Δημοκρατία ν. Παυλίδου κ.α., Υπόθεση αρ.: 14100/2017, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2020:25 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 14100/2017 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν.
- XXX Παυλίδου
- XXX Καρρέρα
- XXX Κώστα
- XXX Προκόπη
- XXX Ζωδιάτης
- XXX Δρουσιώτης
- C + 1 Consultancy
- XXX Νικολάου Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19/11/2020 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου Για την κατηγορούμενη 1: κα Μ. Νεοφύτου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ζ. Νικολαϊδης Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου Για την κατηγορούμενη 7: κα Μ. Νεοφύτου Π Ο Ι Ν Η (Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 7) Η κατηγορούμενη 1, κατόπιν παραδοχής της, βρίσκεται ένοχη σε 159 κατηγορίες, εκ των οποίων: (α) οι 26 αφορούν το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii),
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, Νόμου (Ν.188
(1)/2007), (β) οι 17 αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη καταδολίευσης, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα, (γ) οι 50 αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, (δ) οι 51 αφορούν το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του ίδιου Νόμου, (στ) οι 14 αφορούν το αδίκημα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του ίδιου Νόμου και τέλος, (ζ) η 1 αφορά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του ίδιου, πάντοτε, Νόμου. Ο κατηγορούμενος 2, με δική του παραδοχή, βρίσκεται ένοχος σε συνολικά 19 κατηγορίες, εκ των οποίων, οι 4 αφορούν το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι 5 αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευση, οι 5 αφορούν το αδίκημα της απάτης και οι άλλες 5, το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των πιο πάνω Νόμων. Ο κατηγορούμενος 3, με δική του παραδοχή, βρίσκεται ένοχος σε συνολικά 67 κατηγορίες, εκ των οποίων, οι 62 αντιμετωπίζονται από κοινού με την κατηγορούμενη
- Ειδικότερα: (α) οι 9 αφορούν το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (β) οι 7 αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευση, (γ) οι 23 αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, (δ) οι 23 αφορούν το αδίκημα της απάτης και τέλος, (ε) οι 5 αφορούν το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Στο στάδιο αυτό επισημαίνουμε ότι, τέσσερις εκ των κατηγοριών της κατάχρησης εξουσίας και μία κατηγορία για ψευδείς παραστάσεις, δεν αντιμετωπίζονται από κοινού με την κατηγορούμενη
- Η κατηγορούμενη 7, εταιρεία, με δική της παραδοχή, βρίσκεται ένοχη σε συνολικά 12 κατηγορίες, εκ των οποίων, οι 8 αντιμετωπίζονται από κοινού με τoν κατηγορούμενο 2, διευθυντή της, και οι οποίες αφορούν: (α) 2 το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (β) 2 της συνομωσίας για καταδολίευση, (γ) 2 της απάτης και (δ) 2 της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη 7 αντιμετωπίζει μόνη της, άλλες 4 κατηγορίες και δη, 2 της πλαστογραφίας και 2 της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά αναδύονται από την πολυσέλιδη έκθεση γεγονότων της κατηγορούσας αρχής και από τα όσα σχετικά ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, συνοπτικά, έχουν ως κατωτέρω: Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 7, διέπραξαν τα πιο πάνω αδικήματα, στα πλαίσια ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επιχειρησιακό πρόγραμμα συνεργασίας «Ελλάδα-Κύπρος 2007-2013», εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 28.3.
- Στόχος του προγράμματος ήταν η ανάδειξη της περιοχής ως πόλου αειφόρου ανάπτυξης στον ευρύτερο χώρο της νοτιοανατολικής μεσογείου, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Επρόκειτο για προγράμματα συνδιαχείρισης και συνχρηματοδοτούμενα, όπου προκατανέμονταν τα ποσά στις χώρες που λάμβαναν μέρος, δηλαδή στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Το πιο πάνω πρόγραμμα, υλοποιήθηκε και σε αυτό συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ως εταίροι, το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕ.ΠΑ.Κ), το Πανεπιστήμιο Κύπρου και Δήμοι. Από το σύνολο του προϋπολογισμού των 23 ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τα οποία εντάσσονται στο πιο πάνω επιχειρησιακό πρόγραμμα διασυνοριακής συνεργασίας, το ΤΕ.ΠΑ.Κ. χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ποσό των €5.000.000, περίπου. Η διαδικασία ανάθεσης ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συνοπτικά, είχε ως ακολούθως: ο κάθε ενδιαφερόμενος, ακαδημαϊκός-ερευνητής, για λογαριασμό του δημόσιου πανεπιστημίου όπου υπηρετούσε, υπέβαλλε στο γραφείο προγραμματισμού την πρότασή του, η οποία στη συνέχεια προωθείτο στη διαχειριστική αρχή ευρωπαϊκών προγραμμάτων στην Ελλάδα, αφενός, για έγκριση του προγράμματος και αφετέρου, για τελική επιλογή του συντονιστή-υπευθύνου του έργου. Μετά την έγκριση της πρότασης συνομολογείτο συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του επικεφαλής εταίρου και τότε, τα χρήματα του κάθε προγράμματος, μεταφέρονταν, ως κονδύλι, στο πανεπιστήμιο (επικεφαλής εταίρος). Στη συνέχεια, ο ακαδημαϊκός-επιστημονικός υπεύθυνος του έργου, προωθούσε αίτημα προς την Υπηρεσία Έρευνας Διεθνούς Συνεργασίας (Υ.Ε.Δ.Σ.) του ΤΕ.ΠΑ.Κ., για έγκριση πρόσληψης προσωπικού, στη βάση της επιλεξιμότητας της δαπάνης και της διαθεσιμότητας του κονδυλίου. Όταν εγκρινόταν το σχετικό αίτημα, ανατίθετο η εργασία σε συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε με ανάθεση εργασίας με σύμβαση ορισμένου χρόνου είτε με διαδικασία προσφορών, αφού προηγουμένως την αποδεχόταν και ενημερωνόταν σχετικά η Υ.Ε.Δ.Σ. και το λογιστήριο. Το τελευταίο, κατέβαλλε την αμοιβή για τις εκτελεσθείσες εργασίες, στη βάση βεβαίωσης για διεκπεραίωση των εργασιών από τον υπεύθυνο του έργου (οδηγίες πληρωμής) και έκδοση τιμολογίων από τον συνεργάτη και αφού οι εν λόγω οδηγίες πληρωμής, εγκρίνονταν από την Υ.Ε.Δ.Σ. Η κατηγορούμενη 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση της λειτουργού στην Υ.Ε.Δ.Σ., στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. Ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν η υποστήριξη στη διαχείριση ερευνητικών προγραμμάτων και ειδικότερα, ήταν υπεύθυνη για την επιλεξιμότητα της δαπάνης και η σχετική, προς τούτο, έγκριση, ήταν προαπαιτούμενο της όποιας πληρωμής. Ο κατηγορούμενος 2 είναι γιος της κατηγορούμενης 1 και διευθυντής, γραμματέας και ιδιοκτήτης της κατηγορούμενης 7, εταιρείας, με την οποία φέρονταν να έχουν εκτελέσει εργασίες, κατόπιν ανάθεσης, μερικών εκ των επίδικων ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ο κατηγορούμενος 3, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν καθηγητής στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. και επιστημονικός υπεύθυνος σε επτά από τα επίδικα ευρωπαϊκά προγράμματα. Το συμβούλιο του ΤΕ.ΠΑ.Κ., τον Μάρτιο του 2015 διόρισε τον κ. XXX Κλεάνθους, ως ερευνών λειτουργό για να διενεργήσει έρευνα, όλων των ερευνητικών προγραμμάτων τα οποία χειρίστηκε διοικητικά η κατηγορούμενη 1, καθότι φαινόταν παράνομη συμμετοχή σ' αυτά, συγγενικών της προσώπων. Ακολούθησε ποινική διερεύνηση του όλου ζητήματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Ο τρόπος δράσης των κατηγορουμένων στα επίδικα ερευνητικά προγράμματα, ήταν ως ακολούθως: Η κατηγορούμενη 1, από τη θέση της, ως λειτουργός έρευνας στην Υ.Ε.Δ.Σ., ενέκρινε οδηγίες πληρωμών, ενώ γνώριζε ότι αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού τα πρόσωπα που αναγράφονταν στα τιμολόγια διεκπεραίωσης εργασιών, δεν εκτέλεσαν τις τιμολογημένες εργασίες. Η κατηγορούμενη 1, με απώτερο σκοπό την απόσπαση χρημάτων, στα πλαίσια των πιο πάνω προγραμμάτων και προς ίδιο όφελος, εντόπισε φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα και τους πρότεινε όπως υποβάλουν προσφορές, ως εξωτερικοί συνεργάτες, για εκτέλεση εργασιών στα προγράμματα, εν γνώσει των τελευταίων ότι δεν θα εκτελούσαν οποιαδήποτε εργασία και ότι θα περιορίζονταν στο να υπογράφουν έγγραφα που θα ετοίμαζε η ίδια για λογαριασμό τους, πράγμα το οποίο τελικά έπραξαν. Τα τρίτα, αυτά, πρόσωπα, λάμβαναν επιταγή στο όνομά τους και αφού την εξαργύρωναν κρατούσαν ένα μικρό ποσό και το υπόλοιπο το παρέδιδαν στην κατηγορουμένη
- Η τελευταία ήταν ένας από τους συνδετικούς κρίκους και χωρίς την έγκρισή της δεν θα μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι η κατηγορούμενη 1, ενέπλεξε στις παράνομες δραστηριότητές της, το ίδιο της το παιδί (κατηγορούμενος 2), τη νύφη της, την αδελφή της και τον συμπέθερό της. Ο κατηγορούμενος 3, ήταν επιστημονικός υπεύθυνος 7 συγκεκριμένων προγραμμάτων. Μολονότι υλοποιούσε ο ίδιος τις εργασίες, εντούτοις υπέγραφε και παρουσίαζε ψευδώς ότι αυτές διεκπεραιώθηκαν από τρίτα πρόσωπα. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, δεν ήταν το πρόσωπο που είχε την πρωτοβουλία κατά την έναρξη της διάπραξης των αδικημάτων. Η τέλεση αυτών, από μέρους του, ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων απειλών, υποκίνησης και οδηγιών τρίτου προσώπου που τον χειραγωγούσε, το οποίο παράτυπα διορίστηκε από την συγκλητική επιτροπή και είχε καθοριστικό ρόλο στην οικονομική διαχείριση των προγραμμάτων. Οι ενέργειες του πιο πάνω προσώπου, δημιούργησαν στον κατηγορούμενο 3, την εντύπωση ότι αν δεν ενέδιδε στις εν λόγω οδηγίες, θα είχε τεράστια πιθανότητα να είχε σοβαρές συνέπειες στην υλοποίηση των υφιστάμενων προγραμμάτων, αλλά και να μην μπορεί να διεκδικήσει στο μέλλον άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα, λαμβανομένου υπόψη ότι για τον ίδιο ήταν εξαιρετικής σημασίας η υλοποίηση των προγραμμάτων, τόσο για τη συνέχιση της έρευνάς του όσο και για την ανάπτυξη του εργαστηρίου του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., ως επίσης και για να παρέχει εργασία σε φοιτητές και άλλους νέους επιστήμονες. Σημειώνουμε, στο σημείο αυτό, ότι το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των προγραμμάτων που ήταν επιστημονικός υπεύθυνος ο κατηγορούμενος 3, αφορούσε τις αμοιβές προσωπικού. Από το κονδύλι των προγραμμάτων, θα μπορούσε ο εκάστοτε ακαδημαϊκός, με βάση τους κανονισμούς, να λαμβάνει αμοιβή μέχρι και 75% επιπλέον του μισθού του, κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν έπραξε στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος
- Πέραν των πιο πάνω, στη βάση πάντα των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος 3 είναι και πρόσωπο που προσέγγισε τρίτους, για να εκδώσουν ψευδή τιμολόγια και ακολούθως παραλάμβανε από τους φερόμενους εκτελεστές έργων, χρήματα, τα οποία παρέδιδε στην κατηγορούμενη
- Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, υποδείκνυε στην τελευταία, τι θα έπρεπε να καταγράψουν στα βιογραφικά τους, οι φερόμενοι ως εκτελεστές των έργων, ώστε να φαίνονται ως κάτοχοι των απαιτούμενων προσόντων για να υποβάλουν προσφορά για τις εργασίες των προγραμμάτων. Σε διάφορες δε περιπτώσεις, υπέδειξε σε συγκεκριμένο, τρίτο, πρόσωπο, τα ποσά που έπρεπε να υποβάλει ως ποσά προσφοράς, με απώτερο σκοπό να κατακυρωθεί σ' αυτόν το έργο. Ο κατηγορούμενος 3, σε ερευνητικό πρόγραμμα, στο οποίο ήταν επιστημονικός υπεύθυνος, ενέπλεξε και τη σύζυγό του, η οποία δήλωσε ότι προσέφερε υπηρεσίες σε αυτό, κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Τα δε 7 ευρωπαϊκά προγράμματα, στα οποία ο κατηγορούμενος 3 ήταν επιστημονικός υπεύθυνος, υλοποιήθηκαν επιτυχώς και οι εργασίες διεκπεραιώθηκαν από τον ίδιο και την ερευνητική του ομάδα. Τα χρήματα κατατίθεντο σε λογαριασμό των πιο πάνω τρίτων προσώπων, είτε με έμβασμα είτε με επιταγή. Από αυτά κρατούσαν ένα μικρό ποσό, για την όλη ανάμιξη τους και τα υπόλοιπα, τα επέστρεφαν διά χειρός, σε κάποιες περιπτώσεις, στην κατηγορούμενη
- Στην ουσία, οι κατηγορούμενοι 1 και 3, καταχράστηκαν τα καθήκοντα και τις εξουσίες που είχαν ως δημόσιοι λειτουργοί, με σκοπό το οικονομικό ή άλλο όφελος, παρουσιάζοντας ψευδώς και με δόλια πρόθεση, ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν από τρίτα πρόσωπα που κατείχαν τα απαραίτητα προσόντα να τις εκτελέσουν, και με τον τρόπο αυτό συνέδραμαν να αποσπαστούν μεγάλα χρηματικά ποσά από το εγκεκριμένο, για τα επίδικα προγράμματα, ευρωπαϊκό κονδύλι. Ο κατηγορούμενος 2 είχε εμπλοκή στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της κατηγορούμενης 7 εταιρείας. Ειδικότερα, απέσπασε διάφορα ποσά, παρουσιάζοντας τον εαυτό του και την κατηγορούμενη 7, ψευδώς, ότι διεκπεραίωσαν εργασίες σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο κατηγορούμενος 2 ένιωσε την απόρριψη του πατέρα από μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα, αφελώς, να επιδείξει εμπιστοσύνη σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία, μεγαλώνοντας, ενέδυσε με την μορφή του πατέρα. Τα πρόσωπα αυτά, τον προέτρεψαν να διαπράξει τα αδικήματα, για τα οποία καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο. Πέρα δε τούτου, η ανάμειξη του κατηγορούμενου 2 δεν περιορίστηκε στο να παρουσιάζεται ως πρόσωπο που εκτέλεσε εργασία, στο πλαίσιο των επίδικων προγραμμάτων, αλλά και ως πρόσωπο που εντόπιζε τρίτους με σκοπό να εμπλακούν στις παράνομες δραστηριότητες, καθησυχάζοντάς τους ότι η κατηγορουμένη 1 «θα το διευθετήσει». Σε αντάλλαγμα για την ανάμιξη τους αυτή, τα τρίτα πρόσωπα, θα λάμβαναν, κάθε φορά επιταγή στο όνομά τους, την οποία θα εξαργύρωναν. Από το προϊόν της επιταγής, θα κρατούσαν ένα μικρό ποσό και το υπόλοιπο ποσό θα το επέστρεφε σε μετρητά στην κατηγορούμενη 1, όπερ και εγένετο. Η κατηγορούμενη 1 συνωμότησε με τους κατηγορούμενους 2, 3 και 7 καθώς και με άλλα πρόσωπα, με δόλιο τρόπο, να καταδολιεύσουν το ΤΕ.ΠΑ.Κ. Η παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων 1, 2 και 7 άρχισε το 2009, ενώ του κατηγορουμένου 3, το 2011 και τερματίστηκε για όλους, το
- Στην ουσία, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 7, γνώριζαν ότι τα χρήματα που αποσπάστηκαν από την έκνομη συμπεριφορά τους, ήταν έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων από μέρους τους. Με τις πιο πάνω, έκνομες πράξεις της κατηγορουμένης 1, για την περίοδο 2009-2016, στα πλαίσια 19 ευρωπαϊκών προγραμμάτων[1], συνέδραμε να αποσπαστεί από το εγκριθέν ευρωπαϊκό κονδύλι το συνολικό ποσό των €429.
- Η κατηγορούμενη 1, ως αναφέρθηκε από μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου της, οικειοποιήθηκε μέρος του πιο πάνω ποσού και συγκεκριμένα, τουλάχιστον, το συνολικό ποσό των €44.040, από 12 προγράμματα, ενώ στα πλαίσια των λοιπών προγραμμάτων, οικειοποιήθηκε μέρος του συνολικού ποσού που αυτά αφορούσαν, χωρίς όμως τούτο να καθοριστεί. Ο κατηγορούμενος 3, με τις πιο πάνω παράνομες πράξεις του, για την περίοδο 2011-2016, μέσω 7 ευρωπαϊκών προγραμμάτων[2], συνέδραμε ώστε να αποσπαστεί το συνολικό ποσό των €197.311, το οποίο να σημειωθεί αποτελεί μέρος του ποσού των €429.792, ανωτέρω. Μέρος του πιο πάνω ποσού (€197.311) και συγκεκριμένα, €22.500, περιήλθε στην κατοχή του και από αυτό κράτησε το ποσό των €5.000, κατόπιν επιμονής του τρίτου προσώπου που γίνεται αναφορά πιο πάνω. Το υπόλοιπο ποσό, το διαμοίρασε σε τρίτα πρόσωπα. Το ποσό των €5.000 που είχε κρατήσει, το κατέβαλε στην Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟ.Κ.Α.Σ). Ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής και ιδιοκτήτης της κατηγορούμενης 7, εταιρείας, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω, στα πλαίσια 5 προγραμμάτων[3], απέσπασε το συνολικό ποσό των €44.498 (βλ. λεπτομέρειες σχετικών κατηγοριών). Η κατηγορουμένη 7, εταιρεία, στα πλαίσια 2 προγραμμάτων[4], με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω, απέσπασε το συνολικό ποσό των €30.
- Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί μέρος του ποσού των €44.498, που απέσπασε ο κατηγορούμενος
- Στο στάδιο τούτο, επισημαίνουμε ότι στην κατηγορία 341, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 7, γίνεται αναφορά σε αποκτηθέν ποσό €27.000, πλην όμως, ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των γενεσιουργών αδικημάτων (κατηγορίες 310 και 311), τα οποία αποτελούν τη βάση της κατηγορίας 341, το αποσπασθέν ποσό ανέρχεται σε €22.
- Επισημαίνουμε ακόμη, ότι, για το πρόγραμμα Livewaste, ο κατηγορούμενος 2, παρά το ότι αντιμετωπίζει αδικήματα ψευδών παραστάσεων και απάτης (κατηγορίες 375 και 376), εντούτοις, δεν αντιμετωπίζει αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ως συμβαίνει για τα υπόλοιπα προγράμματα. Συνεπεία των πιο πάνω έκνομων πράξεων των κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 7, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κατακρατήσει το ποσό των €1.500.000, το οποίο έχουν επωμιστεί άλλοι εταίροι του προγράμματος. Επιπρόσθετα, ως αναφέρθηκε, θα επιβληθούν κυρώσεις, οι οποίες ενδέχεται να φτάσουν και στο σύνολο του ποσού του προγράμματος, το οποίο ανέρχεται στα €55.700.000 και η Κύπρος, ως έχει επισημανθεί, έχει μπει στο μικροσκόπιο ελέγχων άλλων προγραμμάτων που συμμετείχε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, στο στάδιο των αγορεύσεων, κάλεσαν το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, ως μετριαστικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την άμεση παραδοχή τους, την συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή της ποινής και τις επιπτώσεις, τόσο από τη διάπραξη των αδικημάτων όσο και από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης, στους κατηγορούμενους, καθώς και στις οικογένειές τους. Επιπρόσθετα, κάλεσαν το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα και περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3, κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθούν υπόψη, η μη δίωξη τρίτων προσώπων, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 κατέβαλε στη ΜΟ.Κ.Α.Σ. το ποσό των €5.000, το οποίο αποτελεί το σύνολο των χρημάτων που αποκόμισε από τη διάπραξη των αδικημάτων, την προσφορά του και στην επιστήμη, την ανοχή του ΤΕ.ΠΑ.Κ, το οποίο γνώριζε και ενήργησε καθυστερημένα στο να αποτρέψει τις έκνομες πράξεις που γίνονταν σε βάρος του, ως επίσης και το γεγονός ότι δεν υφίσταται πιθανότητα στο μέλλον να διαπράξει αδικήματα. Επισημαίνουμε ότι αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των κατηγορουμένων στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους για μετριασμό της ποινής, στην έκταση που τούτο νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι δύναται να συνιστά μετριαστικό παράγοντα. Αναμφίβολα, όλα τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που πρόσωπο γνώριζε ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης, αφού ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Όπως δε αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 298/2018, ημερομηνίας 27.6.2019: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα [.], και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» Για τα αδικήματα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα, της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του ίδιου Νόμου και της συνομωσίας για καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 302 του ίδιου Νόμου, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια. Για δε τα αδικήματα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 και της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό το κέρδος, κατά παράβαση του άρθρου 105 του ιδίου Νόμου, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η ανάγκη για προστασία, ποικίλει, ανάλογα με την σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με την σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκουν τα υπό τιμωρία εγκλήματα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο, στην πορεία για την επιμέτρηση της ποινής. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του για το έγκλημα. Το άτομο του παραβάτη, η λειτουργία του στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, επίσης, προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει, όμως, την σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του (αποτροπή), με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ανωτέρω). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 235/13, ημερομηνίας 5.10.2016, Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, εντούτοις, αυτά, δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, καταδεικνύεται όχι μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αλλά και από τις ευρύτερες κοινωνικές και άλλες δυσμενείς επιπτώσεις που επιφέρει η διάπραξή τους. Αυτής της φύσης τα αδικήματα δημιουργούν στην κοινωνία αίσθημα απαξίωσης των θεσμών, επιτείνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και απογοήτευση, πλήττουν την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς, όπως είναι το πανεπιστήμιο, ενώ συμβάλλουν στην εδραίωση της αίσθησης περί κατάρρευσης των αρχών και αξιών που πρέπει να κυριαρχούν σε όλες τις εκφάνσεις και τη λειτουργία ενός ευνομούμενου κράτους. Σκοπός του πανεπιστημίου, εκτός του να προάγει την έρευνα, να μεταδίδει τη γνώση και να καλλιεργεί τον πολιτισμό, είναι και να συμβάλλει στη διαμόρφωση υπευθύνων πολιτών, ικανών να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, με επιστημονική, επαγγελματική, πολιτιστική επάρκεια και υπευθυνότητα, με σεβασμό στους Νόμους και στις ηθικές αρχές και αξίες. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, οι οποίοι υπηρετούσαν στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., η πρώτη, ως λειτουργός Υ.Ε.Δ.Σ. και ο δεύτερος, από την τιμητική θέση του καθηγητή, με τις πιο πάνω έκνομες πράξεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αντιστρατεύθηκαν βασικές αξίες του ιδρύματος και δυναμίτισαν την αποστολή του. Και οι δυο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, παραβίασαν ηθικούς και νομικούς κανόνες. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο προοίμιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της διαφθοράς, όπως αυτή έχει κυρωθεί με το Ν.23(III)/2000, εγκλήματα διαφθοράς θέτουν σε κίνδυνο το κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπονομεύουν τη χρηστή διοίκηση, το δίκαιο και την κοινωνική δικαιοσύνη, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, παρακωλύουν την οικονομική ανάπτυξη και θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών και τις ηθικές βάσεις της κοινωνίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 40/2015, ημερομηνίας 25.11.2016, επισήμανε τα ακόλουθα: «Η πολιτεία εμπιστεύτηκε στον εφεσείοντα μια υψηλή θέση, με τα ανάλογα ωφελήματα που την συνοδεύει. Με την ανάληψη όμως των καθηκόντων του από υπηρέτης και φύλακας των συμφερόντων του δημοσίου, ενεπλάκη στο φαύλο κύκλο της διαφθοράς και αξιώνοντας και λαμβάνοντας μεγάλα ποσά καταχράστηκε κατά τον χείριστο τρόπο την θέση του. Με όλες τις αυτονόητες επιπτώσεις όχι μόνο στα οικονομικά του Δήμου Πάφου, που από τη φύση της θέσης του όφειλε να προστατέψει, αλλά και στην εν γένει εμπιστοσύνη του πολίτη έναντι των δημόσιων προσώπων την οποία καίρια έπληξε. Με τις επιγραμματικές αυτές επισημάνσεις είναι νομίζουμε πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθ' ότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.» Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 17/2016, ημερομηνίας 22.5.2017). Στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι επιλήψιμες πράξεις του, είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες σε έργα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, του οποίου ήταν γενικός διευθυντής. Αποκόμισε ίδιον προσωπικό όφελος και νομιμοποίησε παράνομα το συνολικό ποσό των €498.
- Η νομιμοποίηση των πιο πάνω εσόδων ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μία περίοδο δέκα ετών και αφορούσε σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Το εφετείο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. Στην Βασιλείου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 12-17/2015, ημερομηνίας 4.7.2017, μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκε στον Βασιλείου ποινή φυλάκισης 9 ετών, για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων, η οποία μειώθηκε, κατ' έφεση, σε 7 χρόνια. Ο εφεσείοντας, Βασιλείου, οικειοποιήθηκε ποσό ύψους €450.
- Στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, στον εφεσείοντα Κιττή, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.ΤΗ.Κ. και, εκ της θέσεώς του, πρόεδρος του ταμείου συντάξεων. Εκμεταλλευόμενος τα αξιώματά του και την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλλε η πολιτεία, σε τρεις περιπτώσεις, απαίτησε και έλαβε το ποσό των €300.
- Λειτούργησε, τοιουτοτρόπως, καταχρώμενος της εξουσίας και της εμπιστοσύνης, ζημιώνοντας το ταμείο συντάξεων και, κατά συνέπεια, την ίδια την Α.ΤΗ.Κ. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Davidescu κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 197/2018 και 198/2018, ημερομηνίας 8.7.2019, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στους εφεσείοντες, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για ένα ποσό της τάξης περίπου των €310.000, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειτο για μέλη διεθνούς κυκλώματος, οι οποίοι δημοσίευαν στο διαδίκτυο υπηρεσίες πώλησης αγαθών ή ενοικιάσεις ακινήτων και ζητούσαν από τα υποψήφια θύματά τους, να τους εμβάσουν χρήματα για τις συναλλαγές σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες της Κύπρου, τα οποία και κατακρατούσαν, χωρίς να υλοποιείται η συναλλαγή. Στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ύψους €571.
- Η παραπονούμενη υπέστη ζημιά, ίση με το πιο πάνω ποσό και δεν αποζημιώθηκε. Στην Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017, ημερομηνίας 26.4.2018, στον εφεσείοντα Μιχαηλίδη, ποινή φυλάκισης 5½ ετών σε 3 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (ποσό €134.000), μειώθηκε σε 4½ χρόνια. Στον Ευσταθίου, σε 2 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (€110.000), η ποινή φυλάκισης των 5½ ετών μειώθηκε σε 4½. Στον Βασιλείου, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€60.000), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία μειώθηκε σε 3 χρόνια. Όλοι οι πιο πάνω εφεσείοντες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Στον Σιαηλή, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€27.500), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών και διαδοχική ποινή 6 μηνών, για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Η ποινή, στο αδίκημα της νομιμοποίησης, μειώθηκε σε 3 έτη. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι οι πιο πάνω εφεσείοντες, κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Η παραδοχή τους συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463). Τονίζουμε ότι η παραδοχή των κατηγορουμένων έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται. Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος όλων των κατηγορουμένων, τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές και ειδικότερα ότι τα φυσικά πρόσωπα-κατηγορούμενοι έδωσαν καταθέσεις στην Αστυνομία, παραδεχόμενοι τη διάπραξη των αδικημάτων, παρέχοντας στις ανακριτικές αρχές πληροφορίες και λεπτομέρειες που βοήθησαν στη διαλεύκανση της όλης υπόθεσης και, ως έχει αναφερθεί από τους συνηγόρους τους, είναι πρόθυμοι να καταθέσουν ενώπιον Δικαστηρίου, στην περίπτωση που τους ζητηθεί. Περαιτέρω, κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος όλων των κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο και γενικότερα τη διαγωγή που επέδειξαν μέχρι και σήμερα, καταλήγοντας, σε συμφωνία με τις σχετικές αναφορές των συνηγόρων, ότι πρόκειται για άτομα τα οποία σέβονται τους Νόμους, με μόνο μελανό σημείο στον μέχρι τώρα βίο τους, την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και ότι έχουν αντιληφθεί το σφάλμα τους (βλ. Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252). Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη ότι, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί, δεν υφίσταται κίνδυνος να διαπράξουν στο μέλλον, άλλα παρόμοια αδικήματα. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του και την προσφορά του τελευταίου, τόσο στην επιστήμη όσο και στη ζωή γενικότερα, παρουσιάζοντας προς τούτο σχετικές επιστολές, οι οποίες, μεταξύ άλλων, εκθειάζουν το ήθος και τον ζήλο του καθηγητή-κατηγορουμένου 3. Η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας και αναγνωρίζουμε την προσφορά του τελευταίου και τη λαμβάνουμε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα. Επαναλαμβάνουμε, ωστόσο, ότι ο έκνομος τρόπος δράσης του, ενέχει το στοιχείο του δόλου και συγκρούεται μετωπικά με τη σημαντική θέση του καθηγητή πανεπιστημίου που κατείχε, αλλά και αυτή του επιστημονικού υπευθύνου στην υλοποίηση των επίδικων προγραμμάτων. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή προς τους Νόμους. Όπως έχει ήδη τονιστεί, η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη, ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα των αδικοπραγούντων, λαμβάνονται, βέβαια, σε κάποιο βαθμό, υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση, η κατηγορούμενη 1 είναι ηλικίας 60 ετών, διαζευγμένη, μητέρα δύο ενηλίκων παιδιών και είναι απόφοιτη πανεπιστημίου στον κλάδο πολιτικής οικονομίας. Αρχικά εργάστηκε ως συντάκτρια σε περιοδικό για οικονομικά θέματα και ακολούθως, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., ως λειτουργός ερευνητικών προγραμμάτων. Τα τελευταία τρία χρόνια είναι άνεργη. Τα χρέη της ανέρχονται γύρω στις €289.
- Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ειδικότερα, σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αρτηριακή πίεση, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, καρδιακές αρρυθμίες και προς τούτο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στις 10.12.2020 θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση μετεγχειρητικής κοιλιοκήλης. Η μητέρα της κατηγορουμένης 1 αντιμετωπίζει κινητικά και άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας. Η τελευταία είναι αυτή που την φροντίζει και μεταφέρει στους γιατρούς. Ο κατηγορούμενος 2 (γιος της 1ης κατηγορουμένης), είναι ηλικίας 41 ετών. Οι γονείς του διαζεύχτηκαν όταν ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία, νιώθοντας έτσι, έκτοτε, την απόρριψη του πατέρα του. Σπούδασε σε κολλέγιο στην Αμερική, στον κλάδο κοινωνικών επιστημών. Είναι νυμφευμένος, πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 10 και 7 ετών. Στο στάδιο αυτό εργάζεται ως υπάλληλος σε ερευνητικό κέντρο και λαμβάνει €680 μηνιαίως, ενώ η σύζυγός του είναι άνεργη. Τα δε χρέη του ανέρχονται γύρω στις €291.
- Ο κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 43 ετών, νυμφευμένος, πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 15, 13 και 10 ετών. Λόγω του ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας (θαλασσαιμία), δεν υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία. Συνεπεία, του πιο πάνω προβλήματος, υποβάλλεται σε συχνές μεταγγίσεις αίματος και αποσιδήρωση καθώς επίσης υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σπληνεκτομής. Έτσι, κατέστη άτομο ευάλωτο σε ιούς, βακτήρια και μικρόβια και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιδεικνύει μεγάλη προσοχή και να βρίσκεται σε ελεγχόμενους και καθαρούς χώρους. Ένα από τα παράπλευρα προβλήματα της θαλασσαιμίας είναι και η οστεοπόρωση και αυτό έχει ως συνέπεια να είναι επιρρεπής σε κατάγματα και να έχει συχνά προβλήματα που σχετίζονται με την σπονδυλική του στήλη. Κοιμάται σε ειδικό ορθοπεδικό κρεβάτι και όταν εργάζεται κάθεται σε εργονομική καρέκλα. Σύμφωνα δε με ιατρική έκθεση που παρουσιάστηκε, το ενδεχόμενο φυλάκισης του κατηγορουμένου 3, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω προβλήματα υγείας καθώς επίσης και την ψυχική επιβάρυνση που θα του επιφέρει «πολύ πιθανόν να αναστείλει την μέχρι τώρα ικανοποιητική εξέλιξη της υγείας του, την δυνατότητα για αποτελεσματική θεραπεία, ενώ η έκθεση του σε νέους κινδύνους σε ένα μη ευνοϊκό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την πρόγνωση της πάθησης του»[5]. Η σύζυγός του κατάγεται από τη Μολδαβία και δεν έχει οποιοδήποτε συγγενικό της πρόσωπο στην Κύπρο. Αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, πλην όμως δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει στα ελληνικά, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να παράσχει στα παιδιά τους την απαραίτητη βοήθεια στο διάβασμα, κάτι το οποίο πράττει ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος, λόγω του ωραρίου εργασίας της συζύγου του, μεταφέρει και τα παιδιά τους σε φροντιστήρια. Οι γονείς του κατηγορουμένου 3 είναι πρόσφυγες και η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η αδελφή του, ηλικίας 48 ετών, είναι άτομο με ειδικές ανάγκες και τόσο αυτή όσο και η μητέρα τους, δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Ο κατηγορούμενος 3, λόγω των προβλημάτων υγείας της μητέρας του, εργοδοτεί κοπέλα με μερική απασχόληση ώστε να τις βοηθά, αφού ο πατέρας του, λόγω αναπηρίας, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους. Επιπρόσθετα, στηρίζει οικονομικά τόσο την οικογένειά του όσο και τους γονείς και την αδελφή του. Ο κατηγορούμενος 3 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο χημείας, ενώ αργότερα έλαβε μεταπτυχιακό και διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου από το 2002 μέχρι το 2007, όταν και διορίστηκε στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., ως λέκτορας, μετά από ανταγωνιστική διαδικασία, όπου εργάστηκε στη θέση αυτή μέχρι και το 2016, όταν και διορίστηκε στη θέση του καθηγητή, ο πρώτος στην Κύπρο σε τόσο νεαρή ηλικία. Το εργαστήριό του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ, το οποίο ο ίδιος δημιούργησε, αποτελεί ένα από τα καλύτερα εργαστήρια κατάλυσης στην Ευρώπη. Διετέλεσε πρόεδρος του τμήματός του για την περίοδο 2012-2017, όπου παραιτήθηκε, λόγω της παρούσας υπόθεσης, με σκοπό να διευκολύνει το ΤΕ.ΠΑ.Κ. Τόσο στο πλαίσιο των σπουδών του όσο και κατά την επαγγελματική του σταδιοδρομία, βραβεύτηκε για το έργο του. Από την εργασία του λαμβάνει €3.500 μηνιαίως και η σύζυγος του, η οποία εργάζεται ως λογίστρια, κερδίζει €2.000 μηνιαίως. Τα δε χρέη της οικογένειας ανέρχονται γύρω στις €255.000 και οι μηνιαίες δόσεις των δανείων ανέρχονται στο ποσό των €1.
- Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3, και στα οποία έγινε αναφορά από τους συνηγόρους τους, έχουμε θέσει υπόψη μας και τη νομολογιακή αρχή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, πως αν, λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνουμε, ωστόσο, όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος, το οποίο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 223/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, θεωρούμε πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. επίσης Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνουμε παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/2014, ημερομηνίας 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Και κάτι ακόμη. Δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένων, από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, με εξαίρεση την ανάγκη εγχείρησης της κατηγορουμένης 1. Στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, περιλαμβανομένων και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν η πρώτη και ο τρίτος, όπως εκτίθενται ανωτέρω και ως αναδύονται από τις αγορεύσεις των συνηγόρων τους. Οι πολυδιάστατες δυσμενείς επιπτώσεις της καταδίκης και της ποινής στους κατηγορουμένους, αλλά και στις οικογένειές τους, όπως έχουν τεθεί από μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους, αποτελούν επίσης παράγοντες που δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο και ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη. Εντούτοις, την ίδια ώρα έχουμε υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Yusuf ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/2014, ημερομηνίας 18.2.2016). Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 3, ότι είναι αβέβαιο το μέλλον του τελευταίου στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., συνεπεία της ποινής που θα του επιβληθεί, καθότι είναι αναμενόμενο να τύχει πειθαρχικής τιμωρίας. Με δεδομένο και το στοιχείο της ηθικής αισχρότητας που περιβάλλει τη διάπραξη των αδικημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος απόλυσής του από το πανεπιστήμιο. Επί τούτου επισημαίνουμε ότι, ως έχει νομολογηθεί, όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση ενός κατηγορουμένου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 3 δεν είναι άσχετα με την εργασία του αλλά, αντίθετα, συνδέονται άμεσα με αυτή. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της επιβολής ποινής, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί. Η επιβολή ποινή φυλάκισης, μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης ενός αδικήματος, εκτός από τις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Εξάλλου, η καθυστέρηση στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, μειώνει και ενίοτε εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή, καθότι ενδέχεται, στο μεσοδιάστημα, να μεταβληθούν οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου σε τέτοιο βαθμό που να επιδρούν καταλυτικά στην επιλογή του είδους και του ύψους της ποινής. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, τα αδικήματα διαπράχθηκαν από το 2009 μέχρι το 2016, όταν και ήλθαν στην επιφάνεια, αφού το συμβούλιο του ΤΕ.ΠΑ.Κ. τον Μάρτιο του 2015 διόρισε ερευνόντα λειτουργό και ακολούθως ακολούθησε ποινική διερεύνηση του όλου ζητήματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης το
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων δεν προέβαλαν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης, από μέρους της κατηγορούσας αρχής, παρά μόνο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Στο στάδιο αυτό αναφέρουμε ότι αρχικά οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 7, δικαιωματικά, δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες, με εξαίρεση τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος παραδέχθηκε μέρος μόνον των κατηγοριών που εν τέλει θα του επιβληθεί ποινή. Η κατηγορουμένη 1 παραδέχθηκε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν κατηγορίες, στις 11.6.2020, ο δε κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 (τις λοιπές), στις 23.6.2020 και η κατηγορούμενη 7, στις 14.7.
- Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη 1 προέβηκε δύο φορές σε αλλαγή δικηγόρου, με τη σημερινή δικηγόρο της να είναι η τρίτη στη σειρά. Στο στάδιο τούτο σημειώνουμε ότι και η στάση των κατηγορουμένων, όπως αυτή καταγράφεται ανωτέρω, είχε τη δική της σημασία στην καθυστέρηση από την καταχώριση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα. Παρά ταύτα, όμως, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος όλων των κατηγορουμένων, ως ελαφρυντικό παράγοντα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σ' αυτούς, χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνουμε ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοια που να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτρεπτικότητας της ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3 κάλεσε το Δικαστήριο, όπως λάβει υπόψη, ως μετριαστικό παράγοντα, τη μη δίωξη τρίτων προσώπων, για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό, για να σημειώσουμε, ότι στην περίπτωση που κριθεί ότι τρίτα πρόσωπα δεν διώχθηκαν, τότε ο παράγοντας αυτός θα ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός για όλους τους κατηγορούμενους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι υπόλοιποι συνήγοροι των κατηγορουμένων, δεν τον επικαλέστηκαν. Όπως έχει νομολογηθεί, η αρχή της ισότητας πρέπει να αντανακλάται με ουσιαστικό τρόπο στο θέμα της ποινής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στη μη δίωξη συνεργών ή εμπλεκομένων σε εγκληματική δραστηριότητα. Οφείλει, όμως, να επέμβει, αν η μη δίωξη οδηγεί σε έμπρακτη ανισότητα μεταχείρισης, αλλιώς, η εφαρμογή του Νόμου θα καθίστατο ανισομερής και επιλεκτική, με άμεσο αντίκτυπο στην ίδια την έννοια του κράτους δικαίου (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω). Η μη δίωξη συνεργών επενεργεί ως μετριαστικός παράγοντας της ποινής, ώστε με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στην μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας (βλ. σχετικά Georgiou & others v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σενέκκη κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285, Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156 και Χατζηξενοφώντος κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Στην Νικήτα ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι: «Είναι γ' αυτό τον λόγο που η νομολογία που ακολούθησε συνεχίζει να αναγνωρίζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, προκειμένου περί μη δίωξης συνεργού ή διακοπής δίωξης συγκατηγορούμενου, αρχή που όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Πικής Π., στην Δημητρίου ν. Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, σελ. 152 έχει βαθιές ρίζες το δίκαιο. Αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της δικαιοσύνης.». Στην προκείμενη περίπτωση, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα, ανέστειλε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης 8, η οποία, σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως έχουν εκτεθεί από την ίδια την κατηγορούσα αρχή, είχε εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση, ως φερόμενη εκτελεστής έργου. Επίσης, πάντα στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, μεγάλος αριθμός προσώπων οι οποίοι παρουσιάστηκαν ψευδώς, ως πρόσωπα που εκτέλεσαν εργασία για τα επίδικα προγράμματα, δεν διώχθηκαν. Επιπρόσθετα, χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, επιστημονικοί υπεύθυνοι προγραμμάτων δεν διώχθηκαν και, ως έχει αναφέρει η κατηγορούσα αρχή, ακόμη εκκρεμεί η σχετική διερεύνηση, χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε επεξήγηση περί τούτου. Επισημαίνεται, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, ότι στα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπου παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων η κατηγορούμενη 1, υπήρχαν αντίστοιχοι επιστημονικοί υπεύθυνοι. Ουδείς εξ αυτών όμως διώχθηκε, με εξαίρεση τον κατηγορούμενο 3, παρά τις παρανομίες που έγιναν στα πλαίσια αυτών. Έτσι, στη βάση όλων των πιο πάνω, λαμβάνεται ως μετριαστικός παράγοντας, για όλους του κατηγορουμένους, το γεγονός ότι τρίτα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν διώχθηκαν, ως επίσης και ότι η ποινική δίωξη, εναντίον της κατηγορουμένης 8, διακόπηκε, αφού ανακοινώθηκε αναστολή ποινικής δίωξης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Επίσης, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί από μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3, λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος όλων των κατηγορουμένων, ότι το ΤΕ.ΠΑ.Κ., ενώ γνώριζε για τις παράνομες ενέργειες συγκεκριμένου λειτουργού του, επέδειξε αδικαιολόγητη ανοχή και ενήργησε καθυστερημένα, στο να αποτρέψει έκνομες πράξεις που γίνονταν σε βάρος του και περαιτέρω, η συγκλητική επιτροπή έρευνας, παράτυπα έδωσε διττό ρόλο σε σημαντικό κρίκο της αλυσίδας των γεγονότων, πράγμα που διευκόλυνε τη διάπραξη των αδικημάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 κάλεσαν το Δικαστήριο, όπως, κατά την επιμέτρηση της ποινής, ληφθούν υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η κατηγορούμενη 1, ήταν λειτουργός στην Υ.Ε.Δ.Σ. και ήταν το πρόσωπο που εξέταζε την επιλεξιμότητα της δαπάνης και η σχετική έγκριση της, ήταν προαπαιτούμενο της όποιας πληρωμής, η οποία γινόταν από το λογιστήριο. Ήταν ένας από τους συνδετικούς κρίκους και χωρίς την έγκρισή της δεν θα μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία. Δεν έδρασε μόνη της και, ως αναφέρθηκε από μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου της, διέπραξε αδικήματα, ως συνεργός, με άλλους. Σημειώνουμε όμως ότι ο ρόλος της ήταν σημαντικός και, όπως έχουμε υποδείξει και πιο πάνω, δεν δίστασε να εμπλέξει στις παράνομες δραστηριότητες το ίδιο της το παιδί (κατηγορούμενο 2), τη νύφη της, την αδελφή της και τον συμπέθερό της. Όπως έχει νομολογηθεί, ο ρόλος τρίτου ατόμου, η εμπλοκή του και η υποκίνηση ενός κατηγορουμένου για διάπραξη αδικημάτων, αποτελεί, όντως, μετριαστικό παράγοντα, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης (βλ. Μιχαήλ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας κ.ά.,
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Ο κατηγορούμενος 2, ως αναφέρθηκε, διέπραξε τα αδικήματα κατόπιν προτροπής τρίτων προσώπων που είχαν τη μορφή του πατέρα, την οποία ο ίδιος δεν βίωσε. Επί τούτου επισημαίνουμε, όμως, ότι πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, σπουδαγμένο, νυμφευμένο, πατέρα δύο παιδιών κατά τον επίδικο χρόνο και η ανάμιξη του στη διάπραξη των αδικημάτων δεν περιορίστηκε ως πρόσωπο που φέρετο να εκτέλεσε εργασία στο πλαίσιο των επίδικων προγραμμάτων, αλλά και ως πρόσωπο που εντόπισε τρίτους με σκοπό να εμπλακούν στις παράνομες δραστηριότητες. Ο δε κατηγορούμενος 3, ως έχουμε ήδη σημειώσει, διέπραξε τα αδικήματα κατόπιν απειλών, υποκίνησης και οδηγιών τρίτου προσώπου, το οποίο, μάλιστα, παράτυπα διόρισε η συγκλητική επιτροπή και είχε καθοριστικό ρόλο στην οικονομική διαχείριση των προγραμμάτων. Οι ενέργειες του πιο πάνω προσώπου, το οποίο χειραγωγούσε τον κατηγορούμενο 3, δημιούργησαν στον τελευταίο την εντύπωση ότι, αν δεν ενέδιδε στις οδηγίες του πρώτου, θα είχε τεράστια πιθανότητα να είχε σοβαρές συνέπειες στην υλοποίηση των υφιστάμενων προγραμμάτων, αλλά και να μην μπορεί να διεκδικεί στο μέλλον άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα, λαμβανομένου υπόψη ότι για τον ίδιο ήταν εξαιρετικής σημασίας η υλοποίηση των προγραμμάτων, τόσο για τη συνέχιση της έρευνάς του όσο και για την ανάπτυξη του εργαστηρίου του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ., και για να παρέχει εργασία σε φοιτητές και άλλους νέους επιστήμονες. Έτσι, ως αναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος 3 έδρασε κάτω από έντονη ψυχική πίεση, με απώτερο σκοπό την συνέχιση της εργοδότησής του και τον βιοπορισμό της οικογένειάς του. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι με την εκτέλεση εργασιών από τον ίδιο, απέκλεισε τη συμμετοχή των φοιτητών και νέων επιστημόνων στα προγράμματα. Ακόμη, αντί να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους για τις απειλές που δεχόταν, παρέλειψε να το πράξει και υπέκυψε σ' αυτές, διαπράττοντας τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Σημειώνουμε, ωστόσο, στο σημείο αυτό, τη θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 3, ότι από το κονδύλι των προγραμμάτων θα μπορούσε ο εκάστοτε ακαδημαϊκός, με βάση τους κανονισμούς, να λαμβάνει αμοιβή μέχρι και 75% επιπλέον του μισθού του, κάτι το οποίο δεν έπραξε στην προκειμένη περίπτωση. Στη βάση πάντα των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος 3 δεν περιορίζει την όποια ανάμειξη του στην έγκριση έργου, για το οποίο εκδόθηκε ψευδές τιμολόγιο, αλλά παρουσιάζεται και ως πρόσωπο που προσέγγισε τρίτους, για να εκδώσουν ψευδή τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος 3 παραλάμβανε από φερόμενους εκτελεστές έργων, χρήματα, τα οποία ακολούθως παρέδιδε στην κατηγορούμενη 1. Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, υποδείκνυε προς την κατηγορούμενη 1, τι θα έπρεπε να καταγράψουν οι φερόμενοι ως εκτελεστές των έργων στα βιογραφικά τους, ώστε να φέρονται ως κάτοχοι των απαιτούμενων προσόντων για να υποβάλουν προσφορά για τις εργασίες των προγραμμάτων. Ακόμη, σε διάφορες περιπτώσεις, υπέδειξε σε συγκεκριμένο, τρίτο, πρόσωπο, συγκεκριμένα ποσά προσφοράς που θα υπέβαλλε, με απώτερο σκοπό να κατακυρωθεί σ' αυτόν το έργο. Περαιτέρω, ενέπλεξε και τη σύζυγό του, όπως με λεπτομέρεια καταγράφεται σε άλλο σημείο, πιο πάνω. Όλα αυτά, κάτω από την πίεση που περιγράφεται, ανωτέρω. Ο ρόλος των κατηγορούμενων 1 και 3, στην υλοποίηση των προγραμμάτων που ενεπλάκησαν, ήταν σημαντικός. Η μεν κατηγορούμενη 1 ήταν λειτουργός στην Υ.Ε.Δ.Σ., ο δε κατηγορούμενος 3 κατείχε την τιμητική θέση του καθηγητή πανεπιστημίου και με τις πιο πάνω έκνομες πράξεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αντιστρατεύθηκαν, ως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, βασικές αξίες του πανεπιστημίου και δυναμίτισαν την αποστολή του. Και οι δυο παρέλειψαν να είναι αξιοκρατικοί και διαφανείς, καταχράστηκαν τις θέσεις που κατείχαν και, δυστυχώς, αποδείχθηκαν κατώτεροι αυτών. Με βάση όλα τα πιο πάνω, λαμβάνουμε δεόντως υπόψη, ως μετριαστικό παράγοντα προς όφελος των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Επιπρόσθετα, συνυπολογίζουμε ότι τα 7 ευρωπαϊκά προγράμματα, στα οποία ο κατηγορούμενος 3 ήταν επιστημονικός υπεύθυνος, υλοποιήθηκαν και οι εργασίες διεκπεραιώθηκαν επιτυχώς από τον ίδιο και την ερευνητική του ομάδα, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω. Αναφορικά δε με τους κατηγορουμένους 1, 2 και 7, λαμβάνουμε υπόψη ότι τα ευρωπαϊκά προγράμματα, στα οποία ενεπλάκησαν, υλοποιήθηκαν στο μεγαλύτερο τους μέρος. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Στο στάδιο αυτό επαναλαμβάνουμε ότι, συνεπεία των πιο πάνω έκνομων πράξεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κατακρατήσει το ποσό των €1.500.000, το οποίο έχουν επωμιστεί άλλοι εταίροι του προγράμματος, οι οποίοι δεν ευθύνονται. Επιπρόσθετα, ως αναφέρθηκε, θα επιβληθούν κυρώσεις, οι οποίες ενδέχεται να φτάσουν και στο σύνολο του ποσού του προγράμματος, το οποίο ανέρχεται στα €55.700.000 και η Κύπρος έχει μπει στο μικροσκόπιο ελέγχων άλλων προγραμμάτων που συμμετείχε. Εκείνο που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι οι κατηγορούμενοι, με τις πιο πάνω έκνομες πράξεις τους, εξέθεσαν την χώρα μας σε διεθνές επίπεδο, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για προγράμματα διεθνούς συνεργασίας, χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και προκάλεσαν την κατακράτηση σημαντικού ποσού και φέρουν την χώρα μας αντιμέτωπη με σοβαρές κυρώσεις. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το σύνολο των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά των κατηγορουμένων, όπως έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στους κατηγορουμένους όσο και σε επίδοξους μιμητές ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Όπως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ποινή φυλάκισης αποτελεί μέτρο καθ' όλα θεμιτό, ακόμη και στην περίπτωση παραβατών, με λευκό ποινικό μητρώο, αν τούτο είναι καθ' όλα επιβεβλημένο και αναπόφευκτο, μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων, των γεγονότων που τα περιβάλλουν και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Τονίζουμε ότι τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν υπέρ των κατηγορουμένων, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης μας πιο πάνω, ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα τους επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Επισημαίνεται ότι θα υπάρξει διαφοροποίηση στις ποινές που θα επιβληθούν στους κατηγορούμενους 1, 2 και 3, λαμβανομένων υπόψη, των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τον τρόπο και ιδιότητα υπό την οποία έδρασαν, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, την χρονική διάρκεια της έκνομης συμπεριφοράς τους, το συνολικό ποσό που συνέδραμαν να αποσπαστεί, το ποσό που τελικά οικειοποιήθηκαν, ως επίσης και τα ελαφρυντικά ενός εκάστου εξ αυτών, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Επισημαίνουμε, ακόμη, ότι, δεν θα επιβάλουμε ποινές στα αδικήματα της συνομωσίας προς καταδολίευση, καθότι αυτή μετουσιώθηκε σε πράξη και έτσι, ουσιαστικά, τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στα γεγονότα των σοβαρότερων κατηγοριών (βλ. Χασσάν ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2014)2(Β) Α.Α.Δ. 742). Αναφορικά δε με τα γενεσιουργά αδικήματα[6], στο βαθμό που γι' αυτά οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, θα επιβληθεί ποινή στα τελευταία, αφού, σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί όπου τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετούν κατηγορίες πέραν της μιας, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινή, μόνο στη μία από αυτές, συνήθως στη σοβαρότερη και όχι σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες χωρεί καταδίκη (βλ. Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Pefkos a.o. v. Republic
(1961)C.L.R. 340 και Alexandrou v. Director of Customs
(1985)2 C.L.R. 47). Σε κάθε άλλη, διαφορετική περίπτωση, θα επιβληθεί ποινή. Τέλος, επισημαίνουμε ότι ποινή θα επιβληθεί και στις κατηγορίες της κατάχρησης. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 7, αντιμετωπίζουν σωρεία κατηγοριών[7], που αφορούν το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μολονότι τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά διαφέρουν, θεωρούμε ορθότερο, υπό τις περιστάσεις, όπως επιβληθεί η ίδια ποινή σε κάθε τέτοια κατηγορία, η οποία, για τους λόγους που εξηγούμε πιο πάνω, θα διαφοροποιηθεί για κάθε κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε: Στην κατηγορουμένη 1: Σε κάθε μία από τις κατηγορίες, 39, 89, 90, 92, 113, 126, 153, 169, 195, 218, 219, 220, 250, 259, 308, 339, 352, 373, 394, 406, 414, 425, 434, 435, 455 και 465, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φυλάκιση τεσσάρων
(4)ετών. Στις κατηγορίες 1, 41, 93, 116, 127, 155, 178, 196, 221, 260, 309, 342, 353, 374, 396, 415 και 426, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς καταδολίευση, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω. Στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 86, 94, 95, 96, 97, 102, 103, 106, 107, 108, 109, 112, 117, 118, 125, 128, 129, 144, 145, 148, 149, 152, 156, 157, 168, 179, 180, 185, 186, 189, 190, 197, 198, 207, 208, 211, 212, 222, 223, 226, 227, 232, 233, 239, 244, 245, 248, 252, 253, 261, 262, 267, 268, 271, 272, 275, 276, 287, 288, 291, 292, 297, 298, 305, 310, 311, 314, 315, 324, 325, 328, 329, 332, 333, 343, 344, 351, 354, 355, 362, 363, 372, 375, 376, 379, 380, 383, 384, 393, 397, 398, 405, 407, 408, 416, 417, 424, 427, 428, 448, 449, 454, 456, 457 και 464, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω. Στην κατηγορία 150, η οποία αφορά το αδίκημα της κατάχρησης, φυλάκιση εννέα
(9)μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 2: Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 114, 251, 307 και 341, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φυλάκιση δύο
(2)ετών. Στις κατηγορίες 93, 221, 260, 309 και 374, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας για καταδολίευση, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Στις κατηγορίες 96, 97, 244, 245, 267, 268, 310 και 311, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Στην κατηγορία 375, η οποία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, φυλάκιση ενός
(1)έτους. Στην κατηγορία 376, καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής ουσιαστικά εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 375. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 3: Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 113, 126, 153, 169, 250, 394, 435, 455 και 465, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φυλάκιση τριών
(3)ετών. Στις κατηγορίες 93, 116, 127, 155, 221, 309 και 374, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας για καταδολίευση, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Στις κατηγορίες 94, 95, 102, 103, 106, 107, 108, 109, 117, 118, 128, 129, 144, 145, 148, 149, 222, 223, 226, 227, 232, 233, 238, 239, 244, 245, 310, 311, 314, 315, 324, 325, 328, 329, 332, 333, 375, 376, 379, 380, 383, 384, 448, 449, 456 και 457, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Σε κάθε μία από τις κατηγορίες 110, 123, 150, 166 και 336, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κατάχρησης, φυλάκιση εννέα
(9)μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στην κατηγορούμενη 7, εταιρεία, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 114, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χρηματική ποινή €15.000.-. Στην κατηγορία 341, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χρηματική ποινή €55.000.-. Στις κατηγορίες 93 και 309, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας για καταδολίευση, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Στις κατηγορίες 96, 97, 98, 99, 310, 311, 312 και 313, οι οποίες αφορούν τα γενεσιουργά αδικήματα, καμία ποινή, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 3, παραπέμποντας στις προσωπικές τους περιστάσεις, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα, αλλά και στους υπόλοιπους ελαφρυντικούς παράγοντες, εισηγήθηκαν, ότι το Δικαστήριο, νοουμένου ότι θα επιτρεπόταν από το ύψος της τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, θα έπρεπε θετικά να τοποθετηθεί στην εισήγηση τους για αναστολή. Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής της ποινής φυλάκισης, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 186
(1)/2003, στον περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Σε προηγούμενο στάδιο έχουμε αναλύσει το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ελαφρυντικά των κατηγορουμένων και έχουμε υπόψη μας όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης στους κατηγορουμένους 2 και
- Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 2 και 3 και τα άλλα ελαφρυντικά τους, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται σε άλλο σημείο της απόφασης, πιο πάνω, αποτελεί κατάληξή μας ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη την σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν και συνυπολογίζοντας, δεόντως και επαρκώς, όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι διαφορετική αντιμετώπιση, ανάμεσα σε άλλα, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών, χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. επίσης Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερομηνίας 15.12.2017). (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] Iktimed, Premarpol, Para-Mare Tourist, Pure, Ακτή, Interwaste, Cogida, Packman, Enpiraop-med, Mednet, Hydrofiles, Μουσεία, Responsible-med, Innovage, Livewaste, Teenergy, Lobbying, Αλγέα, Ερμής. [2] Premarpol, Livewaste, Pure, Enpiraop-med, Ακτή, Μουσεία, Interwaste. [3] Premarpol, Enpiraop-med, Hydrofiles, Μουσεία, Livewaste. [4] Premarpol, Μουσεία. [5] Ιατρικό πιστοποιητικό του δρ. Μιχάλη Χατζηγαβριήλ, ημερ. 4.9.
- [6] Ψευδείς παραστάσεις, απάτη, απόσπαση από δημόσιο λειτουργό, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. [7] Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 26 κατηγορίες, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες, ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει 9 κατηγορίες και η κατηγορουμένη 7 αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο