Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 3143/19, 9/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3143/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ.Κ. Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου με κα Α. Χαμπή Για κατηγορούμενο: κ. Μ. Σωφρονίου με κο Π. Παλαμά Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 13.12.18 απείλησε την ΜΚ1 με τη φράση: «Θα σας τα κάψω, θα με δείτε αλλιώς» (1η κατηγορία).[1] Προς απόδειξη της κατηγορίας κατέθεσε η Φ.Κ. (ΜΚ1). Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 3). Είναι κόρη του κατηγορούμενου. Οι σχέσεις τους δεν είναι καλές. Τον Νοέμβριο του 2018 ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σπίτι όπου έμενε με τη μητέρα της. Μεταβίβασε το όχημά του στη μητέρα της, η οποία ακολούθως το μεταβίβασε στην ίδια. Ο κατηγορούμενος το δανείστηκε για μια εβδομάδα. Μέχρι την επίδικη μέρα δεν το επέστρεψε. Πήγε (η ΜΚ1) στο καζίνο όπου δουλεύει ο κατηγορούμενος για να του ζητήσει τα κλειδιά. Στην είσοδο ζήτησε από την υπεύθυνη να τον δει. Την οδήγησαν σ' εκείνον. Η υπεύθυνη κάλεσε την ασφάλεια. Στην παρουσία του φρουρού ασφαλείας ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να της δώσει τα κλειδιά. Τότε του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία. Ο φρουρός ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παραδώσει τα κλειδιά για να μην έρθει η αστυνομία και έφυγε. Ο κατηγορούμενος ύψωσε τα χέρια κρατώντας τα κλειδιά για να της τα δώσει. Τότε της είπε ψιθυριστά: «Θα σας τα κάψω, θα με δείτε αλλιώς». Η ΜΚ1 φοβήθηκε για την ίδια και την οικογένειά της γιατί έχει τρία ανήλικα παιδιά. Κατάγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία αυθημερόν. Αρνήθηκε ότι κατάγγειλε ψευδώς τον κατηγορούμενο για τον εκδικηθεί. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι σχέσεις του με την ΜΚ1 ήταν «πάρα πολύ καλές». Ουδέποτε την απείλησε. Αντίθετα η ΜΚ1 τον αποκάλεσε διάφορους χαρακτηρισμούς στην εργασία του. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να απαντήσει διότι απαγορεύεται να έχει επαφή με τους πελάτες. Αρνήθηκε να της δώσει τα κλειδιά. Η υπεύθυνη και ο φρουρός ασφαλείας τον παρακάλεσαν να τα παραδώσει για να μην «γίνει θέμα». Της έδωσε τα κλειδιά υψώνοντας τα χέρια του. Δεν είπε κάτι. Παρόντες ήταν η υπεύθυνη και ο φρουρός ασφαλείας. Δεν γνωρίζει για ποιο λόγο η ΜΚ1 τρέφει τόσο μίσος για τον ίδιο. Θεωρητικά καταλαβαίνει αφού χώρισε με τη μητέρα της. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Η αξιολόγηση μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v. Ανδρέου, Πολιτική Έφεση 2/11, ημερ. 2.12.15). Η ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα. Επεξήγησε λεπτομερώς τις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο. Ουδεμία τάση υπεκφυγής διαπιστώθηκε. Παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της κατά την αντεξέταση. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό ανέφερε ότι νιώθει πίκρα και ότι δεν επιθυμεί να κάνει κακό στον κατηγορούμενο, λυπάται όμως που είναι κόρη του. Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αδυναμίες. Πρώτον, ανέφερε ότι παρέδωσε τα κλειδιά με τα χέρια υψωμένα, στην παρουσία της υπεύθυνης και του φρουρού ασφαλείας. Αντίθετα θέση της ΜΚ1 ήταν ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν παρόντες όταν ο κατηγορούμενος τα παρέδωσε, απειλώντας ταυτόχρονα την ίδια. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ύψωσε τα χέρια του ήταν για «για να μπορέσουν να τα δουν τα κλειδιά οι κάμερες από πάνω και ότι δεν έδωσα τίποτε άλλο από εκείνο που έγινε η συζήτηση». Αν ο ισχυρισμός του ότι παρόντες κατά την παράδοση των κλειδιών ήταν τόσο η υπεύθυνη όσο και ο φρουρός ασφαλείας είναι αληθής για ποιο λόγο ένιωσε την ανάγκη να δείξει στις κάμερες τι παραδίδει; Αφ' ης στιγμής μάλιστα τα παρέδωσε μετά από παράκληση και προτροπή τους, ως ο ισχυρισμός του. Δεύτερο, κατά την κυρίως εξέταση επιχείρησε να αποδώσει στην ΜΚ1 αλλότρια κίνητρα για την καταγγελία. Μεταξύ άλλων ανέφερε: «με αποτέλεσμα να έρθουν να γράψουν επάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου μου την απαράδεχτη λέξη...Να την πω; «Μαλάκας». Έβγαλα φωτογραφία και το έδειξα στον δικηγόρο μου, συνεχίζουν να με παρακολουθούν και να μου δημιουργούν προβλήματα, ειδικά η μικρή. Δεν ξέρω αυτό το μίσος. Αλλά πάλι αναρωτιέμαι το γιατί». Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει ποιος έγραψε τη λέξη στο όχημά του και ότι απλώς κάνει εικασίες. Τρίτο, κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε ότι στο χώρο όπου έγινε το περιστατικό υπάρχουν κάμερες οι οποίες «καταγράφουν τα πάντα». Ερωτηθείς αντεξεταζόμενος αν επιχείρησε να λάβει τα πλάνα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ζήτησε από την αστυνομία να το πράξει όμως του απάντησαν: «Δεν είναι δικιά σας δουλειά, είναι δική μας δουλειά». Πρόσθεσε ότι ζήτησε από τον υπεύθυνο στο καζίνο τα πλάνα και του είπε ότι απαγορεύεται να τα δώσουν. Θεωρώ ότι προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς - και μάλιστα για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση - στην προσπάθειά του να προωθήσει την εκδοχή του. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του είναι σε τέτοια έκταση και βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή. Σημειώνω ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου και η γραπτή κατηγορία κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό, δηλαδή ότι λήφθηκαν από την αστυνομία (Τεκμήρια 1 και 2). Επομένως το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (Άνθιμου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 56). Στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 13.12.18 και ώρα 13:00 ο κατηγορούμενος εργαζόταν σε καζίνο στη Λεμεσό. Η ΜΚ1 μετέβη εκεί για να ζητήσει τα κλειδιά του οχήματός της. Στην είσοδο ζήτησε να μιλήσει με τον κατηγορούμενο. Την οδήγησαν σ' εκείνον. Στην παρουσία του φρουρού ασφαλείας ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα κλειδιά του οχήματος όμως αρνήθηκε να της τα δώσει. Τότε του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία. Παρενέβη ο φρουρός και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παραδώσει τα κλειδιά για να μην έρθει η αστυνομία στο καζίνο. Ο φρουρός έφυγε. Δίνοντας της τα κλειδιά ο κατηγορούμενος της είπε ψιθυριστά: «Θα σας τα κάψω, θα με δείτε αλλιώς» και απομακρύνθηκε. Η ΜΚ1 φοβήθηκε για την ίδια και την οικογένειά της. Κατάγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία αυθημερόν. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Το άρθρο 91Α, Κεφ. 154 προνοεί ότι όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή παράνομη πράξη είναι ένοχος (Χαραλάμπους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 189/19, ημερ. 20.10.20). Ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στην ΜΚ1 ανέφερε τη συγκεκριμένη φράση. Οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Οι φράσεις «θα σας τα κάψω» και «θα με δείτε αλλιώς» ήταν απειλητικές για την ΜΚ1 και την οικογένειά της. Η ΜΚ1 φοβήθηκε. Προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία αυθημερόν. Η φράση μπορούσε αντικειμενικά να προκαλέσει φόβο στο μέσο λογικό άνθρωπο. Η θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία έγινε για αλλότριους λόγους δεν προκύπτει από την (αξιόπιστη) μαρτυρία της ΜΚ1. Η κατηγορούσα αρχή απόδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 91Α, Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο