← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ GHEBALI, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 18/19, 19/2/2020

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ GHEBALI, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 18/19, 19/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αρ. 18/19 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16

(1),
(2)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟΥ 133(Ι)/2004 - και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ XXXXX GHEBALI, από το Ισραήλ σχετικά με αίτημα των Γαλλικών αρχών ---------------------- Ημερομηνία: 19/2/2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτούσα Χώρα: Η κα Παπαλοίζου. Για τον Εκζητούμενο: Ο κ. Βαφέας. Εκζητούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελεί αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα του Εφετείου του Παρισιού για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (εφεξής: «ΕΕΣ») το οποίο εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου από τον Εισαγγελέα του Εφετείου του Παρισιού, στις 21 Οκτωβρίου 2019. Σκοπός του εν λόγω ΕΕΣ είναι, ως καταγράφεται σε αυτό, η σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Αρχές, με σκοπό την έκτιση ποινής φυλάκισης διάρκειας 18 μηνών που του επιβλήθηκε από το 13ο Ποινικό Τμήμα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου του Παρισιού (13th Correctional Chamber, at the Tribunal de Grande Instance of Paris) στις 3 Οκτωβρίου 2016, για το αδίκημα της κατάχρησης εμπιστοσύνης (breach of trust). Η εν λόγω απόφαση ημ. 3 Οκτωβρίου 2016, εφεσιβλήθηκε από πλευράς του εκζητούμενου, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά τη δίκη του, αλλά εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Στις 26 Φεβρουαρίου 2019 το Εφετείο του Παρισιού (Pole 5, Chamber 12) επικύρωσε την καταδίκη και επιβολή ποινής στον εκζητούμενο και στη βάση της απόφασης του Εφετείου, εκδόθηκε, στις 21 Οκτωβρίου 2019, το υπό εξέταση ΕΕΣ. Στο υπό εξέταση ΕΕΣ αναφέρεται επίσης ότι ταυτόχρονα με την απόφασή του ημ. 26 Φεβρουαρίου 2019, το Εφετείο του Παρισιού αποφάσισε τη διατήρηση της ισχύος εθνικού εντάλματος σύλληψης, ημερομηνίας 12 Νοεμβρίου 2014, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου από ανακριτή δικαστή. Συγκεκριμένα, στο αγγλικό κείμενο του ΕΕΣ (Τεκμήριο 1), στο σημείο (
  1. b)στη δεύτερη σελίδα, καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «
  2. b)Decision on which the warrant is based: Arrest warrant or judicial decision having the same effect: Arrest warrant issued by the investigating judge on November 12, 2014. Type: Arrest warrant and enforceable judgment Enforceable Judgement: Judgment of the Paris Court of Appeal (Pole 5 Chamber 12) of February 26, 2019 (now the effects of the arrest warrant of November 12, 2014) » Αφού επιβεβαιώθηκε η ταυτότητα του εκζητούμενου και αφού αυτός ενημερώθηκε σχετικά με το σκοπό της παρούσας διαδικασίας και τα δικαιώματα του, πληροφόρησε το Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου του, ότι δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του στης Γαλλικές Αρχές. Ως εκ τούτου ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις εκτέλεσης του υπό εξέταση ΕΕΣ. Από πλευράς της Δημοκρατίας κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο οποίος συνοπτικά ανέφερε τα εξής: Ονομάζεται XXXXX Χίντικος και εργάζεται ως λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι ο χειρισμός αιτημάτων για εκτέλεση ΕΕΣ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 ηλεκτρονικό μήνυμα με αποστολέα την Interpol Παρισιού και παραλήπτη την Interpol Λευκωσίας, ημερομηνίας 20 Νοεμβρίου 2019, στη γαλλική γλώσσα, μαζί με τα εξής συνημμένα έγγραφα:
  3. i)Αντίγραφο εγγράφου στη γαλλική γλώσσα με τίτλο DEMANDE DE DIFFUSION D' UN MANDAT D'ARRET EUROPEEN, το οποίο φέρει υπογραφή από την Isabelle de Trentinian, 'Substitut general' εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα του Εφετείου του Παρισιού, ημερομηνίας 21 Οκτωβρίου 2019∙
  4. ii)To ΕΕΣ στη Γαλλική γλώσσα και iii) Μετάφραση του ΕΕΣ στην Αγγλική γλώσσα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του μέσω του Γραφείου της Interpol Λευκωσίας. Ακολούθως, έδωσε οδηγίες στην Αστυνομία για σύλληψη του εκζητούμενου στη βάση του υπό εξέταση ΕΕΣ και ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 2 Δεκεμβρίου 2019, μετά την απορριπτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με αίτημα για εκτέλεση προηγούμενου ΕΕΣ που εκκρεμούσε εναντίον του (Αίτηση αρ.12/19). Συγκεκριμένα, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση 12/19 ο εκζητούμενος αφέθηκε ελεύθερος και συνελήφθη λίγα λεπτά αργότερα με το παρόν ΕΕΣ. Μετά τη σύλληψη και προσαγωγή του εκζητούμενου στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 2019, διαπιστώθηκε ότι τα δυο ΕΕΣ ημερομηνίας 30 Ιουλίου 2017 και 21 Οκτωβρίου 2019, εκδόθηκαν για τον ίδιο σκοπό, ήτοι την εκτέλεση ποινής φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο, ως περιγράφεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου ο μάρτυρας, κατόπιν προτροπής της Δικηγόρου της Δημοκρατίας που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, απέστειλε στις Γαλλικές Αρχές επιστολή και ζήτησε διευκρινίσεις αναφορικά με το λόγο έκδοσης του ΕΕΣ ημ.21 Οκτωβρίου 2019, σε χρόνο που εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αίτημα για εκτέλεση προγενέστερου ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017, για τον ίδιο σκοπό. Αντίγραφο επιστολής του μάρτυρα στην αγγλική γλώσσα ημ.3 Δεκεμβρίου 2019, προς την Εισαγγελία του Εφετείου του Παρισιού, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Στις 5 Δεκεμβρίου 2019 ο μάρτυρας έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τις Γαλλικές αρχές, με συνημμένη σε αυτό επιστολή, τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική γλώσσα, σύμφωνα με την οποία το ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017, ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε από το υπό εξέταση ΕΕΣ. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα και επιστολή την οποία υπογράφει η XXXXX Trentinian, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα του Εφετείου του Παρισιού, μαζί με προηγούμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία του μάρτυρα με αρμόδιους υπαλλήλους του Εθνικού Γραφείου της Κύπρου στη Eurojust, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Την ίδια μέρα, μετά τη λήψη της πιο πάνω απάντησης των Γαλλικών αρχών, ο μάρτυρας απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στην XXXXX Trentinian, ζητώντας περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς το λόγο της ανάκλησης και αντικατάστασης του προηγούμενου ΕΕΣ, με το ΕΕΣ ημ.21 Οκτωβρίου 2019. Λήφθηκε αυθημερόν η απάντηση της Trentinian σύμφωνα με την οποία το ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017 εκδόθηκε στη βάση της απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου του Παρισιού, ημ.3 Οκτωβρίου 2016. Ο εκζητούμενος άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και στις 26 Φεβρουαρίου 2019 εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για καταδίκη και επιβολή ποινής στον εκζητούμενο. Ως εκ τούτου ήταν απαραίτητο να εκδοθεί νέο ΕΕΣ, στη βάση πλέον της απόφασης του Εφετείου. Αντίγραφο της σχετικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας κατατέθηκε από το μάρτυρα ως Τεκμήριο 4. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να πληροφορήσει το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε αίτημα για εκτέλεση του ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017, ότι το εν λόγω ΕΕΣ είχε ανακληθεί και αντικατασταθεί με νέο ΕΕΣ ημ.21 Οκτωβρίου 2019. Προκύπτει από το Τεκμήριο 1 ότι το παρόν ΕΕΣ παραλήφθηκε από το γραφείο της Interpol Λευκωσίας στις 20 Νοεμβρίου 2019, δηλαδή πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης αρ.12/19 για εκτέλεση του προηγούμενου ΕΕΣ. Προκύπτει επίσης, από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που κατέθεσε ο μάρτυρας ως Τεκμήρια 3 και 4, ότι αυτός παρέλαβε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το υπό εξέταση ΕΕΣ στις 21 Νοεμβρίου 2019. Συγκεκριμένα, στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 21 Νοεμβρίου 2019, το οποίο απεστάλη στο μάρτυρα από το Δημήτριο Μαγγιώρο, του Εθνικού Γραφείου Eurojust αναφέρονται τα εξής: «Αγαπητέ κύριε Χίντικε Σε συνέχεια προηγούμενης αλληλογραφίας που αφορά την εν θέματι υπόθεση, σας προωθούμε το υπ' αριθμό Α030 ΕΕΣ εκδοθέντος σε βάρος του Ghebali XXXXX στη γαλλική γλώσσα και μετάφραση του στην Αγγλική, όπως μας διαβιβάστηκε από τις Γαλλικές Αρχές στο Παρίσι μέσω του ομόλογου γραφέιου της Γαλλίας.». Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, ο μάρτυρας προέβαλε τη δικαιολογία ότι δεν αντιλήφθηκε ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε για τον ίδιο σκοπό με το ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017. Λόγω φόρτου εργασίας δεν το διάβασε. Του υποδείχθηκε ότι στο συνοδευτικό έγγραφο των Γαλλικών αρχών που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1, αναφέρεται ξεκάθαρα ότι το ΕΕΣ ημ. 21 Οκτωβρίου 2019 εκδόθηκε σε αντικατάσταση του ΕΕΣ ημ. 30 Ιουλίου 2017. Συγκεκριμένα αναφέρεται το εξής: «Objet: Diffusion d' un mandate d' arret europeen deliver contre Ghebali XXXXX ANNULE et XXXXX 2017». Ο μάρτυρας προέβαλε τη δικαιολογία ότι δεν αντιλαμβάνεται τη γαλλική γλώσσα και δεν κατάλαβε τι έγραφε το εν λόγω έγγραφο, ούτε προσπάθησε να το μεταφράσει. Ανέφερε ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες στην Αστυνομία να συλληφθεί ο εκζητούμενος στη βάση του παρόντος ΕΕΣ και ότι αυτό θα έπραττε, όποια και αν ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με το αίτημα για εκτέλεση του προηγούμενου ΕΕΣ, το οποίο υποδείχθηκε στο μάρτυρα και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η στάση του συνιστά κλασσική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας, εφόσον εάν το Δικαστήριο αποφάσιζε την εκτέλεση του ΕΕΣ - Τεκμήριο 5, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για σύλληψη του εκζητούμενου με βάση το υπό εξέταση ΕΕΣ το οποίο ουδέποτε θα έθετε υπόψιν του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή και απολογήθηκε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δεν είχε αντιληφθεί αρχικά ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ αντικαθιστούσε το προηγούμενο. Λόγω φόρου εργασίας δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία στη μελέτη του ΕΕΣ. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ. 12 Νοεμβρίου 2014, στο οποίο βασίζεται το υπό εξέταση ΕΕΣ, αναιρέθηκε και ακυρώθηκε από το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ. 3 Οκτωβρίου 2016, το οποίο σύμφωνα με το ΕΕΣ - Τεκμήριο 5, εκδόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο του Παρισιού ταυτόχρονα με την απόφασή του, εναντίον του εκζητούμενου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι εναντίον της απόφασης του Εφετείου του Παρισιού, ημ.26 Φεβρουαρίου 2019, καταχωρίστηκε από το συνήγορο του εκζητούμενου αίτηση αναίρεσης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον τριτοβάθμιου Γαλλικού Δικαστηρίου και ως εκ τούτου η εκτέλεση της απόφασης του Εφετείου έχει ανασταλεί. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει γαλλικό δίκαιο. Εν όψει των δυο τελευταίων υποβολών, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποσταλεί μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης αίτημα προς τη Γενική Εισαγγελία του Παρισιού για παροχή των εξής διευκρινίσεων, μέχρι την 24 Ιανουαρίου 2020: 1. Κατά πόσον ταυτόχρονα με την απόφαση του Εφετείου του Παρισιού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου και αν ναι, κατά πόσον και με ποιο τρόπο αυτό σχετίζεται με το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014, στο οποίο γίνεται αναφορά στο υπό εξέταση ΕΕΣ. Εάν όχι, να δοθούν εξηγήσεις με ποιο τρόπο η απόφαση του Εφετείου σχετίζεται με το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή στις 12 Νοεμβρίου 2014. 2. Κατά πόσον εναντίον της απόφασης του Εφετείου ημ. 26 Φεβρουαρίου 2019, υποβλήθηκε εκ μέρους του εκζητούμενου αίτηση αναιρέσεως στο τριτοβάθμιο Δικαστήριο της Γαλλίας και αν ναι, κατά πόσον η αίτηση αυτή αναστέλλει την ισχύ της απόφασης του Εφετείου και/ ή του εθνικού εντάλματος σύλληψης. Σχετική επιστολή με τα πιο πάνω ερωτήματα στην Αγγλική γλώσσα, την οποία απέστειλε ο μάρτυρας στις Γαλλικές Αρχές, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η απάντηση των Γαλλικών αρχών η οποία λήφθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22 Ιανουαρίου 2020, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, το υπό εξέταση ΕΕΣ βασίζεται στην απόφαση αρ. 16/8418 του Εφετείου του Παρισιού (Pole 5 Chamber 12) ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2019. Με την εν λόγω απόφαση το Εφετείο αποφάσισε να διατηρήσει τα αποτελέσματα του εθνικού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2014.[1] Περαιτέρω, αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 ότι στις 3 Απριλίου 2019 καταχωρίστηκε έφεση (appeal) στο Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλλίας (Court of Cassation). Η έφεση αυτή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης του Εφετείου του Παρισιού, ημ.26 Φεβρουαρίου 2019, καθότι το Εφετείο ταυτόχρονα με την απόφασή του επιβεβαίωσε το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014, όπως είχε πράξει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 3 Οκτωβρίου 2016[2]. Σχετική παραπομπή γίνεται στα άρθρα 569 και 465 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Γαλλίας, τα οποία, σύμφωνα με τη Γαλλική Εισαγγελία, υποστηρίζουν τα όσα αναφέρονται σχετικά με τη μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Εφετείου. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση, ότι το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 12 Νοεμβρίου 2014, εκδόθηκε με σκοπό την ανάκριση και/ ή δίωξη του εκζητούμενου και όχι για έκτιση ποινής φυλάκισης. Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι Γαλλικές αρχές ανέφεραν ρητά ότι το εν λόγω ένταλμα σύλληψης διατηρείται σε ισχύ, με σκοπό τη σύλληψη του εκζητούμενου ώστε να εκτίσει ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ο εκζητούμενος συνελήφθη δυνάμει του υπό εξέταση ΕΕΣ στις 2 Δεκεμβρίου 2019, περί ώρα 12.20, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας από τον Αστ.XXXX Α. Χαραλάμπους, ο οποίος του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του στην αγγλική γλώσσα, την οποία ο εκζητούμενος αντιλαμβάνεται πλήρως και αυτός απάντησε: «My arrest is illegal». Στη συνέχεια, ο εν λόγω αστυφύλακας επέδωσε στον εκζητούμενο τα δικαιώματά του στη γαλλική γλώσσα, τα οποία αφού ο εκζητούμενος ανέγνωσε, τα υπέγραψε. Σχετικά, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 9, γραπτή κατάθεση του Αστ.1231. Εκ μέρους του εκζητούμενου κατέθεσε ως μάρτυρας ο Γάλλος δικηγόρος XXXXX Ohayon, ο οποίος ανέφερε ότι είναι ποινικολόγος και εγγεγραμμένος δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο του Παρισιού. Ασχολείται αποκλειστικά εδώ και 10 χρόνια με ποινικές υποθέσεις και κυρίως υποθέσεις που αφορούν ΕΕΣ. Σχετικά με την παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10, στη γαλλική γλώσσα μαζί με πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική[3]. Στο Τεκμήριο 10, ο μάρτυρας αναφέρει ότι μελέτησε την απόφαση του Εφετείου του Παρισιού ημ.26 Φεβρουαρίου 2019, με την οποία ο εκζητούμενος καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση, καθώς επίσης και το επίδικο ΕΕΣ που εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2019 από Εισαγγελέα του Εφετείου του Παρισιού. Σύμφωνα με το μάρτυρα, πουθενά στην απόφαση ημ. 26 Φεβρουαρίου 2019 δεν γίνεται αναφορά σε εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου στις 12 Νοεμβρίου 2014. Επομένως, δεν είναι δυνατόν με αυτή την απόφαση να διατηρούνται σε ισχύ τα έννομα αποτελέσματα ενός εθνικού εντάλματος σύλληψης το οποίο δεν αναφέρεται σε αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται από ανακριτή δικαστή, διατηρείται σε ισχύ μόνο μέχρι την έκδοση της απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου. Μετά την καταδικαστική απόφαση, το Δικαστήριο δύναται, στη βάση του Άρθρου 465 του γαλλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να εκδώσει νέο ένταλμα σύλληψης ως μέτρο ασφάλειας ή προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της απόφασης. Καταδικαστική απόφαση που εκδίδεται από Εφετείο διατηρεί αυτόματα τα έννομα αποτελέσματα του εντάλματος σύλληψης που εκδίδεται από πρωτοβάθμιο ποινικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 465 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εάν και εφόσον επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης του εκκαλούντος. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ή ακόμα και το Εφετείο έπρεπε να είχαν εκδώσει εναντίον του εκζητούμενου νέο ένταλμα σύλληψης εφόσον επ' ουδενί λόγο δεν μπορούσαν τα Δικαστήρια αυτά να διατηρήσουν την ισχύ του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή, σκοπός του οποίου ήταν η ανάκριση ή η τιμωρία του εκζητουμένου για παραβίαση περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 10 ο μάρτυρας αναφέρει ότι σχετικά με το ερώτημα της ανεξαρτησίας των Εισαγγελικών Αρχών της Γαλλίας και κατά πόσον νομιμοποιούνται να εκδίδουν ΕΕΣ «τα κυπριακά δικαστήρια έχουν ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος». Επιπλέον, ο μάρτυρας παρέπεμψε στις υποθέσεις C-508/18 και C- 82/19, στις οποίες το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: «ΔΕΕ») αποφάνθηκε ότι ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης» πρέπει να «έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τις εισαγγελίες κράτους μέλους οι οποίες είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται άμεσα ή έμμεσα σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, όπως εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης». Ακολούθως, στο Τεκμήριο 10 γίνεται αναφορά σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, χωρίς ημερομηνία και αριθμό και ο μάρτυρας παραθέτει τη δική του ερμηνεία/ νομικό συλλογισμό σχετικά με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρεται σε απόφαση του ΔΕΕ ημ.12 Δεκεμβρίου 2019[4] στην οποία, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, το ΔΕΕ, σε αντίθεση με την άποψη του Γενικού του Εισαγγελέα, φαίνεται να ανατρέπει την προηγούμενη απόφασή του, ημ.27 Μαΐου 2019 στις υποθέσεις C-508/18 και C- 82/19, κρίνοντας ότι η Εισαγγελία της Γαλλίας παρέχει ικανοποιητικές εγγυήσεις προκειμένου να εκδίδει ΕΕΣ. Σύμφωνα με το μάρτυρα, το ΔΕΕ δεν εξέτασε στην εν λόγω απόφαση ημ.12 Δεκεμβρίου 2019, τον κίνδυνο έμμεσου επηρεασμού της Γαλλικής Εισαγγελίας, στον οποίο είχε δοθεί σαφής έμφαση στην απόφαση ημ.27 Μαΐου 2019, προκειμένου να διασαφηνιστεί η έννοια της δικαστικής αρχής έκδοσης. Σχετικά με το ζήτημα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του εκζητούμενου, ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σκέψη 75 της απόφασης του ΔΕΕ ημ.27 Μαΐου 2019 και υποστήριξε ότι με βάση την απόφαση αυτή, όταν αρμόδια αρχή για την έκδοση ΕΕΣ είναι αρχή η οποία μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο, τότε η απόφαση για έκδοση ΕΕΣ και ιδίως ο αναλογικός της χαρακτήρας πρέπει να μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο στο εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το μάρτυρα, στην απόφαση του ΔΕΕ ημ.12 Δεκεμβρίου 2019, το ΔΕΕ εξετάζοντας εάν παρέχεται αποτελεσματική δικαστική προστασία στο Γαλλικό σύστημα, ανέφερε ότι σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης, το Γαλλικό Δικαστήριο που εξέδωσε το εθνικό ένταλμα σύλληψης προβαίνει σε εκτίμηση του αναλογικού του χαρακτήρα, ζητώντας ταυτόχρονα από την εισαγγελική αρχή να εκδώσει ΕΕΣ. Σε σχέση με το ίδιο το ΕΕΣ, το ΔΕΕ κατέληξε ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερου δικαστικού ελέγχου, μετά την παράδοση του εκζητούμενου, στο πλαίσιο υποβολής αίτησης ακυρότητας βάσει του άρθρου 170 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Γαλλίας. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπούς ανακρίσεων. Η περίπτωση του εκζητούμενου διαφοροποιείται πρώτον, επειδή το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε 8 μήνες μετά την απόφαση του Εφετείου και δεύτερον, επειδή δεν μπορεί επ' ουδενί λόγο να προσβληθεί και να ακυρωθεί. Η αίτηση ακυρότητας μπορεί να υποβληθεί μόνο κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας. Ο μάρτυρας καταλήγει ότι το επίπεδο δικαστικής προστασίας στη Γαλλία, αναφορικά με την περίπτωση του εκζητούμενου είναι εντελώς αναποτελεσματικό, επειδή δεν υπήρξε αίτημα από το Εφετείο για έκδοση ταυτόχρονα με την απόφαση ΕΕΣ εναντίον του εκζητούμενου. Το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε το πιο πιθανόν αυτεπάγγελτα από Εισαγγελέα, 8 μήνες μετά την απόφαση του Εφετείου στην οποία βασίζεται και αφού ξεκίνησε και εκκρεμούσε στην Κύπρο δικαστική διαδικασία για εκτέλεση προηγούμενου ΕΕΣ για τον ίδιο σκοπό, η εγκυρότητα του οποίου είχε αμφισβητηθεί έντονα από τους συνηγόρους του εκζητούμενου. Επιπλέον, δεν υπάρχει η δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητας του επίδικου ΕΕΣ ενώπιον Γαλλικού Δικαστηρίου, μετά την παράδοση του εκζητούμενου, εάν αυτή διαταχθεί. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014 (στο οποίο γίνεται αναφορά στο ΕΕΣ - Τεκμήριο 1) βρίσκεται σε ισχύ. Ο μάρτυρας απάντησε ότι με βάση την απόφαση του πρωτόδικου ποινικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 3 Οκτωβρίου 2016 και την απόφαση του Εφετείου ημ. 26 Φεβρουαρίου 2019, τις οποίες έχει στην κατοχή του, το εθνικό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή και το οποίο το Εφετείο αποφάσισε να διατηρήσει σε ισχύ, είναι ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 2014 και όχι 12 Νοεμβρίου 2014. Του υποβλήθηκε επίσης ότι υπάρχει εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014 και ο μάρτυρας απάντησε: «Το έχετε;» και σε άλλο σημείο απάντησε «Εάν υπάρχει είναι παράνομο». Σε ερώτηση κατά πόσον συμφωνεί ότι εναντίον του εκζητούμενου υπάρχει στη Γαλλία καταδικαστική απόφαση ο μάρτυρας απάντησε: «Είναι κλειστή ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω». Του υποβλήθηκε ότι η ύπαρξη της καταδικαστικής απόφασης εναντίον του εκζητούμενου είναι αρκετή για έκδοση και εκτέλεση ΕΕΣ για έκτιση της ποινής που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και απάντησε ότι δεν μπορεί να υπάρξει ΕΕΣ χωρίς την ύπαρξη εθνικού εντάλματος σύλληψης. Εισηγήσεις των μερών Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητουμένου υποστήριξε στη γραπτή του αγόρευση ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ δεν θα πρέπει να εκτελεστεί για 4 λόγους και συγκεκριμένα επειδή: « 1. οι Δικαστικές Αρχές Έκδοσης της Γαλλίας δεν είναι Δικαστική Αρχή Έκδοσης 2. η απόφαση για έκδοση του ΕΕΣ δεν είναι εφέσιμη ή περνά από ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο 3. κατά την ημερομηνία έκδοσης του ΕΕΣ το Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης είχε ανασταλεί λόγω Έφεσης κατά της Απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου 4. η έκδοση είναι για σκοπούς προσωποκράτησης αντί για εκτέλεση της ποινής καθώς εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Τριτοβάθμιου Δικαστηρίου.» Αναφορικά με τον 1ο λόγο, ο κύριος Βαφέας υποστήριξε ότι η Εισαγγελία της Γαλλίας είναι εξαρτημένη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, εφόσον υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο έμμεσου επηρεασμού των Γάλλων Εισαγγελέων από την Εκτελεστική Εξουσία. Παρέπεμψε σχετικά o ευπαίδευτος συνήγορος στον ορισμό που δίδεται στη «δικαστική αρχή έκδοσης» στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της Απόφασης Πλαισίου και στις αποφάσεις του ΔΕΕ στις υποθέσεις C-508/18, C-509/18 και C-489/19 . Περαιτέρω, ο συνήγορος παρέπεμψε στο άρθρο 36 «του Κώδικα» ως αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, για το οποίο όμως ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου. Αναφορικά με τον 2ο λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση του υπό εξέταση ΕΕΣ, ο κύριος Βαφέας υποστήριξε, παραπέμποντας στις αποφάσεις του ΔΕΕ C-508/18 και C- 489/19, ότι ο εκζητούμενος δικαιούται δικαστικής προστασίας σε 2 επίπεδα, τόσο κατά το στάδιο της έκδοσης της εθνικής απόφασης, στην οποία βασίζεται ΕΕΣ, όσο και κατά το στάδιο της έκδοσης ΕΕΣ. Δηλαδή, με βάση τη νομολογία του ΔΕΕ, κάθε ΕΕΣ το οποίο δεν εκδίδεται από δικαιοδοτικό όργανο, όπως ισχύει στην περίπτωση της Εισαγγελίας της Γαλλίας, θα πρέπει να τυγχάνει δικαστικού ελέγχου πριν εκδοθεί ή πριν διαβιβαστεί για σκοπούς εκτέλεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε αυτοβούλως από Εισαγγελέα χωρίς τη συνδρομή ή οδηγίες ή έλεγχο από Δικαστήριο. Επιπλέον, δεν δύναται να ελεγχθεί από Γαλλικό Δικαστήριο ούτε μετά την εκτέλεση του, εάν αυτό εκτελεστεί. Ο κύριος Βαφέας ανέφερε επίσης ότι η απόφαση Εισαγγελέα για έκδοση ΕΕΣ δεν εφεσιβάλλεται στη Γαλλία και επομένως «παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ». Αναφορικά με τον τρίτο λόγο για μη εκτέλεση του υπό εξέταση ΕΕΣ, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρει ότι το ΕΕΣ δεν μπορούσε να εκδοθεί στις 30 Ιουλίου 2017, γιατί εκείνη την περίοδο εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου η έφεση του εκζητούμενου. Με τον 4ο λόγο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστηρίζει ότι εν όψει της καταχώρησης αίτησης αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλλίας, κατά της απόφασης του Εφετείου επί της οποίας βασίζεται το παρόν ΕΕΣ, η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης έχει ανασταλεί. Παρέπεμψε σχετικά στο άρθρο 569 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Γαλλίας. Επομένως είναι η θέση του ότι δεν υπάρχει εκτελεστή απόφαση για έκτιση ποινής από τον εκζητούμενο και ως εκ τούτου δεν υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης του ΕΕΣ. Επιπλέον, ο κύριος Βαφέας αναφέρει ότι το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014 εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή για σκοπούς προσωποκράτησης και όχι για έκτιση ποινής. Η κυρία Παπαλοίζου υποστήριξε κατ' αρχάς στη δική της γραπτή αγόρευση, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι καταχρηστική. Αναφορικά με το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Εισαγγελικών αρχών κατά την έκδοση ΕΕΣ, η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C - 566/2019 και C-626/19 PPU, ημ.12 Δεκεμβρίου 2019, στην οποία το ΔΕΕ αποφάσισε ότι οι Εισαγγελικές Αρχές της Γαλλίας πληρούν τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας, ώστε να θεωρούνται δικαστικές αρχές για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ. Τέλος, η κυρία Παπαλοίζου τόνισε με παραπομπή σε σχετική νομολογία ότι οι λόγοι για άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ είναι συγκεκριμένοι και απαριθμούνται εξαντλητικά στο Νόμο και κανένας από αυτούς δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με το υπό εξέταση ΕΕΣ, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του και επιπλέον κανένας λόγος δεν υφίσταται για μη εκτέλεση του. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584: «
(5)Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης, επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
(6)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως "ακρογωνιαίος λίθος" της δικαστικής συνεργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου: «
  1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.
  2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.
  3. H παρούσα απόφαση - πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΕΕ].» Τα άρθρα 3, 4 και 4α της εν λόγω απόφασης - πλαισίου τα οποία αντιστοιχούν στα άρθρα 13 και 14 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο (Ν.133(Ι)/2004), απαριθμούν τους λόγους υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψης. Το άρθρο 15 του Νόμου, προβλέπει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης ΕΕΣ σε ειδικές περιπτώσεις. Κατά το άρθρο 6 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών»: «
  4. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
  5. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
  6. Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.» Σε ότι αφορά την έννοια της δικαστικής αρχής, στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 6 ανωτέρω, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-508/18 και C‑82/19 PPU στα πλαίσια εξέτασης προδικαστικών ερωτημάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας, το ΔΕΕ κλήθηκε να διευκρινίσει εάν «ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τις εισαγγελίες κράτους μέλους οι οποίες είναι αρμόδιες για την άσκηση ποινικών διώξεων και τελούν σε σχέση εξαρτήσεως από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας αυτού του κράτους μέλους, όπως ο Υπουργός Δικαιοσύνης, και οι οποίες ενδέχεται να λάβουν, άμεσα ή έμμεσα, εντολές ή οδηγίες του σε συγκεκριμένη υπόθεση στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως» (σκέψη 42 απόφασης). Το ΔΕΕ ανέφερε εξής: «46.... η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως προϋποθέτει ότι μόνον τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής. Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι το εν λόγω ένταλμα συλλήψεως αποτελεί «δικαστική απόφαση», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να έχει εκδοθεί από «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C-452/16 PPU, EU:C:2016:858, σκέψη 28, και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Kovalkovas, C-477/16 PPU, EU:C:2016:861, σκέψη 29).
  7. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού. [...]
  8. Η εν λόγω έννοια πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβανομένων υπόψη, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τόσο του γράμματος του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όσο και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο αυτό, καθώς και του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C-452/16 PPU, EU:C:2016:858, σκέψη 32, και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Kovalkovas, C-477/16 PPU, EU:C:2016:861, σκέψη 33).
  9. Συναφώς υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «δικαστική αρχή», ο οποίος περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, εμπίπτουν όχι μόνον οι δικαστές ή τα δικαιοδοτικά όργανα κράτους μέλους, αλλά, ευρύτερα, οι αρχές που καλούνται να μετάσχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος, σε αντίθεση, ιδίως, προς τα υπουργεία ή τις αστυνομικές αρχές που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C-452/16 PPU, EU:C:2016:858, σκέψεις 33 και 35, καθώς και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Kovalkovas, C-477/16 PPU, EU:C:2016:861, σκέψεις 34 και 36).
  10. Επομένως, στην έννοια του όρου «δικαστική αρχή», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, μπορούν να περιληφθούν και οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος χωρίς να είναι κατ' ανάγκην δικαστές ή δικαιοδοτικά όργανα. [...] 74... η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως τη διαβεβαίωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη του κράτους μέλους εκδόσεως, ενεργεί ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων της που είναι συμφυή με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Η ανεξαρτησία αυτή επιβάλλει την ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση.
  11. Επιπλέον, όταν το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος απονέμει την αρμοδιότητα εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε αρχή η οποία, μολονότι μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο, η απόφαση εκδόσεως ενός τέτοιου εντάλματος και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο, στο εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία.» Εν τέλει το ΔΕΕ απάντησε στο ερώτημα ως εξής: «Ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τις εισαγγελίες κράτους μέλους οι οποίες είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, όπως εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.» Στις 9 Οκτωβρίου 2019 εκδόθηκε απόφαση του ΔΕΕ επί προδικαστικής παραπομπής από το εφετείου του Βερολίνου, αναφορικά με ΕΕΣ που είχε εκδοθεί από την Εισαγγελία της Βιέννης στην Αυστρία (υπόθεση C - 489/19), στην οποία το ΔΕΕ αποφάσισε ότι οι εισαγγελικές αρχές της Αυστρίας, για παρεμφερείς με τις εισαγγελικές αρχές της Γερμανίας λόγους, δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προϋποθέτει η έκδοση ΕΕΣ. Παραταύτα το ΔΕΕ αποφάσισε ότι ΕΕΣ που εκδίδονται «από τις εισαγγελικές αρχές κράτους μέλους, παρ' όλον ότι οι εισαγγελικές αυτές αρχές είναι εκτιθέμενες στον κίνδυνο να λάβουν, άμεσα ή έμμεσα, εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, όπως είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της εκδόσεως των εν λόγω ενταλμάτων συλλήψεως, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω εντάλματα συλλήψεως υπόκεινται, υποχρεωτικώς, προκειμένου να είναι δυνατή η διαβίβασή τους από τις εν λόγω εισαγγελικές αρχές, σε επικύρωση από δικαστήριο το οποίο ελέγχει κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεξάρτητο, έχοντας πρόσβαση στο σύνολο της ποινικής δικογραφίας στην οποία περιλαμβάνονται οι τυχόν εντολές ή οδηγίες στη συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, τις προϋποθέσεις εκδόσεως καθώς και την αναλογικότητα αυτών των ίδιων των ενταλμάτων συλλήψεως, εκδίδοντας ως εκ τούτου μια αυτοτελή απόφαση η οποία προσδίδει σε αυτά την οριστική τους μορφή» εμπίπτουν στην έννοια του «ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» του άρθρου 1, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/
  12. Τέλος, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C - 566/19 και C - 626/19, το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει κατ' ουσίαν το ερώτημα κατά πόσον οι εισαγγελικές αρχές της Γαλλίας μπορούν να θεωρηθούν δικαστικές αρχές για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ, υπό το φως της απόφασης του ΔΕΕ στις υποθέσεις C- 508/18 και C- 82/19, ανωτέρω. Το ΔΕΕ εξέδωσε απόφαση στις 12 Δεκεμβρίου 2019 και αποφάνθηκε ως εξής: «Κατ' ορθήν ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, εφόσον τελούν υπό καθεστώς το οποίο τους παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια οι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτήσεις των οποίων η τήρηση πρέπει να διασφαλίζεται σε σχέση με πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως πληρούνται εφόσον, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, οι προϋποθέσεις εκδόσεως του εντάλματος αυτού και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο εντός του κράτους μέλους αυτού.» Κρίση Δικαστηρίου Κατά πόσον η Εισαγγελία του Εφετείου του Παρισιού θεωρείται δικαστικη αρχή για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ Σε απόφαση μου ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2019 στην αίτηση για εκτέλεση ΕΕΣ αρ.12/19 η οποία αφορούσε το προηγούμενο ΕΕΣ που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου, ημ.30 Ιουλίου 2017, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Από την πιο πάνω πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ξεκάθαρα ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει κατά πόσον συντρέχει οποιοσδήποτε υποχρεωτικός ή προαιρετικός λόγος για μη εκτέλεση του ΕΕΣ, οι οποίοι προβλέπονται εξαντλητικώς στα άρθρα 3, 4 και 4α της Απόφασης Πλαισίου, θα πρέπει να βεβαιωθεί, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ έχει εκδοθεί από δικαστική αρχή υπό το φως της καθ' όλα δεσμευτικής ερμηνείας που δίδεται στον όρο αυτό από το ΔΕΕ. Και αυτό γιατί η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης αναφορικά με την εκτέλεση ΕΕΣ εφαρμόζεται σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και όχι αποφάσεις των κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τη σκέψη 74 της απόφασης C - 508 η δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης τη διαβεβαίωση ότι λαμβανομένων υπόψιν των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη του κράτους μέλους έκδοσης, ενεργεί ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων της που είναι συμφυή με την έκδοση του ΕΕΣ. Η ανεξαρτησία αυτή επιβάλλει την ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψης απόφασης περί έκδοσης ΕΕΣ, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπλέον, με βάση τη σκέψη 75 της απόφασης C - 508 ανωτέρω, όταν αρμόδια αρχή έκδοσης ΕΕΣ δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο (όπως ισχύει για τις Εισαγγελίες) η απόφαση για έκδοση ΕΕΣ και ιδίως η αναγκαιότητα και ο αναλογικός της χαρακτήρας θα πρέπει να μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο στο κράτος έκδοσης, έτσι ώστε να παρέχεται στον εκζητούμενο αποτελεσματική δικαστική προστασία. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές στα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχω πειστεί ότι η αρχή έκδοσης του υπό κρίση ΕΕΣ και συγκεκριμένα η Εισαγγελία του Παρισιού πληροί το εχέγγυο της ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία, ούτως ώστε να μπορεί να θεωρηθεί δικαστική αρχή για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ..» Τονίζεται ότι ως διαφαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα, η εν λόγω κατάληξη βασίστηκε στη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας, η οποία μαρτυρία όμως δεν προσκομίστηκε από πλευράς του εκζητούμενου, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2019, δόθηκε πριν την απόφαση του ΔΕΕ ημ.12 Δεκεμβρίου 2019, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C - 566/19 και C - 626/19, στις οποίες το ΔΕΕ απάντησε ουσιαστικά στο ερώτημα κατά πόσον οι εισαγγελικές αρχές της Γαλλίας πληρούν το εχέγγυο της ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία, ώστε να μπορούν να εκδίδουν ΕΕΣ. Παραπέμπω σχετικά στις ακόλουθες σκέψεις από την απόφαση του ΔΕΕ:
  13. Όσον αφορά το ζήτημα αν οι εν λόγω εισαγγελείς ενεργούν με ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου από τη Γαλλική Κυβέρνηση προκύπτει ότι το άρθρο 64 του Συντάγματος εγγυάται την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας που απαρτίζεται από τους δικαστές και από τους εισαγγελικούς λειτουργούς και ότι, δυνάμει του άρθρου 30 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί τα καθήκοντά του αντικειμενικώς, χωρίς να υπόκειται σε εντολές σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ο δε Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί μόνο να απευθύνει στους εισαγγελικούς λειτουργούς γενικές οδηγίες πολιτικής για την καταπολέμηση του εγκλήματος, προκειμένου να διασφαλίσει τη συνοχή της πολιτικής αυτής στο σύνολο της επικράτειας. Κατά την κυβέρνηση αυτή, οι εν λόγω γενικές οδηγίες σε καμία περίπτωση δεν έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους εισαγγελικούς λειτουργούς στην άσκηση της εξουσίας τους εκτιμήσεως όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη και απαιτεί την εφαρμογή του νόμου τηρώντας την αρχή της αμεροληψίας.
  14. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταδειχθεί ότι, στη Γαλλία, οι εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, ιδίως σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ότι ασκούν την εν λόγω εξουσία αντικειμενικώς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επιβαρυντικά ή απαλλακτικά στοιχεία.
  15. Μολονότι είναι αληθές ότι οι εισαγγελείς υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε από τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), καθώς και της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18, EU:C:2019:457), προκύπτει ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας, κατά την οποία η εξουσία των εισαγγελέων προς λήψη αποφάσεων δεν πρέπει να υπόκειται σε εξωτερικές της δικαστικής εξουσίας εντολές, προερχόμενες ιδίως από την εκτελεστική εξουσία, δεν απαγορεύει τις εσωτερικές οδηγίες που μπορούν να δοθούν στους εισαγγελείς από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους τους, που είναι και οι ίδιοι εισαγγελείς, βάσει της σχέσεως εξαρτήσεως που διέπει τη λειτουργία της εισαγγελικής αρχής.» Επομένως το ζήτημα έχει πλήρως ξεκαθαριστεί. Με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, αλλά και τις παρατηρήσεις των κυβερνήσεων και όλων των μερών που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι οι Εισαγγελική λειτουργοί στη Γαλλία έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, ιδίως σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της έκδοσης ΕΕΣ και ότι ασκούν την εν λόγω εξουσία αντικειμενικώς, λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα επιβαρυντικά ή απαλλακτικά στοιχεία (σκέψη 55 απόφασης). Η εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ είναι καθ' όλα δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Επομένως ικανοποιούμαι ότι η αρχή έκδοσης του υπό εξέταση ΕΕΣ, ήτοι η Εισαγγελία του Εφετείου του Παρισιού είναι «δικαστική αρχή» εν τη εννοία του Άρθρου 6 παράγραφος 1 της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ. Ισχυρισμός για μη αποτελεσματική δικαστική προστασία εκζητούμενου στη Γαλλία Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ, κατ' αρχάς, ότι δεν έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ ως λόγος μη εκτέλεσης ΕΕΣ. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ M. Campos Sanchez -Bordona στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C - 566/19 και C - 626/19, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι ΕΕΣ που εκδίδεται από Εισαγγελία, «πρέπει να μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο ενώπιον δικαστή ή δικαστηρίου εν στενή εννοία. » Παρά την πιο πάνω θέση, ο Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΕ εκφράζει την άποψη ότι η μη δυνατότητα υποβολής ΕΕΣ που εκδίδεται από Εισαγγελέα, σε δικαστικό έλεγχο στο κράτος έκδοσης, δεν θα πρέπει να αναγνωριστεί ως επιπρόσθετος λόγος μη εκτέλεσης ΕΕΣ, πέραν αυτών που προβλέπονται ρητώς στην Απόφαση Πλαίσιο, και αυτό γιατί σε τέτοια περίπτωση, ο έλεγχο του ΕΕΣ από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης θα καταστεί αχρείαστα πολύπλοκος. Συμφωνώ πλήρως με την πιο πάνω θέση και υπενθυμίζω συναφώς ότι η Απόφαση Πλαίσιο 2002/584 αποσκοπεί στη δημιουργία ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης εκζητούμενων, μεταξύ δικαστικών αρχών, στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης. Επομένως, ακόμα και αν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου του εκζητούμενου ότι σε περίπτωση παράδοσης του τελευταίου στις Γαλλικές αρχές, δεν θα υπάρχει η δυνατότητα προσβολής της απόφασης για έκδοσης του υπό κρίση ΕΕΣ με ένδικο μέσο και πάλι αυτός δεν θα μπορούσε να είναι λόγος για άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ισχυρισμός ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης του ΕΕΣ το Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης επί του οποίου βασίζεται είχε ανασταλεί λόγω Έφεσης κατά της Απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου Στη γραπτή του αγόρευση αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο συνήγορος αναφέρεται, μάλλον εκ παραδρομής, σε προηγούμενο ΕΕΣ που είχε εκδοθεί εναντίον του εκζητούμενου πριν την απόφαση του Εφετείου ημ.26 Φεβρουαρίου 2019 και συγκεκριμένα στο ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου
  16. Ο κύριος Βαφέας φαίνεται να τελεί υπό κάποια σύγχυση σε σχέση με τα δυο ΕΕΣ που εκδόθηκαν εναντίον του εκζητούμενου. Λυπάμαι να παρατηρήσω ότι η αναφορά στη γραπτή του αγόρευση ότι «εκείνο που μας λένε [οι γαλλικές αρχές] είναι ότι το Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης από τις 26 Φεβρουαρίου 2019 ήταν άκυρο και θα έπρεπε να εκδοθεί νέο ΕΕΣ. Επομένως κατά τη σύλληψη του εκζητούμενου το ΕΕΣ ήταν άκυρο καθώς βασιζόταν σε άκυρο Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης» είναι ακατανόητη. Το τι προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2019 στη βάση απόφασης του Εφετείου του Παρισιού ημ.26 Φεβρουαρίου 2019, με την οποία επικυρώθηκε καταδικαστική απόφαση και επιβολή ποινής στον εκζητούμενο συνολικής διάρκειας 18 μηνών. Ταυτόχρονα με την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο, ως αναφέρεται στο ίδιο το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1) αλλά και σε διευκρινίσεις που ζητήθηκαν και διαβιβάστηκαν από τις Γαλλικές Αρχές (Τεκμήριο 7), αποφάσισε να διατηρήσει σε ισχύ ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή εναντίον του εκζητούμενου, στις 12 Νοεμβρίου
  17. Η θέση του Γάλλου δικηγόρου ο οποίος κατέθεσε για τον εκζητούμενο ότι δεν αναφέρεται πουθενά στην απόφαση του Εφετείου ημ.26 Φεβρουαρίου 2019, το ένταλμα σύλληψης ημ.12 Νοεμβρίου 2014 και κατ' επέκταση η θέση ότι ως εκ τούτου το Εφετείο δεν αποφάσισε τη διατήρηση της ισχύος του εν λόγω εντάλματος, απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Επιπλέον, η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι δεν επιτρέπεται βάσει Γαλλικού δικαίου σε Δικαστήριο να διατηρήσει την ισχύ εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης, δεν πείθουν, εν όψει της ξεκάθαρης τοποθέτησης των Γαλλικών Αρχών ότι το Εφετείο του Παρισιού αυτό αποφάσισε. Άλλωστε και ο ίδιος ο μάρτυρας κατά την ένορκη μαρτυρία του αποδέχεται ότι το Εφετείο αποφάσισε να διατηρήσει σε ισχύ ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή, πλην όμως αναφέρει ότι αυτό είναι ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 2014 και όχι 12 Νοεμβρίου
  18. Το κατά πόσον δύναται ή όχι Δικαστήριο της Γαλλίας να διατηρήσει σε ισχύ, μετά την απόφασή του, ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από ανακριτή δικαστή πριν την έκδοση της απόφασης, δεν είναι ζήτημα που θα με απασχολήσει περαιτέρω. Αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας αίτησης, είναι ότι το υπό εξέταση ΕΕΣ βασίζεται σε απόφαση του Εφετείου του Παρισιού, με την οποία επικυρώθηκε καταδίκη και επιβολή ποινής στον εκζητούμενο, διάρκειας 18 μηνών και διατηρήθηκε η ισχύς εντάλματος σύλληψης που είχε προγενέστερα εκδοθεί εναντίον του εκζητούμενου, με σκοπό αυτός να συλληφθεί και να εκτίσει την ποινή του. Σημειώνεται ότι η ποινή επιβλήθηκε στην εκζητούμενο και επικυρώθηκε από το Εφετείο, στην παρουσία του δικηγόρου του, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Ισχυρισμός ότι ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου για σκοπούς προσωποκράτησης αντί για εκτέλεση της ποινής καθώς εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Τριτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η θέση αυτή στερείται πραγματικού ερείσματος. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε από πλευράς του εκζητούμενου δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, ζητήθηκαν διευκρινίσεις από τις Γαλλικές αρχές ως προς αυτό το ζήτημα και στην απάντηση της -Τεκμήριο 7 η Εισαγγελία του Παρισιού παραπέμποντας σε σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, αναφέρει ρητά ότι η αίτηση αναιρέσεως που έχει καταχωρίσει ο συνήγορος του εκζητούμενου δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την απόφαση του Εφετείου. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 569 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Γαλλίας, αναφέρονται εξής, στην Αγγλική γλώσσα: «During the cassation application time limits, and until the reading of the Court of Cassation judgment if an application has been filed, the enforcement of the appeal court judgment is suspended; except in respect of any civil judgment, and unless the appeal court upholds the warrant issued by the first instance court pursuant to article 464-1 or article 465, first paragraph, or unless the Court of Cassation itself issues a warrant under the same conditions and according to the same rules.» (τονισμός δικός μου). Παρατηρώ ότι από το πιο πάνω άρθρο ουδόλως προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση καταχώρισης αίτησης ακυρώσεως, αναστέλλεται η απόφαση του Εφετείου. Αντιθέτως, υπάρχουν εξαιρέσεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να είναι και η περίπτωση εντάλματος εκδοθέντος από πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 465 - 1 του Κώδικα, το οποίο επικυρώνεται από το Εφετείο. Άλλα ζητήματα Σε σχέση με το κατά πόσον η παρούσα διαδικασία είναι ή όχι καταχρηστική, σημειώνω τα εξής: Προκύπτει ότι ενόσω εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η εκδίκαση της αίτησης αρ.12/19 για εκτέλεση ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017, εναντίον του εκζητούμενου, το εν λόγω ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017 ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε από το υπό εξέταση ΕΕΣ, ημ.21 Οκτωβρίου
  19. Το νέο ΕΕΣ απεστάλη στις Κυπριακές Αρχές, μέσω του Γραφείου της Interpol Γαλλίας στις 20 Νοεμβρίου 2019, στη Γαλλική και Αγγλική γλώσσα (βλ. Τεκμήριο 1). Επιπλέον, το υπό εξέταση ΕΕΣ απεστάλη μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στον κύριο XXXXX Χίντικο, αρμόδιο λειτουργό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στις 21 Νοεμβρίου 2019 (βλ. Τεκμήριο 3), σε απάντηση διευκρινίσεων που είχαν ζητηθεί από τον κ. Χίντικο κατόπιν παράκλησης του Δικαστηρίου στην αίτηση αρ.12/19, ως προς το λόγο για τον οποίο είχε εκδοθεί νέο ΕΕΣ, τη στιγμή που εκκρεμούσε αίτημα για εκτέλεση προηγούμενου ΕΕΣ εναντίον του εκζητούμενου για τον ίδιο σκοπό. Προκύπτει ότι ο κ. Χιντικος ήταν ή όφειλε να είναι πλήρως ενήμερος ότι εναντίον του εκζητούμενου είχε εκδοθεί νέο ΕΕΣ (το υπό εξέταση στην παρούσα διαδικασία) για τον ίδιο σκοπό για τον οποίο είχε εκδοθεί το προηγούμενο ΕΕΣ, το οποίο είχε τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου για εκτέλεση. Παρόλα αυτά 'λόγω φόρτου εργασίας' όπως ανέφερε ο κύριος Χίντικος, δεν έκανε τον κόπο να διαβάσει το νέο ΕΕΣ που του διαβιβάστηκε, τόσο από την Interpol όσο και μέσω του εθνικού γραφείου της Eurojust και να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι το ΕΕΣ ημ.30 Ιουλίου 2017 είχε ανακληθεί και ως εκ τούτου δεν υπήρχε πλέον αίτημα από τις Γαλλικές Αρχές για εκτέλεσή του. Αντ' αυτου το Δικαστήριο αφέθηκε να αποφασίσει ως προς το αίτημα για εκτέλεση ανακληθέντος ΕΕΣ και μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 2019, μέλος του ΤΑΕ Λάρνακας προσήλθε στο προαύλιο του Δικαστηρίου και συνέλαβε τον εκζητούμενο δυνάμει του νέου ΕΕΣ, λίγα λεπτά μετά που αυτός αφέθηκε ελεύθερος λόγω απόρριψης της αίτησης αρ.12/
  20. Τις οδηγίες για σύλληψη του εκζητούμενου τις έδωσε στην Αστυνομία ο κύριος Χίντικος. Προφανώς ο κύριος Χίντικος ήταν το άτομο που ενημέρωσε τα μέλη της Αστυνομίας ως προς την ημερομηνία κατά την οποία θα εκδίδετο η απόφαση του Δικαστηρίου στη αίτηση αρ.12/19, ώστε να μεταβούν στο χώρο του Δικαστηρίου και να συλλάβουν τον εκζητούμενο δυνάμει του νέου ΕΕΣ. Η όλη στάση και συμπεριφορά του εν λόγω λειτουργού κρίνεται επιεικώς απαράδεκτη. Λόγω αμέλειας κατά την άσκηση των καθηκόντων του παρέλειψε να ενημερώσει εγκαίρως το Δικαστήριο ότι ΕΕΣ που εκκρεμούσε ενώπιον του για εκτέλεση, είχε ανακληθεί. Το Δικαστήριο θα μπορούσε κάλλιστα να είχε διατάξει την εκτέλεση ανακληθέντος ΕΕΣ και να διατάξει την κράτηση ενός ανθρώπου και την παράδοση του στις Γαλλικές Αρχές στη βάση ΕΕΣ που δεν υπήρχε, μόνο και μόνο λόγω της αμέλειας που επέδειξε ο εν λόγω λειτουργός. Παρόλα αυτά δεν θεωρώ ότι η παρούσα διαδικασία υπήρξε καταχρηστική από πλευράς των Γαλλικών Αρχών, οι οποίες διαβίβασαν έγκαιρα στις Κυπριακές Αρχές το νέο ΕΕΣ και ενημέρωσαν ότι αυτό εκδόθηκε σε αντικατάσταση του προηγούμενου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω, εφόσον δεν ηγέρθη καθόλου το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εκζητούμενου κατά την τελική του αγόρευση. Κατά τα λοιπά έχω εξετάσει το περιεχόμενο του υπό εξέταση ΕΕΣ, υπό το φως των προνοιών των άρθρων 4 και 12 του Νόμου 133(I)/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε και έχοντας περαιτέρω υπόψιν ότι δεν ηγέρθη οποιοσδήποτε λόγος για μη εκτέλεση του ΕΕΣ στη βάση των άρθρων 13 και 14 του εν λόγω Νόμου, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για εκτέλεση αυτού. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω διατάσσω την εκτέλεση του υπό αναφορά Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο εκζητούμενος να τεθεί και να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοσή του στις Γαλλικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Νόμου 133(Ι)/2004. Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να κοινοποιήσει αμέσως στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. Επιπλέον, το χρηματικό ποσό που έχει καταθέσει ο εκζητούμενος στο Δικαστήριο ως εγγύηση για την παρουσία του στην παρούσα διαδικασία να του επιστραφεί. ......... Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως αναγράφεται αυτολεξεί στο Τεκμήριο 7 στην αγγλική γλώσσα: «The aforementioned judgement decided to maintain the effects of the national (French) arrest warrant issued on 12/11/2014» ( Η υπογράμμιση υπάρχει στο Τεκμήριο 7). [2] This appeal is not suspensive of the execution of the contested decision as the Court of Appeal confirmed on 26/2/2019 the arrest warrant of 12/11/2014 (as did the district Court on 3/10/2016) [3] Η μετάφραση έγινε από την ορκωτή μεταφράστρια Μέλπω Σταύρου η οποία εκτελούσε χρέη μεταφραστή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. [4] Προφανώς ο μάρτυρας αναφέρεται στην απόφαση του ΔΕΕ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 και C-626/19 PPU cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.