← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χαρή, Αρ. Υπόθεσης: 564/18, 6/10/2020

Δημοκρατία ν. Χαρή, Αρ. Υπόθεσης: 564/18, 6/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2020:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 564/18 Δημοκρατία ν XXXXX Χαρή Κατηγορουμένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Οκτωβρίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: Η κ. Μ. Μικελλίδου. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικώς έξι κατηγορίες που αφορούν σε παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (και δη τριών κιλών και 906 γραμμαρίων κάνναβης), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)και 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 2), παράνομη κατοχή του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3)και 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 3), πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 5), πλαστογραφία εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 6), κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ), 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 7) και μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 82
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 8). Οι κατηγορίες 1 και 4 επί του κατηγορητηρίου - για παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος - ανεστάλησαν από την Κατηγορούσα Αρχή στις 6.6.20, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 17.1.18 στη Λάρνακα είχε παρανόμως στην κατοχή του 3 κιλά και 906 γραμμάρια κάνναβης (και) με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορίες 2 και 3). Περαιτέρω, με σκοπό την καταδολίευση και παραλαβή του πακέτου το οποίο περιείχε την εν λόγω κάνναβη, ο κατηγορούμενος παρίστανε ψευδώς τον εαυτό του ως «XXXXX Λιασή» (βλ. κατηγορία 5), υπογράφοντας ως παραλήπτης στο έντυπο παραλαβής της εταιρείας μεταφορών ACS στο όνομα «XXXXX Λιασής» (βλ. κατηγορία 6), θέτοντας σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο (βλ. κατηγορία 7). Παραλλήλως, ο κατηγορούμενος μετέφερε μαχαίρι με μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας του ή της αυλής του (βλ. κατηγορία 8). Συνιστά εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι γύρω στις 16:45 της 17.1.18 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από αστυνομικό της ΥΚΑΝ, ο οποίος παρίστανε υπάλληλο της εταιρείας μεταφορών ACS, ταχυδρομικό δέμα/πακέτο (εφεξής «το πακέτο») το οποίο είχε αφιχθεί από την Αθήνα περιέχοντας την επίδικη ποσότητα κάνναβης, η οποία είχε αντικατασταθεί από την αστυνομία με ομοιώματα, στο πλαίσιο επιχείρησης ελεγχόμενης παράδοσης. Το πακέτο είχε ως παραλήπτη άτομο με το όνομα «XXXXX Λιασής» και διεύθυνση, την οικία της πεθεράς του XXXXX Χριστοφή (MK2), όπου ο τελευταίος είχε μεταφέρει τον κατηγορούμενο για σκοπούς παραλαβής του πακέτου. Ο κατηγορούμενος - στην κατοχή του οποίου βρέθηκε και μαχαίρι (βλ. Τεκμήριο 11) - προκειμένου να παραλάβει το πακέτο, παρουσιάστηκε και υπέγραψε με το όνομα «XXXXX Λιασής», βάσει οδηγιών που είχε λάβει από τον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2), γνωρίζοντας, ή έστω έχοντας υποψία ή λόγο να υποπτεύεται, ότι το πακέτο περιείχε ναρκωτικά. Είναι θέση της Υπεράσπισης, ότι ο XXXXX Χριστοφή (ο οποίος, ως μας ελέχθη, καταδικάστηκε και εκτίει ποινή φυλάκισης για την υπόθεση στο πλαίσιο χωριστής δικαστικής διαδικασίας), είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο να καθαρίσει την αυλή της κατοικίας της πεθεράς του πρώτου με αντάλλαγμα το ποσό των €30, με οδηγίες όπως όταν έρθει μεταφορέας της εταιρείας ACS να παραδώσει κάποιο ταχυδρομικό πακέτο, να το παραλάβει, υπογράφοντας ως «XXXXX Λιασής». Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών τα οποία τον τελευταίο χρόνο προμηθευόταν από τον XXXXX Χριστοφή, ο οποίος, όμως, μετά από ερώτηση του κατηγορουμένου κατά πόσον το συγκεκριμένο πακέτο που ανέμενε περιείχε κάτι παράνομο, τον καθησύχασε ότι δεν περιείχε οτιδήποτε παράνομο, παρά μόνον κάποια ρούχα για κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι παρέλαβε το πακέτο καθότι έδειξε εμπιστοσύνη στον XXXXX Χριστοφή και δεν θα παραλάμβανε πακέτο με άλλο όνομα εάν πίστευε ότι περιείχε ναρκωτικά. Το μαχαίρι το κατείχε για σκοπούς της εργασίας που είχε αναλάβει εκείνη την ημέρα, ήτοι τον καθαρισμό της αυλής. Στη δίκη δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων που προέκυψαν κατά τη διερεύνηση του περιστατικού και της υπόθεσης γενικότερα. Μεταξύ άλλων, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 18 κείμενο παραδεκτών γεγονότων με το εξής περιεχόμενο : « Στις 17/1/2018 ο XXXXX Ηλιοφώτου, πιλότος της AEGEAN Airlines, στα πλαίσια διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, μετάφερε αεροπορικώς από την Αθήνα στην Λάρνακα ταχυδρομικό δέμα μέσα στο οποίο υπήρχε κάνναβη βάρους 3 κιλών και 906 γραμμαρίων. Στις 17/1/2018, το πιο πάνω δέμα παραδόθηκε από τον XXXXX Ηλιοφώτου στον Λοχία XXXXX Δ. Σεργίου της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Στις 17/1/2018 Λοχίας XXXXX Δ. Σεργίου αντικατέστησε την πιο πάνω κάνναβη με ομοιώματα. Το δέμα, η κάνναβη και τα ομοιώματα κατατίθενται ως παραδεκτά τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 12, 8-11 και 13, αντιστοίχως)». Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα (ασχέτως αν δεν καταγράφονται στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα και κρίνοντας τα ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640 και Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Η κατηγορούσα αρχή, για απόδειξη των κατηγοριών, κάλεσε συνολικώς τρεις μάρτυρες, ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, καλώντας άλλους δύο μάρτυρες. Οι αναφορές όλων των μαρτύρων (και του κατηγορουμένου εννοείται), ως και όλα τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν αυτά δεν εκτίθενται ρητώς στο ανά χείρας κείμενο, χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους, εκτός μίας περίληψης για σκοπούς πρακτικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές που παρατίθενται στην ετυμηγορία μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Πετράκη (MK1), μέλος της ΥΚΑΝ, κατέθεσε ως εξεταστής της υπόθεσης για την επιχείρηση ελεγχόμενης παράδοσης του επίδικου ταχυδρομικού πακέτου που περιείχε την επίδικη ποσότητα κάνναβης και παρέθεσε λεπτομέρειες του ανακριτικού έργου, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια και εξηγώντας τους αστυνομικούς χειρισμούς αναφορικώς προς τον κατηγορούμενο. Ο XXXXX Χριστοφή (MK2), κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ως πρόσωπο το οποίο είχε δώσει δύο καταθέσεις στην αστυνομία για την υπόθεση, εμπλέκοντας τον κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Ο μάρτυς αυτός κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε τις καταθέσεις του μόνο σε ό,τι αφορά τον ίδιο και αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις που αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3), μέλος της ΥΚΑΝ, περιέγραψε τον δικό του ρόλο στην επιχείρηση ελεγχόμενης παράδοσης του επίδικου πακέτου προς τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος XXXXX Χαρή (ΜΥ1), προέβαλε τη δική του εκδοχή, ισχυριζόμενος ότι ο Πανίκος Χριστοφή (ΜΚ2), από τον οποίο αγόραζε κάνναβη τον τελευταίο χρόνο, του είχε ζητήσει να καθαρίσει την αυλή της οικίας της πεθεράς του και τον πλήρωσε προς τούτο €30. Παραλλήλως, ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) του ανέφερε ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν κάποιος από την ACS να του παραδώσει ένα πακέτο και θα έπρεπε να υπογράψει με το όνομα XXXXX Λιασής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ερώτησε τον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) εάν επρόκειτο για κάτι παράνομο, αλλά ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) τον καθησύχασε ότι δεν είναι κάτι παράνομο, αλλά κάτι που είχε παραγγείλει ένας συγγενής του, ο οποίος δεν μπορούσε να ήταν παρών ο ίδιος εκείνη την ημέρα για να το παραλάβει. Ο XXXXX Κουμπάρου (ΜΥ2), ψυχίατρος στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, κατέθεσε για τη νοητική και ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου όπως την αξιολόγησε κατά τη νοσηλεία του τελευταίου τον Οκτώβριο 2019 στην ψυχιατρική πτέρυγα, αλλά και στο παρελθόν στις Κεντρικές Φυλακές. Η XXXXX Χριστοφή (ΜΥ3), κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, κατέθεσε ως και επεξήγησε την έκθεση που ετοίμασε (κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης), για την αξιολόγηση του νοητικού επιπέδου του κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο 22). Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών εστιάστηκαν στο βασικό επίδικο θέμα της γνώσης ή υποψίας του κατηγορουμένου για το περιεχόμενο του πακέτου, με τον κ. Αντωνίου να υποστηρίζει ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου επιβεβαιώνει τη συνεχή υποψία του ότι στο πακέτο ενδεχομένως να υπήρχαν ναρκωτικά, με αυτό να οδηγεί σε απόδειξη κατοχής με βάση τις πρόνοιες του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και ότι και οι υπόλοιπες κατηγορίες αποδεικνύονται στη βάση αδιαμφισβήτητων γεγονότων, και την κα Μικελλίδου να υποστηρίζει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το πακέτο περιείχε ναρκωτικά και ότι, όντας άτομο χαμηλής νοημοσύνης και κατ' επέκτασιν πιο επιρρεπής/ευκολόπιστος, έδειξε εμπιστοσύνη στον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2), ο οποίος τον καθησύχασε ότι το πακέτο δεν περιείχε κάτι παράνομο. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολουθήσαμε και ακούσαμε με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη (μεταξύ άλλων) το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμαστε προσεκτικοί να μην αποδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μία τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση μας για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθυμίσαμε εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικά και δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και αντιπαραβάλαμε και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Προσθέτως, τελούσαμε σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξουμε απαραδέκτως την αξιοπιστία των μαρτύρων με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους (παραδεκτώς) πραγματογνώμονες μάρτυρες XXXXX Κουμπάρου (ΜΥ2) και XXXXX Χριστοφή (ΜΥ3), υπογραμμίζουμε ότι δεν θεωρήσαμε τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό, δεν σημαίνει ότι αξιολογήσαμε τους πραγματογνώμονες μάρτυρες εκτός των καθιερωμένων αρχών ή ότι τους είδαμε διαφορετικώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, αφού τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων, την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, εκτιμώντας προς τούτο κάποιες παρατηρήσεις στην Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν, πράγματι, πιστά και ορθά την πραγματικότητα. Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματευθήκαμε την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων του αντεξετάζοντος ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγίζοντας την παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της διεργασίας τούτης να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως αυθωρεί θα αναλύσουμε, οι μάρτυρες κατηγορίας, εκτός του XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) μας δημιούργησαν καλή εντύπωση, μια που τούτοι ήσαν (ανάμεσα σε άλλα) λεπτομερείς και συμπαγείς στις αναφορές τους. Ο κατηγορούμενος και ο XXXXX Κουμπάρου (ΜΥ2) - σε αντίθεση με την XXXXX Χριστοφή (ΜΥ3) - μας δημιούργησαν (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας) αρνητική εντύπωση, αφού ήσαν αντιφατικοί, ανακόλουθοι ή και αόριστοι στη μαρτυρία τους (παραθέτουμε αμέσως την περί αξιολόγησης αιτιολογία μας για όλους τους μάρτυρες). Οι XXXXX Πετράκη (ΜΚ1) και XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3), μας δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση, αφού ήσαν κατά βάσιν θετικοί και ακλόνητοι στα όσα είπαν για τους αστυνομικούς/ανακριτικούς χειρισμούς και ενέργειες τους. Περιέγραψαν με λογική και συνοχή τα επίδικα γεγονότα εν σχέσει προς την όλη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης του επίδικου πακέτου προς τον κατηγορούμενο και η μαρτυρία τους ουδόλως κλονίσθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δεχόμαστε τη μαρτυρία των XXXXX Πετράκη (ΜΚ1) και XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3). Ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2), με τη σύντομη μαρτυρία του, κατέδειξε σαφώς ότι είχε προαποφασίσει να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση και πως δεν επιθυμούσε να αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στις αρχικές (ανακριτικές) καταθέσεις που του λήφθηκαν από την αστυνομία στις 14.6.19 και 17.6.19 (βλ. Τεκμήρια 7 και 6), ενέπλεξε ευθέως τον κατηγορούμενο στην υπόθεση, αναφέροντας ρητώς ότι είχε εξηγήσει στον κατηγορούμενο ότι το πακέτο που ο ίδιος ο μάρτυς είχε διευθετήσει να εισαγάγει από την Ελλάδα περιείχε ναρκωτικά και ότι είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να παριστάνει πως καθάριζε την αυλή, να πει στον υπάλληλο της εταιρείας μεταφορών ότι είναι το άτομο που αναγράφεται πάνω στο πακέτο ως παραλήπτης και να το παραλάβει, έναντι συγκεκριμένης αμοιβής. Εντούτοις, στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υιοθέτησε ολόκληρο το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, παρά μόνον δήλωσε ότι υιοθετεί τα όσα αφορούν τον ίδιον και τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση (για την οποία, ως δέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση, καταδικάστηκε και βρίσκεται κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές). Κατά την αντεξέταση, αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, ή, πιο συγκεκριμένα, απαντούσε με τη φράση «Δεν απαντώ». Ουδεμία απολύτως βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο των καταθέσεων Τεκμήρια 6 και 7, στον βαθμό που αυτές εμπεριέχουν επιβαρυντικά ή ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία. Η μηδενική αυτή σημασία και βαρύτητα, σε συνάρτηση με την απαξιωτική και περιφρονητή άρνηση του μάρτυρα να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις, ιδίως κατά την αντεξέταση, καθιστά τη μαρτυρία του απορριπτέα και άνευ οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2). Ο κατηγορούμενος (ΜΥ1) μάς δημιούργησε αρνητική εντύπωση με την ανακόλουθη και αμφίσημη μαρτυρία του, ιδιαίτερα ως προς το επίμαχο ζήτημα της γνώσης για το περιεχόμενο του επίδικου πακέτου. Πριν αναλύσουμε τη μαρτυρία του, καταγράφουμε μία γενικότερη παρατήρηση που αφορά στον κατηγορούμενο ως μάρτυρα και το οποίο άπτεται του ζητήματος των νοητικών του δυνατοτήτων, ήτοι ότι η εικόνα που έδωσε από απόψεως ικανότητας παράθεσης λόγου και επιχειρημάτων υπήρξε συγκροτημένη, υπό την έννοια της κατανόησης των ερωτήσεων που του υποβάλλονταν και των απαντήσεων που απαιτούνταν. Σημειώνεται συναφώς ότι μετά από την παράδοση του επίδικου πακέτου και τη σύλληψη του κατηγορουμένου, ο τελευταίος προέβαλε προφορικώς προς τον XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) τη δική του εκδοχή εν σχέσει προς το άτομο για λογαριασμό του οποίου παρέλαβε το πακέτο και ζήτησε χαρτί και στυλό όπου κατέγραψε τα ακόλουθα : «ΙΠΕ ΜΟΥ Ο XXXXX ΠΟΥ Ι ΠΕΘΕΡΑ ΤΟΥ ΜΙΝΙΣΚΙ ΔΑΜΕ ΝΑΕΡΤΟ ΝΑ ΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΟ ΤΙΝ ΑΒΛΙ ΖΤΙΕ ΑΝ ΕΡΤΙ ΚΑΝΕΝΑ ΑΦΤΟΚΙΝΙΤΟ ΤΖΕΙ ΦΕΡΙ ΠΑΚΕΤΟ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΟ ΠΟΣ ΙΜΕ Ο XXXXX ΛΙΑΣΙΣ ΤΖΙΕ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΟ. ΜΧ XXXXX ΧΑΡΗ XXXXX0837» (Τεκμήριο 4). Η Υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) τις συνθήκες καταγραφής του εν λόγω χειρόγραφου σημειώματος μετά από τη σύλληψη του κατηγορουμένου για αυτόφωρο αδίκημα, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου να καταγράψει τους δικούς του ισχυρισμούς για το πακέτο που παρέλαβε. Επανερχόμενοι στη μαρτυρία του κατηγορουμένου, σημειώνουμε πως ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 17.1.18 (βλ. Τεκμήριο 5) δήλωσε ρητώς ότι είχε υποπτευθεί από την πρώτη στιγμή ότι το πακέτο που ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) του ζήτησε να παραλάβει με διαφορετικό όνομα περιείχε ναρκωτικά, στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (βλ. Έγγραφο Β) περιόρισε τις αναφορές του σε υποψίες ότι το πακέτο περιείχε κάτι παράνομο, γενικά και αόριστα. Ο μάρτυς στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 5) είχε εξηγήσει και τον λόγο για τον οποίο το μυαλό του στράφηκε αμέσως στα ναρκωτικά, λέγοντας (και εξηγώντας ότι οι αναφορές στον «XXXXX» αφορούν τον XXXXX Χριστοφή ΜΚ2) «Μόλις ο XXXXX μου είπε ότι το πακέτο θα ερχόταν σε άλλο όνομα και να το παραλάβω ως XXXXX Λιασής εγώ υποψιάστηκα ότι κάτι παράνομο είχε το πακέτο και το πιθανόν να είχε μέσα ναρκωτικά, γιατί ο XXXXXX ασχολείται με ναρκωτικά και τον ρώτησα γιατί να δώσω ψεύτικο όνομα. Αυτός μου είπε να μην φοβάμαι γιατί το πακέτο δεν είχε κάτι παράνομο το πακέτο και ο XXXXX Λιασή ήταν κάποιος συγγενής του». Τον λόγο αυτό, επανέλαβε κατά την κυρίως εξέταση του, παραλείποντας όμως την αναφορά σε ναρκωτικά, περιορίζοντας την σε κάτι παράνομο, δηλώνοντας «Εγώ επειδή ήξερα τι δουλειές κάνει ο XXXXX τον ρώτησα εάν είναι κάτι παράνομο αλλά αυτός με καθησύχασε και μου είπε ότι δεν είναι τίποτε παράνομο.». Εν άλλοις λόγοις, σε μια σημαντική πτυχή της υπόθεσης λόγω των συστατικών στοιχείων αδικημάτων που αντιμετωπίζει, ο κατηγορούμενος επέλεξε, κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, να μην κάνει αναφορά ρητώς σε ναρκωτικά, καταδεικνύοντας μια συνειδητή εκ των πραγμάτων απόφαση του να αφαιρέσει ενοχοποιητικά στοιχεία από την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 5). Για αυτήν την επιλογή, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ή λόγο, ενώ είχε κάθε ευκαιρία να το πράξει. Ως εκ τούτου, προκύπτει εγγενής ασυνέπεια στην εκδοχή του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε εξειδικευμένα επί του θέματος (εφόσον δεν υπείχε τέτοια υποχρέωση η Κατηγορούσα Αρχή). Ήταν φανερό ότι επρόκειτο περί ανθρώπου έρμαιου της προαπόφασης του να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς το καίριο ζήτημα της όποιας γνώσης ή υποψίας του ότι το επίδικο πακέτο περιείχε (παράνομες) ναρκωτικές ουσίες. Παρομοίως, κατά την αντεξέταση ο κατηγορούμενος, ενώ δέχθηκε ρητώς ότι υποπτεύθηκε από την πρώτη στιγμή ότι το πακέτο περιείχε κάτι παράνομο και το πιθανό ναρκωτικά, ως είχε αναφέρει και στην κατάθεση του προς την αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 5) ένεκα του ότι ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) πουλούσε ναρκωτικά, και ότι ο λόγος που του είχε ζητηθεί να δώσει ψεύτικο όνομα για να παραλάβει το πακέτο ήταν επειδή πρέπει να επρόκειτο για ναρκωτικά, στη συνέχεια επιχείρησε να πείσει ότι εάν γνώριζε ότι το πακέτο περιείχε ναρκωτικά δεν θα το παραλάμβανε. Μάλιστα, στην (ανεπιτυχή) προσπάθεια του να παρουσιάσει την εικόνα ότι είχε πεισθεί απόλυτα από τον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) ότι το πακέτο δεν περιείχε ναρκωτικά και ότι είχε αποβάλει κάθε τέτοια σκέψη από το μυαλό του, προέβαλε, κατά την αντεξέταση, νέα εκδοχή ως προς το τι του είχε αναφέρει ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) ότι περιείχε το εν λόγω πακέτο (βαφτιστικά ρούχα από το εξωτερικό για κάποιο συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου), η οποία απουσιάζει παντελώς από την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 5) και από την κυρίως εξέταση (βλ. Έγγραφο Β). Αυτό που προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου είναι ότι, όχι μόνον τούτος υποψιάστηκε από το πρωί, όταν τον μετέφερε ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) στην οικία της πεθεράς του τελευταίου, πως το πακέτο που του ζήτησε να παραλάβει με άλλο όνομα, δίδοντας του και κάρτα κινητού τηλεφώνου για να επικοινωνούσε μαζί του στον αριθμό εκείνον η εταιρεία παράδοσης δεμάτων, περιείχε ναρκωτικά, αλλά και ότι σε διάφορες άλλες χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια της ημέρας προτού παραδοθεί το πακέτο, είχε ξανά τις ίδιες ακριβώς υποψίες και είχε ρωτήσει ξανά τον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) κατά πόσον το πακέτο περιείχε κάτι παράνομο. Με άλλα λόγια, εμφιλοχώρησε στο μυαλό του από την πρώτη στιγμή η υποψία ότι το πακέτο περιείχε (παράνομα) ναρκωτικά, η οποία ουδόλως διαγράφηκε από το μυαλό του. Συνεπώς, είναι σαφές ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δήθεν καθησυχάστηκε από τον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) και ότι αν είχε αντιληφθεί ότι υπήρχαν ναρκωτικά μέσα στο πακέτο δεν θα το παραλάμβανε, αποτελούν προφάσεις. Είχε υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή, όταν του ζητήθηκε να παραλάβει το πακέτο, ότι αυτό περιείχε κάτι παράνομο «και το πιθανόν να είχε μέσα ναρκωτικά» (βλ. την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία Τεκμήριο 5), δεδομένου ότι το άτομο που του ζήτησε να το παραλάβει ήταν το άτομο από το οποίο προμηθευόταν κάνναβη δύο φορές την εβδομάδα τον τελευταίο χρόνο (και τον οποίο, όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος, γνώριζε «εδώ και 10 χρόνια περίπου και μάλιστα κάμαμε και μαζί φυλακή» [βλ. Έγγραφο Β]) και δεδομένου ότι του είχε ζητήσει να το παραλάβει με διαφορετικό όνομα. Αναφορικώς προς το ζήτημα του μαχαιριού, σημειώνουμε ότι ενώ η υπερασπιστική θέση αρχικώς ήταν ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε νομίμως το μαχαίρι στη συγκεκριμένη οικία για σκοπούς εργασίας (κόψιμο των χόρτων στην αυλή της πεθεράς του XXXXX Χριστοφή [ΜΚ2]) ο κατηγορούμενος (κατά την αντεξέταση) δέχθηκε ότι δεν είχε πάρει το μαχαίρι μαζί του ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αναξιόπιστη. Ο XXXXX Κουμπάρου (ΜΥ2) κατέθεσε ως ψυχίατρος και πραγματογνώμονας, αναφέροντας αρχικώς ότι ο κατηγορούμενος, ως άτομο με ήπια νοητική στέρηση, είναι ευάλωτος και ευκολόπιστος και πως ό,τι του πουν θα το κάνει, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες. Εντούτοις, στη συνέχεια δήλωσε ο μάρτυς ότι η θέση του αυτή πηγάζει από ψυχολογική εκτίμηση (ειδικού ψυχολόγου), κάτι που εκπίπτει της δικής του ειδικότητας, λέγοντας χαρακτηριστικώς ότι « . είναι δουλειά της ψυχολόγου αυτή να σας τα εξηγήσει». Εξάλλου, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, κατά την αντεξέταση, δήλωσε ότι γενικά η νοητική στέρηση έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να είναι πιο ευκολόπιστο, αλλά στην περίπτωση του κατηγορουμένου « . στην πραγματικότητα είναι περισσότερο η προσωπικότητα του, ο χαρακτήρας του», αναιρώντας, στην ουσία, την προηγούμενη του τοποθέτηση. Διαφάνηκε κατά την αντεξέταση ότι ο μάρτυς δέχθηκε αβρόχοις ποσίν τις θέσεις που ο ίδιος ο κατηγορούμενος τού προέβαλε για την παρούσα υπόθεση και το θέμα της γνώσης (του κατηγορουμένου) ως προς το τι περιείχε το επίδικο πακέτο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ευάλωτο και ευκολόπιστο άτομο ένεκα ήπιας νοητικής στέρησης. Παρά ταύτα, ο μάρτυς δεν επεξήγησε ως πραγματογνώμονας τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για να ξεπεράσει την υποκειμενικότητα του κατηγορουμένου ή με ποιο επιστημονικό και αντικειμενικό τρόπο ή κριτήριο αποτίμησε τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψιν του, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο συμπέρασμα. Δεν μας εφοδίασε, δηλαδή, με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε τη δική μας ανεξάρτητη γνώμη, κάτι που κατά την κρίση μας αποδυναμώνει ουσιωδώς τη μαρτυρία του από απόψεως πραγματογνωμικής πειστικότητας. Ειδικότερα όσον αφορά στην ψυχιατρική πτυχή, η οποία εμπίπτει στο πεδίο της δικής του εμπειρογνωμοσύνης, ο μάρτυς, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι «ψυχικά ασθενής με ουσιοπαγόμενες ουσίες», στη συνέχεια εξήγησε ότι δεν είναι ψυχικά ασθενής και ότι το μόνο ζήτημα κατά τη νοσηλεία του στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας ήταν η χρήση (κατάχρηση) ναρκωτικών ουσιών, εξού και η θεραπεία του εκεί ήταν να σταματήσει τις ουσίες. Χωρίς μομφή στο επαγγελματικό ήθος και ικανότητα του, απορρίπτουμε τη μαρτυρία του XXXXX Κουμπάρου (ΜΥ2). Η κλινική ψυχολόγος XXXXX Χριστοφή (ΜΥ3), κατέθεσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο ως προς τη μέθοδο αξιολόγησης του νοητικού επιπέδου του κατηγορουμένου (ως εμπεριέχεται στην έκθεση της Τεκμήριο 22), αφότου είχε τρεις συνολικά συναντήσεις με αυτόν (κλινικές συνεντεύξεις και διενέργεια εξέτασης WAIS-IV GR) βάσει των οποίων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γενικό επίπεδο νοημοσύνης του κατηγορουμένου κατατάσσεται στο επίπεδο της ήπιας νοητικής αδυναμίας, με υψηλή πιθανότητα (90%) ο Γενικός Δείκτης Νοημοσύνης να κυμαίνεται μεταξύ 54 και 62 (εξηγώντας πως κάτω από το 20 είναι η βαριά νοητική αδυναμία, από 34 μέχρι 49 είναι η σοβαρή νοητική αδυναμία, από 49 μέχρι 54 η μέτρια νοητική αδυναμία, από 54 μέχρι 69 είναι η ήπια νοητική αδυναμία, από 70 μέχρι 79 η οριακή νοητική κατάσταση και από το 80 και άνω δεν υπάρχει αδυναμία). Η μάρτυς επεξήγησε και ανέλυσε με ικανοποιητικό τρόπο τη σημασία αυτής της νοητικής κατάστασης. Πολύ ορθώς η μάρτυς δεν αποδέχθηκε, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις της Υπεράσπισης κατά την κυρίως εξέταση, να εκφέρει άποψη για το κατά πόσο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου προς την ίδια κατά τις συναντήσεις τους ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο πακέτο περιείχε ναρκωτικά ήταν αλήθεια ή ψέματα, περιορίζοντας τη μαρτυρία της στα επιστημονικά κριτήρια αξιολόγησης του νοητικού επιπέδου του κατηγορουμένου και όχι στην όποια υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Ήταν σαφής ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι κάτι δεν είναι νόμιμο, ανεξάρτητα από τον ισχυρισμό του προς την ίδια ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο πακέτο περιείχε κάτι παράνομο, αλλά και από το γεγονός ότι, ένεκα της νοητικής του αδυναμίας, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα και τις συνέπειες κάποιων (εν δυνάμει παράνομων) ενεργειών. Όσον αφορά στο κατά πόσον ο κατηγορούμενος είναι πιο επιρρεπής/ευκολόπιστος (εφόσον αυτή η πτυχή τέθηκε και από τις δύο πλευρές τόσον στην XXXXX Χριστοφή ΜΥ3 όσον και στον XXXXX Κουμπάρο ΜΥ2), η μάρτυς εξήγησε ότι αυτό δεν συναρτάται μόνο με την ήπια νοητική αδυναμία του, αλλά και με το όλο (οικογενειακό και άλλο) ιστορικό και τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεδομένου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στη μάρτυρα ο κατηγορούμενος, χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ενώ κατά τον χρόνο της αξιολόγησης της νοητικής του κατάστασης δεν έκανε πλέον χρήση. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της XXXXX Χριστοφή (ΜΥ3). Προτού προχωρήσουμε με τα τελικά ευρήματα, απαιτείται μια επισήμανση. Τούτη, αφορά στις εισηγήσεις της Υπεράσπισης περί μειωμένης νοητικής ικανότητας του κατηγορουμένου και συνακόλουθης αδυναμίας του να αντιλαμβάνεται κατά τους κρίσιμους χρόνους αν κάποια συμπεριφορά ή ενέργεια του ήταν ή όχι παράνομη. Παρεμβάλλουμε, πως το ζήτημα αυτό τέθηκε, υπό ένα ευρύτερο φάσμα, σε ένσταση της Υπεράσπισης κατά τη δίκη για τη θεληματικότητα της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 5). Διεξήχθη δίκη εντός δίκης, στο πλαίσιο της οποίας απορρίψαμε την ένσταση της Υπεράσπισης και κρίναμε ως θεληματική την κατάθεση/Τεκμήριο 5. Μολαταύτα, επειδή τα περί νοητικής κατάστασης του κατηγορουμένου εξακολουθούν να παραμένουν επίδικα, επανήλθαμε στο θέμα και το επανεξετάσαμε για σκοπούς δικαιότητας της δίκης, γνωρίζοντας και τα όσα υποδείχθηκαν και αποφασίσθηκαν συναφώς, προσαρμοσμένα ως προς την αρχή που εκφράζουν στα όσα εδώ απασχολούν, στην Μαύρος, άλλως «Χατζής» ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 466, 474-475, 477-
  1. Πράττοντας το αυτό, ξεψαχνίσαμε το σύνολο της μαρτυρίας για να εντοπίσουμε στοιχεία που θα μπορούσαν δυνητικώς να οδηγήσουν τα πράγματα σε άλλους δικαστικούς συνειρμούς και απολήξεις αλλά και σε διάφορη αξιολογική προσέγγιση του κατηγορουμένου, τη μαρτυρία του οποίου ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους, την προσεγγίσαμε με άκρα προσοχή. Καταλήξαμε, ότι το Γενικό Επίπεδο Νοημοσύνης του κατηγορουμένου, βρισκόταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, στο επίπεδο της Ήπιας Νοητικής Αδυναμίας, με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης (μεταξύ 54-62), με τον κατηγορούμενο να έχει ως εκ τούτου (κατά τους κρίσιμους χρόνους), την ικανότητα να αντιληφθεί το παράνομον ή όχι της οποιαδήποτε συμπεριφοράς ή ενέργειας του. Απορρίπτουμε όλες τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Τους λόγους, τους εξηγήσαμε. Περνούμε στα (επιπρόσθετα) ευρήματα μας. Ο κατηγορούμενος και ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) γνωρίζονταν για 10 χρόνια περίπου και για κάποιο χρονικό διάστημα πριν από την 17.1.18 ο πρώτος προμηθευόταν κάνναβη (χόρτο) από τον δεύτερο επί τακτικής βάσεως. Στις 17.1.18 ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) μετέφερε οδικώς τον κατηγορούμενο στην οικία της πεθεράς του πρώτου. Ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν μεταφορέας της εταιρείας ACS για να παραδώσει ένα πακέτο στο όνομα «XXXXX Λιασής» και να του αναφέρει (ο κατηγορούμενος) ότι είναι το εν λόγω πρόσωπο και να το παραλάβει. Ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) έδωσε στον κατηγορούμενο μία κάρτα τηλεφώνου για να την τοποθετήσει ο κατηγορούμενος στο δικό του κινητό, καθότι θα επικοινωνούσε η εταιρεία ACS σε εκείνο τον αριθμό για το θέμα της παράδοσης. Ο κατηγορούμενος υποψιάστηκε αμέσως, μόλις του ανέφερε ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) ότι το πακέτο θα ερχόταν σε άλλο όνομα και θα έπρεπε να παριστάνει κάποιον XXXXX Λιασή για να το παραλάβει, ότι αυτό περιείχε κάτι παράνομο και πιθανόν να περιείχε ναρκωτικά, ένεκα της ενασχόλησης του XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) με την εμπορία ναρκωτικών, αλλά και του ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να δώσει ψεύτικο όνομα. Ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) αποχώρησε ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο μέρος. Την ίδια ημέρα (17.1.18) ο πιλότος της Aegean Airlines XXXXX Ηλιοφώτου, στο πλαίσιο διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, μετέφερε αεροπορικώς από την Αθήνα στη Λάρνακα ταχυδρομικό πακέτο μέσα στο οποίο υπήρχε κάνναβη βάρους 3 κιλών και 906 γραμμαρίων. Η κάνναβη αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
  2. Ακολούθως, το πακέτο παραδόθηκε από τον XXXXX Ηλιοφώτου στον Λοχία XXXXX XXXXX Σεργίου της ΥΚΑΝ Λάρνακας, ο οποίος αντικατέστησε προσηκόντως την πιο πάνω κάνναβη με ομοιώματα. Γύρω στο μεσημέρι ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) επέστρεψε στην οικία της πεθεράς του όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, έφαγαν μαζί και ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) αποχώρησε ξανά. Γύρω στις 16:00 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) και ο τελευταίος τον ρώτησε αν είχε έρθει ο υπάλληλος της ACS να παραδώσει το πακέτο και είπε στον κατηγορούμενο να περιμένει μέχρι να έρθει για να το παραλάβει. Ο κατηγορούμενος και πάλιν υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για παράνομες ναρκωτικές ουσίες. Γύρω στις 16:43 αφίχθηκαν στην οικία (η διεύθυνση της οποίας αναγραφόταν στο πακέτο με την κάνναβη) με όχημα και στολές της εταιρείας ταχυμεταφορών ACS δύο αστυνομικοί της ΥΚΑΝ. Ο ένας εξ αυτών, XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3), κατέβηκε από το όχημα και κατευθύνθηκε προς την κύρια καγκελόπορτα της οικίας όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) ανέφερε προς τον κατηγορούμενο ότι είχε να παραδώσει ένα πακέτο στον κύριο XXXXX Λιασή. Ο κατηγορούμενος τού άνοιξε την καγκελόπορτα και του ανέφερε ότι ο XXXXX Λιασής είναι ο ίδιος. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) συμπλήρωσε έντυπο παράδοσης και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να το υπογράψει, πράγμα που έπραξε ο κατηγορούμενος, υπογράφοντας με τα αρχικά «Δ.Λ.», με αυτά προφανώς να υποδηλώνουν τον XXXXX Λιασή. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον ακολουθήσει στο όχημα για να του παραδώσει το πακέτο. Όταν έφθασαν στο όχημα, ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) πήρε το πακέτο από το πίσω μέρος και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Τότε ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) του είπε «Αστυνομία», του επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τον πληροφόρησε ότι μέσα στο πακέτο, το οποίο παρέλαβε ως τεκμήριο, υπήρχαν ναρκωτικά. Επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στον νόμο και αυτός απάντησε «Ρε φίλε εν είμαι ο Λιασής, είμαι ο XXXXX Χαρή τζιαι είπε μου ο XXXXX να πιάω το πακέτο». Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα, τον πληροφόρησε για τους λόγους σύλληψης του, του εξήγησε τα δικαιώματα του, του επέστησε την προσοχή στον νόμο και ο κατηγορούμενος τού απάντησε «ρε φίλε αφού είπα σου ότι το πακέτο εν του XXXXX έννε δικό μου». Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) έκανε σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο και βρήκε στην κατοχή του ένα πτυσσόμενο μαχαίρι - το οποίο είχε μεταφέρει ο κατηγορούμενος στο μέρος - ένα κινητό τηλέφωνο και το χρηματικό ποσό των €
  3. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) τα παρέλαβε ως τεκμήρια, του τα υπέδειξε, του επέστησε την προσοχή στον νόμο και αυτός απάντησε «το μαχαίρι είχα το μαζί μου που εκαθάριζα τον κήπο, τα τριάντα ευρώ έδωκεν μου τα ο XXXXX για την δουλειά που ήταν να κάμω σήμερα και το τηλέφωνο εν δικό μου». Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) ρώτησε τον κατηγορούμενο ποιος είναι ο XXXXX και ο κατηγορούμενος απάντησε «ο γαμπρός της τούτης που μεινίσκει δαμέ, το XXXXX». Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είχε πρόθεση αυτά που του ανέφερε προφορικά να τα δώσει και γραπτώς, του επέστηκε εκ νέου την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε «φέρμου κόλλα τζαι πέννα να σου τα γράψω». Του έδωσε χαρτί και στυλό και ο κατηγορούμενος κατέγραψε τα ακόλουθα : «ΙΠΕ ΜΟΥ Ο XXXXX ΠΟΥ Ι ΠΕΘΕΡΑ ΤΟΥ ΜΙΝΙΣΚΙ ΔΑΜΕ ΝΑΕΡΤΟ ΝΑ ΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΟ ΤΙΝ ΑΒΛΙ ΖΤΙΕ ΑΝ ΕΡΤΙ ΚΑΝΕΝΑ ΑΦΤΟΚΙΝΙΤΟ ΤΖΕΙ ΦΕΡΙ ΠΑΚΕΤΟ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΟ ΠΟΣ ΙΜΕ Ο XXXXX ΛΙΑΣΙΣ ΤΖΙΕ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΟ. ΜΧ XXXXXX ΧΑΡΗ XXXXX0837» (βλ. Τεκμήριο 4). Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρούμε στην εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετούνται στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος (βλ. κατηγορία 2), τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. κατ' αναλογίαν, Hiscock v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 183/15, ημ. 19.10.17, Χαραλάμπους και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16, ημ. 28.11.17). Για το αδίκημα της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος (βλ. κατηγορία 3), πέραν της κατοχής επιβάλλεται και η απόδειξη της πρόθεσης προμήθειας προς άλλο πρόσωπο. Συναφώς, δημιουργείται στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77 μαχητό τεκμήριο με βάση την ποσότητα του ελεγχόμενου φαρμάκου. Στην περίπτωση κατοχής κάνναβης, το μαχητό τεκμήριο δημιουργείται με την απόδειξη κατοχής 30 ή περισσότερων γραμμαρίων (βλ. άρθρο 30Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77). Ως προς την έννοια του όρου «κατοχή», όπως ο όρος χρησιμοποιείται στον προαναφερόμενο Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, καθώς και την έννοια του όρου «κατοχή με σκοπό την προμήθεια», όπως ο εν λόγω όρος χρησιμοποιείται στα πλαίσια του ίδιου νομοθετήματος, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την Λαζάρου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, 671: « ''Κατοχή'' σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο ''κατοχή'' η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Για σκοπούς του αδικήματος της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, προσθέτουμε τα εξής: Το Άρθρο 30Α του Νόμου, έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με αυτό, εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης, η ύποπτη ποσότητα ικανοποιούσα το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια, ποσότητα που στην παρούσα υπόθεση υπερβαίνει κατά πολύ το όριο της ποσότητας που κάποιος θα εδικαιολογείτο να έχει για δική του χρήση». Περαιτέρω, το άρθρο 32
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 προνοεί ότι αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, η απόδειξη ότι δεν είχε γνώση ή υποψία ούτε λόγο να υποψιαστεί την ύπαρξη οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου από την Κατηγορούσα Αρχή, το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει για να επιτύχει την καταδίκη του. Το άρθρο 32
(3)(β) (i) προνοεί ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται του αδικήματος εάν αποδείξει ότι δεν είχε γνώση ή υποψία ή λόγο να υποπτεύεται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Σχετικό ως προς το ζήτημα της κατοχής είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Maciuca ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 72/15, ημ. 22.1.18: «Η κατοχή ενός πακέτου, μιας συσκευασίας, από ένα κατηγορούμενο δημιουργεί δυνατή εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος έχει και την κατοχή του περιεχομένου της συσκευασίας, συμπέρασμα που μπορεί να ανατραπεί με τη δημιουργία πραγματικής αμφιβολίας (Δέστε: Warner (ανωτέρω)). Δημιουργία τέτοιας πραγματικής αμφιβολίας επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, αν ο κατηγορούμενος, όντας ο ιδιοκτήτης της συσκευασίας, δεν είχε γνώση του περιεχομένου της ή της παράνομης φύσης του περιεχομένου της, την παρέλαβε αθώα ή τελούσε υπό γνήσιο λάθος, και δεν είχε εύλογη ευκαιρία, από την παραλαβή της συσκευασίας, να πληροφορηθεί το περιεχόμενο της». Αναφορικώς προς το ζήτημα της ελεγχόμενης παράδοσης των επίδικων ναρκωτικών, αν και δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική αμφισβήτηση (δεδομένου ότι η Υπεράσπιση βασίστηκε στις πιο πάνω αναφερόμενες πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77 και τη θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε και δεν είχε υποψίες ότι το επίδικο πακέτο περιείχε ναρκωτικά), επισημαίνουμε, επιγραμματικά, ότι σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου 3(Ι)/95. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 εμπίπτουν στην έννοια των «καθορισμένων αδικημάτων» όπως ο όρος χρησιμοποιείται στον περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμο 3(Ι)/95, ότι η ελεγχόμενη παράδοση που έγινε από τον Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ3) στον κατηγορούμενο στις 17.1.18 έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου, και ότι η παράδοση και παραλαβή των ομοιωμάτων με τα οποία αντικαταστάθηκε η επίδικη ποσότητα κάνναβης, «θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως αποστολή, παράδοση ή παραλαβή των απαγορευμένων ουσιών ή απαγορευμένων αντικειμένων ως να μην είχαν αντικατασταθεί ολικώς ή μερικώς με άλλες ουσίες ή αντικείμενα» (βλ. άρθρο 4
(3)(β) του Περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου 3(Ι)/95). Στην ενεστώσα περίπτωση, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος είχε φυσική κατοχή της επίδικης ποσότητας κάνναβης, εφόσον παρέλαβε το επίδικο πακέτο, στο οποίο είχε αντικατασταθεί η επίδικη ποσότητα κάνναβης με ομοιώματα, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου 3(Ι)/95. Όσον αφορά το θέμα της γνώσης, ο κατηγορούμενος πρόβαλε ισχυρισμούς περί πλήρους άγνοιας για το πραγματικό περιεχόμενο του επίδικου πακέτου οι οποίοι, για τους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω, κρίθηκαν ως αναξιόπιστοι και απορρίφθηκαν. Όπως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος είχε λόγο να υποπτεύεται ότι το πακέτο περιείχε ναρκωτικά, ένεκα της γνώσης του - σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου - για την ενασχόληση του ατόμου που του ζήτησε να το παραλάβει, με την εμπορία κάνναβης, και συγκεκριμένα την πώληση κάνναβης προς τον κατηγορούμενο επί τακτικής βάσεως. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος τωόντι υποψιάστηκε και δη από την πρώτη στιγμή, ότι το πακέτο που του ζητούσε ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) να παραλάβει, περιείχε ναρκωτικά, ένεκα της προαναφερόμενης γνώσης που είχε για την ενασχόληση του XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) με την εμπορία ναρκωτικών και του γεγονότος ότι του ζήτησε να παραλάβει το πακέτο με ψεύτικο όνομα. Ως εκ τούτου, δεν έχει αποδειχθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η εκ μέρους του κατηγορουμένου έλλειψη γνώσης ή υποψίας ή λόγου να υποπτεύεται ότι το προϊόν που παρέλαβε δεν ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Όπως αναφέρθηκε στην Viorel Cosmin Maciuca ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 72/15, ημ. 22.1.18, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε «. για να επιτύχει στην υπεράσπιση του άρθρου 32
(3)(β) (i), να δώσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο και να αποδείξει με αυτή, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ύπαρξη ενός από τα προαναφερόμενα στοιχεία ή, εν πάση περιπτώσει, να προκαλέσει έστω και υποβόσκουσα αμφιβολία για το ζήτημα της γνώσης του. Δεν πρόκειται για νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof), αλλά για αποδεικτικό βάρος απόδειξης (evidential burden of proof), το οποίο δεν απέσεισε». Για το θέμα του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, η επίδικη ποσότητα κάνναβης - 3 κιλά και 906 γραμμάρια - υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 30 γραμμαρίων και δεν προβλήθηκε οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανατρέπει το εν λόγω μαχητό τεκμήριο απόδειξης κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Ως εκ των ανωτέρω, η κατηγορία 2 (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β) και η κατηγορία 3 (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο), έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετικώς προς την κατηγορία 5 για πλαστοπροσωπία, το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι όποιος, µε σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πληµµελήµατος. Θεωρούμε ότι προκύπτει σαφώς από τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει πιο πάνω ότι η εν λόγω κατηγορία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος παρίστανε ψευδώς ότι είναι ο Δημήτρης Λιασής, με σκοπό καταδολίευσης του Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ3) για να παραλάβει από αυτόν το επίδικο πακέτο, το οποίο έφερε ως παραλήπτη τον Δημήτρη Λιασή και όχι τον ίδιο. Ούτε και αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τα σχετικά γεγονότα που συνθέτουν το συγκεκριμένο αδίκημα. Όσον αφορά στις κατηγορίες 6 και 7 για πλαστογραφία εγγράφου και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου αντίστοιχα, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ) 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, έχουν επίσης αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Όπως προκύπτει σαφώς από τα ευρήματα μας, ο κατηγορούμενος, με σκοπό την καταδολίευση του XXXXX Ανδρέου (ΜΚ3) για να παραλάβει πακέτο το οποίο μπορούσε να παραδοθεί μόνο σε πρόσωπο ονόματι «ΧΧΧΧΧ Λιασή», υπέγραψε έγγραφο (ήτοι το έντυπο παράδοσης που συμπλήρωσε και του παρουσίασε ο XXXXX Ανδρέου [ΜΚ3]) µε το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουµένου από τον κατηγορούμενο (βλ. άρθρο 333 (δ) (iv) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), θέτοντας με τον δόλιο αυτό τρόπο σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο, εντός της έννοιας του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Εξετάζοντας, τέλος, αν έχει αποδειχθεί η κατηγορία 8 για μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, το άρθρο 82
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι όποιος έχει πάνω του ή µεταφέρει µαχαίρι που καταλήγει σε µμυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της κατοικίας του, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αποτελεί, όμως, υπεράσπιση, με βάση το άρθρο 82
(4), το αν ο κατηγορούμενος αποδείξει (στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων πάντοτε), ότι «είχε πάνω του ή μετέφερε εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της το μαχαίρι, αναφορικά για το οποίο προσάχθηκε η κατηγορία, για κάποιο νόμιμο σκοπό, για τον οποίο ήταν αναγκαίο τέτοιο μαχαίρι». Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το επίδικο πτυσσόμενο μαχαίρι, το οποίο καταλήγει σε μυτερή άκρη (βλ. Τεκμήριο 11), εκτός της οικίας και αυλής του. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, για λόγους που εξηγήσαμε. Περαιτέρω, όπως αναλύεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου πιο πάνω, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι δεν είχε πάρει το επίδικο μαχαίρι μαζί του στην οικία όπου τον είχε μεταφέρει ο XXXXX Χριστοφή (ΜΚ2) με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για να κόψει τα χόρτα στην αυλή, ήτοι για σκοπούς εργασίας, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «νόμιμος σκοπός» εντός της έννοιας του άρθρου 82
(4)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ως εκ τούτου, η κατηγορία 8 έχει αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Καταληκτικώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 5, 6, 7 και 8 που αντιμετωπίζει, τις οποίες η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εναντίον του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) ............. Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.