← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Πιτταρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 8532/19, 30/1/2020

Δημοκρατία ν. Πιτταρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 8532/19, 30/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2020:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8532/19 Δημοκρατία ν XXXXX Πιτταρίδης Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: Οι κ.κ. Χρ. Δημητρίου και Ρ. Κουλία. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για απόπειρα φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 17.8.19 στη Λάρνακα αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει τον θάνατο στον XXXXX (XXXXX) Τελεβάντο, 84 ετών («ο παραπονούμενος»), ήτοι με τη χρήση μαχαιριού τού προκάλεσε τραύμα στην αριστερή νεφρική χώρα (1η κατηγορία), καθώς και στη XXXXX Τελεβάντου, 80 ετών («η παραπονούμενη»), με τη χρήση μαχαιριού (2η κατηγορία). Αντιμετωπίζει επιπλέον μία κατηγορία για μεταφορά μάχαιρας εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82

(2)και 85 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (3η κατηγορία) και μία κατηγορία για είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (4η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 3 και 4 και συνεπώς η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για τις κατηγορίες 1 και 2. Συνιστά εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι γύρω στις 7 το βράδυ στις 17.8.19 ο κατηγορούμενος, γείτονας των παραπονούμενων, τους οποίους απειλούσε καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας ότι θα σκοτώσει λόγω διαφόρων προστριβών που είχαν τους τελευταίους μήνες, εισήλθε στη βεράντα της αυλής τους φορώντας γάντια κηπουρικής και κρατώντας μαχαίρι και άρπαξε την παραπονούμενη από τον λαιμό με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε το μαχαίρι, το οποίο τοποθέτησε στον λαιμό της με σκοπό να τη σκοτώσει. Προσέτρεξε στο εν λόγω σημείο από τον δρόμο μια γειτόνισσα, η XXXXX Αντωνίου (ΜΚ4), η οποία επιχείρησε να απωθήσει τον κατηγορούμενο, ενώ εξήλθε της οικίας ο παραπονούμενος, ο οποίος επίσης προσέτρεξε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο, πλην όμως ο κατηγορούμενος έπληξε με το μαχαίρι τον παραπονούμενο, επίσης με σκοπό να τον σκοτώσει, στην αριστερή νεφρική χώρα, προκαλώντας του σοβαρό τραύμα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος και επέστρεψε στην οικία του, ενώ οι παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Είναι θέση της υπεράσπισης, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στους παραπονούμενους και προκάλεσε το επίδικο τραύμα στον παραπονούμενο με το επίδικο μαχαίρι, πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν είχε πρόθεση πρόκλησης θανάτωσης των δύο παραπονούμενων. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων που προέκυψαν κατά τη διερεύνηση του περιστατικού και της υπόθεσης γενικότερα. Ειδικότερα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα τα γάντια που φορούσε ο κατηγορούμενος και το μαχαίρι το οποίο χρησιμοποίησε κατά τον επίδικο χρόνο, και ως Τεκμήρια 7, 8 και 9 οι καταθέσεις των XXXXX Πέτρου, XXXXX Πέτρου και αστυφύλακα XXXXX XXXXX Ιωάννου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, ως αντικατοπτρίζουσα τη θέση του, ως Τεκμήριο 11 το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του με την απάντηση που έδωσε όταν συνελήφθη (για τα αδικήματα του τραυματισμού, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, της μαχαιροφορίας και της παράνομης εισόδου), ήτοι «ό,τι εγίνηκεν εγίνηκεν, έκαμα το τζιαί τωρά εν να με φοούνται» και ως Τεκμήριο 12 το ένταλμα έρευνας με την εκτέλεση αυτού. Κατά την εν λόγω έρευνα, εντοπίστηκε σε ερμάρι του γκαράζ της οικίας ένα ζευγάρι γάντια κήπου (το Τεκμήριο 1) σε σχέση με τα οποία ο κατηγορούμενος απάντησε «εν τούτα που φόρουν την ώρα που του έμπηξα το μασιέρι. Μόλις ήρτα σπίτι που έσσω του XXXXX έβαλα τα μες το ερμάρι». Κατατέθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα για την αλήθεια του περιεχομένου τους, η κατάθεση της XXXXX Ντβοντένκο, ιατρού στις Α΄ Βοήθειες το νοσοκομείου, η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 13), ιατρικό πιστοποιητικό της εν λόγω ιατρού σε σχέση με το αποτέλεσμα της εξέτασης (Τεκμήριο 14), και ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με το αποτέλεσμα της εξέτασης της παραπονούμενης από διαφορετικό ιατρό (Τεκμήριο 15). Ως Τεκμήριο 16 κατατέθηκε δέσμη φωτογραφιών σε σχέση με τις οποίες δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι απεικονίζουν όσα ανέφεραν σχετικώς οι μάρτυρες, ήτοι την οικία των παραπονούμενων και τη βεράντα της αυλής τους όπου επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό. Εντάξαμε και ερευνήσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα (ασχέτως αν δεν καταγράφονται στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντάς τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικώς τέσσερεις μάρτυρες, ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να ενασκήσει το δικαίωμά του για τήρηση σιωπής, χωρίς να καλέσει μάρτυρες. Οι αναφορές των μαρτύρων και όλα τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν αυτά δεν εκτίθενται ρητώς στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), χωρίς να είναι απαραίτητη η καταγραφή του περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης για σκοπούς πρακτικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων και η συνάρθρωσή τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Οι περικοπές που παρατίθενται στην ετυμηγορία μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η αστυφ. XXXX XXXXX Μπότσαρη (MK1), κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 και 2 που προαναφέρθηκαν, ήτοι τα γάντια και το μαχαίρι, ως παραδεκτά γεγονότα. Ο παραπονούμενος XXXXX Τελεβάντος (MK2) και η παραπονούμενη XXXXX Τελεβάντου (ΜΚ3), οι οποίοι είναι σύζυγοι και διαμένουν σε οικία που γειτνιάζει άμεσα με την οικία του κατηγορούμενου, προέβαλαν τη δική τους εκδοχή ως προς το πώς εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό στη βεράντα της οικίας τους, με παραπομπή και στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία ως τα Τεκμήρια 3 και
  1. Ειδικότερα, ο παραπονούμενος (ΜΚ2), 84 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνεχώς ενοχλητικός, εξύβριζε και απειλούσε τους παραπονούμενους, διατηρούσε σκύλους και πτηνά στην αυλή του, έπινε και δημιουργούσε φασαρίες. Για όλα αυτά, οι παραπονούμενοι τηλεφωνούσαν στην αστυνομία για να του κάνει παρατήρηση, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Στις 17 Αυγούστου 2019, οι παραπονούμενοι επισκέφθηκαν φιλικό σπίτι και γενικότερα παρέμειναν όλη μέρα εκτός της οικίας τους για να αποφύγουν τον κατηγορούμενο, ο οποίος φώναζε «ενά τον σκοτώσω, εννά τον σφάξω» και ότι ήταν η τελευταία τους νύχτα, εννοώντας, κατά τον παραπονούμενο, τον τελευταίο και τη σύζυγό του. Γύρω στις 7 το βράδυ, οι παραπονούμενοι επέστρεψαν στην οικία τους. Από την κουζίνα, ο ΜΚ2 είδε τον κατηγορούμενο ξαφνικά να έρχεται στη βεράντα, να αρπάζει την ΜΚ3 και να την κρατά σφικτά. Έτρεξε να ελευθερώσει τη σύζυγό του και τη στιγμή που επιχείρησε να απομακρύνει τα χέρια του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος κάρφωσε («έμπηξε») το μαχαίρι που κρατούσε στην αριστερή πλευρά του παραπονούμενου και έτρεξε αίμα. Έξω στην αυλή μαζεύτηκαν και άλλα πρόσωπα, όπως η ΜΚ
  2. Η παραπονούμενη (ΜΚ3), κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος ανέκαθεν εξύβριζε και αντιπαθούσε την ίδια και τον σύζυγό της, καθότι τον κατήγγελλαν στην αστυνομία όταν προκαλούσε διάφορες φασαρίες. Στις 17 Αυγούστου 2019 το πρωί, καθώς ήταν στην αυλή της, άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει «εννά τους σφάξω, δεν πάει άλλο» και συνεπώς επισκέφθηκαν τον υιό τους στη Λάρνακα για να ησυχάσει η κατάσταση. Το μεσημέρι επέστρεψαν στο σπίτι, ενώ το απόγευμα η παραπονούμενη άκουσε πάλι τον κατηγορούμενο να επαναλαμβάνει «εννά τους σφάξω, εννά τους σφάξω» και συνεπώς οι παραπονούμενοι μετέβησαν σε φιλικό σπίτι, όπου η αστυνομία ενημέρωσε την παραπονούμενη τηλεφωνικώς ότι την έψαχνε καθότι ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε ψευδή, κατά την παραπονούμενη, καταγγελία ότι η τελευταία εξύβρισε τη συμβία του κατηγορούμενου. Καθ' οδόν προς το σπίτι τους, οι παραπονούμενοι συνάντησαν τη ΜΚ4, η οποία τους πληροφόρησε ότι είχε ακούσει τον κατηγορούμενο στην αυλή του να φωνάζει «εννά τους σφάξω, εννά τους σφάξω». Ο παραπονούμενος εισήλθε στην οικία του, ενώ η παραπονούμενη έμεινε έξω στη βεράντα καθότι ανησυχούσε ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ερχόταν να τους κτυπήσει. Ακολούθως, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έρχεται προς την αυλή τους και φώναξε προς τον σύζυγό της να έρθει. Ακολουθούσε τον κατηγορούμενο η συμβία του, η οποία του έλεγε ότι «έσιει κόσμο τωρά». Εκτός από τη ΜΚ4 υπήρχαν ακόμη δύο άντρες στον δρόμο έξω από το σπίτι (ως προκύπτει, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, ο XXXXX Πέτρου και ο XXXXX Πέτρου). Ο κατηγορούμενος ανέβηκε στη βεράντα και η ΜΚ3 προέταξε το μπαστούνι της σαν ασπίδα και τον έσπρωχνε προς τα πίσω. Εν τούτοις, ο κατηγορούμενος την άρπαξε από τον λαιμό με το αριστερό του χέρι και με το δεξί τράβηξε ένα αντικείμενο πάνω στον λαιμό της. Ο σύζυγός της προσέτρεξε στο σημείο για να τη σώσει, όπως και η ΜΚ4, και ξαφνικά η παραπονούμενη είδε τον παραπονούμενο να αιμορραγεί από το αριστερό πλευρό, δίχως να έχει δει με ποιο τρόπο τον τραυμάτισε ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ4 έσπρωξε τον κατηγορούμενο για να τον διώξει και αυτός αποχώρησε. Κλήθηκε αστυνομία και ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τους παραπονούμενους στο νοσοκομείο. Η ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 δέσμη φωτογραφιών οι οποίες απεικονίζουν, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, τόσο τις εκδορές στον λαιμό της όσο και το τραύμα στην αριστερή νεφρική χώρα του ΜΚ2, τα οποία προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο με το επίδικο μαχαίρι Τεκμήριο
  3. Η XXXXX Αντωνίου (ΜΚ4) κατέθεσε τα όσα η ίδια θυμόταν για το επίδικο βράδυ, όπου, καθώς περπατούσε στον δρόμο, είδε τον κατηγορούμενο να φορεί γάντια του κήπου και να κρατά μαχαίρι στο δεξί χέρι. Η ΜΚ4 του φώναξε να μην πάει στην παραπονούμενη, στην οποία επίσης φώναξε να μπει μέσα στο σπίτι της. Η ΜΚ4 έτρεξε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από το να εισέλθει στην αυλή των παραπονούμενων, πλην όμως δεν πρόλαβε αφού αυτός εισήλθε, άρπαξε την παραπονούμενη από τον λαιμό με το αριστερό του χέρι ενώ στο δεξί κρατούσε το μαχαίρι. Ακολούθως βγήκε έξω από το σπίτι ο παραπονούμενος και τη στιγμή που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να μαχαιρώσει την παραπονούμενη μπήκε στη μέση ο ΜΚ2 για να γλυτώσει τη σύζυγό του. Η ΜΚ4 κτύπησε τον κατηγορούμενο στο δεξί χέρι για να τον αποτρέψει να μαχαιρώσει την παραπονούμενη, το χέρι του κατηγορούμενου κατέβηκε προς τα κάτω και τότε ο κατηγορούμενος με μια κίνηση με το δεξί του χέρι μαχαίρωσε στην αριστερή πλευρά τον παραπονούμενο, ο οποίος είχε μπει μπροστά για να διασώσει τη γυναίκα του. Τότε, η ΜΚ4 μπήκε στη μέση και πήρε τον κατηγορούμενο από τις μασχάλες, τον έσπρωξε κάτω από τη βεράντα και αυτός επέστρεψε στη γειτνιάζουσα οικία του. Προσήλθαν στο μέρος δύο άντρες που έπλεναν αυτοκίνητο απέναντι για να βοηθήσουν (σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο XXXXX Πέτρου και ο XXXXX Πέτρου), ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο, συνοδευόμενος από την παραπονούμενη, η οποία είχε σημάδια στη δεξιά πλευρά του λαιμού. Η ΜΚ4 κατέθεσε ότι μάρτυρας του συμβάντος υπήρξε και η συμβία του κατηγορούμενου, την οποία η ΜΚ4 ρώτησε γιατί δεν τον σταμάτησε, και η οποία απάντησε ότι «δεν τα κατάφερε». Η ΜΚ4 πρόσθεσε ότι την ώρα που ο κατηγορούμενος πήγαινε προς το σπίτι των παραπονούμενων με το μαχαίρι, φώναζε «θα τους σφάξω, εν να τους σφάξω», εννοώντας, κατά την αντίληψη πάντοτε της ΜΚ4, τους παραπονούμενους. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα (συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 13, 14 και 15), από τις εξετάσεις που έγιναν στο νοσοκομείο αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό, διαπιστώθηκε ότι η ΜΚ3 έφερε εκδορές από αιχμηρό αντικείμενο με οδοντωτή επιφάνεια στη δεξιά τραχηλική περιοχή κάτω από το πηγούνι και πληγή στον δεξιό αγκώνα και απελύθη με οδηγίες, ενώ ο ΜΚ2 έφερε τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο στην αριστερή νεφρική χώρα 2 εκατοστά με βάθος 3,5 εκατοστά και εισήχθη στον χειρουργικό θάλαμο. Ο κατηγορούμενος XXXXX Πιτταρίδης, όπως ήδη αναφέραμε, μετά που κλήθηκε σε απολογία βάσει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, δεν έδωσε μαρτυρία, επιλέγοντας τη σιωπή, χωρίς, βεβαίως, από την επιλογή αυτή να μπορούν, με οποιονδήποτε τρόπο, να εξαχθούν δυσμενή συμπεράσματα εναντίον του. Η υποχρέωση παραμένει πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με την παρουσίαση ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Κατατέθηκε από κοινού η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου προς την Αστυνομία - Τεκμήριο 10, βάσει της οποίας η Κατηγορούσα Αρχή πρότεινε την εξαγωγή ποικίλων συμπερασμάτων σε σχέση με την υπόθεση. Επειδή θα αναφερθούμε στη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου και δεδομένου ότι δεν έδωσε μαρτυρία κατά τη δίκη, θεωρούμε ότι θα ήταν χρήσιμη η αυτούσια παράθεση του περιεχομένου της, έτσι ώστε να καθίσταται ευχερέστερη η παρακολούθηση κάποιων παραμέτρων με τις οποίες θα ενασχοληθούμε, με αναφορά σε μέρη του κειμένου της. Το περιεχόμενο έχει ως εξής (διατηρώντας την ορθογραφία): «Εγώ ο XXXXX Πιτταρίδης θέλω να δώσω μια κατάθεση. Πληροφορήθηκα ότι μπορώ να γράψω ο ίδιος την κατάθεση μου αλλά επιθυμώ να την γράψεις εσύ. Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεος να πω οτιδήποτε εκτός αν θέλω να το κάνω και πως οτιδήποτε που θα γραφεί και πιθανόν να δοθεί ως μαρτυρία. Για να κάμω τούτο που έκαμα δηλαδή να μπήξω το μασιέρη του Κόκου του γείτονα μου έσιη μια προϊστορία. Να σου πω ότι για να φτάσουμε δαμέ σήμερα εξεκίνησε πριν πολλύ τζιαιρό η κουβέντα. Έσιη κάτι μήνες τώρα που συνέχεια με προκαλούν. Ο γείτονας μου ο XXXXX και η XXXXX πιάνουν συνέχεια την Αστυνομία τζιαι τον μουχτάρη τζιαι καταγγέλλουν με ότι φωνάζω τζιαι ότι κάμνουν φασαρία τα παπαγαλούθκια μου. Έτσι πράμα εν συμβαίνει. Εν ούλλες ψέφτηκες οι καταγγελίες τους τζιαι εν ηξέρω τον λόγο που τες κάμνουν. Σήμερα κατά τες 1100 το πρωί ήρτεν ο μουχτάρης ο XXXXX τζιαι είπεν μου να μεν κάμνω φασαρίες. Εγώ είπα του ότι εν κάνω φασαρία τζιαι είπεν μου ότι οι γειτόνοι μου ο XXXXX τζιαι η XXXXX Τελεβάντου έτσι του είπαν. Εγώ εν του είπα τίποτε τζιαι ο XXXXX έφυεν. Το μεσημέρι επεία σε ένα κουμπάρο μου στον Μαθκιάτη για να φάμε. Που το μαράζι μου που κάμνουν έτσι ο XXXXX τζιαι η XXXXX δεν εκατάφερα ούτε να φάω ούτε να πιω. Εστράφηκα έσσω μου η ώρα 1700 τζιαι είπα της XXXXX που μεινείσκουμε μαζί ότι εννά τους εισφάξω σήμερα να τελειώνουμε τζιαι ας πάω φυλακή. Η αλήθεια εσκέφτουμουν το που η ώρα 1700 να τους σφάξω. Κατά τις 1800 εκάθουμουν με την XXXXX Λοΐζου στην αυλή του σπιτιού μου στο πίσω μέρος του σπιθκιού. Σαν εκαθούμαστεν επέρασεν η XXXXX η σουβλατζίνα που μεινίσκει νάκκον πιο κάτω που το σπίτι μου τζιαι εσιερέτησεν με εσιερέτησα την τζιαι εγιώ τζιαι τζίνη εσυνέχισεν να πιέννει προς την εκκλησία, εν εξήρω ήνταλος μου ήρτεν τζιήνη την ώρα έβαλα ένα ζευκάρι γάντια έπιασα ένα μασιέρι που το συρτάρι της κουζίνας τζιαι επία στο σπίτι του γείτονα μου του XXXXX τζιαι της XXXXX για να τους το μπήξω. Έθελα παραπάνω να το μπήξω της XXXXX αλλά επειδή εμπήκε μες τη μέση ο XXXXX έμπηξα του το τζίνου. Επροσπάθησεν να μας χωρήσει η XXXXX η σουβλατζιού που ήταν τζιαμέ αλλά επρόλαβα τζιαι έμπηξα του το. Άμαν είδα ότι έτρεσιε γαίμα που την τζιηλιά του XXXXX εγύρησα τζιαι έφυα τζιαι επεία σπίτι εσφόντζισα το μασιέρι να φύουν τα γαίματα του XXXXX με ένα πετσί της κουζίνας τζιαι έβαλα το μασιέρι στην θέση του. Άμαν τζιαι έκαμα τζιήνο που έθελα τζιαι έμπηξα του το μασιέρι επία τζιαι έκατσα στην βεράντα μπροστά στο σπίτι μου. Η αλήθκια αν τζιαι έλεγαν ότι έθελα να τους μασιερώσω τζιαι να τους σφάξω εν έθελα να τους σκοτώσω. Έθελα μόνο να τους φοητσιάσω. Είχα το ούλλη μέρα μες τον νου μου να το κάμω τζιαι τελικά έκαμα το. Τούτον ούλλο εγίνηκεν μες την αυλή του γείτονα μου του XXXXX τζιαι της XXXXX. Η XXXXX Λοίζου που μεινίσκει μαζί μου έλεγεν μου να μεν κάμω έτσι πράμα. Δεν με είδε που έπιασα το μασιέρι τζιαι επία έσσω του XXXXX. Το μασιέρι που έμπηξα του XXXXX εν τζιήνο που σου έδωκα μόλις ήρτες τζιαμέ έξω που το σπίτι μου. Αν έθελα να τους σκοτώσω ήταν να τους το μπήξω πας το στήθος τζιαι όι στο πλευρό. Αν έθελα να τους σκοτώσω ήταν να τους το μπήξω τζιαι άλλες φορές. Έμπηξα του το μόνο μια φορά για να φοηθούν. Όπως εγινήκαν τα πράματα είπα σου τα. Τωρά ησύχασα. Μου διάβασες την πιο πάνω κατάθεση και με πληροφόρησες ότι μπορώ να κάμω οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις θέλω. Η πιο πάνω κατάθεση είναι αληθής και την έδωσα ελεύθερος και με τη θέληση μου.» Οι αγορεύσεις εστιάστηκαν στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού για απόδειξη των επίδικων αδικημάτων, με τον κ. Παπανικολάου να επισημαίνει ότι η μαρτυρία κατ' ουσίαν δεν έχει αμφισβητηθεί και αποδεικνύει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και τον κ. Δημητρίου να υποστηρίζει ότι δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη πρόθεση του κατηγορούμενου για την πρόκληση του θανάτου των παραπονούμενων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολουθήσαμε και ακούσαμε με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη (μεταξύ άλλων) το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθειά τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμαστε προσεκτικοί να μην αποδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά τη συσχετίσαμε και αντιπαραβάλαμε και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθυμίσαμε εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς και δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση μας για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Εκεί που οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή άλλη σύνδεση μεταξύ τους, όπως εκείνη που υφίσταται παραδεκτώς μεταξύ των παραπονούμενων, ήμαστε εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους γνωρίζοντας ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη αφετηρία αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395-398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη, αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή, ΠΕ 278/08, ημ. 10.10.12, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματευθήκαμε την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων του αντεξετάζοντος ή και ως αποδυναμωτική τούτων (ή και ως παραδοχή), ζυγιάζοντας την παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητάς της, με το απόσταγμα της διεργασίας να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής μάς δημιούργησαν καλή εντύπωση, αφού ήταν κατά βάσιν θετικοί. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες - όπως για παράδειγμα η αναφορά του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος άρπαξε την παραπονούμενη από το λαιμό με το δεξί του χέρι και κρατούσε το μαχαίρι με το άλλο, ενώ η παραπονούμενη και η Παναγιώτα Αντωνίου ανέφεραν ότι την άρπαξε με το αριστερό του χέρι - καθόλου δεν επηρέασαν τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Άλλωστε, γνωρίζουμε και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, πως η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να ταυτίζεται απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές - αναλόγως της φύσης τους - είναι συνήθως αναπόφευκτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Δεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής. Εξηγούμε. Η αστυφύλακας ΜΚ1 κατέθεσε μόνο τα Τεκμήρια 1 και 2 ως παραδεκτά γεγονότα και δεν αντεξετάστηκε. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο διαδραματίσθηκε το επίδικο συμβάν όπως ο ίδιος το αντιλήφθηκε, επικεντρωμένος στη δική του εμπλοκή, χωρίς ο πυρήνας της μαρτυρίας του ως προς την ουσία του θέματος να πλήττεται καθ'οιονδήποτε τρόπο από τις όποιες μικροανακρίβειες και μικροαντιφάσεις, τις οποίες, αφού μπήκαμε σε βάθος, εντοπίσαμε, παρά το ότι δεν ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητεί το επίδικο συμβάν παρά μόνο την πρόθεση θανάτωσης. Για παράδειγμα, αρχικώς κατά την προφορική του μαρτυρία ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε την παραπονούμενη από τον λαιμό με το δεξί χέρι, ενώ από τη μαρτυρία τόσο της ίδιας της παραπονούμενης όσο και της ΜΚ4 προκύπτει πως ήταν με το αριστερό και πως με το δεξί κρατούσε το μαχαίρι. Εν τούτοις, ο παραπονούμενος στη συνέχεια της μαρτυρίας του δεν δίστασε να δηλώσει ευθέως ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος και δεν θυμάται με ακρίβεια πώς κρατούσε την παραπονούμενη ο κατηγορούμενος. Ούτε διαφεύγει της προσοχής μας πως ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι ουδέποτε, προ του επίδικου περιστατικού, κατήγγειλαν τον κατηγορούμενο στην αστυνομία, σε μια προφανή προσπάθεια να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα να καταλογιστεί η όποια ευθύνη στους παραπονούμενους για πρόκληση του κατηγορούμενου. Εξάλλου, ο ίδιος ο παραπονούμενος και πάλι στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία Τεκμήριο 3, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προϊστορία των προστριβών μεταξύ των παραπονούμενων και του κατηγορούμενου και ότι για τη φασαρία που προκαλούσε ο κατηγορούμενος και τις απειλές και τις εξυβρίσεις εναντίον τους, τηλεφωνούσαν στην αστυνομία για να του κάνει παρατήρηση. Σχετικώς προς την αναφορά του παραπονούμενου κατά την αντεξέταση ότι τη στιγμή που ο ίδιος επενέβη για να «ελευθερώσει» τη σύζυγό του, «εν είχα άλλον, μόνο εγώ και η γυναίκα μου ήμασταν» (ενώ, όπως διαφάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας και δεν αμφισβητείται, είχε και η ΜΚ4 ενεργό εμπλοκή στην προσπάθεια απώθησης/απομάκρυνσης του κατηγορούμενου), είναι σαφές ότι ο παραπονούμενος περιέγραφε μικροσκοπικά τη δική του αποκλειστική εμπλοκή και απαντούσε σε ότι ερωτείτο από τον συνήγορο υπεράσπισης όσον αφορά τις δικές του κινήσεις σε σχέση με την απελευθέρωση της συζύγου του, χωρίς να αναφέρετο απαρεγκλίτως σε πλήρη απουσία της ΜΚ4 από το μέρος. Άλλωστε, στη γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 3, αναφέρθηκε στην παρουσία της ΜΚ4 στο μέρος, αλλά και ότι μετά που ο κατηγορούμενος του «έμπηξε» το μαχαίρι, είδαν και άλλα άτομα έξω στην αυλή. Η δε παραπονούμενη, στη δική της μαρτυρία, αναφέρθηκε λεπτομερώς στην εμπλοκή της ΜΚ4 στο επίδικο επεισόδιο και ουδέποτε της υποβλήθηκε η θέση ότι η ΜΚ4 δεν βρισκόταν στο μέρος. Η ουσία παραμένει ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου, στον πυρήνα της, συνάδει με την εκδοχή της παραπονούμενης και της ΜΚ4, δεν παρατηρήσαμε να υπάρχει έλλειψη συνοχής και η αξιοπιστία του δεν επλήγη καθ'οιονδήποτε τρόπο. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 μας δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση, αφού περιέγραψαν με λογική και συνοχή τα επίδικα γεγονότα και ήταν κατά βάση θετικοί. Εξάλλου, η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας όσον αφορά το επίδικο περιστατικό δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο κατά την αντεξέταση, ενώ παράλληλα η υπεράσπιση δεν αρνείται την επίθεση εναντίον των παραπονούμενων από τον κατηγορούμενο με τη χρήση του μαχαιριού Τεκμήριο 2 και την πρόκληση των συγκεκριμένων τραυμάτων όπως προκύπτουν από τις ιατρικές εκθέσεις και το φωτογραφικό υλικό (βλ. σελίδα 3 γραπτής αγόρευσης κ. Δημητρίου: «Η δε φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος το οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν αποτελεί ήδη παραδεκτό γεγονός»), παρά μόνο αμφισβητεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης θανάτωσης των παραπονούμενων. Τόσο η παραπονούμενη ΜΚ3 όσο και η ΜΚ4 επεξήγησαν με γλαφυρότητα και πειστικότητα την όλη ροή των γεγονότων, τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό στη βεράντα της οικίας των παραπονούμενων και τις κινήσεις του κατηγορούμενου και η μαρτυρία τους παρέμεινε στην ουσία ακλόνητη. Προτού προχωρήσουμε στη διατύπωση των ευρημάτων μας, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την Σέργιος Σεργίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/2015, 13.3.18, όπου συνοψίστηκαν οι εφαρμοστέες αρχές εν σχέσει προς το αδίκημα της απόπειρας φόνου και την αναγκαία ειδική πρόθεση - τις οποίες είχαμε συνεχώς κατά νουν - με παρόμοια αντίκριση να χαρακτηρίζει τις υποθέσεις Νιόβη Παρούτη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446 και Q.A. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2018, 11.9.19: «Με βάση το άρθρο 214(α) όποιος αποπειράται να επιφέρει το θάνατο άλλου είναι ένοχος κακουργήματος. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης (specific) πρόθεσης θανάτωσης του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται (Pefkos and others v. The Republic
(1961)CLR 340, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560). Στην πραγματικότητα η πρόθεση να προκληθεί ο θάνατος του θύματος συνιστά το κύριο συστατικό του συγκεκριμένου αδικήματος, όπως ελέχθη στη Τσέκουρας ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563. Στην ίδια απόφαση επαναλήφθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη της μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Επαναλήφθηκε επίσης η αρχή ότι όπου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55). Ειδικότερα, σε υποθέσεις απόπειρας φόνου, λαμβάνονται κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη πρόθεσης θανάτωσης, παράγοντες όπως «το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν» (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407, 413)». Έχουμε εξετάσει με κάθε δυνατή επιμέλεια κατά πόσο - ως εισηγήθηκε η κατηγορούσα Αρχή - υπάρχουν τέτοια στοιχεία μαρτυρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να τεκμηριωθεί βάσιμα η συγκεκριμένη ειδική πρόθεση του κατηγορούμενου για τον φόνο των παραπονούμενων, ή οιουδήποτε εξ αυτών, ως το μόνο λογικό συμπέρασμα, αποκλειομένων άλλων λογικών εξηγήσεων. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι υπήρχαν προστριβές μεταξύ παραπονούμενων και κατηγορούμενου και ότι ο τελευταίος ανέφερε αρκετές φορές καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας ότι θα τους σκοτώσει. Συναφώς, σημειώνεται ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου Τεκμήριο 10 περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του. Προφορική ή γραπτή δήλωση που γίνεται από πρόσωπο εναντίον συμφέροντος του δύναται να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία για απόδειξη του γεγονότος στο οποίο αναφέρεται. Έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν έδωσε μαρτυρία, εξετάσαμε την κατάθεση στο σύνολό της, έχοντας υπόψιν την ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στα ενοχοποιητικά στοιχεία και μικρότερη σε ό,τι αποτελεί εξήγηση ή δικαιολογία (βλ. κατ'αναλογίαν, Duncan 73 Cr App. R. 359 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, 112-113). Είναι γεγονός πως ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του/Τεκμήριο 10 παραδέχεται ότι σκεφτόταν να σκοτώσει τους παραπονούμενους («Εστράφηκα έσσω μου η ώρα 1700 τζιαι είπα της Μαρίας που μεινείσκουμε μαζί ότι εννά τους εισφάξω σήμερα να τελειώνουμε τζιαι ας πάω φυλακή. Η αλήθεια εσκέφτουμουν το που η ώρα 1700 να τους σφάξω»). Παράλληλα, όμως, αναφέρει ότι πραγματική του πρόθεση δεν ήταν να επιφέρει τον θάνατο, παρά μόνο να τους εκφοβίσει («Η αλήθκια αν τζιαι έλεγαν ότι έθελα να τους μασιερώσω τζιαι να τους σφάξω εν έθελα να τους σκοτώσω. Έθελα μόνο να τους φοητσιάσω. Είχα το ούλλη μέρα μες τον νου μου να το κάμω τζιαι τελικά έκαμα το.», «Αν έθελα να τους σκοτώσω ήταν να τους το μπήξω πας το στήθος τζιαι όι στο πλευρό. Αν έθελα να τους σκοτώσω ήταν να τους το μπήξω τζιαι άλλες φορές. Έμπηξα του το μόνο μια φορά για να φοηθούν»). Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία τόσο της παραπονούμενης όσο και της ΜΚ4, παρά το ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη βεράντα και άρπαξε την παραπονούμενη από τον λαιμό με το αριστερό χέρι και με το δεξί τοποθέτησε το μαχαίρι πάνω στον λαιμό της, εν τούτοις δεν προχώρησε να τη μαχαιρώσει, ενώ φαίνεται ότι είχε και την ευκαιρία και τον χρόνο να το πράξει, πριν επέμβει ο παραπονούμενος και η ΜΚ4. Συναφώς, παραπέμπουμε, ενδεικτικώς, στο ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της ΜΚ4 (βλ. σελίδα 47 των πρακτικών): «E. Τώρα, μας είπατε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε τη XXXXX από τον λαιμό με τον τρόπο που έχετε περιγράψει. Α. Ναι. Ε. Πόσην ώρα την κρατούσε περίπου μέχρι να εμφανιστείτε είτε εσείς, είτε ο σύζυγος της; Α. Αφού ήμουν πίσω του που εβούρουν, εν τζιαι έκαμε ώρα πολλήν, άτε ένα λεπτό διάρκεια; Ε. Ένα λεπτό την κρατούσε. Α. Ένα λεπτό διάρκεια, αφού ήμουν πίσω του.» Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο κατηγορούμενος προκάλεσε κάποιο τραύμα στον λαιμό της παραπονούμενης, ως περιγράφεται στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 15 και απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 (εκδορές). Δεν προχώρησε, όμως, στην όποια απόπειρα να πραγματοποιήσει την πρόθεση που του καταλογίζει η Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι να επιφέρει κάποιο θανάσιμο τραύμα στην παραπονούμενη, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, να τη μαχαιρώσει στον λαιμό (ή σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματός της), παρά το ότι, χρονικά τουλάχιστον, φαίνεται ότι είχε την ευκαιρία να το πράξει. Σημειώνεται ότι με βάση τα λεγόμενα του ίδιου του κατηγορούμενου στη δική του κατάθεση Τεκμήριο 10 ( «.εν εξήρω ήνταλος μου ήρτεν τζιήνη την ώρα έβαλα ένα ζευκάρι γάντια έπιασα ένα μασιέρι που το συρτάρι της κουζίνας τζιαι επία στο σπίτι του γείτονα μου του XXXXX τζιαι της XXXXX για να τους το μπήξω. Έθελα παραπάνω να το μπήξω της XXXXX αλλά επειδή εμπήκε μες τη μέση ο XXXXX έμπηξα του το τζίνου.») σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του γείτονα XXXXX Πέτρου η οποία κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου της («Τότε είδα τον γείτονα. να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι του φορώντας γάντια κηπουρικής νομίζω και να κατευθύνεται στο διπλανό σπίτι φωνάζοντας 'Εννα την σκοτώσω, εννα την σκοτώσω' »), πρωταρχικός «στόχος» του κατηγορούμενου φαίνεται να ήταν η παραπονούμενη. Εν τούτοις, ενώ, επαναλαμβάνεται, είχε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει ή έστω να αποπειραθεί να πραγματοποιήσει, την όποια πρόθεση θανάτωσης αυτής, δεν το έπραξε. Αναφορικά με το εξίσου καίριο ζήτημα της πρόθεσης του κατηγορούμενου να επιφέρει τον θάνατο στον παραπονούμενο, σημειώνουμε ότι, όπως φαίνεται να εξελίχθηκε το επίδικο συμβάν, ο κατηγορούμενος έστρεψε το μαχαίρι στον παραπονούμενο και τον έπληξε στην αριστερή νεφρική χώρα, κατά τη συμπλοκή που προέκυψε, όταν ο παραπονούμενος επενέβη για να γλυτώσει τη σύζυγό του, τη στιγμή που ο κατηγορούμενος είχε το μαχαίρι στο λαιμό της τελευταίας. Η όλη ροή και εξέλιξη των γεγονότων δημιουργεί αντικειμενικώς εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη πρόθεσης για θανάτωση του παραπονούμενου, χωρίς όμως να προκύπτει η παραμικρή αμφιβολία ως προς την ύπαρξη πρόθεσης για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε αυτόν. Κανένα άλλο λογικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τα επίδικα γεγονότα, όπου ο κατηγορούμενος, όταν η ΜΚ4 και ο παραπονούμενος επενέβησαν ώστε να μη μαχαιρώσει την παραπονούμενη, μαχαίρωσε τον παραπονούμενο στην αριστερή νεφρική χώρα. Ως προς την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος στον αστυφύλακα XXXX Ιωάννου σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 (παραδεκτό γεγονός) «Έσιη ούλη μέρα που το σκέφτουμε και έκαμα το. Εσιή πολλή καιρό που έχω προβλήματα μαζί τους και τωρά εννά ησυχάσω. Εννά φοούνται τζιαι εννά ησυχάσω» σημειώνεται ότι αυτή δόθηκε αφού πληροφορήθηκε για τα δικαιώματά του σε σχέση προς τα τότε διερευνώμενα αδικήματα του τραυματισμού, της παράνομης εισόδου και της μαχαιροφορίας, και όχι της απόπειρας φόνου, καταδεικνύοντας ότι πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν ο εκφοβισμός των παραπονούμενων με την πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών με τη χρήση μαχαιριού, και όχι η θανάτωσή τους. Τα ίδια ισχύουν για την απάντησή του κατά την παράδοση του μαχαιριού - «Εκείνο που έθελα έκαμα το. Τωρά τζιαι να πάω φυλακή εν με πειράζει. Τωρά έπνασα τζιαι εν έχω τίποτε να κρύψω. Ούτως η άλλως είσιεν τζιαι άλλους που είδαν τι έκαμα», και την απάντησή του κατά τη σύλληψη - για τα αδικήματα του τραυματισμού, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, της μαχαιροφορίας και της παράνομης εισόδου - «ό,τι εγίνηκεν εγίνηκεν, έκαμα το τζιαί τωρά εν να με φοούνται». Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οι ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορουμένου στην κατάθεσή του Τεκμήριο 10, υπό το φως του συνόλου της κατάθεσής του και της λοιπής μαρτυρίας, δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να οδηγήσουν σε αδιαμφησβήτητο συμπέρασμα ότι πρόθεσή του ήταν να επιφέρει τον θάνατο στους δύο παραπονούμενους, ή σε έναν εξ αυτών. Κανένα όμως περιθώριο αμφιβολίας υφίσταται ως προς την πρόθεση του κατηγορούμενου να τραυματίσει και να προκαλέσει βαριές σωματικές βλάβες στους δύο παραπονούμενους. Οι ενέργειες του αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό καταδεικνύουν έναν άνθρωπο ο οποίος είχε, στην ουσία, εκπληρώσει τον (απαράδεκτο) στόχο του. Περνούμε στα επιπρόσθετα (τελικά) ευρήματα. Οι παραπονούμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, διαμένουν σε οικία που γειτνιάζει άμεσα με την οικία του κατηγορούμενου στην οδό Κασταλίας στην περιοχή Καμάρων στη Λάρνακα. Μεταξύ των δύο υπήρχαν διάφορες προστριβές, με τους παραπονούμενους να υποβάλλουν παράπονα στον κοινοτάρχη και να καλούν την αστυνομία ένεκα οχληρίας που προκαλούσε ο κατηγορούμενος, είτε ο ίδιος προσωπικά (φωνασκίες, μουσική, εξυβρίσεις) είτε από ζώα που διατηρούσε στην αυλή του. Στις 17.8.2019 το πρωί η παραπονούμενη από την αυλή της άκουσε τον κατηγορούμενο στην αυλή του να απειλεί ότι θα τους σκοτώσει («εννά τους σφάξω, δεν πάει άλλο»). Οι παραπονούμενοι αποφάσισαν να μεταβούν εκτός οικίας και επέστρεψαν περίπου το μεσημέρι. Το απόγευμα η παραπονούμενη άκουσε και πάλιν τον κατηγορούμενο να απειλεί ότι θα τους σφάξει. Οι παραπονούμενοι έφυγαν από την οικία τους και μετέβησαν σε φιλικό σπίτι για να αποφύγουν τον κατηγορούμενο. Καθώς βρίσκονταν στο φιλικό σπίτι, η παραπονούμενη έλαβε τηλεφώνημα από την αστυνομία ότι την έψαχνε ένεκα καταγγελίας που έκανε η συμβία του κατηγορούμενου για εξύβριση της από την παραπονούμενη. Ακολούθως οι παραπονούμενοι επέστρεψαν στην οικία τους. Γύρω στις 18:00 ο κατηγορούμενος καθόταν στην αυλή του και χαιρετίστηκε με την XXXXX Αντωνίου (ΜΚ4) η οποία περνούσε έξω από την οικία του. Τότε, ο κατηγορούμενος φόρεσε ένα ζευγάρι γάντια κηπουρικής (το Τεκμήριο 1), μετέβη στην κουζίνα του, πήρε ένα μαχαίρι από το συρτάρι (το Τεκμήριο 2), εξήλθε της οικίας και της αυλής του και περπάτησε προς την οικία των παραπονούμενων, με πρόθεση να τους επιτεθεί με το μαχαίρι και να τους προκαλέσει βαριές σωματικές βλάβες. Η παραπονούμενη βρισκόταν στη βεράντα της αυλής της οικίας της, ενώ ο παραπονούμενος στην κουζίνα. Η ΜΚ4 αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να μεταβαίνει στην οικία των παραπονούμενων, φωνάζοντας ότι θα τους σκοτώσει, και τον ακολούθησε, όπως τον ακολούθησε και η συμβία του. Ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αυλή των παραπονούμενων, ανέβηκε στη βεράντα και η παραπονούμενη προέταξε το μπαστούνι της ως ασπίδα για να τον σπρώξει να φύγει. Εν τούτοις, ο κατηγορούμενος την άρπαξε με το αριστερό χέρι από τον λαιμό και τοποθέτησε το μαχαίρι το οποίο κρατούσε με το δεξί χέρι στην αριστερή πλευρά του λαιμού της. Στη συνέχεια επενέβη τόσο ο παραπονούμενος, ο οποίος άκουσε τη φασαρία και προσέτρεξε στο μέρος από την κουζίνα, όσο και η ΜΚ4, η οποία κτύπησε τον κατηγορούμενο στο δεξί χέρι. Το χέρι του κατηγορούμενου κατέβηκε προς τα κάτω και ακολούθως ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο στην αριστερή νεφρική χώρα. Η ΜΚ4 έσπρωξε τον κατηγορούμενο κάτω από την βεράντα και αυτός επέστρεψε στην οικία του. Τα τραύματα που υπέστησαν οι παραπονούμενοι έχουν ως τα Τεκμήρια 13, 14 και 15 και συνοψίζονται στη σελίδα 8 πιο πάνω. Όπως προκύπτει σαφώς από τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόπειρας φόνου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με τις κατηγορίες 1 και 2 δεν αποδείχθηκαν. Παρά την πρόκληση των επίδικων τραυμάτων στους παραπονούμενους, παραμένει αντικειμενικώς εύλογη αμφιβολία όσον αφορά τις επίδικες κατηγορίες για απόπειρα φόνου, και ειδικότερα όσον αφορά την απαιτούμενη πρόθεση θανάτωσης, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Δεδομένων, όμως, των ευρημάτων στα οποία έχουμε καταλήξει πιο πάνω, παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο δύνανται να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και να προστεθούν στο κατηγορητήριο κατηγορίες κατά παράβαση του άρθρου 228 (α) και (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 228 προνοεί, στον βαθμό που αφορούν τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ότι όποιος, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο, (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο ή (β) αποπειράται παράνομα να πλήξει με οποιονδήποτε τρόπο άλλο, με μαχαίρι, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Το άρθρο 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί μεταξύ άλλων ότι αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και για το οποίο δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου και για το οποίο καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου και δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπισή του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο κατηγορίας για τέτοιο ποινικό αδίκημα, ωσάν η κατηγορία αυτή να αποτελούσε μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου (βλ. σχετικώς Leonidou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Ανδρέας Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458). Ως προς τον παραπονούμενο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, με την απαιτούμενη στο άρθρο 228 του Ποινικού Κώδικα πρόθεση, τον τραυμάτισε παράνομα στην αριστερή νεφρική χώρα και του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη εντός της έννοιας του άρθρου 4 Ποινικού Κώδικα. Ως προς την παραπονούμενη, οι εκδορές που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος παρανόμως με το μαχαίρι, ως αυτές αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 15, εμπίπτουν σαφώς εντός της έννοιας του τραύματος, ως τούτο ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε, εν τέλει, βαριά σωματική βλάβη στην παραπονούμενη. Εν τούτοις, η σχετική πρόθεση του κατηγορούμενου, όπως και ο τραυματισμός της παραπονούμενης, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, κατά την κρίση μας, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για την προσθήκη δύο νέων κατηγοριών, κατά παράβαση του άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Πρόκειται για αδικήματα μη περιλαμβανόμενα στο κατηγορητήριο και η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει ότι τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί από τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικασθεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου, δηλαδή η ίδια ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της απόπειρας φόνου. Περαιτέρω, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν επηρεάζεται δυσμενώς με την τροποποίηση. Η γραμμή της υπεράσπισης ήταν από την αρχή μέχρι τέλους ότι πράγματι επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό και ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στους παραπονούμενους και τους προκάλεσε τις σωματικές βλάβες ως καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, πλην όμως πρόθεσή του δεν ήταν να επιφέρει τον θάνατο. Θέση η οποία εν τέλει έγινε, στην ουσία, αποδεκτή από το Δικαστήριο, εφόσον η κατάληξή μας είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με πρόθεση θανάτωσης, αλλά με πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στους παραπονούμενους. Κανένα άλλο λογικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Ως εκ των ανωτέρω, προχωρούμε στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 5ης και 6ης κατηγορίας ως ακολούθως: Πέμπτη Κατηγορία ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Διενέργεια πράξης που σκοπεύει την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 17.8.2019 στην οδό Κασταλίας στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας επί σκοπώ προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης παράνομα τραυμάτισε και προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον XXXXX (XXXXX) Τελεβάντο (84 ετών) από τη Λάρνακα, δηλαδή με τη χρήση μαχαιριού τού προκάλεσε τραύμα στην αριστερή νεφρική χώρα. Έκτη Κατηγορία ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Διενέργεια πράξης που σκοπεύει την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 17.8.2019 στην οδό Κασταλίας στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας επί σκοπώ προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης παράνομα τραυμάτισε τη XXXXX Τελεβάντου (80 ετών) από τη Λάρνακα, δηλαδή με τη χρήση μαχαιριού τής προκάλεσε εκδορές στη δεξιά τραχηλική περιοχή κάτω από το πηγούνι. Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 2, και κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 5 και 6 ως έχουν προστεθεί. (Υπ.) ............. Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.