← Κύπρος

Η. Ρ. Κ. ν. Π. Κ., Αρ. Αίτησης: 155/19, 9/3/2020

Η. Ρ. Κ. ν. Π. Κ., Αρ. Αίτησης: 155/19, 9/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2020:13 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Τσαγγαρίδη, Π. Αρ. Αίτησης: 155/19 Μεταξύ: Η. Ρ. Κ. Αιτητής και Π. Κ. Καθ΄ού η αίτηση Αίτηση Παραμερισμού ημερ. 25.11.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Μαρτίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Καθ΄ου η αίτηση - Αιτητή: κ. Φανή για κ. Ν. Δαμιανού Για Αιτητή - Καθ΄ου η αίτηση: κα Μ. Μιχαήλ για κ. Γ. Βασιλείου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αίτηση, ο Καθ΄ου η αίτηση-Αιτητής (εφεξής Αιτητής) αιτείται από το Δικαστήριο τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρη την επίδοση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης ημερομηνίας 2.9.19 ή/ και της ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 2.9.19 ή/και σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 25.10.19. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 21.11.19 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 2.9.19 ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρες όλες τις παρεπόμενες ή και επακόλουθες του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 21.11.19 διαδικασίες ή και επιδόσεις ή επίδοση ή επακόλουθες τούτου διαδικασίες λόγω του ότι εκδόθηκαν αντικανονικά ή χωρίς έγκυρη επίδοση ή/και άλλως πως ή και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον ή/και ακυρώνον το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 15.10.19 ή/και της ενδιάμεσης αίτησης και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρες όλες τις παρεπόμενες ή και επακόλουθες του πιο πάνω διατάγματος διαδικασίες. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή και θεραπεία ήθελε κρίνει ως δίκαιη ή και επιβεβλημένη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ε. Τα έξοδα της αίτησης αυτής.» Η αίτηση, βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ. 2, Δ.5, Δ.5 Α, Δ.6 Θ.1, Δ.16 Θ. 9, Δ.17 Θ. 10, Δ.27 Θ. 1, και 2, Δ.48 Θ. 1-4, 8

(4), 8, 9 και 13, Δ.64 Θ. 1
(2). Η αίτηση επιδόθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος στις 3.1.20 καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι της ένστασης είναι: «
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  2. Η αίτηση του Αιτητή είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο Αιτητής.
  3. Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη εμφάνισης στην αίτηση 155/19 και/ή στην Αίτηση ημερ. 2.9.19 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και/ή οι λόγοι που επικαλείται για την παράλειψη του να εμφανιστεί στη διαδικασία δεν δικαιολογούν την εν λόγω παράλειψη και/ή δεν συνιστούν καλούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την εν λόγω παράλειψη.
  4. Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε καλή και γνήσια και/ή επιτρεπτή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε σχέση με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 2.9.
  5. Ο Αιτητής στην προσπάθεια του να καταδείξει υπεράσπιση, έναντι της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημερ. 2.9.19 προβάλει ισχυρισμούς και αναφέρεται σε γεγονότα ψευδή και ανυπόστατα.
  6. Ο Καθ΄ου η αίτηση έλαβε γνώση για την αίτηση του Αιτητή προ πολλού καθότι επιδόθηκε δεόντως η αίτηση ημερ. 2.9.19 στον Αιτητή με βάση τις πρόνοιες του εκδοθέντος διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 25.10.
  7. Η εξεταζόμενη αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  8. Γενικά, ο Αιτητής με την αίτηση του δεν ικανοποιεί τις εκ του Νόμου και της Νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως τέτοια είναι έκθετη σε απόρριψη.» Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται αντίστοιχα με τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Δεν κρίνω αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να παραθέσω τη μαρτυρία των διαδίκων. Αναφορά θα γίνεται όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, η οποία αφορά ουσιαστικά παραμερισμό της επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης, της μονομερούς αιτήσεως και του προσωρινού διατάγματος, ως οι παρατεθείσες θεραπείες της υπό κρίση αίτησης, στη βάση, της αντικανονικότητας στη διαδικασία (ex debito justitiae). Η ακρόαση της παρούσας αίτησης, διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων οι θέσεις των οποίων θα απαντηθούν κατωτέρω. Ο Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος είναι ενήλικας υιός του Αιτητή, καταχώρησε στις 2.9.19 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αιτητής να καταβάλλει στον Καθ΄ου η αίτηση το ποσό των €550 μηνιαίως, ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του. Η εναρκτήρια αίτηση ορίστηκε για καθορισμό επίδικων θεμάτων στις 7.10.
  9. Ο Καθ΄ου η αίτηση, επεδίωξε την ίδια θεραπεία με την καταχώρηση στις 2.9.19 μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος διατροφής. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο στις 5.9.19 τις πιο πάνω μονομερούς αιτήσεως, διέταξε την επίδοση της στον Αιτητή, με ημερομηνία επίδοσης την 13.9.
  10. Λόγω αδυναμίας προσωπικής επίδοσης τόσο της εναρκτήριας αίτησης όσο και της μονομερούς αιτήσεως, ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε, στις 17.10.19, αίτηση για υποκατάσταση επίδοση της εναρκτήριας αίτησης και της μονομερούς αίτησης, δια θυροκολλήσεως των στο χώρο εργασίας του Αιτητή σε συγκεκριμένη αναγραφόμενη οδό στη Λάρνακα. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της αίτησης αυτής, εξέδωσε δύο διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης με το ζητηθέντα τρόπο. Το ένα, για την επίδοση της εναρκτήριας αίτησης, τάσσοντας χρόνο 14 ημερών για Υπεράσπιση, και ορίζοντας την εναρκτήρια αίτηση για επίδοση στις 21.11.
  11. Το δεύτερο, για την υποκατάστατο επίδοση της μονομερούς αίτησης, τάσσοντας προθεσμία 14 ημερών για καταχώρηση ένστασης και ορίζοντας την μονομερή αίτηση για επίδοση στις 21.11.
  12. Στις 21.11.19, οι Αιτητής δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε στην απουσία του προσωρινό διάταγμα. Παραθέτω κατωτέρω αυτούσιο το πρακτικό ημερομηνίας 21.11.19: «Δικαστήριο: Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση όπως καταβάλλει στον Αιτητή από 2.9.19, και την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μηνός, το ποσό των €400 μηνιαίως ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του Αιτητή. Το παρόν διάταγμα θα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση πληρωτέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. Η εναρκτήρια αίτηση ορίζεται για απόδειξη στις 19.12.19 η ώρα 8:30 π.μ.» Το πρώτο θέμα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, αφορά τη θέση που προβάλλει ο Καθ΄ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού δεν στηρίζεται στην ορθό νομική βάση που είναι η Δ.48 Θ. 11 και ότι η Δ.48 Θ. 8
(4)και η Δ.17 Θ. 10 δεν εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση: Η Δ.48 Θ. 11 προβλέπει: «11. Κάθε διάταγμα, εάν και όταν συνταχθεί (drawn up) πρέπει να συνταχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως προνοείται σ΄ αυτούς τους κανονισμούς για τη σύνταξη αποφάσεων, και όταν συνταχθεί πρέπει να δείχνει στο μπροστινό μέρος από ποιόν ή εκ μέρους ποιού έγινε η αίτηση και τη φύση του διατάγματος. Κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να παραμερισθεί ή διαφοροποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζονται ή διαφοροποιούνται οι αποφάσεις και μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται οι αποφάσεις.» Είχα την ευκαιρία να εξετάσω το υπό κρίση θέμα, στην απόφαση μου στην αίτηση αρ. 61/17 Ν.Γ και A.L του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερ. 30.3.18, την οποία επικαλείται ο Καθ΄ου η αίτηση. Παραθέτω κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, η Δ.17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφορά αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην του εναγόμενου λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, η δε Δ.26 θ. 14 αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου. Παραπέμπω για τα πιο πάνω στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ, 1596, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Όλες οι υποθέσεις αφορούν αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης Δ.17, θ. 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ή λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου, Δ.26 θ. 14. ΟΙ αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Η παρούσα αίτηση παραμερισμού στρέφεται κατά προσωρινών διαταγμάτων τα οποία κατέστησαν οριστικά, όπως αναλυτικά εξηγήθηκε σε προηγούμενο σημείο της παρούσας απόφασης. Η ορθή νομική βάση στην οποία έπρεπε να στηριχθεί η αίτηση παραμερισμού είναι η Δ.48 θ. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.48 θ. 11 προβλέπει: «Κάθε διάταγμα, εάν και όταν συνταχθεί (drawn up) πρέπει να συνταχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως προνοείται σ΄ αυτούς τους κανονισμούς για τη σύνταξη αποφάσεων, και όταν συνταχθεί πρέπει να δείχνει στο μπροστινό μέρος από ποιον ή εκ μέρους ποιου έγινε η αίτηση και τη φύση του διατάγματος. Κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να παραμερισθεί ή διαφοροποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζονται ή διαφοροποιούνται οι αποφάσεις και μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται οι αποφάσεις.» Την άποψη μου ότι στην παρούσα αίτηση παραμερισμού τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 θ. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τη βασίζω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Σταύρος Ηλία ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 ΑΑΔ,
  1. Συγκεκριμένα η απόφαση αυτή αφορούσε έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση παραμερισμού διατάγματος για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στις σελίδες 370-371, νομολόγησε τα πιο κάτω: «Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο έφεσης, μπορούμε να πούμε με ευκολία ότι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η Δ.17 θ. 10 δεν είχε άμεση εφαρμογή, είναι ορθή, αφού αυτή ισχύει στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται απόφαση λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί σε αγωγή, και όχι για παραμερισμό ενός διατάγματος. Αναφορικά όμως με την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν είχε εφαρμογή ο Θ. 11 της Δ.48 γιατί αυτός αφορά μόνο «τον τρόπο σύνταξης του διατάγματος», είμαστε της άποψης ότι αυτή είναι νομικά εσφαλμένη. Το κείμενο του θ. 11 της Δ. 48 έχει ως ακολούθως: «
  2. Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced." Σε δική μας μετάφραση: «
  3. Κάθε διάταγμα, εάν και όταν συνταχθεί (drawn up) πρέπει να συνταχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως προνοείται σ΄ αυτούς τους κανονισμούς για τη σύνταξη αποφάσεων, και όταν συνταχθεί πρέπει να δείχνει στο μπροστινό μέρος από ποιον ή εκ μέρους ποιού έγινε η αίτηση και τη φύση του διατάγματος. Κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να παραμερισθεί ή διαφοροποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζονται ή διαφοροποιούνται οι αποφάσεις και μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται οι αποφάσεις:» (η υπογράμμιση είναι δική μας). Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ. 11 στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξεταστεί κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4.7.05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13.1.14 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. ΄Εμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ. 10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως μπορούσε να αναφέρεται και η Δ.17, θ. 10 στο σώμα της αίτησης.» Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την πιο πάνω υπόθεση. Η ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται στο ότι το αίτημα παραμερισμού στηρίζεται σε ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής που είναι γνωστή ως ex debito justitiae, δηλαδή της περίπτωσης όπου η απόφαση εκδίδεται παράνομα, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο παραμερισμός της απόφασης γίνεται καθηκώντος από το Δικαστήριο. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν κρίνω ότι η αίτηση παραμερισμού στερείται νομικής βάσης. Το θέμα του παραμερισμού μίας απόφασης έχει εξετασθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΣΕΜΕΝΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
(2013)1 ΑΑΔ, σελ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται, ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα τον λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του». Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις, όπου η έκδοση μιας απόφασης είναι αποτέλεσμα θεμελιώδους αντικανονικότητας, ο παραμερισμός της, γίνεται καθηκόντως από το Δικαστήριο, ex debito justitiae και ανεξάρτητα από το κατά πόσο παρουσιάζεται καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (βλ. Ευθυμίου v. Χαραλάμπους
(2004)1Β Α.Α.Δ. 700). Σύμφωνα με το Osborn's CONCISE LAW DICTIONARY, "ex debito justitiae: A remedy which the applicant gets as of right". Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559, αναφέρονται και τα πιο κάτω: "When a judgment in default of appearance or defense has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order". Η τύχη της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού θα κριθεί κατά την άποψη μου, από την απάντηση που θα δοθεί στη βάση της αρχής ex debito justitiae σε συνάρτηση με την εξέταση των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης και της μονομερούς αίτησης που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και αντίγραφα των οποίων έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Θα αρχίσω, από ένα γεγονός-διαπίστωση η οποία διέλαθε της προσοχής των μερών. Όπως προελέχθηκε, το Δικαστήριο εξέδωσε δύο ξεχωριστά διατάγματα. Ένα για την υποκατάστατη επίδοση της εναρκτήριας αίτησης και ένα για τη μονομερή αίτηση. Στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 25.10.19, σε σχέση με την εναρκτήρια αίτηση σημειώνεται στην παράγραφο Στ. «Η εναρκτήρια αίτηση ορίζεται για επίδοση στις 21.11.19». Η αντίστοιχη παράγραφος Στ για τη μονομερή αίτηση αναφέρει «Η μονομερής αίτηση ορίζεται για επίδοση στις 21.11.19.» Το συνταχθέν διάταγμα της εναρκτήριας αίτησης αλλά και της μονομερούς αίτησης αναφέρουν και στις δύο περίπτωσης ότι: «Η μονομερής αίτηση ορίζεται για επίδοση στις 21.11.19». Σημειώνεται ότι και τα δύο διατάγματά συντάχθηκαν την 1.11.
  1. Επομένως η σύνταξη του διατάγματος για υποκατάσταση επίδοση δεν απηχεί το αντίστοιχο διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση επίδοσης της μονομερούς αίτησης, στις 14.11.19 επιδόθηκε στον Αιτητή η μονομερής αίτηση και το διάταγμα που αφορούσε την υποκατάστατη επίδοση της εναρκτήριας αίτησης του οποίου εκτός του ότι η σύνταξη του είναι λανθασμένη, περιέχει τις οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ εντός 14 ημερών από την επίδοση. Το αντίθετο συνέβηκε με την επίδοση της εναρκτήριας αίτησης, όπου μαζί με αντίγραφο της εναρκτήριας αίτησης επιδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της μονομερούς αίτησης με οδηγίες καταχώρησης ΕΝΣΤΑΣΗΣ εντός 14 ημερών από την επίδοση. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι οι πιο πάνω επιδόσεις συνιστούν στην ουσία παράβαση της διαδικασίας επίδοσης έτσι ώστε η επίδοση στον Αιτητή τόσο της εναρκτήριας αίτησης όσο και της μονομερούς αίτησης να μην συνιστά, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δέουσα επίδοση. Είναι περαιτέρω, υπό τα πιο πάνω, βάσιμο το παράπονο του Αιτητή που διατυπώνει στην ένορκη του δήλωση, ότι, συνοψίζω, με τον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να καταχωρήσει ένσταση και να λάβει τα ενδεδειγμένα διαδικαστικά διαβήματα. Ο πιο πάνω περιγραφόμενος τρόπος επίδοσης, οφείλω να ομολογήσω, ότι παρέσυρε και το Δικαστήριο, το οποίο λανθασμένα προχώρησε σε έκδοση προσωρινού διατάγματος στις 21.11.19, ενώ ο Αιτητής, με βάση το γεγονός ότι η επίδοση (έστω και με τον τρόπο που έγινε) της μονομερούς αίτησης έγινε στις 14.11.19, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει ένσταση μέχρι και την 29.11.
  2. Η πιο πάνω διαπίστωση, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι έκδηλα στην υπόθεση αυτή έχουν παραβιασθεί τα συνταγματικά δικαιώματα του άρθρου 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Με γνώμονα τη Νομολογία, το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή στερείται οποιασδήποτε εξουσίας να εξετάσει οποιαδήποτε άλλη παράμετρο ασκώντας προς τούτο διακριτική ευχέρεια για τον παραμερισμό ή μη της υπό κρίση απόφασης. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυστόστομου Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος)». Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, η αίτηση παραμερισμού γίνεται δεκτή. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού: (α) Της επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης. (β) Της επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερ. 2.9.
  1. (γ) Του προσωρινού διατάγματος διατροφής ημερ. 21.11.
  2. Η εναρκτήρια αίτηση και η μονομερής αίτηση ημερ. 2.9.19 ορίζονται για οδηγίες στις 19.3.
  3. Ο Καθ΄ου η αίτηση-Αιτητής να καταχωρήσει σημείωμα εμφανίσεως εντός 7 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση-Αιτητή και εναντίον του Αιτητή-Καθ΄ου η αίτηση. (Υπ.) ......... Μ. Τσαγγαρίδης, Π. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Τα πλήρη ονόματα των διαδίκων και αναφερομένων προσώπων στην απόφαση του Δικαστηρίου βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.