← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 2187/20, 28/7/2020

Δημοκρατία ν. Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 2187/20, 28/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2020:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2187/20 Δημοκρατία ν XXXXX Χρυσάνθου Κατηγορουμένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Ιουλίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Κέκκος, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Χριστοδουλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της συνωμοσίας για φόνο, κατά παράβασιν του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορίες 1 και 11), της απόπειρας για φόνο, κατά παράβασιν του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορίες 2, 6, 12, 13, 14 και 15), της μεταφοράς πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β, κατά παράβασιν του άρθρου 4

(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορίες 3, 7 και 17), της κατοχής πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β, κατά παράβασιν των άρθρων 4
(1)και 5
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορίες 4, 9 και 19), της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβασιν του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (βλ. κατηγορίες 5, 10 και 20), της κατοχής πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β, κατά παράβασιν του άρθρου 4
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορίες 8 και 18), της μεταφοράς πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Α, κατά παράβασιν του άρθρου 4
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορία 16), της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβασιν του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 21), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβασιν του άρθρου 6(1-2) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 22), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβασιν των άρθρων 5
(1)και 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 23) και της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβασιν του άρθρου 5
(1)(β) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 24). Τα γεγονότα - τα οποία και μεταφέρουμε αυτολεξεί (όπως και τα πάσης φύσεως αποσπάσματα στο ανά χείρας κείμενο) - ως εκτέθηκαν (σχεδόν καθ' ολοκληρίαν) στο Έγγραφο Α από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν παραδεκτά από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: «Στις 16/02/2020 και ώρα 02:00 έγινε απόπειρα φόνου εναντίον τεσσάρων θαμώνων του καφεστιατορίου LIQUID, το οποίο βρίσκεται στην οδό Κρύου Νερού στην Αγία Νάπα. Συγκεκριμένα, άγνωστο πρόσωπο, που είχε το πρόσωπο του καλυμμένο με κουκούλα, πυροβόλησε με ριπή αυτομάτου όπλου εναντίον των θαμώνων του εν λόγω καφεστιατορίου, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά οι XXXXX Στυλιανού (38 ετών), XXXXX Μαρίνου (38 ετών), XXXXX Φούσιας (32 ετών) και XXXXX Πέσιου (26 ετών). Η Πέσιου έφερε τραύμα από βολίδα πυροβόλου όπλου στον δεξιό νεφρό και τραύμα από βολίδα στο πόδι και υποβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Οι υπόλοιποι τρεις τραυματίες (Στυλιανού, Μαρίνου και Φούσιας) έφεραν πολλαπλά τραύματα από βολίδες πυροβόλου όπλου και θραύσματα, σε διάφορα μέρη του σώματος τους εκ των οποίων κάποια διαμπερή. Τα θύματα κρατήθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου για νοσηλεία, πλην της Πέσιου η οποία μεταφέρθηκε και κρατήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στη συνέχεια ο δράστης τράπηκε πεζός σε φυγή με κατεύθυνση προς το μουσείο «Θάλασσα». Οι κινήσεις του δράστη, κατά την προσέγγιση και τη διαφυγή του από τη σκηνή, έχουν καταγραφεί από Κ.Κ.Β.Π. που ήταν εγκατεστημένα σε διάφορα υποστατικά. Στη σκηνή διάπραξης του αδικήματος έσπευσαν μέλη της ΑΔΕ Αμμοχώστου τα οποία απέκλεισαν και έθεσαν υπό φρούρηση τη σκηνή. Με το φως της ημέρας, αφίχθηκαν στη σκηνή μέλη της ΥΠ.ΕΓ.Ε. του Αρχηγείου Αστυνομίας, τα οποία προέβησαν σε εξέταση της σκηνής. Στη σκηνή εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν συνολικά 25 κάλυκες φυσιγγίων διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών. Σε έρευνα που ακολούθησε στην περιοχή, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ένα αυτόματο πυροβόλο όπλο τύπου Μ58, το οποίο βρισκόταν στο τέρμα σκάλας, η οποία οδηγεί στον υπόγειο χώρο του μουσείου «Θάλασσα», σε απόσταση 150 μέτρων περίπου από το σημείο ρίψης πυροβολισμών. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μισή ώρα περίπου πριν την εμφάνιση του δράστη, άγνωστος άνδρας πέρασε πεζός έξω από την καφετέρια LIQUID, μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο και κοίταζε προς το μέρος των θαμώνων της καφετέριας. Ο άγνωστος φορούσε μαύρο χαρακτηριστικό φούτερ, με τρεις άσπρες γραμμές κατά μήκος των μανικιών, ενώ είχε καλυμμένο το κεφάλι του με την κουκούλα του φούτερ. Κατά τον συγκεκριμένο χρόνο μέσα στην καφετέρια βρισκόταν ο XXXXX Κρητικός, ο οποίος καθόταν σε μπροστινό τραπεζάκι κοντά στην είσοδο του LIQUID, ο οποίος ήταν το υποψήφιο θύμα. Πλην όμως ο XXXXX Κρητικός είχε αποχωρήσει λίγη ώρα πριν τη ρίψη των πυροβολισμών. Οι κινήσεις του άγνωστου άνδρα καταγράφηκαν σε Κ.Κ.Β.Π. υποστατικών της περιοχής. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης εξασφαλίστηκε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία στις 13/02/2020 και περί ώρα 00:35 άγνωστος άνδρας, ο οποίος φορούσε μαύρα ρούχα και είχε καλυμμένο το πρόσωπο του, προσέγγισε το χώρο στάθμευσης του ίδιου καφεστιατορίου, ερχόμενος πεζός από τον χώρο στάθμευσης του μουσείου «Θάλασσα». Ο άγνωστος άνδρας έγινε αντιληπτός από τον XXXXX Κωνσταντή (ΜΚ126) και τον XXXXX Μανώλη (ΜΚ92), οι οποίοι κατά τον συγκεκριμένο χρόνο αποχωρούσαν από την καφετέρια και κατευθύνονταν προς τα αυτοκίνητα τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο άγνωστος άντρας να εγκαταλείψει τον χώρο κατευθυνόμενος και πάλι προς το μουσείο «Θάλασσα». Από κλειστό κύκλωμα που παρέλαβε η Αστυνομία φαίνεται ότι αυτός κρατούσε στο δεξί του χέρι αντικείμενο που ομοίαζε με αυτόματο πυροβόλο όπλο. Το αυτόματο πυροβόλο όπλο που εντοπίστηκε στον χώρο του μουσείου «Θάλασσα», συνδέθηκε βαλλιστικά με τους κάλυκες που παραλήφθηκαν από τη σκηνή των πυροβολισμών, ενώ από το ίδιο όπλο απομονώθηκε από την σκανδάλη και τον χειροφυλακτήρα, γενετικό υλικό που ταυτοποιήθηκε με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. Στις 17/02/2020 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, καθώς και έρευνας της οικίας του. Την ίδια μέρα και ώρα 14:30 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στη Λάρνακα από τον XXXXX Γιάννου, Αστ. XXXXX της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου (ΜΚ157). Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτε». Κατά τη σύλληψη του, εντοπίστηκαν στην κατοχή του και παραλήφθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου, ο XXXXX Ρωτή, Αστ. XXXXX (ΜΚ53) έλαβε έξι δειγματοληψίες εκπυρσοκρότησης όπλου. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής XXXXX39 παραλήφθηκε ως τεκμήριο, σφραγίστηκε στην παρουσία του και μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λάρνακας. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 20:25-21:35 διεξήχθη έρευνα στην κατοικία του στην οδό XXXXX XXXXX Κωρτ διαμ. 4 στην Πάφο, στην παρουσία του. Εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν διάφορα είδη ένδυσης, μεταξύ των οποίων, ένα μαύρο φούτερ με τρεις άσπρες γραμμές κατά μήκος των μανικιών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και στις 18/02/2020 οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο διέταξε την κράτησή του για περίοδο οκτώ ημερών. Στις 20/02/2020 και μεταξύ των ωρών 10:00-10:30 ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αυτός ήταν ο δράστης της ρίψης των πυροβολισμών στο καφεστιατόριο LIQUID που έλαβε χώρα στις 16/2/
  1. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι ένα μήνα περίπου πριν τις 16/02/2020 του προτάθηκε από άλλο πρόσωπο να εκτελέσει σχέδιο δολοφονίας του XXXXX Κρητικού, επιχειρηματία από την Αγία Νάπα, επί πληρωμή. Η επικοινωνία μεταξύ τους διεξαγόταν από φορητό τηλέφωνο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο το άλλο πρόσωπο του είχε αποστείλει στο φορητό του τηλέφωνο φωτογραφίες του επιχειρηματία, πληροφορίες που αφορούν τους χώρους που συχνάζει, μεταξύ των οποίων και την καφετέρια LIQUID, τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιεί για τις διακινήσεις του, καθώς και φωτογραφίες διαφόρων προσώπων του φιλικού του περιβάλλοντος, προκειμένου να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Στη θεληματική του κατάθεση ο κατηγορούμενος αναφέρεται στο συμβάν που έλαβε χώρα στις 13/02/2020 στον χώρο στάθμευσης του καφεστιατορίου και παραδέχεται ότι αυτός ήταν το πρόσωπο, το οποίο έγινε αντιληπτό στο σημείο από τους ΜΚ126 και ΜΚ
  2. Απώτερος σκοπός της παρουσίας του στο εν λόγω σημείο, κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν για να φονεύσει τον επιχειρηματία. Την ίδια μέρα, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από συγκεκριμένο σημείο σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης στην Αγία Νάπα, ένα έμφορτο περίστροφο το οποίο είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο της απόπειρας φόνου. Κατά την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 16:55-17:50 ο κατηγορούμενος προέβη σε νέα θεληματική/κατάθεση, στην οποία αναφέρει πιο πολλές λεπτομέρειες αναφορικά με τη σχέση του με το άλλο πρόσωπο, με το σχεδιασμό τού εγκλήματος και με την δράση του στην περιοχή της Αγίας Νάπας, πριν την απόπειρα φόνου. Δίδει επίσης λεπτομέρειες για τις οδηγίες και πληροφορίες που του έδιδε το άλλο πρόσωπο. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρεται σε άγνωστο τρίτο πρόσωπο, το οποίο κατ' εντολή του άλλου προσώπου, τον προμήθευσε με τα όπλα που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει στο έγκλημα, δηλαδή ένα στρατιωτικό τυφέκιο και ένα περίστροφο. Περαιτέρω, αναφέρει πως τον τελευταίο μήνα είχε θέσει τον επιχειρηματία XXXXX Κρητικό υπό παρακολούθηση και έψαχνε τον κατάλληλο χρόνο για να εκτελέσει την δολοφονία του. Ο κατηγορούμενος στις θεληματικές καταθέσεις του ημερ. 28.02.2020 και 03.03.2020 αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο δράστης της απόπειρας φόνου εναντίον του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX, που έγινε στις 27.11.2019 στη Λάρνακα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι και σε αυτή την περίπτωση ενήργησε κατόπιν οδηγιών και υποδείξεων άλλου προσώπου επ' αμοιβή. Το εν λόγω πρόσωπο του παρείχε τηλεφωνικά όλες τις πληροφορίες σε σχέση με τον XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX (όνομα και φωτογραφίες του θύματος, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό εγγραφής αυτοκινήτου). Λίγες μέρες πριν από τις 25.11.2019 ο κατηγορούμενος πήγε στη Λάρνακα, εντόπισε την πολυκατοικία που κατοικούσε το θύμα, άρχισε την παρακολούθηση του και μελετούσε τις διαδρομές διαφυγής του μετά από την προγραμματισμένη διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος καθ' όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης ενημέρωνε για τις παρατηρήσεις του το άλλο πρόσωπο, το οποίο μερίμνησε να εφοδιάσει τον κατηγορούμενο με πιστόλι και πυρομαχικά μέσω τρίτου άγνωστου προσώπου. Ο κατηγορούμενος στις 25.11.2019 έχοντας πλέον το πιστόλι με τα πυρομαχικά στην κατοχή του, πήγε στην πολυκατοικία που διέμενε ο XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX στην οδό XXXXX 5, XXXXX Κώρτ, αναμένοντάς τον στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας. Μετά από διάστημα 30-60 λεπτών το θύμα αφίχθηκε στην εν λόγω πολυκατοικία και πάρκαρε το αυτοκίνητο του στην είσοδο της πολυκατοικίας, χωρίς να σβήσει τη μηχανή και να κλείσει την πόρτα του οδηγού. Εισήλθε στην πολυκατοικία μιλώντας στο κινητό του και μετά από λίγο εξήλθε από αυτήν, ενώ συνέχισε να μιλά στο κινητό του. Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος πλησίασε στο 1,5 μέτρο πίσω από το θύμα, πάτησε τη σκανδάλη του πιστολιού, πλην όμως το όπλο δεν πυροβόλησε. Ο κατηγορούμενος, μετά από αυτήν την εξέλιξη, αποχώρησε προσεκτικά από τον χώρο της πολυκατοικίας χωρίς να γίνει αντιληπτός από το θύμα. Επέστρεψε στην Πάφο, άφησε το πιστόλι κοντά στο σπίτι του και πήγε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, όπου υπέγραφε καθημερινά μεταξύ των ωρών 6:00- 10:00 μ.μ., μετά από όρους που του τέθηκαν από το δικαστήριο Πάφου για υπόθεση βιασμού υπ' αριθμόν 2107/2019 για την οποία κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έλεγξε το πιστόλι και διαπίστωσε ότι μέσα στο γεμιστήρα του πιστολιού υπήρχαν κόκκοι ρυζιού και γι' αυτό το όπλο δεν πυροβόλησε. Για το συμβάν αυτό ο κατηγορούμενος ενημέρωσε την ίδια μέρα το άλλο πρόσωπο. Μετά από δυο μέρες ο κατηγορούμενος του ζήτησε όπως τον εφοδιάσει με δυο νέα πιστόλια για να μπορέσει να φονεύσει το θύμα. Στις 27.11.2019 ο κατηγορούμενος πήγε με το αυτοκίνητο του από την Πάφο στη Μονή, όπου έκλεψε τους αριθμούς εγγραφής ενός ακινητοποιημένου αυτοκινήτου (το οποίο υπέδειξε στην Αστυνομία), τους οποίους τοποθέτησε πάνω από τους αριθμούς του δικού του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια πήγε στη Λάρνακα για να παραλάβει τα δύο νέα όπλα με απώτερο σκοπό να φονεύσει την ίδια ημέρα το θύμα. Όταν έφτασε στη Λάρνακα τηλεφώνησε στο άλλο πρόσωπο για να μεσολαβήσει όπως τρίτο άγνωστο πρόσωπο του παραδώσει τα δυο όπλα. Πράγματι, μετά την πάροδο κάποιας ώρας, το τρίτο άγνωστο πρόσωπο έφτασε στην περιοχή του SUPER HOME CENTER και άφησε τα δυο έμφορτα πιστόλια σε συγκεκριμένο τόπο που είχαν προσυνεννοηθεί από όπου τα παρέλαβε ο κατηγορούμενος. Αφού ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα δυο πιστόλια, πήγε με το αυτοκίνητο του προς την πολυκατοικία, όπου διέμενε ο XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX και πάρκαρε το αυτοκίνητο του σε χωράφι απέναντι από την υπεραγορά XXXXX, που γειτνιάζει με την υπό αναφορά πολυκατοικία. Στη συνέχεια πήγε με τα πόδια στο χώρο της πολυκατοικίας, αναμένοντας το θύμα, κρυμμένος στις κολώνες της πολυκατοικίας. Μετά από πάροδο δυο περίπου ωρών, περί ώρα 20:32, αφίχθηκε το θύμα και στάθμευσε το όχημα του στο κλειστό πάρκινγκ της πολυκατοικίας. Πριν ακόμα το θύμα εξέλθει του αυτοκινήτου, η μηχανή του οποίου βρισκόταν σε λειτουργία, και ενώ το θύμα μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο για περίπου δυο λεπτά, ο κατηγορούμενος το πλησίασε, έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα του οδηγού με το πόδι του και πυροβόλησε αρχικά δυο φορές προς την κατεύθυνση του θύματος. Στη συνέχεια, αφού οπισθοχώρησε μερικά βήματα, τον πυροβόλησε ακόμα 4 φορές. Μετά την ρίψη των πυροβολισμών ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τρέχοντας τη σκηνή με κατεύθυνση προς το αυτοκίνητο του, με το οποίο στη συνέχεια διέφυγε. Ο κατηγορούμενος μετέβηκε με το αυτοκίνητο του στην οδό Λύσου Σανταμά και Μαραθοβούνου στη Λάρνακα, όπου έκρυψε τα δυο πιστόλια κάτω από δυο δέντρα ελιάς. Το θύμα παρόλο που είχε τραυματιστεί, κατόρθωσε να οδηγήσει με όπισθεν το αυτοκίνητο του έξω από το γκαράζ και σταμάτησε στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Περί ώρα 20:39 λήφθηκε πληροφορία στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων της ΑΔΕ Λάρνακας ότι στην οδό XXXXX στη Λάρνακα πυροβόλησαν άγνωστο πρόσωπο. Αμέσως μετέβησαν στη σκηνή αστυνομικοί, οι οποίοι εντόπισαν το θύμα να βρίσκεται τραυματισμένο εντός του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX
  3. Στη συνέχεια το θύμα μεταφέρθηκε στις Α' βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για προκαταρτικές ιατρικές εξετάσεις και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Από την ιατροδικαστική εξέταση του θύματος που έγινε από τον ιατροδικαστή XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ80) διαπιστώθηκε ότι το θύμα δέχθηκε συνολικά 6 πυροβολισμούς, ένα στο πηγούνι, ένα στο δεξί γόνατο, ένα στη δεξιά κλείδα, ένα στον δεξιό βραχίονα, ένα στο στήθος και ένα επιφανειακό στο δεξί γόνατο. Ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τα τραύματα του θύματος που ετοιμάστηκε από τον Δρ. XXXXX Καπούλα, ιατρικό λειτουργό 1ης τάξεως κατατίθεται ως τεκμήριο. Μετά από πάροδο λίγων ημερών ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με το άλλο πρόσωπο και του ανέφερε την τοποθεσία που έκρυψε τα πιστόλια, ούτως ώστε να τα παραλάβει τρίτο πρόσωπο. Πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατόν και μετά από πάροδο μιας εβδομάδας περίπου, ήτοι τέλη Νοεμβρίου με 4.12.2019, πήγε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος τα πήρε και τα πέταξε στο φράγμα του Ασπρόκρεμμου. Σε ότι αφορά την αμοιβή του για την δολοφονία του XXXXX [απόπειρα], ο κατηγορούμενος ανέφερε στην θεληματική του κατάθεση ημερ. 03.03.2020, ότι αυτή συνίστατο στην προμήθεια σε αυτόν δύο κιλών κάνναβης (τέσσερα μισάκιλα χόρτο), τα οποία του παραδόθηκαν με τη μεσολάβηση του άλλου προσώπου, μέσω τρίτου άγνωστου προσώπου. Συγκεκριμένα η παράδοση έγινε κοντά στο τούνελ της Πάφου στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό στην έξοδο του χωριού Σωτήρα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πούλησε την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών σε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν κατονομάζει έναντι €20.
  4. Το άλλο πρόσωπο του κατέβαλε €18.000 και ανέμενε την είσπραξη ακόμα €2.
  5. Ο κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών για όλο το φάσμα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. .................................................». Περαιτέρω - σε σχέση προς τα γεγονότα - διευκρινίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (με συναινούσα την Υπεράσπιση ως προς το αληθές των πραγμάτων), πως «. στην ποσότητα των 2 κιλών ναρκωτικών που είπε ότι παρέλαβε από κάποιο πρόσωπο σε σχέση με την απόπειρα που έκαμε εναντίον του XXXXX και περιλαμβάνετο σε αυτήν την ποσότητα και μισό κιλό ως προκαταβολή για επόμενη πράξη που θα ακολουθούσε, που ήταν συγκεκριμένα η απόπειρα στην Αγία Νάπα και στη συνέχεια αν γινόταν η πράξη θα ζητούσε από το τρίτο πρόσωπο, τον ηθικό αυτουργό, χρήματα σε μετρητά, πράμα το οποίο δεν έγινε στη συνέχεια, δεν πραγματοποιήθηκε . απ' ότι είπε ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του, όταν παραλάμβανε τα ναρκωτικά δεν γνώριζε τον επιχειρηματία, δεν του είχε αναφερθεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα και ότι προορίζεται αυτό το μισό κιλό για αυτό το πρόσωπο. Το πρόσωπο του το αποκάλυψε σε κάποιο κατοπινό στάδιο του κατηγορουμένου . στα πλαίσια της συνωμοσίας . ». Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Η πρώτη, αφορά σε βιασμό και επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, στην υπόθεση 2107/19 (Κακουργιοδικείου Πάφου), όπου επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο την 25.5.20 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 και 2 ετών αντιστοίχως (με τα αδικήματα να τελούνται πριν από τα εγκλήματα στο τωρινό κατηγορητήριο και δη την 29.3.19). Η δεύτερη, αφορά σε ναρκωτικά, στην υπόθεση 70/15 (του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης), όπου την 14.1.15 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 ετών. Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε την 25.4.16, αφού η ποινή άρχισε να προσμετρά από την ημερομηνία προφυλάκισης του (31.10.13), ενώ του είχε επιβληθεί και ποινή προστίμου €100.000,
  6. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορουμένου με σημείο αναφοράς τη γραπτή του αγόρευση (βλ. Έγγραφο Β), υπέδειξε σειρά μετριαστικών στοιχείων και άλλων παραγόντων που, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιμετρηθούν. Κυρίως - όχι όμως αποκλειστικώς - ο κ. Χριστοδουλίδης επικεντρώθηκε στη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές. Σε αυτά θα ξαναγυρίσουμε. Ξεψαχνίσαμε καθετί που αναπτύχθηκε από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου, τόσον στη γραπτή του αγόρευση όσον και προφορικώς. Εν σχέσει προς τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου - ως αποτυπώνονται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που συντάχθηκε για τους παρόντες σκοπούς και υιοθετήθηκε από την Υπεράσπιση - υπογραμμίζουμε το ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών (έχοντας γεννηθεί την 10.7.82). Κατάγεται από την Λεμεσό και είναι το μικρότερο από τα δύο παιδιά που απέκτησαν από τον γάμο τους οι γονείς του. Ο πατέρας του, ο οποίος απεβίωσε το 1992 (όταν ο κατηγορούμενος ήταν 10 ετών), καταγόταν από την Κερύνεια και είχε αποκτήσει τρία παιδιά, ενήλικα σήμερα, από τον πρώτο γάμο του. Ήταν ελαιοχρωματιστής. Η μητέρα του κατηγορουμένου, κατάγεται από την Αμμόχωστο και είναι οικοκυρά. Μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα ανέλαβε μόνη την ευθύνη ανατροφής και φροντίδας του κατηγορουμένου και της αδελφής του. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α΄ Τάξη Γυμνασίου. Διέκοψε τη φοίτηση του για να εργασθεί και συμβάλει οικονομικώς στην οικογένεια. Υπηρέτησε κανονικώς τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Το 2002 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία προκειμένου να βρίσκεται κοντά στα ετεροθαλή αδέλφια του (από τον πρώτο γάμο του πατέρα του), με τα οποία έχει άριστες σχέσεις. Από το 2003 μέχρι το 2011 διατηρούσε με τον αδελφό του εργοληπτική εταιρεία στην Αγγλία ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Στην Κύπρο, εργάστηκε ως οικοδόμος σε εργοληπτικές εταιρείες για 1½ έτος. Από τον Ιανουάριο 2020, ο κατηγορούμενος εργαζόταν περιστασιακώς ως οικοδόμος σε οικοδομικές εργασίες μέχρι και πριν από τη σύλληψη του για την παρούσα υπόθεση. Τους τελευταίους μήνες διατηρεί σχέση με γυναίκα από την Βουλγαρία η οποία βρίσκεται στην Κύπρο από το
  7. Η συμβία του, που δεν εργάζεται, είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών (σήμερα 12 και 9 ετών), τα οποία απέκτησε από προηγούμενο γάμο. Τα παιδιά διαμένουν με τον πατέρα τους στην Αγγλία. Η συμβία βρίσκεται στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης, με τον τοκετό να αναμένεται την 24.10.
  8. Κατοικεί σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Πόλη Χρυσοχούς και δυσκολεύεται με το ενοίκιο. Οι σχέσεις κατηγορουμένου και συμβίας είναι αρμονικές, με αυτόν να διαθέτει ικανοποιητικό δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης. Αξιολογήσαμε όσα τέθηκαν ενώπιον μας υπό μορφή γεγονότων, αγορεύσεων και τεκμηρίων (για σκοπούς επιβολής ποινής), όπως και την Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας, στην πλήρη τους μορφή Η σοβαρότητα των επίδικων εγκλημάτων αναδεικνύεται από τη φύση τους αλλά και από τις νομοθετικώς ανώτατες προβλεπόμενες ποινές, ήτοι της διά βίου φυλάκισης για το κακούργημα της απόπειρας για φόνο, της διά βίου φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο, της δεκαπενταετούς φυλάκισης και/ή προστίμου (που δεν υπερβαίνει τις €42.715,00), για την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, της δεκατετραετούς φυλάκισης για τη συνωμοσία για φόνο, της δεκαετούς φυλάκισης και/ή προστίμου (που δεν υπερβαίνει τα €2.562,00), για τη μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, της οκταετούς φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και της επταετούς φυλάκισης για τη συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος. Τα πιο πάνω αδικήματα κατατάσσονται ως σοβαρά ένεκα και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων παρεπομένων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Για το σοβαρότερο των εγκλημάτων τούτων - εκείνο της απόπειρας για φόνο - έγινε ειδική ρύθμιση από τον νομοθέτη ο οποίος καθόρισε την ίδια ανώτατη ποινή όπως και για την περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, δηλαδή τη δια βίου φυλάκιση. Αυτή η ποινή είναι κατά πολύ αυστηρότερη από την επταετή φυλάκιση που προβλέπεται από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για το αδίκημα της απόπειρας. Ο λόγος για αυτό είναι προφανής και σχετίζεται με το ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί ύψιστο αγαθό, η δε αφαίρεση της, μέγιστο έγκλημα, με κάθε εκ προθέσεως πράξη που τη θέτει σε κίνδυνο, να ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, 607-608). Τούτη η προειρημένη σοβαρότητα - μαζί με τη μεγάλη συχνότητα διάπραξης (όλων) των επίδικων αδικημάτων - καλεί στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών, με στόχευση την ειδική και γενική αποτροπή και την αναμόρφωση του κατηγορουμένου (βλ. κατ' αναλογίαν, Σεργίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/15, ημ. 13.3.18). Βεβαίως, ακόμη και εντός του πλαισίου που περιγράφουμε, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής διόλου δεν μειώνεται ή ατονεί αφού το Δικαστήριο δεόντως είναι που οφείλει (και έτσι πράξαμε και εμείς) να πραγματεύεται την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του. Μολαταύτα, τούτη η εξατομίκευση, δεν σημαίνει ότι υπερακοντίζει και το δικαστικό καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις τιμωρία (βλ. γενικώς, GM Pikis, Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ., 2007, σελ. 111-112, 118-123, 209-210). Όσον αφορά στις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου, εκείνη που επιβλήθηκε από το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, είναι άμεσα σχετική με τις κείμενες κατηγορίες (που αφορούν στα ναρκωτικά), ενώ η προηγούμενη καταδίκη για βιασμό και επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο Πάφου) είναι άμεσα σχετική με την ομοταξία αδικημάτων κατά του προσώπου και του κοινού γενικώς (ως οι θεματικές κατηγορίες στο κατηγορητήριο). Το ότι οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου δεν έχουν άμεση σχετικότητα με τα εναπομείναντα αδικήματα στο κατηγορητήριο, δεν ακυρώνουν τη σημασία τους, μηδέ και μπορούν να παραγνωριστούν, αφού αποτελούν ένδειξη και της ευρύτερης στάσης και σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 8-9). Δεν παραβλέψαμε να συνεκτιμήσουμε υπέρ του κατηγορουμένου και το ότι, ως ορθώς υπέδειξε ο κ. Χριστοδουλίδης, η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου (στην υπόθεση 2107/19 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου), θα μπορούσε να λαμβανόταν υπόψιν εδώ ως εκκρεμούσα ποινική υπόθεση (υπό ορισμένες δικονομικές προϋποθέσεις), (βλ. κατ' αναλογίαν, Βέλιου ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 76, 80-81). Προσεγγίζοντας τη θεματική των προηγούμενων καταδικών υπό μια γενικότερη οπτική - και με κατά νουν κάποιες επισημάνσεις στις υποθέσεις Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 569-571, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, 142-143 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 8-9 - ήμασταν προσεκτικοί να μην τις αξιολογήσουμε με τρόπο που να μπορούσε να οδηγήσει αντικειμενικώς τον κατηγορούμενο στο να σχηματίσει την εντύπωση πως τιμωρείται για τα ίδια δεύτερη φορά, ή ότι οι προηγούμενες καταδίκες θα απολήξουν σε τιμωρία του, πέραν εκείνης που δικαιολογεί η σοβαρότητα των γεγονότων της τωρινής υπόθεσης. Κάθε άλλο. Είπαμε γιατί. Λαμβάνουμε υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου (και την εξ αυτής προκύπτουσα έμπρακτη μεταμέλεια του) - με αυτή την παραδοχή ως έχει υπομνησθεί και στην Θεοδώρου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημ. 27.11.19 (με μνεία στην locus clasicus πλέον Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, 36), να πρέπει να αμείβεται «. με σχετική έκπτωση στη ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης .» (βλ. επίσης, Barek v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/18, ημ. 22.1.20) - την ομολογία και ειλικρινή απολογία του «. προς όσους τραυματίστηκαν ένεκα των παράνομων και καταδικαστέων ενεργειών του για τον πόνο την ταλαιπωρία την οδύνη και την ανησυχία την οποία προκάλεσε στους ίδιους και τις οικογένειες τους .» (ως μετέφερε το συναίσθημα ο δικηγόρος του κατηγορουμένου στη γραπτή του αγόρευση), το ότι από μόνος του ο κατηγορούμενος (χωρίς αρχικώς άλλη μαρτυρία για εμπλοκή του), αποκάλυψε αυτοβούλως (δέκα τόσες μέρες μετά τη σύλληψη του) πως ήταν ο δράστης των αποπειρών φόνου εναντίον του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX, την ηλικία του, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις και συνθήκες, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιον και στην άμεση και ευρύτερη οικογένεια του (με την σύζυγο του να καλείται να μεγαλώσει μόνη το παιδί που θα γεννήσει σύντομα, χωρίς να εργάζεται και δίχως να ξέρει καλά την Ελληνική γλώσσα κάτι που δυσχεράνει έτι περισσότερον τη διαμονή της στην Κύπρο και τη δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας, εκτός από το ότι το παιδί θα στερηθεί τον πατέρα στην τρυφερή παιδική του ηλικία), το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κατηγορουμένου, τα οικονομικά του προβλήματα, την προσπάθεια του να ορθοποδήσει δημιουργώντας οικογένεια, τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου και επέκεινα μέχρι σήμερα (ιδιαίτερα για τις κατηγορίες 1-10) και τους λόγους για την όποια καθυστέρηση (που παρεμπιπτόντως δεν οφείλονται σε χειρισμούς της Κατηγορούσας Αρχής) και τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αρχές. Για την τελευταία αυτή ενότητα (περί συνεργασίας) - και έχοντας στο μυαλό πως ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους των εγκλημάτων - συνυπολογίσαμε πολύ σοβαρά ότι ο κατηγορούμενος κατονόμασε τον κατ' ισχυρισμόν εντολέα του και ανέφερε προς τις ανακριτικές και αστυνομικές αρχές όσες λεπτομέρειες ήσαν εις γνώσιν του για την οργάνωση και εκτέλεση των εγκλημάτων. Τούτη η συνεργασία - χωρίς αυτονοήτως να προδικάζουμε οτιδήποτε παρά μόνον να υποδεικνύουμε ως παρατήρηση όσα εμφανίζονται να φύονται από τα γεγονότα και τις δηλώσεις της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης - έχει τη σημαίνουσα αξία της λόγω και των συνεπακόλουθων και εγγενών κινδύνων της επιλογής τού κατηγορουμένου να καταθέσει (κιόλας) ως μάρτυς κατηγορίας κατά του παρουσιαζόμενου ως ηθικού αυτουργού έχοντας ήδη ενταχθεί επί τούτω στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Gani και Άλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 243, 248-249). Στην Φραγκίσκου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/14, ημ. 25.11.15, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Λιάτσου, Δ.), τόνισε και αυτά τα κρίσιμα για ό,τι εδώ αναλύεται (με την εφετειακή μνεία να απογράφεται εκεί σε υπόθεση ναρκωτικών): «Η πλήρης διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αναγκαία η αναζήτηση μαρτυρίας από πρόσωπα που εμπλέκονται στις έκνομες αυτές δραστηριότητες. Πρόσωπα που συνήθως είναι απρόθυμα να συνδράμουν τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών. Ο φόβος τόσο για τη δική τους ασφάλεια όσο και γι΄ αυτή του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν ως αποτέλεσμα της απόφασής τους να συνεργαστούν με την Αστυνομία, σε συνάρτηση με το βαθμό συνεργασίας και την έκταση και φύση των πληροφοριών που παρέχουν, θα πρέπει να συνεκτιμούνται από τα Δικαστήρια κατά το στάδιο της επιβολής ποινής στα πρόσωπα αυτά. Οσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται». Αναφορικώς προς την έκπτωση στην ποινή από μια τέτοια συνεργασία, αυτή σταχυολογείται ως σημαντική (βλ. κατ' αναλογίαν, ΚΕΜΑ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 284/18, ημ. 19.7.19). Η θεώρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Φραγκίσκου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/14, ημ. 25.11.15, δεν διαφέρει ως προς την αρχή που εκφράζει, από τη διαχρονική θέση άλλων ανώτατων δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας. Διευκρινίζουμε. Στην R v Barber
(1976)14 SASR 388, 390, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας (διά του Αρχιδικαστή Bray), κατέγραψε κι αυτά: «We have, I think, to accept that the courts have acted on the view that it is not expedient that there should be honour amongst thieves and have therefore sometimes rewarded the informer and encouraged other potential informers by an appropriate mitigation of his sentence. In some cases, genuine remorse by those who have been used as the tools of organized crime may be manifested by disclosure of the identity of their principals and when that happens, I think it deserves generous recognition, particularly when it is only done at the cost of personal danger». Τούτη η (ωφελιμιστική) προσέγγιση (προς το δημόσιο συμφέρον), σκοπεί στο να υποσκάψει και να αποδομήσει, εν τίνι τρόπω, την αμφίδρομη αφοσίωση όσων συνωμοτών εμπλέκονται σε εγκληματικές συμπεριφορές. Τοιουτοτρόπως, η συνεργασία των κατηγορουμένων με τις ανακριτικές και αστυνομικές αρχές πρέπει, στην ομαλή πορεία των πραγμάτων, να ανταμείβεται με ανάλογη μείωση στην επιβληθησόμενη ποινή (βλ. κατ' αναλογίαν, Cameron v R
(2002)HCA 6, W
(2002)129 A Crim R 400, Wong v The Queen
(2001)HCA 64). Στην R v Cartwright
(1989)17 NSWLR 243, 252-253, η πλειοψηφία του Ποινικού Εφετείου της Νέας Νότιας Ουαλίας, σημείωσε συναφώς και αυτά (διά των Δικαστών Hunt και Badgery-Parker): «It is clearly in the public interest that offenders should be encouraged to supply information to the authorities which will assist them to bring other offenders to justice, and to give evidence against those other offenders in relation to whom they have given such information. ................................................. Again, in order to ensure that such encouragement is given, the reward for providing assistance should be granted if the offender has genuinely cooperated with the authorities whether or not the information supplied objectively turns out in fact to have been effective. The information which he gives must be such as could significantly assist the authorities. The information must, of course, be true; a false disclosure attracts no discount at all. What is relevant here is the potential of the information to assist the authorities, as comprehended by the offender himself. Information which turns out to be significant, but which is neither comprehended nor intended as such by the offender, has not been given in the spirit of willingness which the discount is designed to achieve. The circumstance that objectively the information subsequently turned out to be effective may perhaps demonstrate that the information possessed such a potential if it is not otherwise obvious upon the face of the information itself, but such effectiveness is not a requirement. As we have already pointed out, the offender will not lose the discount because in fact (unknown to him) the authorities are already in possession of that information. Nor should he lose it if the authorities do not in the end act upon his information, because (for example) they subsequently receive or they have already received more cogent information from another source - or if the offender does not in the end give evidence as promised, because (for example) the person who is the subject of his information has pleaded guilty». Για την έκταση της ποινολογικής μείωσης, αυτή, κατά τα Αυστραλιανά δρώμενα, μπορεί να κυμανθεί σε ένα πλαίσιο της τάξης του 20%-50% τής ποινής που θα επιβαλλόταν διαφορετικώς, χωρίς όμως με τούτο να υπονοείται η ύπαρξη οιασδήποτε ταρίφας (βλ. κατ' αναλογίαν, Radebe v The Queen
(2001)122 A Crim R 559, R v Pang
(1999)105 A Crim R 474). Η εκτίμηση της πίστωσης δεν πρέπει να γίνεται δια ψυχρής αριθμητικής και απόλυτης υιοθέτησης ποσοστών (βλ. κατ' αναλογίαν, Haouchar v R (2014]) NSWCCA 227 [39]). Στην R v Z
(2006)167 A Crim R 436 [88], το Ποινικό Εφετείο της Νέας Νότιας Ουαλίας (διά του Δικαστή Beazley), ανέφερε ότι: « . the focus should not be so much upon the precise numerical value of the discount but rather upon the question whether, after all relevant matters have been taken into account, the sentence imposed is appropriate». Την ίδια στιγμή, η απόδοση της μείωσης στην ποινή (ένεκεν της συνεργασίας του κατηγορουμένου), δεν μπορεί να περιθωριοποιεί την αρχή πως η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του αδικήματος και ορθώς σταθμισμένη και δίκαιη (βλ. κατ' αναλογίαν, R v NP
(2003)NSWCCA 195). Το επίπεδο της ποινολογικής έκπτωσης (ένεκα της συνεργασίας), δεν πρέπει να είναι τόσον ψηλό ώστε να αμβλύνει ασύμμετρα την αναλογία και συσχετισμό τού περί ου λόγος μετριαστικού στοιχείου με τη σοβαρότητα του εξεταζόμενου εγκλήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Chαaban
(2006)NSWCCA 107 [3]). Στην Regina v Gallagher
(1991)23 NSWLR 220, 232, το Ποινικό Εφετείο της Νέας Νότιας Ουαλίας, διά του Αρχιδικαστή Gleeson, επεσήμανε και τα εξής κρίσιμα (με τα αμέσως πιο πάνω): «Public confidence in the administration of criminal justice would be diminished if courts were to give uncritical assent to arguments for leniency, which are being jointly urged by both the prosecution and the defence, in circumstances which may call for a close examination of the alleged assistance. Care must also be taken to ensure that the ultimate sentencing result that is produced is not one that is so far out of touch with the circumstances of the particular offence and the particular offender that, even understood in the light of the considerations of policy which supports [the discounts given], it constitutes an affront to community standards. If sentencing principles are capable of producing an outcome of that kind, then that calls into question their legitimacy». Παραπλήσια αντίκριση - πέραν της Αυστραλιανής - εντοπίζεται και στην Ιρλανδία όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η συζητούμενη συνεργασία επικουρεί στην εξιχνίαση του σοβαρού εγκλήματος και πρέπει να τυγχάνει, αναλόγως, σημαντικής έκπτωσης στην ποινή (βλ. κατ' αναλογίαν, People (DPP) v Begley
(2013)IECCA 32). Στην Αγγλία - και δη στην R v King
(1985)7 Cr App R(S) 227 - ο Λόρδος Αρχιδικαστής Lane, είπε και τούτα εκ μέρους τού Αγγλικού Ποινικού Εφετείου: «It is, of course, impossible to lay down any hard and fast rule as to the amount by which the sentence upon a large-scale informer should be reduced by reason of the assistance which he gives to the police. It scarcely needs stating, and indeed this is the way that Mr. Pollard approached the problem, that the court will first turn to the offences which the informer has admitted to assess their gravity and their number. That should enable the court to arrive at what might be called the starting figure». Για το μέτρο της έκπτωσης στην ποινή, η αγγλική νομολογία δεν φαίνεται να προσδιορίζει συγκεκριμένα ποσοστά και το ίδιο ισχύει και για τη νομοθεσία (Serious Organised Crime and Police Act 2005 [άρθρα 71-75B]), που διέπει πλέον τα πράγματα στην χώρα (βλ. D Ormerod και D Perry (eds), Blackstone's Criminal Practice 2020, παρ. Ε1-12). Στην R ν Braile
(2019)ABCA 477, το Ποινικό Εφετείο της Αλμπέρτας στον Καναδά, υπέμνησε τα όσα η νομολογία της χώρας εκείνης αναγνωρίζει επί της αναλυόμενης θεματολογίας, λέγοντας ότι η μείωση της ποινής εξαρτάται από το βάθος και ποιότητα της συνεργασίας του κατηγορουμένου όπως και με τη γνώση ή την απουσία γνώσης από πλευράς των αρχών για μέρος ή το όλον των παρεχόμενων προς αυτές πληροφοριών από τον κατηγορούμενο (βλ. επίσης, κατ' αναλογίαν, R v AB
(2004)OTC 1144). Απαιτείται εδώ μια σημείωση. Με τη δική της εμβέλεια. Ο κ. Χριστοδουλίδης ανέφερε στην αγόρευση του ότι θα πρέπει να αποφύγουμε την επιβολή της ανώτατης (διά βίου) προβλεπομένης ποινής στον κατηγορούμενο (για τις απόπειρες φόνου ως αντιληφθήκαμε), αφού «. σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή που η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, είναι τόσο αυστηρή, θα δοθούν τα αντίθετα μηνύματα σε άλλα πρόσωπα τα οποία θα βρεθούν στην ίδια θέση και θα επιθυμούν να μαρτυρήσουν υπό την έννοια ότι εάν ο κατηγορούμενος δεχθεί την αυστηρότερη των ποινών στην παρούσα υπόθεση, κάποιος άλλος ο οποίος θα επιθυμεί να βοηθήσει τις Αστυνομικές Αρχές στην εξιχνίαση αυτών των εγκλημάτων, δεν θα το πράξει, γνωρίζοντας ότι η ποινή που θα δεχθεί θα είναι η μέγιστη και θεωρώ υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να αποφευχθεί, καθ' ότι θα ατονήσει η συνεργασία του .». Αποκλίνουμε. Δεν υπάρχει άκαμπτη αρχή δικαίου κατά της αυστηρότερης τιμωρίας θύτη σε έγκλημα απόπειρας από ό,τι στο πλήρως εκτελεσθέν έγκλημα στο οποίο η απόπειρα αυτή αφορά. Ούτε και χαρακτηρίζεται από απόλυτους κανόνες η θέση (διότι έχει τούτη λογική αρχής), πως θα πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή αυστηρότερων ποινών στο κακούργημα της απόπειρας φόνου εν συγκρίσει προς τις ποινές που επιβάλλονται για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας. Κάτι τέτοιο - αν ασπαζόταν κανείς την προβληθείσα υπερασπιστική εισήγηση στον κατηγορηματικό βαθμό που τέθηκε - πέραν τού ότι θα προσέκρουε απαραδέκτως στη βούληση του νομοθέτη ο οποίος προέβλεψε την ίδια ποινή (διά βίου φυλάκιση) για το κακούργημα της απόπειρας φόνου με το κακούργημα της ανθρωποκτονίας (αλλά και τον φόνο εκ προμελέτης [ανελαστικώς όμως εκεί]) - θα οδηγούσε κατ' επέκτασιν (σε σύγκρουση με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας), σε οιονεί δικαστική νομοθέτηση υπό την έννοια ότι για το κακούργημα της απόπειρας φόνου θα έπρεπε να προβλέπεται χαμηλότερη ποινή από ό,τι για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας. Δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Δεν υπάρχει στατική διατίμηση στον καθορισμό των ποινών (βλ. κατ' αναλογίαν, Θεοδώρου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημ. 27.11.19). Ούτε και το ποινολογικό κριτήριο είναι πάντα και κατ' ανάγκην συγκριτικό μεταξύ της ίδιας κατηγορίας αδικημάτων και άλλων κατηγοριών αδικημάτων. Το διασαφηνίσαμε αυτό εν μέρει. Το επεξηγούμε περισσότερο. Με παραδείγματα. Στην Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563 - με την οποία ασχολούμαστε κατωτέρω με διάφορη προοπτική - επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών για απόπειρα φόνου, ενώ επιβλήθηκαν χαμηλότερες ποινές για ανθρωποκτονίες, όπως στις υποθέσεις Λοΐζου ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 751 (5 έτη φυλάκισης), Bo και Άλλων v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 293 (12 έτη φυλάκισης), Kentas v The Republic
(1971)2 CLR 305 (10 έτη φυλάκισης), Kyprianou ν The Republic
(1971)2 CLR 158 (10 έτη φυλάκισης) και Fostieri v The Republic
(1969)2 CLR 105 (7 έτη φυλάκισης). Υπό την ίδια λογική - με ανάστροφη όμως μεθοδολογία και οπτική - στην Lemonas v The Republic
(1986)2 CLR 25, επικυρώθηκε ποινή διά βίου φυλάκισης για ανθρωποκτονία (μετά από παραδοχή κατηγορουμένου ηλικίας 19 ετών), εκεί που σε άλλες περιπτώσεις ανθρωποκτονιών (και κάποιες απογράφονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο), οι ποινές ήσαν σαφώς χαμηλότερες. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν αυστηρώς συγκριτικό. Προχωρούμε στα άλλα. Οι σοβαροί τραυματισμοί των παραπονουμένων (εκεί όπου υπήρξαν τραυματισμοί), από την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου υπολογίστηκαν και αυτοί ως στοιχείο καθορισμού της ποινής (βλ. κατ' αναλογίαν, Σακαρίδης και Άλλου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272, 280). Για τη μεταχείριση κατηγορουμένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, προσεγγίσαμε τη σχετική νομολογία - μέρος της οποίας αναπτύχθηκε από τον κ. Χριστοδουλίδη - γνωρίζοντας (και αυτό το λέμε προσθέτως των όσων έχουμε ήδη καταγράψει σχετικώς), πως το Ανώτατο Δικαστήριο είπε και τα ακόλουθα στην Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, τα οποία είχαμε συναφώς στη σκέψη - όπως και το ότι (ως υπέδειξε ο Ναθαναήλ, Δ. [ως ήταν τότε]) «. ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» (βλ. LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15). Υπό τις ως άνω αιρέσεις - και χωρίς ποσώς να υποβιβάζουμε το δυνητικό εκτόπισμα του νομολογιακού προηγουμένου και τη συνδρομή του στη διάπλαση αισθήματος ασφάλειας (και συνέπειας) στον εκάστοτε κατηγορούμενο για την ποινολογική του μεταχείριση (βλ. κατ' αναλογίαν, Παναγή ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/16, ημ. 23.11.18) - παραθέτουμε τα πιο κάτω δικαστικά προηγούμενα: Στην Ονουφρίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/15, ημ. 12.6.19, επικυρώθηκε συνολική ποινή 20 ετών για δύο απόπειρες φόνου (10 έτη φυλάκισης για την καθεμιά), μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Στην Σεργίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/15, ημ. 13.3.18, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 9 ετών για απόπειρα φόνου εναντίον της συμβίας του κατηγορουμένου. Τούτος ήταν ηλικίας 44 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, με προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ, εγκληματώντας υπό την επήρεια αλκοόλ και συναισθηματικής φόρτισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε και τη συμφιλίωση μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορουμένου, τονίζοντας πως «. εάν εξέλειπε, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη». Στην Χατζηπαναγή ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/13, ημ. 18.2.16, το Ανώτατο Δικαστήριο - ανάμεσα στα άλλα που αποφάσισε - επικύρωσε (για τέσσερεις περιπτώσεις απόπειρας φόνου), συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών που είχαν επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε κατηγορούμενο πολύ περιορισμένης ικανότητας προς καταλογισμό λόγω ψυχικής και πνευματικής νόσου. Ο κατηγορούμενος ήταν 34 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και ενεργήσας υπό συναισθηματική φόρτιση. Στην Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών για απόπειρα φόνου (μετά από ακροαματική διαδικασία). Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 52 ετών και βαρυνόταν με πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα. Στην Ονουφρίου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών (μετά από δίκη), για διπλή απόπειρα φόνου (εναντίον Επαρχιακού Δικαστή και της θυγατέρας του). Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως είχε δοθεί η πρέπουσα βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου «. άλλως δεν θα είχε νόημα η επιβολή ποινής που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, δηλαδή ποινής άλλης από εκείνης της φυλάκισης διά βίου .». Αποτιμήσαμε και ξεχωρίσαμε όπου χρειάστηκε, τα γεγονότα της παρούσας από εκείνα στις αποφάσεις που προαναφέραμε σε ό,τι αφορά, επί παραδείγματι, στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, στην ύπαρξη προσεκτικού προσχεδιασμού και προγραμματισμού (πέραν εκείνου που αφορά στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος), στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και στην παρουσία ή απουσία μετριαστικών, επιβαρυντικών και άλλων στοιχείων (όπως η άμεση παραδοχή, ο αριθμός και φύση των προηγούμενων καταδικών, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο ρόλος του κατηγορουμένου στο έγκλημα, η συνεργασία του με τις ανακριτικές και αστυνομικές αρχές και άλλα πολλά). Πάντα ταύτα τα ζυγιάσαμε συνυπολογίζοντας και τη χρονική περίοδο στην οποία επιβλήθηκαν οι ποινές στις προρρηθείσες αποφάσεις, όπως και τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα τέλεσης σοβαρών και βίαιων αδικημάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, QA ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/18, ημ. 11.9.19). Τούτα διαφοροποιούν έτι περισσότερον την προαναφερθείσα νομολογία - και αυτό δίχως υποβιβασμό της σοβαρότητας των υπολοίπων υποθέσεων στις οποίες αναφερθήκαμε - ακόμη και από τη διαχρονικώς ειδεχθή απόπειρα δολοφονίας στην Ονουφρίου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε (δεν επέβαλε), την ποινή φυλάκισης 18 ετών στον εφεσείοντα με βάση και τις συνθήκες και εγκληματικότητα της εποχής. Έκτοτε, έχουν περάσει δύο δεκαετίες, μα τα πράγματα ολοένα και επιδεινώνονται εν σχέσει προς το σοβαρό έγκλημα κατά της ζωής. Την ίδια στιγμή όμως - και για τους ίδιους λόγους - ουδόλως υποτιμούμε το ότι η συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές αποκτά και τούτη τη δική της αυξημένη σημασία για τα τωρινά εγκληματολογικά δεδομένα. Ο κατηγορούμενος έδρασε σε όλες τις περιπτώσεις κατά παραγγελία - κάτι σαν επί συμβάσει εργολαβία - έναντι αντιπαροχής (προμήθεια απαγορευμένων ναρκωτικών), με ισοπεδωτική και ασύλληπτα προκλητική ασέβεια προς την ανθρώπινη ζωή. Χαρακτηριστική ήταν και η αναφορά του δικηγόρου υπεράσπισης ότι, όταν ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το επόμενο κτύπημα (μετά την απόπειρα για φόνο του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX), τούτος «. ζήτησε χρήματα από τον εντολέα και του ανέφερε ο εντολέας "Αν κάνεις αυτό το χτύπημα θα τρώμε με χρυσά κουτάλια" .». Το ότι δεν επήλθε το μοιραίο από τις απόπειρες οφείλεται (προφανώς) σε σύμπτωση και συντυχία των θυμάτων. Ιδιαίτερα (και χωρίς να μειώνουμε τα όσα περιστοίχισαν τις απόπειρες φόνου τού XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX), οι συνθήκες που συναπάρτισαν το περιστατικό στην Αγία Νάπα (για τις απόπειρες φόνου στις κατηγορίες 12-15), δεν μπορούν παρά να καταταχθούν στις πολύ σοβαρές περιπτώσεις τού είδους, με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να ταξινομείται ως αδίστακτη, με αυτόν να πυροβολεί - σε δημόσιο χώρο - διά αυτομάτου όπλου αδιακρίτως προς τα άτομα που κάθονταν αμέριμνα στην καφετερία Liquid ξέροντας τούτος πως, ως είδε και κατάλαβε (κατά τον δικηγόρο του) «. ο στόχος δεν ήταν εκεί .». Δεν παραγνωρίζουμε πως ο κατηγορούμενος διαπιστώνοντας το τούτο - με αυτόν να διατηρεί επαφή με τον κατ' ισχυρισμόν ιθύνοντα νου, διά συστήματος ενδοεπικοινωνίας (μέσω συσκευής hands-free), τυγχάνοντας ενημέρωσης ότι ο δολοφονικός στόχος βρισκόταν στον συγκεκριμένο χώρο (καφετερία Liquid) - «. κατέβασε το όπλο και ξεκίνησε να κάνει βήματα προς τα πίσω ενώ ταυτόχρονα ενημέρωσε μέσω της ενδοεπικοινωνίας τον ιθύνον νου ότι δεν ήταν εκεί ο στόχος και ότι θα εγκατέλειπε τη σκηνή .» (ως προσέτι εισηγήθηκε ο δικηγόρος του κατηγορουμένου στη γραπτή του αγόρευση), όπως δεν μπορούμε να μην υπογραμμίσουμε και το ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να βάλλει κατά ριπάς και καταιγιστικώς εναντίον των θυμάτων μόλις ο φερόμενος ως ιθύνων νους τού είπε «βάρα και μη μπερδεύεσαι». Υπό αυτό το πλέγμα γεγονότων, δεν διαγράφουμε τη θέση του κ. Χριστοδουλίδη πως ο κατηγορούμενος (με αναφορά σε προγενέστερες ημερομηνίες) «. ακύρωσε το εν λόγω κτύπημα περί τις 15 φορές ένεκα του ότι αν προχωρούσε στην υλοποίηση του θα κτυπούσε αθώους». Μολοντούτο, η καταληκτική συμπεριφορά του κατηγορουμένου (και η επιμονή και αποφασιστικότητα που επέδειξε για περάτωση της δολοφονικής του αποστολής), πόρρω απείχε από τις αρχικές επιφυλάξεις του. Όμοια, αφορούν και στις απόπειρες για φόνο του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX, όπου ο κατηγορούμενος ενήργησε με επιμονή, προσήλωση και εφάμιλλη ωμότητα (ως έπραξε μεταγενέστερα και στις δολοφονικές απόπειρες στην καφετερία Liquid), μεριμνώντας να πυροβολήσει επαναληπτικώς το θύμα υπό συνθήκες αιφνιδιασμού (ως ήδη περιεγράφηκε). Για την πρώτη απόπειρα εναντίον του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX (βλ. κατηγορία 2), δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι τούτη δεν μετουσιώθηκε σε φόνο αφού το όπλο «. δεν πυροβόλησε . » επειδή «. μέσα στο γεμιστήρα του πιστολιού υπήρχαν κόκκοι ρυζιού .». Τούτο, δικαιολογεί (ως εκ της απουσίας τραυματισμού του θύματος), την τιμωρία του κατηγορουμένου (στην αφορώσα κατηγορία 2), με χαμηλότερη ποινή από ό,τι στην κατηγορία 6 (όπου προκλήθηκαν σοβαροί τραυματισμοί στο θύμα). Στη βάση όσων προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε και έχοντας στον συλλογισμό τις αρχές που παραθέσαμε αλλά και τα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αποφαινόμαστε πως η μόνη ενδεικνυόμενη ποινή είναι αφεύκτως αυτή της φυλάκισης του κατηγορουμένου. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην κατηγορία 1 (συνωμοσία για φόνο), ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην κατηγορία 2 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 13 ετών. Στην κατηγορία 3 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 4 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 6 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 15 ετών. Στην κατηγορία 7 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 9 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 11 (συνωμοσία για φόνο), ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην κατηγορία 12 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 20 ετών. Στην κατηγορία 13 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 20 ετών. Στην κατηγορία 14 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 20 ετών. Στην κατηγορία 15 (απόπειρα για φόνο), ποινή φυλάκισης 20 ετών. Στην κατηγορία 16 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Α), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 17 (μεταφορά πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 19 (κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β), ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 21 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος), ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 24 (προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο), ποινή φυλάκισης 6 ετών. Δεν επιβάλλουμε ποινές στις κατηγορίες 5, 8, 10, 18, 20, 22 και 23, αφού τα γεγονότα και συστατικά τους στοιχεία πηγάζουν (ή και αλληλοκαλύπτονται), από τα γεγονότα στις κατηγορίες 4, 7, 9, 17, 19 και 24. Ο δικηγόρος του κατηγορουμένου αγόρευσε και για το «. ζήτημα της διαδοχικότητας και της συνολικότητας της ποινής του Κατηγορουμένου .», εισηγούμενος πως οι ποινές που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο «. στα κύρια αδικήματα τα οποία κατά την άποψη μου είναι αυτά των πολλαπλών απόπειρων φόνου θα πρέπει να είναι συντρέχουσες» και πως οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης (που ο συνήγορος προσμένει ότι θα επιβληθούν) «. στα κύρια αδικήματα . των πολλαπλών απόπειρων φόνου», θα πρέπει να συντρέχουν και με τις (συντρέχουσες) ποινές που υπολογίζει πως θα συγκροτήσουν την τιμωρία για τις απόπειρες φόνου του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX (βλ. κατηγορίες 2 και 6). Περιπλέον, ο συνήγορος πρότεινε πως στο πλαίσιο «. της συνολικότητας της ποινής, θα πρέπει επίσης να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης η οποία του έχει επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο Πάφου». Εκ των πραγμάτων (και των εισηγήσεων του κ. Χριστοδουλίδη), μας απασχόλησε αν τωόντι ενδείκνυται να διαταχθεί όπως οι επιβληθείσες ποινές (ή κάποιες από αυτές), είναι διαδοχικές όσων ποινών θα κριθούν πως θα είναι συντρέχουσες. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που ουσιαστικώς αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς, για να μην οδηγείται η καθολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή και δυσαναλογία με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Το αποσαφηνίζουμε αυτό, με δείκτη τη νομολογία. Στην Ευσταθίου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 541, 562-565, το Εφετείο (διά της Παναγή, Δ.), υπογράμμισε για ό,τι κειμένως απασχολεί, πως: «Το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών απασχόλησε κατ' επανάληψη το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 A.A.Δ. 123, όπου με αναφορά σε αγγλική νομολογία παρέχονται οι κατευθυντήριες γραμμές. Αποτελεί βασική αρχή ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που ουσιαστικά συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά, για το λόγο ότι αυτό θα καθιστούσε τη συνολική ποινή υπερβολική. Παράλληλα, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν πρέπει να είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Ο Δικαστής, όπως λέγεται, πρέπει να δει την υπόθεση από απόσταση και να αναρωτηθεί κατά πόσο η συνολική ποινή είναι αρμόζουσα προς τα δεδομένα της. Αναφέρεται δε στο «Definitive Guideline» του Sentencing Guidelines Council «Οffences Taken into Consideration and Totality» (του 2012), ότι αδικήματα του ιδίου ή παρόμοιου χαρακτήρα μπορεί να προσελκύσουν διαδοχικές ποινές εάν η συνολική εγκληματικότητα που αποκαλύπτεται δεν αντικατοπτρίζεται διαφορετικά επαρκώς στην ποινή, ιδιαίτερα όπου υπάρχουν διάφορα θύματα ή αδικήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί σε ξεχωριστές περιπτώσεις εναντίον του ίδιου ατόμου. Περαιτέρω, προκύπτει από την υπόθεση George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292, αναφορά στην οποία γίνεται στην Μιχαήλ (ανωτέρω), ότι δεν αποτελεί εμπόδιο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών που θα επιβληθούν είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται να επιβληθεί για οποιοδήποτε από τα αδικήματα. Στην προκείμενη περίπτωση το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι οι έκνομες πράξεις του εφεσείοντα δεν εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας ενέργειας ή ενεργειών που είχαν χρονικά στενή αλληλουχία, για τους λόγους που εξηγεί, ήτοι τα αδικήματα διαπράχθηκαν συστηματικά βάσει σχεδίου μέσα σε μια μεγάλη περίοδο διάρκειας δύο ετών περίπου και στρέφονταν εναντίον πέντε διαφορετικών ανθρώπων, παράγοντες που θεώρησε βαρύνουσας σημασίας ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της επιβολής διαδοχικών ποινών. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε μεμπτό στην προσέγγιση του Κακουργιοδικείου, η οποία είναι σύμφωνη με τη νομολογία επί του θέματος, ούτε στον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. ................................................... Με την ευκαιρία, θα ήταν χρήσιμο να υπομνησθεί ότι ένα ποινικό δικαστήριο θα πρέπει πρώτιστα να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Έχοντας πάντοτε υπόψη, όπως αναφέρθηκε και στη Μιχαήλ (ανωτέρω), με αναφορά στην Prime
(1983)5 Cr. App. R. (S) 127, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική. (Σχετικό είναι και το «Definitive Guideline» (ανωτέρω), ιδιαίτερα η σελ. 6.) ..................................................... ». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Παπαγεωργίου
(2007)2 ΑΑΔ, 514, 516-518, το Εφετείο (διά του Νικολαΐδη, Δ.), συνόψισε τα πράγματα, έτσι: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής που λαμβάνεται υπ΄ όψιν όταν επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 A.A.Δ. 331). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, τονίστηκε ότι επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το αδίκημα που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου. Αφού πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, σε κάθε δεδομένη περίπτωση η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται ως σύνολο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου, Ποιν. Εφ. 206/05, ημερ. 5.5.2006, η έννοια της ενιαίας ενέργειας μπορεί να καλύπτει μια σειρά αδικημάτων που προϋποθέτουν επανάληψη της ίδιας συμπεριφοράς εναντίον του ιδίου θύματος, όπως σειράς σεξουαλικών αδικημάτων με τον ίδιο συμμετέχοντα. ΄Ανκαι είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ένας πρακτικός ορισμός της έννοιας «ενιαία ενέργεια» μπορεί να λεχθεί ότι ο όρος έχει ξεπεράσει τα αναμενόμενα. Έτσι μια σειρά αδικημάτων της ίδιας ή παρόμοιας φύσης που διαπράχθηκαν εναντίον του ιδίου θύματος μπορεί δεόντως να θεωρηθεί ως μέρος ενιαίας ενέργειας, εκτός αν έχουν διαπραχθεί μέσα σε μια χρονική περίοδο που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη. Ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία στον αδικοπραγούντα επιβάλλεται μια συντριπτική ποινή (Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 213/06, ημερ. 23.1.2007). Κατά γενικό κανόνα δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε υπερβολή και ουσιαστικά στην επιβολή μεγαλύτερης ποινής σε μικρότερης σοβαρότητας κατηγορίες. Παράλληλη αρχή είναι ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται από απόσταση και εξετάζεται κατά πόσο η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα (Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, 327 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε πως επίκεντρο της ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω)». Αν και τα αδικήματα στις κατηγορίες 12-15 (απόπειρα φόνου στην καφετερία Liquid), αφορούν σε διαφορετικά θύματα, ο τρόπος λειτουργίας του κατηγορουμένου και η μέθοδος που ακολούθησε, κατατάσσει το όλον περιστατικό ως μια ενιαία ενέργεια. Το ίδιο, ισχύει και για τις απόπειρες για φόνο του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX (βλ. κατηγορίες 2 και 6). Η περίπτωση που σχετίζεται (ευρύτερα) προς στις απόπειρες για φόνο του XXXXX Χαραλάμπους, άλλως XXXXX (βλ. κατηγορίες 1-4, 6, 7, 9, 21 και 24), έλαβε χώραν τον Νοέμβριο 2019, πολύ πριν από τις απόπειρες για φόνο στις κατηγορίες 11-17 και 19 (που επισυνέβησαν τον Φεβρουάριο 2020). Δεν υπήρξε διασύνδεση μεταξύ του παραπονουμένου στις κατηγορίες 2 και 6 και των παραπονουμένων στις κατηγορίες 12-15 (ή ακόμη μεταξύ αυτών και του πραγματικού στόχου τού κατηγορουμένου (βλ. κατηγορία 11). Γνωρίζοντας τις αρχές που διέπουν την ποινολογική διαδοχικότητα και σταθμίζοντας πολύ προσεκτικώς πάντα όσα τέθηκαν ενώπιον μας μη παραβλέποντας ούτε καν στιγμιαίως την εξαιρετική σημασία που έχει η αρχή τής συνολικότητας της ποινής, αποφαινόμαστε (κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας), ότι κάποιες από τις ποινές θα είναι συντρέχουσες μεταξύ τους και διαδοχικές προς άλλες. Η συνολική ποινή που θα προκύψει πρέπει - και έτσι ενεργήσαμε - να είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα της ολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Οι ποινές στις κατηγορίες 1-4, 6, 7, 9, 21 και 24, θα συντρέχουν μεταξύ τους. Το ίδιο και οι ποινές στις κατηγορίες 11-17 και 19. Οι ποινές στις κατηγορίες 1-4, 6, 7, 9, 21 και 24 (που συντρέχουν μεταξύ τους), θα είναι διαδοχικές προς τις συντρέχουσες ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 11-17 και 19 (που επίσης συντρέχουν μεταξύ τους). Οι ποινές - δεδομένων των προνοιών του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 - θα συντρέχουν με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο από το Κακουργιοδικείο Πάφου την 25.5.20 στην υπόθεση 2107/19, μια που η υπόθεση εκείνη θα μπορούσε κατά τα δικονομικά ειωθότα να ληφθεί υπόψιν στην παρούσα υπόθεση (βλ. κατ' αναλογίαν, Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257, 269-271), αλλά και γιατί, άλλως, θα ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη «. προς την ποινική ευθύνη θεωρούμενη συνολικά» (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριανού ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 83/14, ημ. 21.5.18). Η σωρευτική ποινή ανέρχεται σε 35 έτη φυλάκισης. Οι ως άνω ποινές μια προς μια - ας λεχθεί αυτό με το δικό του βάρος - θα ήσαν αισθητώς αυστηρότερες, μη αποκλειομένης ακόμη (όσον σπάνιο και ιδιάζων και αν είναι τούτο), της επιβολής διά βίου φυλάκισης (βλ. D Ormerod και D Perry (eds), Blackstone's Criminal Practice 2020, παρ. Α5.75), εάν δεν συνέτρεχαν τα ελαφρυντικά με τα οποία πιστώσαμε τον κατηγορούμενο και ιδίως εκείνα που αφορούν στην επί δικαστηρίω παραδοχή του και στη συνεργασία του με τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές, δοσμένης και της σοβαρότητας των εγκλημάτων (ως στρεφόμενα στην ουσία τους, κατά της ανθρώπινης ζωής). Επί τούτης της έκφανσης, ίσως δεν είναι και τυχαίο που ο δικηγόρος του κατηγορουμένου - αντιλαμβανόμενος προφανώς τη σοβαρότητα της περίπτωσης και τη σημαντικότητα της παραδοχής και της συνεργασίας του κατηγορουμένου με τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές - εισηγήθηκε στην αγόρευση του ότι «. στην παρούσα περίπτωση πρέπει να αποφευχθεί η εσχάτη των ποινών με βάση το όριο το οποίο θέτει η νομοθεσία .». Τούτη η πτυχή, μας απασχόλησε πιο πάνω και υπό ένα διαφορετικό πρίσμα, ως το αναπτύξαμε. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση (από την 17.2.20), να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.