από τις Ελληνικές Αρχές σχετικές με το πιο πάνω θέμα διευκρινίσεις και όρισε ξανά την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης σε νέα δικάσιμο. Στην νέα ορισθείσα δικάσιμο ο Μ.Κ.Α.1, ανέφερε ότι στις 30/09/2020 απέστειλε επιστολή προς την Εισαγγελία Εφετών Κέρκυρας (Τεκμήριο 4), με την οποία ζήτησαν διευκρίνιση ως προς την κλήτευση του εκζητούμενου. Στις 02/10/2020, ως ανέφερε λήφθηκε απάντηση από την Εισαγγελία Εφετών Κέρκυρας (Τεκμήριο 5) στην οποία αναφέρεται ότι το Κλητήριο Θέσπισμα του εκζητούμενου θυροκολλήθηκε στις 29/07/2015 στη δηλωθείσα κατά την απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας διεύθυνση, η οποία δεν μεταβλήθηκε με μεταγενέστερη δήλωση του ενώπιον του Εισαγγελέα έως του αμετακλήτου της απόφασης. Επίσης στις 31/07/2015 το Κλητήριο Θέσπισμα επιδόθηκε και στον ίδιο τον αντίκλητο δικηγόρο του εκζητούμενου ο οποίος είχε διοριστεί από τον εκζητούμενο κατά την απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ο διορισμός του οποίου δεν προκύπτει ότι ανακλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας με οποιαδήποτε άλλη δήλωση του. Κατόπιν άδειας που δόθηκε στο συνήγορο Υπεράσπισης να αντεξετάσει τον Μ.Κ.Α.1 επί του Τεκμηρίου 5, ο Μ.Κ.Α.1 ανέφερε ότι σύμφωνα με το αποδεικτικό επίδοσης Κλητηρίου Θεσπίσματος προς τον εκζητούμενο, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 5, η επίδοση στον εκζητούμενο έγινε δια θυροκολλήσεως και δεν του δόθηκε προσωπικά. Ενώ ανέφερε επίσης ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο αντίκλητος δικηγόρος του εκζητούμενου στον οποίο αναφέρεται στο αποδεικτικό επίδοσης ότι έγινε επίδοση του Κλητηρίου Θεσπίσματος ενημέρωσε τον εκζητούμενο για την προγραμματισμένη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Σε υποβολή ότι ουδέποτε ο συγκεκριμένος δικηγόρος ενημέρωσε τον εκζητούμενο για την προγραμματισμένη δίκη, επανέλαβε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Ενώ σε υποβολή ότι ουδέποτε ο συγκεκριμένος δικηγόρος ορίστηκε ως δικηγόρος του εκζητούμενου, επέμεινε ότι σύμφωνα με την επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας (Τεκμήριο 5) ο συγκεκριμένος δικηγόρος ποτέ δεν ανακλήθηκε ως δικηγόρος του εκζητούμενου και εκπροσωπούσε τον εκζητούμενο. Δεν διαφώνησε ωστόσο, με τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο εκζητούμενος δικάστηκε ερήμην του, αναφέροντας όμως ότι σύμφωνα με τις απαντήσεις της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας είχε διορισμένο δικηγόρο. Ο εκζητούμενος στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε υπόθεση μέχρι την ημέρα της σύλληψης του στις 11/09/
- Είπε ακόμη ότι το 2015 όταν εκδόθηκε η απόφαση βρισκόταν στην Κύπρο στο χωριό XXXXX και ήταν υπό παρακολούθηση από τους γιατρούς στα προγράμματα που πήγαινε για απεξάρτηση. Ανέφερε, επίσης ότι στην Κύπρο βρίσκεται από τον Φεβρουάριο του 2010 και προς επιβεβαίωση της θέσης του παρουσίασε βεβαίωση από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού XXXXX (Τεκμήριο 6). Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 7 βεβαίωση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας ημερομηνίας 24/09/2020, στην οποία ως ανέφερε αναφέρονται οι ημερομηνίες που είχε ενταχθεί στα προγράμματα απεξάρτησης, ήτοι το κλειστό πρόγραμμα της Κλινικής Αποτοξίνωσης Άνωση και το ανοικτό πρόγραμμα υποκατάστατου Σωσίβιο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν δεν ήταν στα προγράμματα απεξάρτησης προσπαθούσε να βοηθήσει τον πατέρα του, σε ένα μικρό κατάστημα σουβενίρ που είχε στο χωριό XXXXX και για το οποίο είχαν βγάλει στις 09/07/2012 (Τεκμήριο 8) άδεια για πώληση ποτών στο όνομα του. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι από το έτος 2010 δεν έφυγε από την Κύπρο, ούτε γνωρίζει οποιοδήποτε δικηγόρο με το όνομα Ελευθέριος Κουλούρης, ούτε έχει ορίσει ποτέ οποιοδήποτε δικηγόρο ως αναφέρεται στο Ε.Ε.Σ., ούτε έλαβε οποτεδήποτε γνώση για τη συγκεκριμένη υπόθεση ακόμη και μετά το
- Ανέφερε, περαιτέρω ότι σήμερα δεν εργάζεται λόγω του ότι έχει προβλήματα ψυχικής υγείας και γι' αυτό λαμβάνει επίδομα (Τεκμήριο 9). Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 10 βεβαίωση του Δρ. XXXXX Αργυρού ημερομηνίας 18/09/2020 ο οποίος ως ανέφερε τότε ήταν υπεύθυνος των Κρατικών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Λεμεσού και σήμερα των παρακολουθεί ιδιωτικά. Είπε ακόμη ότι σήμερα είναι σε λίστα αναμονής για να ενταχθεί στην Κλινική Αποτοξίνωσης Άνωση και στο παρόν στάδιο βρίσκεται στο στάδιο επανένταξης του στην κοινωνία, ενώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας (Τεκμήριο 11). Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο εκζητούμενος ανέφερε ότι έχει γεννηθεί στην Κέρκυρα, από όπου έφυγε το έτος 2010 και έκτοτε δεν έχει ταξιδέψει ξανά. Προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής επικαλέστηκε τη βεβαίωση Τεκμήριο 7 από το περιεχόμενο της οποίας ως ισχυρίστηκε προκύπτει ότι μπαινόβγαινε κάθε λίγο στα προγράμματα. Συμφώνησε με τη θέση της Κεντρικής Αρχής ότι με βάση το Τεκμήριο 7 υπήρχε περίοδος που δεν ήταν σε πρόγραμμα, και επομένως δεν εμποδίζετο να ταξιδέψει, εμμένοντας ωστόσο στη θέση του ότι δεν ταξίδεψε. Σε σχέση με τον κο XXX Μιχαήλ Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, ανέφερε ότι δεν τον βλέπει κάθε μέρα αλλά μια φορά την εβδομάδα. Ερωτηθείς πώς μπορεί τότε το εν λόγω πρόσωπο να βεβαιώνει ότι ανελλιπώς διέμενε στο XXXXX από το 2010 μέχρι το 2017, ανέφερε ότι όντως διέμενε στο XXXXX. Δέχθηκε ωστόσο τη θέση της Κεντρικής Αρχής ότι ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, δεν μπορεί να τους διαβεβαιώσει ότι ήταν στο XXXXX ανελλιπώς, εμμένοντας όμως στη θέση του ότι δεν έφυγε από το XXXXX, λέγοντας ότι το σπίτι του είναι εκεί και ο ίδιος έμπαινε στα κέντρα αποτοξίνωσης για να σώσει τη ζωή του. Διευκρίνισε ότι στο Σωσίβιο είναι ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης, δηλαδή πήγαινε το πρωί έπαιρνε το χάπι του και πήγαινε στο σπίτι του, ενώ στην Κλινική Αποτοξίνωσης Άνωσης ήταν κλειστό πρόγραμμα 30 ημερών, συμφωνώντας ως εκ τούτου ότι κατά την περίοδο όπου βρισκόταν στην Κλινική Αποτοξίνωσης Άνωσης δεν διέμενε ανελλιπώς στο XXXXX. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είναι αλήθεια όσα ανέφερε περί ανελλιπούς διαμονής του από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι τον Μάρτιο του 2017 στο XXXXX. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι περί τον Ιούλιο του 2015 δεν βρισκόταν στην Κύπρο αλλά στην Κέρκυρα όπου του επιδόθηκε το Κλητήριο Θεσπίσματος. Ο Μ.Υ.Ε.1 ο οποίος ανέφερε ότι είναι ο πατέρας του εκζητούμενου, ανέφερε ότι από το 2010 μέχρι σήμερα ο εκζητούμενος βρίσκεται στην Κύπρο. Είπε ακόμη ότι ο εκζητούμενος ήρθε στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2010 σε άθλια κατάσταση λόγω της εξαρτήσεως του από σκληρά ναρκωτικά και με τη δική του φροντίδα πήγαν στα προγράμματα. Ήταν επίσης η θέση του ότι καθημερινά έπαιρνε τον εκζητούμενο στο Σωσίβιο για να πάρει το φάρμακο του. Μετά εξαρτήθηκε από το φάρμακο και πήγαιναν στην Κλινική Αποτοξίνωσης Άνωση, ενώ παρακολουθείτο και από την Επιτροπή γιατί έχει προβλήματα ψυχικής υγείας και συγκεκριμένα διπολική διαταραχή. Ήταν η θέση του ότι ο εκζητούμενος από το 2010 που έχει έρθει στην Κύπρο δεν έχει ταξιδέψει και δεν έχει φύγει ούτε μία μέρα από την Κύπρο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Μ.Υ.Ε.1 επέμεινε ότι ο εκζητούμενος δεν έχει φύγει από την Κύπρο. Δέχθηκε ότι είναι ο ίδιος που ζήτησε από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX να εκδώσει κάποια βεβαίωση για τη διαμονή του εκζητούμενου. Είπε ότι αυτό που ζήτησε από τον Κοινοτάρχη είναι να πει την αλήθεια, δηλαδή ότι το παιδί του έμενε μαζί του στο XXXXX, αφού τον έβλεπε σχεδόν καθημερινά όταν περνούσε από το μαγαζί του, όπου σχεδόν καθημερινά πήγαινε και ο εκζητούμενος μαζί του. Αγορεύσεις Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υιοθέτησαν δύο εντελώς διαφορετικές θέσεις. Η μεν συνήγορος της Κεντρικής Αρχής εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εκτέλεσης του ΕΕΣ και δεν προβλήθηκε και/ή προέκυψε οποιοσδήποτε λόγος για μη εκτέλεση του. Ενώ σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου στο οποίο παρατίθενται οι λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, εισηγήθηκε ότι ο εκζητούμενος κωλύεται να επικαλείται το εν λόγω άρθρο για σκοπούς μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, καθότι ως διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ο ίδιος είχε κλητευθεί και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και το τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και είχε δώσει από προηγουμένως εντολή σε δικηγόρο η οποία ουδέποτε ανακλήθηκε. Επίσης, ήταν η θέση της ότι ενημέρωση σχετικά με την κλήτευση έλαβε και ο διορισμένος εκ του εκζητούμενου δικηγόρος και συνεπώς, δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ο δε συνήγορος του εκζητούμενου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί ερήμην του και ουδέποτε έλαβε γνώση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του μέχρι σήμερα. (β) ότι ακόμα και αν θεωρηθεί ορθή η επίδοση του Κλητηρίου Θεσπίσματος, ο εκζητούμενος δεν έχει ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην απουσία του και ούτε ενημερώθηκε για οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του με οποιοδήποτε τρόπο μετά την έκδοση της εναντίον του ερήμην απόφασης και ότι δεν παρασχέθηκαν οι νομικές εγγυήσεις που απαιτούνται, ώστε το Δικαστήριο να εκτελέσει το ΕΕΣ, γεγονός που επιτρέπει στο Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου, να μην εκτελέσει το ΕΕΣ εναντίον του εκζητούμενου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, έχοντας κατά νου τις διάφορες παραμέτρους που έχει καθορίσει η Νομολογία σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, (βλ. (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.Α.1, σημειώνω ότι αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν μάλλον τυπική και επικεντρώθηκε στις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων του. Οι απαντήσεις του στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ήταν σαφείς, άμεσες και κατά την κρίση μου ειλικρινείς και είχαν συνάφεια με τη λογική. Περαιτέρω, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις της φύσεως που θα δύναντο να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Όσα δε ανέφερε ως προς τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία κατέθεσε δεν αντικρούστηκαν από την άλλη πλευρά και τα αποδέχομαι. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Ονουφρίου ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.Α.1 εμπεριείχε υπερβολική προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο για το ορθό της έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΣ. Αντίθετα, θεωρώ ότι ήταν καθόλα αντικειμενικός, ο οποίος δεν δίστασε να αναφέρει ότι η πηγή γνώσης του είναι όσα περιέχονται στο ΕΕΣ και αυτό κατά την κρίση μου ήταν λογικό, έχοντας κατά νου την ιδιότητα υπό την οποία κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Ονουφρίου ότι ο Μ.Κ.Α.1 προσπάθησε να ερμηνεύσει γεγονότα, διαδικασίες νόμους και αποφάσεις μίας ξένης χώρας. Μέσα από τη μαρτυρία του εκείνο που προσπάθησε ουσιαστικά ο Μ.Κ.Α.1 να κάνει ήταν να μεταφέρει στο Δικαστήριο όλες τις πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του και αυτό θεωρώ ότι έπραξε με αντικειμενικότητα. Παρακολουθώντας τον εκζητούμενο στο εδώλιο πρέπει να πω ότι γενικά δεν μου έδωσε την εικόνα ότι είχε πρόθεση να ψευδομαρτυρήσει ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Γενικά παρακολουθώντας τον τρόπο και το ύφος του ενώ έδιδε ένορκη μαρτυρία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των απαντήσεων του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δεν έχω καμία αμφιβολία ότι γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σχετικά με την εγκατάσταση του στην Κύπρο από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι και σήμερα, ότι η κατοικία όπου διαμένει βρίσκεται στο χωριό XXXXX, την ένταξη του σε προγράμματα απεξάρτησης. Βεβαίως είναι προφανές ότι το Τεκμήριο 6 που κατέθεσε, και αφορά βεβαίωση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, την οποία παρουσίασε με σκοπό να καταδείξει ότι ανελλιπώς διέμενε στο χωριό XXXXX, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία γιατί το πρόσωπο το οποίο έχει συντάξει το εν λόγω έγγραφο δεν ήρθε να υιοθετήσει το περιεχόμενο του, και να αντεξεταστεί επί αυτού, και επομένως είναι μηδενική η αποδεικτική του αξία. Πέραν τούτου, αξίζει να σημειωθεί ότι η αναφορά περί ανελλιπούς διαμονής του εκζητούμενου στο χωριό XXXXX στο Τεκμήριο 6, δεν συνάδει ούτε με την μαρτυρία του εκζητούμενου ο οποίος στο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο κλειστό πρόγραμμα στην Κλινική Αποτοξίνωσης Άνωσης δεν διέμενε στο XXXXX. Συνακόλουθα, το Τεκμήριο 6 ουδόλως έχει βοηθήσει τον εκζητούμενο να πείσει το Δικαστήριο για τα όσα ανέφερε αναφορικά με την ανελλιπή διαμονή του στο χωριό XXXXX. Αναφορικά με τα λοιπά έγγραφα που έχει καταθέσει με σκοπό να αποδείξει ότι ουδέποτε ταξίδεψε στο εξωτερικό και ότι από τον Φεβρουάριο του 2010 που ήρθε στην Κύπρο ουδέποτε ταξίδεψε στην Κέρκυρα, αλλά ανελλιπώς διαμένει στο XXXXX, παρόλο ότι δικαιολογούν την εξαγωγή συμπεράσματος ότι όντως διαμένει στην Κύπρο από το 2010, εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι έκτοτε δεν ταξίδεψε στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στην Κέρκυρα. O Μ.Υ.1 επίσης θεωρώ ότι σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια, ωστόσο δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του ότι ο εκζητούμενος διέμενε από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι και σήμερα μαζί του στο XXXXX και τούτο, γιατί αυτή του η θέση δεν συνάδει με τη θέση του εκζητούμενου ότι υπήρχαν και περίοδοι όπου δεν διέμενε στο χωριό XXXXX. Νομική Πτυχή Προτού προβώ σε εξέταση των λόγων μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου στην εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω επιγραμματικά τους βασικούς στόχους και τις παραμέτρους που διέπουν το Ε.Ε.Σ., όπως έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ.256/2017, ημερομηνίας 24/10/2017: «Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A245, Π.Ε. 154/2017, ημερ. 6.7.2017 τόνισε τους βασικούς σκοπούς του Νόμου (Ν.133(Ι)/2004) και τους στόχους της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ). «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ητοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» (βλ. Shini-Mehrabzadeh Said ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π.Ε. Αρ. 279/2015, 17/11/2015).» Το άρθρο 4 του Νόμου, προνοεί για το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ. Στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΕΣ παρόλο ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι συντάχθηκε κατά τον ορθό τύπο και ότι περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία, ως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 4 του Νόμου, εντούτοις εξέταση του ΕΕΣ διαπιστώνω ότι περιέχει όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία και συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου. Το άρθρο 12 του Νόμου καθορίζει ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ, επιτρέπεται εφόσον: (α) Η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή σύμφωνα με το δίκαιο του αιτούντος κράτους και είναι παράλληλα αξιόποινη σύμφωνα με τους Κυπριακούς Νόμους (ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού), δηλαδή απαιτείται ύπαρξη διττού αξιοποίνου. (β) Τα Δικαστήρια του αιτούντος κράτους να έχουν καταδικάσει τον εκζητούμενο σε ποινή στερητικής της ελευθερίας τουλάχιστον 4 μηνών. (γ) Η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για 32 ομάδες αξιόποινων πράξεων όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του αιτούντος κράτους, εφόσον τιμωρούνται στο εν λόγω κράτος με στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών. Στην προκειμένη περίπτωση το αδίκημα σε σχέση με το οποίο επεβλήθη η ποινή κάθειρξης πέντε
(5)ετών στον εκζητούμενο είναι το αδίκημα της κλοπής το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρο 12
(2)(ιη) του Νόμου και το οποίο στη χώρα έκδοσης του εντάλματος τιμωρείται με ποινή κάθειρξης πέντε
(5)ετών ως αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου. Αλλά και αν απαιτείτο, τέτοια πράξη συνιστά έγκλημα και κατά τις πρόνοιες του Άρθρου 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία
(3)έτη. Επίσης είναι προφανές ότι πληρούται και η προϋπόθεση του άρθρου 12
(1)(β) του Νόμου εφόσον το Ελληνικό Δικαστήριο έχει καταδικάσει τον εκζητούμενο σε στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε
(5)ετών. Στο άρθρο 13 του Νόμου απαριθμούνται συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η Δικαστική Αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης υποχρεούται να απορρίψει το αίτημα για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχει εγερθεί από μέρους του εκζητούμενου οποιοσδήποτε λόγος που να συνηγορεί στην υποχρεωτική μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, στη βάση όλων των ενώπιον μου στοιχείων, καταλήγω ότι δεν συντρέχει κανένας από τους υποχρεωτικούς λόγους μη εκτέλεσης του ΕΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 13 του Νόμου. Το άρθρο 14 του Νόμου περιλαμβάνει τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες το αρμόδιο Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση εν πρώτοις σημειώνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις της παραγράφου
(1)του άρθρου 14 του Νόμου. Η παράγραφος
(2)του άρθρου 14 του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14
(2)του Νόμου η Δικαστική Αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δύναται να μην εκτελέσει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη του που οδήγησε στην επιβληθείσα ποινή για την εκτέλεση της οποίας επιζητείται η έκδοση του, εκτός εάν συντρέχει κάποιος από τους τέσσερεις λόγους που αναφέρονται στα υποεδάφια (α) έως (δ) του εδαφίου 2 του άρθρου 14 του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση το ΕΕΣ αφορά σε εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα ερήμην του εκζητούμενου. Στο Μέρος Δ του ΕΕΣ αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως και το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο αναφέρεται περαιτέρω ότι ο εκζητούμενος ενημερώθηκε στις 31/07/2015 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του. Η Υπεράσπιση αμφισβητεί το γεγονός αυτό και ισχυρίζεται ότι ο εκζητούμενος δεν γνωρίζει τον συγκεκριμένο δικηγόρο και ουδέποτε τον διόρισε ως δικηγόρο του. Σε σχέση με το θέμα της κλήτευσης του εκζητούμενου, η Κεντρική Αρχή ζήτησε από τις Ελληνικές Αρχές διευκρινήσεις τις οποίες έδωσαν. Σύμφωνα με την επιστολή των Ελληνικών Αρχών Τεκμήριο 5 το Κλητήριο Θέσπισμα του εκζητούμενου θυροκολλήθηκε στις 29/07/2015 στη δηλωθείσα κατά την απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας διεύθυνση, η οποία δεν μεταβλήθηκε με μεταγενέστερη δήλωση του ενώπιον του Εισαγγελέα. Επίσης αναφέρεται ότι στις 31/07/2015 το Κλητήριο Θέσπισμα επιδόθηκε και στον ίδιο τον αντίκλητο δικηγόρο του εκζητούμενου XXX Κουλούρη, ο οποίος είχε διοριστεί από τον εκζητούμενο κατά την απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ο διορισμός του οποίου δεν προκύπτει να ανακλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας με οποιαδήποτε άλλη δήλωση του. Οι εν λόγω επιδόσεις, φαίνεται να έγιναν σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συγκεκριμένα των άρθρων 155 και 273, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε αντίθετη εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης επί τούτου. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι το θέμα του νομότυπου ή μη της κλητεύσεως του εκζητούμενου ενώπιον του εκδώσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, δεν δύναται να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αυτό είναι θέμα που θα πρέπει να προβληθεί ενώπιον των Ελληνικών Αρχών εφόσον εγκριθεί το αίτημα της Κεντρικής Αρχής και εκδοθεί ο εκζητούμενος. Είναι γι' αυτό που το παρόν Δικαστήριο δεν αξιολόγησε και δεν κατέληξε σε εύρημα σε σχέση με τις θέσεις που προέβαλε ο εκζητούμενος ως προς το θέμα αυτό. Πιο συγκεκριμένα θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και να καταλήξει σε εύρημα ότι ο εκζητούμενος διέμενε ή όχι κατά τον χρόνο της επίδοσης του Κλητηρίου Θεσπίσματος στη δηλωθείσα κατά την απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας διεύθυνση, όπου έλαβε χώρα η θυροκόλληση, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ούτε να εξετάσει και να καταλήξει σε εύρημα ότι ο εκζητούμενος είχε ή δεν είχε διορίσει ποτέ τον δικηγόρο Ελευθέριο Κουλούρη ως πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η ουσία είναι ότι ο εκζητούμενος ερημοδίκησε και δεν εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από συνήγορο της αρεσκείας ως αναφέρεται από τις Ελληνικές Αρχές στην επιστολή τους Τεκμήριο 3, και αυτό είναι παραδεκτό μεταξύ των δύο πλευρών. Με αυτά κατά νου προχωρώ να εξετάσω τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ακόμη και σε περίπτωση που θεωρηθεί ορθή η επίδοση του Κλητηρίου Θεσπίσματος, τυγχάνουν εφαρμογή οι πρόνοιες του 14 του Νόμου, δεδομένου ότι ο εκζητούμενος δεν έχει ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην απουσία του, ούτε ενημερώθηκε για οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του και δεν παρασχέθηκαν οι νομικές εγγυήσεις που απαιτούνται. Αναφορικά με τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο εκζητούμενος δεν έχει ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση στην απουσία του, κατ' αρχάς σημειώνω ότι η σχετική επί του θέματος νομολογία έχει καθορίσει ότι εάν έχουν παρασχεθεί οι νομικές εγγυήσεις που προνοούνται τόσο από στον Νόμο όσο και στην παράγραφο 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Επομένως το ερώτημα, που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο έχουν δοθεί από τις Ελληνικές Αρχές επαρκείς νομικές εγγυήσεις, ως προνοούνται στο άρθρο 14
(2)του Νόμου και στην παράγραφο 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο. Η παράγραφος 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ προνοεί ως ακολούθως: «Άρθρο 5 Εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα απόντος του ενδιαφερομένου και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ' άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση που εκδόθηκε εν τη απουσία του, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από το αν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλισθεί στον καθ' ου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης·
- όταν η αξιόποινη πράξη στην οποία βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας εφ' όρου ζωής, η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος δύναται να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος έχει στο νομικό του σύστημα διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής -κατ' αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο 20 ετών- ή για την εφαρμογή μέτρων επιεικείας τα οποία προβλέπει υπέρ του προσώπου η νομοθεσία ή πρακτική του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στη μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου·
- όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.» Στην προκειμένη περίπτωση στο Μέρος Δ (β) του ΕΕΣ αναφέρονται οι ακόλουθες νομικές εγγυήσεις: «β) Η ελληνική Νομοθεσία παρέχει στον ανωτέρω εκζητούμενο το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατά της ως άνω απόφασης εκπρόθεσμα και καθιστά εφικτή την εκ νέου συζήτηση της ίδιας υπόθεσης παρουσία του, εφόσον το αρμόδιο Δικαστήριο δεχθεί ότι το εκπρόθεσμο της άσκησης του ενδίκου μέσου οφείλετε σε λόγους ανωτέρας βίας.». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σημειώνεται περαιτέρω ότι η Κεντρική Αρχή ζήτησε διευκρινήσεις από τις Ελληνικές Αρχές ως προς τους λόγους ανωτέρας βίας που αναφέρεται στις νομικές εγγυήσεις, τις οποίες οι Ελληνικές Αρχές έδωσαν με την επιστολή τους Τεκμήριο 3 στην οποία αναφέρουν επί λέξει ότι: «
- Ανωτέρω βία είναι κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό που δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.». Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. χχχ Πρόϊος, Πολ. Έφεση Αρ.230/2019, ημερ. 03/03/2020, είναι απολύτως σχετική επί του θέματος των νομικών εγγυήσεων αλλά και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των νομικών εγγυήσεων που δόθηκαν στην προκειμένη περίπτωση από τις Ελληνικές Αρχές, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εμβέλεια του άρθρου 14 του Νόμου, οι λόγοι θέσπισής του και το πεδίο εφαρμογής του έτυχαν εξέτασης στην υπόθεση John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 5.3.2015 ως ακολούθως: «Η πιο πάνω πρόνοια, στην ολότητά της, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας το ΄Αρθρο 4α της Απόφασης πλαίσιο 2002/584, το οποίο είναι διατυπωμένο με πολύ παρόμοιους όρους. Το άρθρο αυτό ενσωματώθηκε στην εν λόγω Απόφαση με το ΄Αρθρο 2 της Απόφασης πλαίσιο 2009/299, στο ΄Αρθρο 1 της οποίας αναφέρονται, στις παραγράφους 1 και 3, σε σχέση με τους στόχους της, τα εξής:- «
- Οι στόχοι της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και, ιδίως, η βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών.» «
- Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθορίζει κοινούς κανόνες για την αναγνώριση ή/και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ένα κράτος μέλος (κράτος μέλος εκτέλεσης), οι οποίες εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος έκδοσης) έπειτα από διαδικασία στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, ...» Η αναγκαιότητα, η οποία οδήγησε στη θέσπιση του ΄Αρθρου 4α, ανωτέρω, καθώς, επίσης ο σκοπός, τον οποίο αυτό επιδιώκει να υπηρετήσει, αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 3, 4 και 6 της Απόφασης πλαίσιο 2009/299, ενώ, επεξηγούνται και στις υποθέσεις C-396/2011, Radu, ανωτέρω, σκέψεις 35, 36 και 37, και C-399/2011, Stefano Melloni, της 26.2.
- ...» Συγκεκριμένα, για το άρθρο 14
(2)(δ), που εδώ ενδιαφέρει, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε συμφωνία, λοιπόν, με το ΄Αρθρο 4α της Απόφασης πλαίσιο, το άρθρο 14
(2)προβλέπει τη δυνατότητα δικαστική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ, στην περίπτωση που το εκζητούμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην καταδίκη του και στην επιβληθείσα σ' αυτό ποινή. Η διακριτική αυτή εξουσία δεν παρέχεται, εφόσον η παράγραφος (δ) του ΕΕΣ συμπληρώνεται δεόντως και αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που διέπουν την περίπτωση του εκζητουμένου, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 14
(2)και έχουν εξηγηθεί στην υπόθεση C-399/2011, Melloni, ανωτέρω, στη σκέψη 40, με αναφορά στο αντίστοιχο ΄Αρθρο 4α της εν λόγω Απόφασης.» Στη υπόθεση Melloni, πιο πάνω, τέθηκαν τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «1) Έχει το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της από την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, την έννοια ότι απαγορεύει στις εθνικές δικαστικές αρχές, στις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στη διάταξη αυτή, να εξαρτούν την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και παραδόσεως από τον όρο ότι η σχετική καταδικαστική απόφαση υπόκειται σε αναθεώρηση, προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα υπερασπίσεως του εκζητουμένου; 2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ συμβατό με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δικαίωμα στην αποτελεσματική δικαστική προστασία και σε δίκαιη δίκη, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη [.], καθώς και από τα δικαιώματα υπερασπίσεως, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του ίδιου Χάρτη; 3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, παρέχει το άρθρο 53 του Χάρτη, ερμηνευόμενο συστηματικά σε συνάρτηση με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τα άρθρα του 47 και 48, τη δυνατότητα σε κράτος μέλος να εξαρτήσει την παράδοση ερήμην καταδικασθέντος προσώπου από τον όρο ότι η καταδικαστική απόφαση υπόκειται σε αναθεώρηση στο κράτος που ζητεί την έκδοση, αναγνωρίζοντας έτσι στα δικαιώματα αυτά υψηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο που προβλέπει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αποφευχθεί μία ερμηνεία που θα περιόριζε ή θα έθιγε θεμελιώδες δικαίωμα αναγνωριζόμενο από το Σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους;» «Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο στη σκέψη 40 αναφέρθηκε στο γράμμα του άρθρου 4α
(1)της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584 ως ακολούθως: «Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η εν λόγω διάταξη προβλέπει προαιρετικό λόγο μη εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος για τους σκοπούς εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία κατέληξε στην καταδίκη του. Η ανωτέρω ευχέρεια, πάντως, συνδυάζεται με τέσσερις εξαιρέσεις στερούσες τη δικαστική αρχή εκτελέσεως από τη δυνατότητα αρνήσεως εκτελέσεως του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι το συγκεκριμένο άρθρο 4α, παράγραφος 1, απαγορεύει, σε τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις, το να εξαρτά η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από τη δυνατότητα αναθεωρήσεως της καταδικαστικής αποφάσεως με την αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδίου.» Στη σκέψη 41 το Δικαστήριο διευκρίνισε πως καταργήθηκε το άρθρο 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο 2002/584, το οποίο «παρείχε υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη δυνατότητα εξαρτήσεως της εκτελέσεως ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τους σκοπούς της εκτελέσεως ποινής επιβληθείσας ερήμην από την προϋπόθεση διασφαλίσεως εντός του κράτους μέλους εκδόσεως νέας διαδικασίας εκδικάσεως της υποθέσεως παρουσία του ενδιαφερομένου». Με το νέο άρθρο 4α, η πιο πάνω διάταξη περιόρισε τη δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης τέτοιου εντάλματος θέτοντας «προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως». Άρα, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να προβεί στην παράδοση καταδικασθέντος ερήμην προσώπου, «εφόσον το πρόσωπο αυτό είχε ενημερωθεί εν ευθέτω χρόνο σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης και σχετικά με το ενδεχόμενο εκδόσεως αποφάσεως σε περίπτωση μη εμφανίσεώς του ή το οποίο, τελούν εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο να το υπερασπισθεί, οπότε η εν λόγω δικαστική αρχή δεν μπορεί να εξαρτά την παράδοση από το ενδεχόμενο νέας δίκης παρουσία του ενδιαφερομένου εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» (σκέψη 42). Το Δικαστήριο στήριξε την πιο πάνω ερμηνεία του άρθρου 4α στους επιδιωκόμενους σκοπούς του νομοθέτη της Ένωσης, δηλαδή να καταστεί εφικτό «στην εκτελούσα αρχή να εκτελέσει την απόφαση παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη, τηρουμένου πλήρως του δικαιώματος υπερασπίσεως του ενδιαφερομένου» (σκέψη 43). Καταλήγοντας ως προς το πρώτο ερώτημα στα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, στις παρατιθέμενες στην ως άνω διάταξη περιπτώσεις, να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» (τονισμός δικός μας) Ως προς το δεύτερο ερώτημα το Δικαστήριο, υπογράμμισε ότι : «...η εναρμόνιση των προϋποθέσεων εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως τα οποία εκδίδονται προς εκτέλεση των εκδοθεισών αποφάσεων κατόπιν δίκης στην οποία δεν παρέστη αυτοπροσώπως ο ενδιαφερόμενος, εναρμόνιση η οποία υλοποιείται με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, συμβάλλει, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 1 αυτής, στην ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των αποτελούντων αντικείμενο ποινικής δίκης προσώπων, βελτιώνοντας παράλληλα την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών». (σκέψη 51) (τονισμός δικός μας). Για να καταλήξει στο ότι: «52 Υπό την έννοια αυτή, στο εν λόγω άρθρο 4α, παράγραφος 1, προβλέπονται, υπό τα στοιχεία αʹ και βʹ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να θεωρείται ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματός του να παρίσταται στη δίκη του, με αποτέλεσμα η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς εκτέλεση της εκ μέρους του καταδικασθέντος ερήμην προσώπου ποινής να μην μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να επιτύχει τη διεξαγωγή νέας δίκης παρουσία του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Τούτο συμβαίνει είτε οσάκις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη μολονότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί επισήμως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο οι οποίοι είχαν ορισθεί με την κλήτευση είτε, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο βʹ, οσάκις, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, επέλεξε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να παραστεί ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ως προς την παράγραφο 1, στοιχεία γʹ και δʹ, παρατίθενται εκεί οι περιπτώσεις όπου η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μολονότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να τύχει νέας διεξαγωγής της δίκης εφόσον το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ζήτησε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης είτε ότι πρόκειται να ενημερωθεί ρητώς ως προς το δικαίωμά του για την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης. (ο τονισμός δικός μας) 53 Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν προσβάλλει το δικαίωμα για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη ούτε τα διασφαλιζόμενα αντιστοίχως από τα άρθρα 47 και 48, παράγραφος 2, του Χάρτη δικαιώματα άμυνας». Αναφορικά με το τρίτο ερώτημα το Δικαστήριο τόνισε πως: «όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αρνούνται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οσάκις ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μια από τις τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται με την ανωτέρω διάταξη». (ο τονισμός δικός μας) Επισημαίνοντας πως στην Απόφαση Πλαίσιο 2009/299 δεν προβλέπεται προϋπόθεση ότι η καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως (σκέψη 63), το Δικαστήριο κατέληξε στο εξής: «Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 53 του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να εξαρτά την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από την προϋπόθεση ότι η καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως, ώστε να αποφεύγεται τυχόν προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των κατοχυρωμένων στο Σύνταγμά του δικαιωμάτων άμυνας». Το Άρθρο 4α της Απόφασης Πλαίσιο διαγράφει το Άρθρο 5.1 και αντικαθιστά το στοιχείο (δ) στο Παράρτημα με ένα διαφορετικό κείμενο, το οποίο αντανακλά τις τροποποιήσεις που έγιναν. Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρούμε ότι στο επίδικο ΕΕΣ δεν χρησιμοποιήθηκε ο νέος τύπος που προνοείται στο Παράρτημα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 14
(2)του Νόμου και το Άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο. To άρθρο 21
(2)του Νόμου παρέχει τη δυνατότητα στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να ζητήσει την «κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων», προκειμένου να καταστεί εφικτή η εκτέλεση του ΕΕΣ. Στην υπό εξέταση υπόθεση έχουν ζητηθεί συμπληρωματικά στοιχεία, ήτοι αντίγραφο του αποδεικτικού επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και επαρκείς εγγυήσεις, δυνάμει του Άρθρου 5.1 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584, οι οποίες όμως κρίθηκαν ανεπαρκείς από το πρωτόδικο Δικαστήριο και αυτό οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος για εκτέλεση του ΕΕΣ. Παρά την κατάργηση του Άρθρου 5.1 τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides, πιο πάνω, ότι «η προσπάθεια, η οποία προωθείται από την Απόφαση Πλαίσιο 2009/299, για απλούστευση, έτι περαιτέρω, της διαδικασίας εκτέλεσης ΕΕΣ, με την υιοθέτηση του Άρθρου 4α, δεν καταργεί την απαίτηση του διαγραφέντος Άρθρου 5.1 της Απόφασης πλαίσιο 2002/584.».» Αναφορικά με τις νομικές εγγυήσεις και το άρθρο 14
(2)του Νόμου, σχετικές είναι και οι υποθέσεις Ρένου Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:A452, Πολ.Εφ. Αρ.262/2016, ημερ.29/09/2016, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ.196/2013, ημερ.19/07/2013, Ρογήρου Μιχαήλ Χατζηκυπριανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ.193/201, ημερ. 18/07/2014. Στην υπόθεση Ρογήρου Μιχαήλ Χατζηκυπριανού (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι «Το παρόν δικαστήριο, όπως και το πρωτόδικο, έχουν υποχρέωση να βεβαιωθούν ότι, στον εκζητούμενο, θα παρασχεθεί δικαίωμα επανεξέτασης της ουσίας των εναντίον του κατηγοριών, στις οποίες καταδικάστηκε ερήμην, αλλά δεν θα ασχοληθεί με τα δικαιώματά του, δυνάμει του ουσιαστικού Ελληνικού Δικαίου, θέμα που εμπίπτει στην αποκλειστικήν αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων.». Στην Νικόλας Κυριάκου, (ανωτέρω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση για εκτέλεση κάποιων εκ των επίδικων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, καθώς κρίθηκε ότι οι νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν είχαν τη μορφή ότι ο Εφεσείων μπορούσε να ασκήσει αίτηση ακύρωσης παρά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας. Στην Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606, παρόλο που κρίθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου (βλ. τροποποιητικό Νόμο Ν.30(Ι)/14)εντούτοις τα αποφασισθέντα κατά το μέρος που ενδιαφέρει εξακολουθούν να ισχύουν. Οι νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν στην υπόθεση αυτή ήταν ότι ο εκζητούμενος μπορούσε να ασκήσει έφεση άμα τη εκδόσει του κατά το Άρθρο 429 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εναντίον της ερήμην καταδίκης του, αλλά και να υποβάλει αίτηση ακυρώσεως της όλης διαδικασίας, συμφώνως του Άρθρου 430 του Κώδικα. Το Εφετείο κρίνοντας τις άνω εγγυήσεις ανέφερε τ' ακόλουθα: «... Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων/εγγυήσεων, δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (Δέστε Άρθρο 2
(2)του Νόμου.)» Θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι στην υπόθεση Πρόϊος (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 14
(2)του Νόμου υπέρ της απόρριψης του αιτήματος των Ελληνικών Αρχών για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του εφεσίβλητου, σχετικά με οικονομικής φύσεως αδικήματα, λόγω του ότι δεν παρασχέθηκαν επαρκείς νομικές εγγυήσεις, οι οποίες απαιτούνται σε περιπτώσεις προσώπων που δικάστηκαν και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης ερήμην τους. Οι νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν στην εν λόγω υπόθεση ήταν ως ακολούθως: «. Επιπλέον σας γνωρίζουμε ότι εκ νέου εκδίκαση των υποθέσεων είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που ο εκζητούμενος ασκήσει έφεση κατά των καταδικαστικών αποφάσεων με την επίκληση λόγου ανώτερης βίας που δικαιολογεί το εκπρόθεσμο υποβολής των εφέσεων και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχθεί ως βάσιμο τον προβληθέντα λόγο ανώτερης βίας». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Εφετείο, κρίνοντας τις άνω εγγυήσεις, ανέφερε τα ακόλουθα: «Με αυτά τα δεδομένα, η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμία από τις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο και στο άρθρο 14
(2)του Νόμου, οι οποίες, εάν υφίσταντο, δεν θα δικαιολογούσαν την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ, όπως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Melloni, πιο πάνω. Η δυνητική διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 14, «δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος...», σημαίνει ότι υφίσταται διακριτική ευχέρεια της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός αν ισχύουν οι προϋποθέσεις που τίθενται ρητά στο εν λόγω άρθρο. Εν προκειμένω, δεν ισχύει καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 14
(2)έτσι ώστε να μην υφίσταται διακριτική ευχέρεια άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ. Οι δε «εγγυήσεις» που δόθηκαν δεν προσφέρουν τη δυνατότητα στον εκζητούμενο να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης των υποθέσεων του παρά μόνο με την επίκληση ανωτέρας βίας. Αυτό, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν δίδει τα εχέγγυα που ο Νόμος, η απόφαση-πλαίσιο και το όλο πνεύμα της διαδικασίας του ΕΕΣ καθορίζουν. Η δυνατότητα που προσφέρεται στον εκζητούμενο να «δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο» στην έννοια της παραγράφου 2(δ) του άρθρου 14 του Νόμου υπ΄ αρ. 133
(1)/2004, παρουσιάζεται να περιορίζεται σημαντικά, εφόσον το Τεκμήριο 10 ενεργοποιεί το δικαίωμα του ερημοδικήσαντα να τύχει εκ νέου εκδίκασης των υποθέσεών του μόνο κατ΄ έφεση με την επίκληση λόγου ανωτέρας βίας. Αυτό φαίνεται να εκφεύγει και της παραγράφου 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο και της πρόνοιας περί «επαρκών εγγυήσεων».» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Καθοδηγούμενη από την προαναφερόμενη νομολογία και εξετάζοντας τις νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν στην προκειμένη περίπτωση από τις Ελληνικές Αρχές οι οποίες ζητούν την εκτέλεση του ΕΕΣ, κρίνω ότι οι νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν δεν δίδουν ρητά τη δυνατότητα που προσφέρεται στον εκζητούμενο στην έννοια του εδαφίου 2(δ) του άρθρου 14 του Νόμου, να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης της υπόθεσης του. Και αυτό, γιατί οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τις Ελληνικές Αρχές ενεργοποιεί το δικαίωμα στον εκζητούμενο να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης της υπόθεσης του μόνον με την επίκληση ανωτέρας βίας και υπό την προϋπόθεση ότι το αρμόδιο Δικαστήριο δεχθεί ότι το εκπρόθεσμο της άσκησης του ένδικου μέσου οφείλετε σε λόγους ανωτέρας βίας. Αυτό κατά την κρίση μου δεν συνάδει ούτε με το πνεύμα των εγγυήσεων που η παράγραφος 5
(1)της Απόφασης Πλαίσιο απαιτεί (βλ. Πρόϊος (ανωτέρω)). Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο Νόμος και δη το άρθρο 14
(2)του Νόμου, δεν επιτρέπεται η εκτέλεση και απορρίπτεται το αίτημα για εκτέλεση του ΕΕΣ. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να κοινοποιήσει αμελλητί την παρούσα απόφαση στην Δικαστική Αρχή Έκδοσης του ΕΕΣ. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο