← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ν. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1837/15, 10/11/2020

ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ν. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1837/15, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1837/15 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ Παραπονουμένων -και-

  1. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
  3. XXXXX ΜΠΟΥΡΝΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους - Κατηγόρους꞉ κ. Γ. Διογένους για Γεώργιος Διογένους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορουμένους αρ. 1 και 2꞉ κ. Α. Σωτηρίου με κ.κ. Στ. Σταύρου και Μ. Χριστοφή, για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν κατά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μαζί με τον κατηγορούμενο 3, συνολικά 32 κατηγορίες. Από αυτές, αποσύρθηκαν πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως, κατόπιν σχετικής δήλωσης του κ. Διογένους κατά την δικάσιμο ημερ. 1/11/2019, οι κατηγορίες με αρ. 3, 4, 7, 8, 11, 12, 15, 16, 19, 20, 23, 24, 27, 28, 31 και 32, για το λόγο ότι η κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε μαρτυρία, για να τις αποδείξει. Ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν σε αυτές με ρητή αναφορά του Δικαστηρίου στην απόφαση για το εκ πρώτης όψεως ημερ. 2.12.
  4. Όσον δε αφορά τον Κατηγορούμενο 3, προκύπτει από τα πρακτικά στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 2/4/2018 ότι αποσύρθηκε η υπόθεση εναντίον του για το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζε (αρ. 3, 4, 7, 8, 11, 12, 15, 16, 19, 21, 24, 27, 28, 31 και 32) πριν την έναρξη της ακρόασης και απαλλάγηκε αυτών από τον αδελφό Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Συνεπώς, μετά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης συνεχίσθηκε σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 μόνο, αναφορικά με τις εξής κατηγορίες: · Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει μόνη της τις κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29, οι οποίες αφορούν το αδίκημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο ως «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικος Κεφ. 154, Άρθρον 20, 26, 29 και άρθρον 305Α

(1),
(2),
(3),
(4),
(6), όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμον 186/86, Ν.166/87, Ν.36(I)/97, Ν.37/99, Ν.129(I)/99 του Ν.25(Ι)/2003 και του Ν.164(Ι)/03 και 70(Ι)/08». · Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μόνος του τις κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26 και 30, οι οποίες αφορούν το αδίκημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο ως «Συνδρομή στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικος Κεφ. 154, Άρθρον 20, 26, 29 και άρθρον 305Α
(1),
(2),
(3),
(4),
(6), όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμον 186/86, Ν.166/87, Ν.36(I)/97, Ν.37/99, Ν.129(I)/99 του Ν.25(Ι)/2003 και του Ν.164(Ι)/03 και 70(Ι)/08». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η Κατηγορούμενη 1, αυτή, κατά ή περί τις ημερομηνίες που προσδιορίζω στον Πίνακα που ακολουθεί, εξέδωσε στην Επαρχία Λάρνακας επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας μεταχρονολογημένες επιταγές, με αριθμούς τους οποίους προσδιορίζω στον Πίνακα που ακολουθεί, πληρωτέες στο όνομα και εις διαταγήν του Κατηγορουμένου
  1. Ο Κατηγορούμενος 3 οπισθογράφησε τις εν λόγω επιταγές και ακολούθως τις παρέδωσε στους παραπονούμενους. Οι παραπονούμενοι παρουσίασαν στην τράπεζα τις επιταγές, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, πλην όμως δεν τιμήθηκαν, λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον τραπεζικό λογαριασμό και παρέμεναν απλήρωτες μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου (18/2/2015), παρά το ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημέρων από την ημέρα παρουσίασης τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 2, αυτός εξέδωσε και/ή κατέστησε δυνατή την έκδοση και/ή παρείχε συνδρομή στην έκδοση των επιταγών με τις λεπτομέρειες αριθμών, ποσών και ημερομηνιών που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αντίστοιχα ο Κατηγορούμενος
  2. Στον πιο κάτω Πίνακα επιλέγω, για ευκολία αναφοράς, να σημειώσω μαζί με τις λεπτομέρειες των επίδικων επιταγών, τον αριθμό τεκμηρίου που αυτές έλαβαν κατά την κατάθεση τους στην δίκη. Σύμφωνα με μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, εκδόθηκαν όλες οι επιταγές την ίδια ημέρα, ήτοι στις 26.10.2012, έκαστη για ποσό €10.000,
  3. Ήταν μεταχρονολογημένες. Η ημερομηνία που έκαστη ήταν πληρωτέα φαίνεται στον Πίνακα που παραθέτω για ευκολία πιο κάτω. Σε ξεχωριστή στήλη του Πίνακα επισημαίνω την ημερομηνία που φέρουν οι τραπεζικές σφραγίδες με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη. Ανεπαρκή υπόλοιπα», που τέθηκαν σε αυτές όταν παρουσιάστηκαν οι επιταγές για πληρωμή։ Αρ. Κατηγορίας Αρ. Επιταγής Πληρωτέα την Ημερομηνία Σφραγίδας περί ανεπαρκών υπολοίπων ή ακάλυπτης επιταγής. Τεκμήριο Αρ. Κατηγορία 1: Κατηγορία 2: XXXXX9652 » 31/3/2013 » 11/4/2013 » Τεκμ. 3 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 5 Κατηγορία 6: XXXXX9653 » 30/04/2013 » 28/5/2013 » Τεκμ. 5 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 9: Κατηγορία 10: XXXXX9654 » 31/05/2013 » 11/6/2013 » Τεκμ. 7 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 13: Κατηγορία 14: XXXXX9655 » 30/06/2013 » 12/7/2013 » Τεκμ. 9 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 17: Κατηγορία 18: XXXXX9659 » 30/11/2013 » 12/12 » Τεκμ. 11 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 21: Κατηγορία 22: XXXXX9660 » 31/10/2013 » 10/12/13 » Τεκμ. 13 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 25: Κατηγορία 26: XXXXX9656 » 31/07/2013 » 21/8/13 » Τεκμ. 15 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 29: Κατηγορία 30: XXXXX9658 » 30/09/2013 » 21/10/2013 » Τεκμ. 17 υπό Έγγραφο Α Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν καθεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Για ν' αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Παραπονούμενοι - Κατήγοροι παρουσίασαν 13 συνολικά μάρτυρες για να δώσουν ενόρκως διά ζώσης μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η ακρόαση της μαρτυρίας τους διήρκησε από 24/1/2019 μέχρι 1/11/
  4. Προσήλθαν οι ακόλουθοι μάρτυρες κατηγορίας: · κ. XXXXX Μαστρογιαννάκης (ΜΚ1) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 24/1/2019, 8/2/2019, 11/2/
  5. · κα XXXXX Αρτέμη (ΜΚ2) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 1/3/
  6. · κ. XXXXX Νικολάου (ΜΚ3) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 5/4/2019 και 10/4/
  7. · κα XXXXX Νικολάου (ΜΚ4) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 14/5/
  8. · κα XXXXX Κουμπαρίδου (ΜΚ5) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 5/6/
  9. · κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ6) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 5/6/
  10. · κα XXXXX Κουμπάρου (ΜΚ7) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 22/7/
  11. · κ. XXXXX Πανιέρας (ΜΚ8) - Βλ. πρακτικά δικασίμων 23/7/2019 και 24/7/
  12. · κα XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ9) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/8/
  13. · κ. XXXXX Χατζηγιακουμής (ΜΚ10) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/8/
  14. · κ. XXXXX Καϊσης (ΜΚ11) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 5/9/
  15. · κα XXXXX Λεοντίου (ΜΚ12) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/9/
  16. · κα XXXXX Αντωνίου (ΜΚ13) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 25/9/
  17. Με το κλείσιμο της υπόθεσης των Κατηγόρων στις 4/10/2019 και την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης για το εκ πρώτης όψεως στις 2/12/2019, άπαξ και κλήθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 σε απολογία για το σύνολο των κατηγοριών που απαριθμώ στον Πίνακα πιο πάνω, προσήλθαν 4 μάρτυρες Υπεράσπισης ως εξής։ Τον κ. XXXXX Παπαδημητρίου (στο εξής «ο ΜΥ1»), Λογιστή - Φοροτέχνη από τη Ρόδο, ο οποίος ως δήλωσε είναι εξωτερικός συνεργάτης των εταιρειών του Κατηγορουμένου αρ. 2 - Βλ. πρακτικά δικασίμων 18.2.20 και 19.2.
  18. Την κα XXXXX Χριστοδουλίδου του Μιχαήλ (στο εξής «η ΜΥ2»), Δικηγόρο από Ελλάδα - Βλ. πρακτικά δικασίμων 21.2.20 και 24.2.
  19. Παρά το ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 19.3.20 για συνέχιση για να δοθεί μαρτυρία από τον ΜΥ3, εν τέλει, λόγω του κορωνοϊού αναστάληκαν οι δικαστικές εργασίες μέχρι τις 4.5.20, γι'αυτό και κλήθηκε ο ΜΥ3 στις 20.5.
  20. Πρόκειται για τον κ. XXXXX Φλωρή (ΜΥ3) που υπηρετεί στην Ομάδα Επαγγελματιών Μαρτύρων της Ελληνικής Τράπεζας. Τον κ. XXXXX Παναγή, Κατηγορούμενο αρ. 2 ως «ΜΥ4» στη δικαστική διαδικασία - Βλ. πρακτικά δικασίμων 21.5.20, 22.5.20 και 27.5.
  21. Ακολούθησε αίτημα του συνηγόρου Υπεράσπισης για επανακλήτευση της κας XXXXX Αρτέμη (ΜΚ2), το οποίο απερρίφθη με γραπτή αιτιολογημένη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στις 30.6.
  22. Ζήτησε ακολούθως ο συνήγορος Υπεράσπισης κάποιο χρονικό διάστημα για να κλητεύσει το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμόν διατελούσε ως Γραμματέας της ΣΠΕ Κοντέας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον κ. XXXXX Πέτρου, αλλά εν τέλει δεν εντοπίστηκε ή/και δεν κλητεύθηκε, γι'αυτό και εν τέλει δεν προσήλθε ως μάρτυρας. Σχετικό το μήνυμα που στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς το Δικαστήριο από τον κ. Στ. Σταύρου στις 3.7.2020, με το οποίο ζητούσε κάποιο περαιτέρω χρόνο για τον εντοπισμό του κ. XXXXX Πέτρου, καθώς και το τελικό του μήνυμα που στάληκε προς το Δικαστήριο στις 13.7.2020 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στο οποίο αναφερόταν ότι «παρά τις πολλές προσπάθειες που καταβάλαμε, δεν κατέστη δυνατό να εξεύρουμε τον κ. Πέτρου». Με το ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 13.7.2020, ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της Υπεράσπισης και ζήτησε να οριστεί η υπόθεση για τελικές αγορεύσεις. Οι τελικές αγορεύσεις υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ηλεκτρονικά στις 7.9.2020 και το πρωτότυπο αφέθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχ. Δικ. Λάρνακας. Ορίστηκε η υπόθεση για απαγγελία της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στις 9.11.2020, με οδηγίες όπως ο συνήγορος Υπεράσπισης αναλάβει να παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο 2 κατά την εν λόγω δικάσιμο. Λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών που είχε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο αλλά και οι ίδιοι οι συνήγοροι εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού, αξιοποιήθηκαν τα ηλεκτρονικά μέσα για αλληλογραφία προκειμένου να διεκπεραιωθεί η διαδικασία μετά την ολοκλήρωση της λήψης της προφορικής ένορκης μαρτυρίας των μαρτύρων. Τούτο διευκόλυνε όλους τους παράγοντες της δίκης, εφόσον ο συνήγορος των Κατηγόρων εδρεύει στη Λεμεσό, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων εδρεύει στη Λάρνακα και η υποφαινόμενη Δικαστής είχε ως έδρα από το Σεπτέμβριο του 2019 και εντεύθεν τη Λευκωσία. Η εν λόγω αλληλογραφία για σκοπούς των διαφόρων οδηγιών στα τελικά στάδια της δίκης, στην οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, έχει αρχειοθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Γ. ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Στην ενδιάμεση απόφασή μου, ημερ. 2.12.2019, διατυπώνοντας την εκτίμησή μου σε σχέση με την ένσταση περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου λόγω ισχυριζόμενης πολλαπλότητας, είχα σημειώσει ότι το αδίκημα που περιγράφεται στην Έκθεση Αδικήματος στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες τιτλοφορείται «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος», κάτι που είναι κοινώς γνωστό στην Κύπρο, με βάση την καθημερινή εμπειρία της ζωής και τα εμπορικά θέσμια, ότι αφορά στην περίπτωση έκδοσης επιταγής για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμα τα αναγκαία κεφάλαια τη στιγμή που παρουσιάζεται η επιταγή για πληρωμή γι' αυτό και δεν τιμάται, ήτοι δεν εξαργυρώνεται. Είχα διατυπώσει στην ίδια απόφασή μου, τη δικαστική κρίση ότι σε αυτό το αδίκημα, και μόνον σε αυτό, αντιστοιχούν και ανταποκρίνονται «μονολιθικά» οι λεπτομέρειες αδικήματος που παρατίθενται κάτω από αυτή την Έκθεση Αδικήματος. Δηλαδή, αποδέχθηκα τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το κατηγορητήριο ήταν διατυπωμένο κατά τρόπο σαφή, εκθέτοντας μία και μόνον εκδοχή ως προς το αδίκημα που αποδίδετο στους Κατηγορουμένους ότι είχαν διαπράξει, ήτοι το αδίκημα που θεσμοθετείται βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επεξήγησα την πιο πάνω δικαστική μου κρίση και κατάληξη, αφού επεσήμανα ότι τα υπόλοιπα εδάφια,
(3)έως
(8), του ιδίου άρθρου, ερμηνεύουν τις διατάξεις που αφορούν στην παρουσίαση της επιταγής σε τραπεζικό ίδρυμα και τη σημασία που έχει η σφράγισή τους από λειτουργούς του εν λόγω ιδρύματος. Το εδάφιο
(2)ξεκινά με την εισαγωγική φράση «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)» και ακολούθως θεσμοθετεί ξεχωριστό αδίκημα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία. Καμία όμως εκ των λεπτομερειών αδικήματος που αναγράφονται στο ενώπιόν μου κατηγορητήριο δεν αφορά σε εκείνα τα συστατικά στοιχεία, ούτε ο τίτλος του αδικήματος στην ΄Εκθεση Αδικήματος αντιστοιχεί στο αδίκημα του εδαφίου
(2). Τούτος ήταν και ο λόγος που απέκλεισα το ενδεχόμενο να μπορούσαν να υποστούν ή να είχαν υποστεί οι Κατηγορούμενοι οποιαδήποτε σύγχυση από τον τρόπο που ήταν διατυπωμένες οι κατηγορίες. Είχα, επίσης, αποδεχθεί στην ενδιάμεση απόφασή μου ημερ. 2.12.2019 ότι ο χειρισμός που έκανε ο συνήγορος των Κατηγόρων κατά την εξέταση ή/και επανεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας κατά την ακρόαση ήταν συνεπής με την εκδοχή γεγονότων ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου. Ειδικότερα ότι η μαρτυρία που αναζήτησε ήταν σε σχέση με την θέση των παραπονουμένων - κατηγόρων ότι όταν παρουσιάστηκαν οι επίδικες επιταγές, η σφραγίδα, που τέθηκε σε αυτές από το τραπεζικό ίδρυμα που δεν τις εξαργύρωσε, έγραφε «Να παρουσιαστεί ξανά. Ανεπαρκή Υπόλοιπα» ή «Αποταθείτε στον Εκδότη. Ακάλυπτη Επιταγή». Ουδέποτε έθεσε ο ίδιος ο κ. Διογένους προς τους μάρτυρες την εκδοχή ότι υπάρχει παράπονο ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους (το λεγόμενο «Stop Payment»). Ήταν μονοσήμαντη και όχι αμφίσημη η εκδοχή που προώθησαν οι Κατήγοροι κατά την ακρόαση. Απεναντίας, έκρινα ήδη στην απόφασή μου ημερ. 2.12.2019 ότι ήταν η Υπεράσπιση εκείνη που επιχειρούσε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας να υποστηρίξει αντίθετη εκδοχή, επικαλούμενη την κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε η Κατηγορούμενη αρ.1 στη ΣΠΕ Κοντέας, συγκεκριμένα ότι η εν λόγω τράπεζα εμφανίζεται να χρέωσε τον πελάτη (Κατηγορούμενη αρ. 1) με τέλη που αφορούσαν σε ανάκληση των επιταγών από τον εκδότη, κάτι που συνάδει με το ότι κατ' ισχυρισμόν οι Κατηγορούμενοι 1 ή/και 2 έδωσαν εντολή ανάκλησης των επιταγών, αλλά, παραταύτα, η ΣΠΕ Κοντέας αντί να απορρίψει τις επιταγές ως ανακληθείσες, εσφαλμένα τις σφράγισε με την ένδειξη «ανεπαρκή υπόλοιπα». Είχα, μάλιστα επισημάνει στην ενδιάμεση απόφασή μου ημερ. 2.12.2019 ότι, αν αυτό το πράγμα όντως συνέβη, όπως το υπέβαλλε ο συνήγορος Υπεράσπισης, εναπόκειτο στην Υπεράσπιση να το αναπτύξει, άπαξ και οι Κατηγορούμενοι καλούνταν σε απολογία. Όπως θα φανεί πιο κάτω, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας των μαρτύρων Υπεράσπισης, προωθήθηκε πράγματι από τον συνήγορο Υπεράσπισης η εκδοχή περί εντολής ανάκλησης των επιταγών που δόθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι στην Ελλάδα είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση κατάσχεσης των επίδικων επιταγών εις χείρας τρίτου (εν προκειμένω των παραπονουμένων - κατηγόρων) προς όφελος του Ελληνικού Δημόσιου, για κάλυψη οφειλών που είχε προς το Ελληνικό Δημόσιο ο κ. XXXXX Μπουρνής (πρώην Κατηγορούμενος 3 στο ενώπιον μου κατηγορητήριο), ο οποίος φερόταν στις επίδικες επιταγές ως το πρόσωπο προς το οποίο αυτές είχαν εκδοθεί και ήσαν πληρωτέες, ανεξαρτήτως του ότι εκείνος τις είχε ήδη οπισθογραφήσει προς όφελος των παραπονουμένων - κατηγόρων. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Θα επιχειρήσω πιο κάτω, προτού υπεισέλθω σε παράθεση ή/και αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε προς υποστήριξη των εκατέρωθεν εκδοχών, να αναλύσω τη νομική πτυχή κάποιων νομικών όρων που έχουν καίρια σημασία στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, θα εξηγήσω τί νομικές συνέπειες έχει η «οπισθογράφηση επιταγής», τί σημαίνει ή/και συνεπάγεται η έκδοση μιας επιταγής ως «μεταχρονολογημένης», πώς αποδεικνύεται ότι μια επιταγή είναι «ακάλυπτη» ή/και ότι δεν υπάρχουν ρευστά διαθέσιμα και πώς αποδεικνύεται η «ανάκληση» μιας επιταγής. Όπως εξηγεί ο Χρ. Λουκά στο Σύγγραμμά του με τίτλο «Τραπεζική Επιταγή», 2η έκδοση, 2006, Τόμος 2, Κεφ.1, σελ. 2 έως 5, η επιταγή ως ιδιωτικό μέσο πληρωμής είναι από το νόμο πληρωτέα εν όψει, επί τη εμφανίσει αυτής στην τράπεζα (βλ. το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) εντός εύλογου χρόνου. Ο εύλογος χρόνος κρίνεται με βάση το εμπορικό και τραπεζικό έθιμο και τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. άρθρο 74(β) του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Η εμφάνιση πρέπει να γίνει από τον νομιμοποιημένο κομιστή, ο οποίος, για επιταγή σε διαταγή, είναι το πρόσωπο που στηρίζει το δικαίωμά του επί σειράς αδιάκοπων οπισθογραφήσεων (holder in due course), ενώ για επιταγή στον κομιστή, ο εκάστοτε κάτοχος αυτής. Την επιταγή μπορεί να την εμφανίσει προς πληρωμή είτε ο ίδιος ο κάτοχος αυτής είτε η τράπεζά του, η οποία, ως αντιπρόσωπος προς είσπραξη (agent for collection), αναλαμβάνει να την εμφανίσει στην τράπεζα του εκδότη (πληρώτρια τράπεζα), να εισπράξει το ποσό αυτής και να το πιστώσει στο λογαριασμό του δικαιούχου - πελάτη της. Εάν δεν εμφανιστεί η επιταγή για πληρωμή, ο κάτοχός της δεν αποκτά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των κατ' αναγωγή υπόχρεων, δηλαδή του εκδότη και των οπισθογράφων. Ομοίως, εάν ο κομιστής δεν εμφανίσει την επιταγή για πληρωμή στην τράπεζα του εκδότη, ο τελευταίος δεν θεωρείται ότι διαπράττει ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Για το ζήτημα του πώς πληρώνεται μια μεταχρονολογημένη επιταγή, παραπέμπω στο Σύγγραμμα του Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», ανωτέρω, στο Κεφ.2 αυτού, σελ.67, όπου αναφέρονται τα εξής։ «Η μεταχρονολογημένη επιταγή δεν είναι άκυρη λόγω της μεταχρονολόγησής της (Βλ. άρθρο 13
(2)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Βλέπε και Carpenter v Street
(1890)6 T.L.R.410 στην οποία αποφασίστηκε ότι η επιταγή που βρίσκεται στα χέρια κατόχου την οποία πήρε πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται σ' αυτήν, είναι έγκυρη.). Η Τράπεζα, όμως, δεν δικαιούται να την πληρώσει πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται σ' αυτήν, γι' αυτό και πρέπει να την επιστρέψει στο δικαιούχο με την απάντηση «μεταχρονολογημένη επιταγή». Συνεπώς, ο εύλογος χρόνος για την εμφάνιση μεταχρονολογημένης επιταγής στην τράπεζα για πληρωμή, αρχίζει κατά ή περί την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν ως πληρωτέα, ανεξαρτήτως του πότε εκδόθηκε. Τί σημαίνει η φράση «Έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της». Παραθέτω την ανάλυση από το Σύγγραμμα του Χρ. Λουκά, παρα. 158, σελ. 399 - 401։ «Στην τραπεζική πρακτική, ο τραπεζικός υπάλληλος, προκειμένου να αποφασίσει αν θα πληρώσει ή όχι επιταγή που εμφανίζεται ενώπιόν του, εξετάζει το συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό του πελάτη επί του οποίου εξεδόθη η επιταγή. Για τους σκοπούς του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου έχει αποφασίσει στην υπόθεση Πασχάλη (βλ. Πασχάλης κ.α. ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 283, 287) ότι «διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότου της επιταγής, σημαίνει τα διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη που έχει γενικά στην τράπεζα και όχι εκείνα του συγκεκριμένου λογαριασμού επί του οποίου εξεδόθη η επιταγή». (Η θέση αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Wellfit Engineering Co. Ltd v Άκη Χαπίπη, Ποινικές Εφέσεις 7413 και 7414, ημερ. 23/4/04). Έχει αποφασιστεί, όμως, από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το βάρος που έχει ο παραπονούμενος είναι να αποδείξει την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του κατηγορούμενου και το βάρος αυτό εξαντλείται με την παρουσίαση της επιταγής και της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων και είναι στα χέρια του κατηγορούμενου «να αμφισβητήσει την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας αυτής μέσω της αντεξέτασης ή της παρουσίασης άλλης μαρτυρίας» (βλ. Wellfit Engineering Co. Ltd v Άκη Χαπίπη, Ποινικές Εφέσεις 7413 και 7414, ημερ. 23/4/04). Στην υπόθεση Χαπίπη αποφασίστηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την απλή δήλωση του τραπεζικού υπαλλήλου ότι ο κατηγορούμενος διέθετε και άλλο λογαριασμό στον οποίο υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο και μπορούσε να πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Το δικαστήριο είπε ότι։ «Πέραν της παραδοχής για την ύπαρξη του πιστωτικού υπολοίπου δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι ήταν δυνατή η ανάληψη ή μεταφορά κεφαλαίων από τον ως άνω πιστωτικό λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. Είμαι της άποψης ότι ήταν υποχρέωση των κατηγορουμένων να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ως άνω λογαριασμός δεν ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο παγοποιημένος ή δεσμευμένος και ότι μπορούσαν να αναληφθούν κεφάλαια από αυτόν καθ' οιανδήποτε στιγμή.». Στο ίδιο Σύγγραμμα ο Χρ. Λουκά πραγματεύεται και το ζήτημα της απόδειξης των καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία. Παραπέμπω, συναφώς, στην παρα. 162, σελ. 406 - 409 του προμνησθέντος Συγγράμματός του։ «Πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου με το Ν. 54(Ι)/94, η απόδειξη, κυρίως, της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη ήταν δύσκολη, αφού θα έπρεπε, για να μη συνιστούσε η μαρτυρία του εξ ακοής μαρτυρία, ο τραπεζικός υπάλληλος να γνώριζε προσωπικά κάθε καταχώρηση (χρέωση - πίστωση) που γινόταν στο λογαριασμό του εκδότη, πράγμα αδύνατον. Η τροποποίηση που αναφέρθηκε έδωσε τη δυνατότητα, βασικά στην κατηγορούσα αρχή, να παρουσιάζει πιστά αντίγραφα των τραπεζικών βιβλίων. Και όταν λέμε τραπεζικά βιβλία, εννοούμε σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 22
(6)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ότι περιλαμβάνει και πληροφορίες που φυλάσσονται σε «μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών». Το Δικαστήριο θα κρίνει αν ένα έγγραφο που παρουσιάζεται ενώπιόν του είναι τραπεζικό βιβλίο ή όχι, γι' αυτό και δεν έχει σημασία η άποψη του μάρτυρα ότι πρόκειται για τραπεζικό βιβλίο. Για ν' αποτελεί ένα έγγραφο τραπεζικό βιβλίο, σύμφωνα με τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 22 του Νόμου πρέπει։ (α) Κατά το χρόνο της καταχώρισης της πληροφορίας το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. (β) Η καταχώρηση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. (γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας. (δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι ήταν ορθό. Εάν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, τότε το αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο μπορεί να γίνει δεκτό σ' όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ' αυτόν. Μαρτυρία ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί από το Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση (βλ. τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.54(Ι)/94). Η ένορκη δήλωση που θα γίνει, θα πρέπει να βεβαιώνει μόνο την ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη δεκτότητα των αντιγράφων και τίποτα άλλο. [.] Το Δικαστήριο θα εξετάσει τα αντίγραφα και αν τηρούν τις απαιτήσεις του Νόμου, τότε θα βασιστεί σ' αυτά για να εξετάσει εάν εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη. Δηλαδή αν στην ένορκη δήλωση περιλαμβάνεται αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού, τότε το Δικαστήριο μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα ότι εκ πρώτης όψεως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Φυσικά, για να καταλήξει σ' αυτό το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα το Δικαστήριο, θα πρέπει, στο αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού, να φαίνεται και το όριο στο οποίο κινείται ο λογαριασμός του κατηγορούμενου, αλλιώς δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο εύρημα.» Και από τη σελ. 410 του ιδίου Συγγράμματος։ «Για να γίνει αποδεκτή δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο που παράγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή πρέπει απαραίτητα να τηρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5Α του Νόμου (βλ. Ιάκωβος Κλώνος κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολιτική Έφεση 11245, ημερ. 30.5.2003, Σιάτη ν Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, Πολιτική Έφεση 10147, ημερ. 25/9/2000 και Στεφάνου ν Νεοφύτου, Πολιτική Έφεση 10812, ημερ. 30/4/2002)։ (α) Το έγγραφο το οποίο περιέχει τη δήλωση παράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου κατά την οποία ο ηλεκτρονικός υπολογιστής εχρησιμοποιήτο συστηματικά, για να συγκεντρώνει ή να επεξεργάζεται πληροφορίες σχετικές με τις δραστηριότητες, οι οποίες διεξάγονταν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου από πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, είτε για απόκτηση κέρδους είτε όχι. (β) Ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ετροφοδοτείτο συστηματικά κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων με πληροφορίες της ίδιας φύσης, όπως εκείνες που περιέχονται στη δήλωση ή της ίδιας φύσης όπως εκείνες από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση. (γ) Ότι καθ' όλο το ουσιώδες μέρος της εν λόγω περιόδου, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής λειτούργησε κανονικά ή, αν όχι, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν λειτουργούσε κανονικά ή που έπαυσε να λειτουργεί, κατά τη διάρκεια του μέρους εκείνου της εν λόγω περιόδου, δεν ήταν τέτοιες ώστε να επηρεάσουν την παραγωγή του εγγράφου ή την ακρίβεια του περιεχομένου του. (δ) Ότι οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονταν στη δήλωση είναι ταυτόσημες με πληροφορίες ή προέρχονται από τις πληροφορίες με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων.». Για το ζήτημα της ανάκλησης επιταγών, ο Χρ. Λουκά τοποθετείται στο Σύγγραμμα «Τραπεζική Επιταγή», 2η έκδοση, 2006, Τόμος 2, , Κεφ. 3, σελ. 110 -
  1. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα։ «Με τη σύμβαση επιταγής που υπογράφεται ανάμεσα στην τράπεζα και τον πελάτη, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, η τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει επιταγές του πελάτη της, νοουμένου, φυσικά, ότι ο λογαριασμός διαθέτει επαρκή και διαθέσιμα κεφάλαια και η εντολή που δίνει ο πελάτης, με τη μορφή επιταγής, είναι έγκυρη απ' όλες τις απόψεις. Η εξουσία αυτή της τράπεζας να πληρώνει επιταγές του πελάτη της τερματίζεται για διάφορους λόγους. Ένας απ' αυτούς είναι η ανάκληση της εντολής πληρωμής από τον εκδότη[1]. Ο πελάτης-εκδότης είναι ελεύθερος, σε σχέση με την τράπεζα του, ν' ανακαλέσει την επιταγή οποτεδήποτε πριν την πληρωμή της. Εάν, επομένως, ο πελάτης αποφασίσει, για δικούς του λόγους, που δεν ενδιαφέρουν την τράπεζα, ν' ανακαλέσει την επιταγή και επιδώσει στην τράπεζα σχετική ειδοποίηση ανάκλησης, η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς τη νέα αυτή εντολή του πελάτη της και να επιστρέψει την επιταγή στον δικαιούχο. Εάν παραλείψει να συμμορφωθεί θα υποστεί τη ζημιά η ίδια, ακριβώς γιατί παραβαίνει μια ουσιαστική συμβατική υποχρέωση, να υπακούει προς κάθε έγκυρη εντολή του πελάτη της, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η εντολή ανάκλησης πληρωμής. Η τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς εντολή οποιουδήποτε άλλου προσώπου πλην του πελάτη της. Πελάτης στο τραπεζικό δίκαιο είναι κάθε πρόσωπο που διατηρεί λογαριασμό σε τράπεζα. Μόνο με το πρόσωπο αυτό έχει συμβατική υποχρέωση η τράπεζα και με κανένα άλλο. Συνεπώς, τρίτο πρόσωπο που κατέχει την επιταγή, π.χ ο δικαιούχος (payee) ή οιοσδήποτε εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος (indorsee), δε νομιμοποιείται να δώσει στην τράπεζα του εκδότη εντολή ανάκληση της επιταγής. Η εντολή ανάκλησης πρέπει να επιδοθεί στην τράπεζα πριν την πληρωμή της επιταγής και πρέπει να δοθεί στο παράρτημα στο οποίο ο πελάτης διατηρεί το λογαριασμό του. Γενικά, η ανάκληση είναι αποτελεσματική όταν περιέλθει σε γνώση της τράπεζας και νοουμένου ότι είναι σαφής και καθαρή εντολή[2]. Η ανάκληση της επιταγής δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ευθύνη έναντι τρίτου νομιμοποιημένου κομιστή (holder in due course)[3]. Εάν ο εκδότης, χωρίς εύλογη αιτία, ανακαλέσει την επιταγή, υπέχει πέραν της αστικής, και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ποινική ευθύνη[4]. Επίσης εάν ο εκδότης ανακαλέσει την πληρωμή επιταγής μετά την πρώτη παρουσίαση της στην τράπεζα και τη μη πληρωμής αυτής λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, τότε, εάν η επιταγή ξαναπρουσιαστεί, θα θεωρείται ακάλυπτη για σκοπούς Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών (ΚΑΠ)[5].» Στην παρα. 56 του ιδίου Συγγράμματος επεξηγούνται περαιτέρω τα νομικά αποτελέσματα της ανάκλησης επιταγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα։ «
  2. Αποτέλεσμα ανάκλησης. Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 75 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, ο εκδότης είναι ελεύθερος να τερματίσει την εξουσία της τράπεζας του να πληρώσει επιταγή που εξέδωσε αρκεί να δώσει έγκυρη ειδοποίηση ανάκλησης της επιταγής και ειδοποίηση να φθάσει στην τράπεζα πριν την πληρωμή. Στην υπόθεση Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)43 T.L.R. 124 ο Lord Shaw είπε σχετικά: «Όταν ο τραπεζίτης κατέχει επαρκή κεφάλαια που καλύπτουν την πληρωμή επιταγής του πελάτη της, το καθήκον του είναι να την πληρώσει, αλλιώς παραβαίνει τούτο με σοβαρές συνέπειες απέναντι στον πελάτη του. Το καθήκον, όμως, αυτό τελειώνει, όταν η επιταγή ανακληθεί, οπόταν γεννάται κάποια άλλη υποχρέωση ν' αρνηθεί να πληρώσει. Σε τέτοια περίπτωση εναπόκειται στον πελάτη ν' αποδείξει ότι η εντολή για ανάκληση έφθασε στην τράπεζα έγκαιρα και αναφερόταν σε επιταγή που υπογράφτηκε πριν την ειδοποίηση ανάκλησης»[6]. Γεννάται ευθύνη της τράπεζας απέναντι στον κομιστή; «Από της επίδοσης της ανάκλησης στην τράπεζα η τελευταία δεν έχει δικαίωμα να πληρώσει την ανακληθείσα επιταγή αλλά και δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη απέναντι στον εκδότη ή σε οποιονδήποτε νομιμοποιημένο κομιστή. Αντίθετα θα υπέχει ευθύνη και δε θα δικαιούται να χρεώσει το λογαριασμό του πελάτη της με την ανακληθείσα επιταγή εάν, παρά την αποτελεσματική εντολή ανάκλησης[7], πληρώσει την επιταγή[8]. Ο κομιστής της επιταγής δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας επειδή αρνείται να πληρώσει ανακληθείσα επιταγή. Ο λόγος είναι απλός, η τράπεζα δεν έχει καμία συμβατική σχέση με τον κομιστή της επιταγής και, επομένως, δεν παραβιάζει οποιαδήποτε συμβατική της υποχρέωση απέναντι του.». Διατηρεί την αστική του ευθύνη ο εκδότης έναντι του κομιστή; «Υπάρχει, όμως η λαθεμένη εντύπωση, από πλευράς του εκδότη ότι, ανακαλώντας την επιταγή, απαλλάσσεται και από την ευθύνη. Ξέχνα, όμως ότι η επιταγή είναι αξιόγραφο και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή[9]. Ο νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course), δηλαδή το πρόσωπο που παίρνει την επιταγή με γνήσια οπισθογράφηση και καλόπιστα, έχει δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιαγής από τον εκδότη, ανεξάρτητα από την ανάκληση της. Δεν μπορούν να προβληθούν κατά του νομιμοποιημένου κομιστή ενστάσεις που μπορεί ν' αντιτάξει ο εκδότης κατά του δικαιούχου[10]. Ο Holden στο βιβλίο του Jones's Studies on Practical Banking, 5η έκδοση, σελίδες 228-229, αναφέρει σχετικά: "Η επιταγή, αφού είναι συναλλαγματική, είναι συνήθως αξιόγραφο κι΄αυτό τεκμαίρεται από το κείμενο του Νόμου. Αυτό σημαίνει ότι ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά πλήρη τίτλο επί της επιταγής έγκυρο έναντι όλων των προηγηθέντων μερών και εκτελεστό εναντίον του μέρους που έχει πρωταρχική ευθύνη, δηλαδή του εκδότη. Πολλοί πελάτες είναι της γνώμης ότι είναι αρκετό ν΄ανακαλέσουν την επιταγή για ν΄ακυρωθεί το έγγραφο. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Οποιαδήποτε και νάναι η σχέση μεταξύ του εκδότη και του δικαιούχου - όπως ψευδείς παραστάσεις ή δόλος - η οποία δίνει στον εκδότη τη δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής, εάν η επιταγή εξέλθει από τα χέρια του δικαιούχου, εάν δηλαδή μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο υπό τέτοιες περιστάσεις που το καθιστούν νομιμοποιημένο κομιστή, το μέρος αυτό μπορεί να προχωρήσει εναντίον του εκδότη και ν' αξιώσει ολόκληρη την αξία του εγγράφου. Δεν τον ενδιαφέρουν οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα ούτω καλούμενα άμεση μέρη (immediate parties)- εκδότη και δικαιούχο. Ο νομιμοποιημένος κομιστής που αποκτά την επιταγή συμπληρωμένη δεόντως και κανονική απ' όλες τις απόψεις, καλόπιστα, έναντι αξίας και προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη (overdue) και χωρίς να γνωρίζει προηγούμενη εμφάνιση και άρνηση πληρωμής της επιταγής ή ελαττωματικότητα του τίτλου, έχει κάθε δικαίωμα ν' αξιώσει την πληρωμή της επιταγής".». Το ερώτημα ποιος δύναται να δώσει εντολή ανάκλησης απαντάται στην παρα. 58, σελ. 119, του Συγγράμματος։ «
  1. Ανάκληση επιταγής εταιρείας. Η επιταγή που εκδίδεται από εταιρεία υπογράφεται από εξουσιοδοτημένα από αυτή πρόσωπα, τα οποία είναι, συνήθως, οι σύμβουλοί της. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η επιταγή μπορεί ν' ανακληθεί από πρόσωπα άλλα από εκείνα που την υπόγραψαν. Η απάντηση είναι καταφατική. Ακόμη και μόνος του ένας από τους συμβούλους που έχουν δικαίωμα υπογραφής επιταγών μπορεί να δώσει εντολή ανάκλησης της επιταγής εάν οι υπόλοιποι δεν είναι διαθέσιμοι, λόγω π.χ. απουσίας τους στο εξωτερικό. Πρόσθετα, εάν δικαίωμα υπογραφής επιταγής εταιρείας έχει και ο γραμματέας, ο ίδιος μόνος του μπορεί ν' ανακαλέσει επιταγή που υπογράφηκε και από τους άλλους συμβούλους, όταν αυτοί που υπόγραψαν δεν είναι διαθέσιμοι[11]. Τα όσα έχουν προαναφερθεί ισχύουν εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία κατά το άνοιγμα του λογαριασμού.». Ποιες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας εντολής ανάκλησης. Τούτο περιγράφεται στην παρα. 62 του ιδίου Συγγράμματος։ «
  2. Αποτελεσματική ανάκληση. Για να είναι αποτελεσματική και δεσμευτική για την τράπεζα η ειδοποίηση ανάκλησης πρέπει: (α) Να είναι γραπτή[12]. (β) Να είναι σαφής και καθαρή εντολή και να είναι υπογραμμένη από τον εκδότη[13]. (γ) Να παραδοθεί στην τράπεζα, να περιέλθει, δηλαδή, σε γνώση της[14], και (δ) Να παραδοθεί στο παράρτημα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός.[15]
  3. Γραπτή εντολή ανάκλησης. Ο πελάτης με την επιταγή παρέχει γραπτή εξουσία προς την τράπεζα του να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό στο κατονομαζόμενο πρόσωπο. Την εξουσία αυτή, όπως έχει αναφερθεί, μπορεί να την ανακαλέσει οποτεδήποτε πριν την πληρωμή. Συνάγεται, λοιπόν, ότι αφού η εντολή πληρωμής πρέπει να είναι γραπτή[16], τέτοια πρέπει να είναι και η εντολή ανάκλησης. Δεν επιτρέπεται, λοιπόν, προφορική εντολή ανάκλησης της επιταγής και η τράπεζα δεν υποχρεούται να συμμορφωθεί σε τέτοια εντολή. Ο Νόμος δεν καθορίζει συγκεκριμένο τύπο ανάκλησης της επιταγής. Συνήθως οι τράπεζες διαθέτουν δικούς τους τύπους ανάκλησης επιταγών. Μπορεί, όμως, και ο ίδιος ο πελάτης ν' αποστείλει ειδοποίηση ανάκλησης χρησιμοποιώντας απλό χαρτί και απλή διατύπωση, αρκεί να προσδιορίζει με σαφήνεια και ακρίβεια την ανακαλούμενη επιταγή.
  4. Σαφής και καθαρή εντολή. Όπως ο εκδότης με την επιταγή είναι υποχρεωμένος να δώσει και καθαρή εντολή προς την τράπεζα του να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό σε κατονομαζόμενο πρόσωπο[17], το ίδιο οφείλει να πράξει και όταν προτίθεται ν' ανακαλέσει την πληρωμή επιταγής για να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ανακαλούμενη επιταγή. Πρέπει, λοιπόν, η ειδοποίηση ανάκλησης να περιέχει: (α) τον αριθμό της επιταγής (β) την ημερομηνία που αναγράφεται επί της επιταγής, (γ) το όνομα του δικαιούχου, και (δ) το ποσό της επιταγής. Έχει αποφασιστεί ότι η ειδοποίηση ανάκλησης είναι αποτελεσματική όταν περιέλθει σε γνώση της τράπεζας και περιέχει σαφείς και καθαρές οδηγίες ως προς την ανακαλούμενη επιταγή. Είναι ασαφής εντολή ανάκλησης που περιέχει το όνομα του δικαιούχου και το ποσό, αλλά διαφορετικό αριθμό επιταγής[18]. [.] Στην υπόθεση Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)34 T.L.R. 124,[.] ο Lord Dunedin είπε επίσης τα εξής: ".......Δε γνώριζαν τη διεύθυνση του ενάγοντα και όταν τίθεται θέμα αναγνώρισης πρέπει πάντοτε να θυμάστε ότι το πιο ασφαλές κριτήριο είναι ο αριθμός της επιταγής. Μόνο μια επιταγή μπορεί να φέρει τον ίδιο αριθμό. Μπορεί να υπάρχουν περισσότερες επιταγές πληρωτέες στον ίδιο δικαιούχο και για το ίδιο ποσό. [.]." [.] Όταν, λοιπόν, η τράπεζα λάβει εντολή ανάκλησης, η οποία είναι ασαφής, οφείλει να ζητήσει πρόσθετες οδηγίες και επεξηγήσεις από τον πελάτη της[19]. [.], σε περίπτωση αμφιβολίας, ο τραπεζίτης είναι προτιμότερο να καθυστερήσει την πληρωμή μέχρις ότου ο πελάτη δώσει γραπτή επιβεβαίωση των οδηγιών που έδωσε με τηλεγράφημα ή με τηλεομοιότυπο, επιστρέφοντας την επιταγή με τη σωστή απάντηση που αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο, ώστε να μη θίξει την αξιοπιστία του πελάτη της.
  1. Ανάκληση δια τηλεφώνου. Για να είναι αποτελεσματική και δεσμευτική για την τράπεζα η εντολή ανάκλησης πρέπει να κοινοποιηθεί προς την τράπεζα. Δεν καθορίζεται πουθενά στο Νόμο ο τρόπος κοινοποίησης της εντολής. Είναι, επομένως, θέμα πρακτικής και η ουσία είναι να φθάσει η εντολή ανάκλησης στην τράπεζα προτού τα χρήματα φύγουν από το ταμείο. Η εντολή, κατά κανόνα, πρέπει να είναι γραπτή. Προφορική ανάκληση πρέπει ν' αποφεύγεται και ν΄αποθαρρύνεται από τις τράπεζες. Κάποτε όμως, μπορεί ο εκδότης, είτε γιατί τον ειδοποίησε ο δικαιούχος ότι απώλεσε την επιταγή είτε γιατί ο ίδιος διαπίστωσε ότι ξεγελάστηκε από το δικαιούχο, να μην έχει το χρόνο να δώσει γραπτή ειδοποίηση ανάκλησης και να είναι υποχρεωμένος να τηλεφωνήσει στην τράπεζα του και να ζητήσει την ανάκληση της πληρωμής συγκεκριμένης επιταγής. Σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα δε θα αγνοήσει το τηλεφώνημα του πελάτη της. Ο τραπεζικός θα προσπαθήσει πρώτα πρώτα ν΄αναγνωρίσει, από προηγούμενες συνδιαλέξεις, ότι πράγματι το πρόσωπο που του μιλάει στο τηλέφωνο είναι ο συγκεκριμένος πελάτης. Ταυτόχρονα θα προσπαθήσει να πάρει όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν την επιταγή που θ΄ανακληθεί, δηλαδή αριθμό, όνομα δικαιούχου, ημερομηνία, ποσό. Το κριτήριο που πρέπει να κυριαρχήσει στη σκέψη του υπαλλήλου, προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί την προφορική εντολή του, είναι το ποιον και ο χαρακτήρας του πελάτη αλλά και η αξιοπιστία όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από τη συνεργασία του με την τράπεζα. Η απόφαση αναστολής ανήκει στην αποκλειστική ευχέρεια του τραπεζικού υπαλλήλου. Αφού εξασφαλίσει όλες τις λεπτομέριες μπορεί να αναστείλει την πληρωμή μέχρις ότου παρουσιαστεί ο ίδιος ο πελάτης στην τράπεζα και επιβεβαιώσει και γραπτώς τις οδηγίες που έδωσε δια τηλεφώνου. Εάν στο μεταξύ παρουσιαστεί η επιταγή προς πληρωμή, η τράπεζα θα την επιστρέψει με τέτοια απάντηση που να επεξηγεί απακριβώς τη θέση. Η σωστή απάντηση, που καλύπτει την τράπεζα, είναι: «Η πληρωμή ανεκλήθη για τηλεφώνου και ανεστάλη η πληρωμή εν αναμονή επιβεβαίωσης[20]». Αναφορικά με την ποινική ευθύνη για τη μη πληρωμή επιταγής λόγω ανάκλησής της, σχετική είναι οι παρα. 71 έως 73 του Συγγράμματος του Χρ. Λουκά։ «
  2. Ανάκληση επιταγής «χωρίς εύλογη αιτία». Το εδάφιο
(2)του άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι εκείνος που προκαλεί τη μη πληρωμή επιταγής «άνευ ευλόγου αιτίας» είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και τιμωρείται με φυλάκιση τριών χρόνων ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές. Το ίδιο εδάφιο προβλέπει επίσης ότι ο εκδότης που θα επικαλεστεί τους λόγους για τους οποίους ανακάλεσε την επιταγή οφείλει κατά το χρόνο της ανάκλησης να δηλώσει στην τράπεζα τους λόγους, αλλιώς δεν θα μπορεί να τους επικαλεστεί στην υπεράσπισή του.
  1. Απάντηση που πρέπει να γράφεται επί της επιταγής. Η τράπεζα που επιστρέφει επιταγή λόγω εντολής μη πληρωμής πρέπει να σημειώσει σ' αυτήν τις λέξεις «εντολ΄΄η μη πληρωμής» [stop payment / order not to pay], ή «η πληρωμή ανακλήθηκε από τον εκδότη» [payment countermanded by the drawer].
  2. Ανάκληση επιταγής μετά την παρουσίαση της επιταγής. Όπως είναι γνωστό από το Φεβράρη του 2003, τέθηκαν σε εφαρμογή οι λεγόμενες Κοινές Οδηγίες που εξέδωσαν ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας και ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών. Με βάση τις οδηγίες αυτές, πρόσωπα που εκδίδουν ακάλυπτες επιταγές καταχωρούνται στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών, γνωστό ως ΚΑΠ. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, ακάλυπτη επιταγή είναι και η επιταγή που ανακαλείται μετά την πρώτη παρουσίασή της και τη μη πληρωμή της λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.». ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα είναι։ (α) Η έκδοση της επιταγής από τους κατηγορούμενους, (β) η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της. Το βάρος της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365-366). Στην παρούσα υπόθεση, είναι στην όψη του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, παραδεκτή η έκδοση των επίδικων επιταγών από την Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία με την υπογραφή του Κατηγορούμενου αρ. 2 ως εξουσιοδοτημένου μέλους και διευθυντή της εταιρείας. Αναδύεται, επίσης, ως παραδεκτό κατά το πέρας της δίκης, το γεγονός ότι η παραπονούμενη - Κατήγορος εταιρεία, ως νόμιμος κάτοχος των επίδικων επιταγών, προς όφελος της οποίας είχαν οπισθογραφηθεί από τον Κατηγορούμενο 3, τις παρουσίασε σε τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου μετά την ημερομηνία που έκαστη εξ αυτών κατέστη πληρωτέα, για πληρωμή, αλλά η τράπεζα όπου διατηρείτο ο λογαριασμός της εκδότριας εταιρείας δεν τις πλήρωσε και, μετά την παρέλευση 15 ημερών, τις επέστρεψε με σφραγίδα «Αποταθείτε στον Εκδότη - Ανεπαρκή Υπόλοιπα» ή «Ακάλυπτη επιταγή». Στην Κατηγορούσα Αρχή εναπόκειται να αποδείξει τόσο το actus reus (αντικειμενική διάσταση του αδικήματος) όσο και το mens rea (υποκειμενική διάσταση - ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος) πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, το αδίκημα του εδαφίου
(1)του άρθρου 305 Α ανωτέρω, συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και άρα υπογραφής της επιταγής. Ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών είναι, κατά συνέπεια, και ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η συνδρομή του υποκειμενικού συστατικού στοιχείου, ήτοι της ένοχης διάνοιας (βλ. Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 291/2015 M. and A. Christaki Christodoulou Ltd v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., ημερ. 3 Ιουλίου 2017). Το επίπεδο ένοχης διάνοιας που απαιτείται να αποδειχθεί, έχει τύχει νομολογιακής ανάλυσης σε σχετικά πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, όπως, μεταξύ άλλων, στην απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 108/2016 Μιχάλης Κάνιος ν. Success Advertising Ltd, ημερ. 29 Σεπτεμβρίου, 2016, στην απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 90/ 2014, Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., ημερ. 20 Οκτωβρίου, 2016 και στην απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., ημερ. 30 Ιουνίου, 2017. Στην προμνησθείσα απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι αυτός που διώκεται ως συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής για την οποία δεν θα υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο που η επιταγή θα είναι πληρωτέα. Υποδείχθηκε, δηλαδή, ότι παρά το γεγονός ότι το κύριο αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, εντούτοις για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Τούτο, διότι, όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 486). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση αρ. 108/2016 Μιχάλης Κάνιος ν. Success Advertising Ltd, ημερ. 29 Σεπτεμβρίου, 2016 σημειώθηκε ότι, εφόσον η εταιρεία είναι δια του διευθυντή της που δρούσε, εκείνος ήταν ο ιθύνων νους της εταιρείας (Βλ. Bolton (Engineering) Co. v. Graham
(1957)1 Q.B.159 και Τesco Supermarkets Ltd ν. Nattrass
(1972)A.C. 153 ή {1971} 2 W.L.R. 1166). Δεν μπορεί, επομένως, να γνώριζε η εταιρεία, αλλά να μην γνώριζε ο διευθυντής της που ήταν ο ιθύνων νους της. Στην ίδια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση αρ. 108/2016, Μιχάλης Κάνιος, εντοπίσθηκε ρήγμα στο εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος όταν υπέγραφε τις επιταγές δεν θα μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο μετά από 5 - 6 μήνες δεν θα πληρώνονταν ή/και ότι ο εφεσίβλητος δεν μπορούσε να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 μετά από χρονικό διάστημα των 5 ή 6 μηνών, διότι, κατά την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσφέρθηκε πρωτόδικα μαρτυρία τόσο δια του διευθυντή των εφεσειόντων ΜΚ1, αλλά και δια αποδείξεων (τεκμ.12 και 13), οι οποίες, συσχετιζόμενες με τη μαρτυρία του ΜΚ1, παρείχαν ασφαλές έρεισμα στην αποδοχή της εκδοχής ότι ο εφεσίβλητος ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 κατά ή περί το Μάιο του 2011 και Ιούλιο του 2011 εξέδωσε συνολικά 7 επιταγές γνωρίζοντας ή οφείλοντας να γνωρίζει ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την πληρωμή. Λήφθηκε, εν προκειμένω υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο, η μαρτυρία του ΜΚ2 τραπεζικού υπαλλήλου, η οποία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, και η οποία περιείχε τη θέση ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συχνά «έβγαινε από το όριο της» και ότι υπήρξε αριθμός επιταγών (εκτός των επιδίκων) που επιστράφηκαν. Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Vrontis Builders Ltd και M & H Steel Constructions Ltd., Ποινική Έφεση 296/14, ημερ. 15.4.2016, επιβεβαιώθηκε η νομολογιακή αρχή ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση. Το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, αναφέρει τί αποτελεί εθελοτυφλία, η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgranqe
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)"» Είναι, όμως, σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η ένοχη διάνοια του συνεργού κρίνεται με βάση το πεδίο γνώσης που αυτός είχε ή/και όφειλε να είχε ή/και εύλογα αναμενόταν να έχει για το τί θα συνέβαινε «κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων». Παραπέμπω στην απόφαση, ημερ. 24.4.2018, στην Ποινική Έφεση 32/2016, Χριστάκη Κίρλαππου ν. Ανδρέα Πέτρου (ECLI:CY:AD:2018:B184), όπου ακριβώς σημειώθηκαν τα εξής։ «Στην υπόθεση Regina v. Gilmartin
(1983)2 WLR 547, στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, «κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα). [.] Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής Εταιρείας, με αδιαφορία (recklessness) εκ μέρους του Διοικητικού Συμβούλου - Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». Είναι λογικό να ερμηνευθεί ότι ο όρος «συνήθης πορεία των πραγμάτων» αναφέρεται στην εξέλιξη των γεγονότων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της επιταγής και της ημερομηνίας παρουσίασής της για πληρωμή, νοουμένου ότι παρουσιάζεται εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Δικαιούται το ποινικό Δικαστήριο να αξιολογήσει, αν από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, ήταν «ορατός ο κίνδυνος», «υπό τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», να μην υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθούν οι εκδοθείσες επιταγές κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες. Εάν διαπιστωθεί πως τα πράγματα που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης της επιταγής και της παρουσίασής της για πληρωμή εξελίχθηκαν κατά την συνήθη πορεία και πως η μη πληρωμή της επιταγής συνιστούσε, εξ αρχής, έναν ορατό κίνδυνο, τότε η απόδοση της αξιόποινης πρόθεσης, μάλλον, δικαιολογείται (βλ. απόφαση ημερ. 29.9.2016, στην Πολιτική Έφεση 108/2016, Μιχάλη Κάνιου ν. Success Advertising Co. Ltd (ECLI:CY:AD:2016:B454)). Στην παρούσα υπόθεση, όπου η γραμμή Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 είναι ότι, η μη πληρωμή των επίδικων επιταγών δεν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά στο ότι οι Κατηγορούμενοι έδωσαν στην τράπεζα εντολή ανάκλησης των επιταγών και ότι εσφαλμένα η τράπεζα χειρίστηκε την περίπτωση μη πληρωμής ωσάν αυτή να οφειλόταν στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης αρ. 1, το βάρος της απόδειξης του ειδικού ισχυρισμού των Κατηγορουμένων ότι, πρώτον, υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και ότι, δεύτερον, αφενός, είχαν δώσει έγκαιρα, με σαφήνεια και προς το ορθό παράρτημα της τράπεζας, «εντολή ανάκλησης» και, αφετέρου, ότι είχαν «εύλογη αιτία» να προκαλέσουν τη μη πληρωμή της επιταγής, είναι στους δικούς τους ώμους. Το βάρος αποσείεται από δικής τους πλευράς αν αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο μέτρο του «ισοζυγίου των πιθανοτήτων» (βλ. την παρα. 171, σελ. 430 του Συγγράμματος του Χρ. Λουκά). Αρκεί δηλαδή να προσφέρουν μαρτυρία, ικανή και αξιόπιστη, που να μπορεί να αποδείξει ότι αυτή η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι, έτσι που να δημιουργείται λογική αμφιβολία για το αν τα πράγματα έγιναν όπως ισχυρίζονται οι παραπονούμενοι - κατήγοροι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατηγορίας κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Στην παρούσα υπόθεση, λόγω του μεγάλου όγκου στενοτυπημένων ή/και στενογραφημένων σελίδων της ένορκης προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση, αλλά και λόγω των πολυάριθμων τεκμηρίων που κατατέθηκαν, δεν είναι πρακτικό ούτε και χρήσιμο να γίνει η καταγραφή τους αυτολεξεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Αντίθετα, κρίνω πιο ευχερές να αναδείξω ποια τμήματα μαρτυρίας αξιολογώ ως σχετικά προς τις αντιπαραβαλλόμενες εκδοχές των διαδίκων και να αιτιολογήσω σε ποιο βαθμό έχω ικανοποιηθεί για το αποδεκτό της εν λόγω μαρτυρίας, τη βαρύτητα και την αποδεικτική της αξία, αναφερόμενη σε αυτήν θεματικά. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αφορούν στις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών. Οι δύο κύριοι μάρτυρες που προσήλθαν και έδωσαν μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών ήταν, αφενός, ο κ. XXXXX Μαστρογιαννάκης (ΜΚ1) και, αφετέρου, ο κ. XXXXX Παναγή (Κατηγορούμενος 2 - ΜΥ4). Στις γραπτές δηλώσεις που υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους (βλ. το Έγγραφο Α από πλευράς του ΜΚ1 και το Έγγραφο ΚΣΤ από πλευράς του ΜΥ4), αμφότεροι συμφωνούν ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών έγινε στις 26.10.2012 στο πλαίσιο της γραπτής συμφωνίας που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Η Συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ των XXXXX Παναγή (εδώ Κατηγορούμενου 2) και του XXXXX Μαστρογιαννάκη (εδώ ΜΚ1), ως νόμιμου εκπροσώπου της ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ (εδώ παραπονούμενης - κατηγόρου) όπως αυτή λάβει ποσό €142.000 σε μεταχρονολογημένες επιταγές για πλήρη και τελεία εξόφληση της υποχρέωσης των €220.000 που της χρωστούσαν οι κ.κ. XXXXX και XXXXX Μπουρνής, αντί της πληρωμής του ποσού των €220.000 σε είδος (ακίνητο). Αναφερόταν ρητά στην εν λόγω γραπτή συμφωνία, ότι η ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ συμφώνησε να παραχωρήσει έκπτωση €78.000 από το ποσό που είχε να λαμβάνει από τους XXXXX και XXXXX Μπουρνή, χωρίς αυτό να γεννά υποχρέωση του XXXXX Παναγή ή των εταιρειών του έναντι του XXXXX και XXXXX Μπουρνή, αλλά ούτε και των XXXXX και XXXXX Μπουρνή προς την ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ. Παρά το ότι η πιο πάνω συμφωνία αναφέρει ότι είχε υπογραφεί στη Ρόδο και ότι αρμόδια για κάθε διένεξη που προκύπτει από αυτήν ορίζονται τα δικαστήρια της Ρόδου, εντούτοις κατά την προφορική ένορκη μαρτυρία του ο ΜΕ1 δήλωσε ότι η συμφωνία υπογράφηκε από αυτόν και από τον Κατηγορούμενο 2 στα γραφεία του Κατηγορούμενου 2 στη Λάρνακα (βλ. την παρα. 10 του Εγγράφου Α) και την Συμφωνία αυτή προσυπέγραψε και ο κ. XXXXX Μπουρνής, ο οποίος συμφώνησε με το περιεχόμενό της. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 ότι είναι αληθή. Τονίζω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν αντλεί τη δικαιοδοσία του στη βάση της ιδιωτικής συμφωνίας που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, αφού αυτό δεν εκδικάζει αστική διαφορά για την εκπλήρωση ή μη των συμβατικών υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω Συμφωνίας. Για την όποια αστική διαφορά έχει προκύψει, αρμόδιο θα είναι το Δικαστήριο που θα επιληφθεί της αγωγής, η οποία εξ όσων πληροφορήθηκα, εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και είναι σχετικά με αυτήν τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου κατά τη δικάσιμο ημερ. 27.5.20 με ένδειξη «Έγγραφο ΚΗ» (που είναι το Κλητήριο της αγωγής αρ. 1182/2015) και το «Έγγραφο ΚΘ» (που είναι η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 20/11/2015). Η ποινική δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου προέρχεται ευθέως από το γεγονός ότι η ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, έγκειται στο ότι η έκδοση των επιταγών έγινε στην Κύπρο (Λάρνακα) με πληρώτρια τράπεζα, ως φαίνεται στην πρόσθια όψη των επίδικων επιταγών (βλ. παρα. 35, σελ. 36 του Συγγράμματος του Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», Δεύτερη έκδοση), την τράπεζα στην οποία διατηρούσε τον τραπεζικό λογαριασμό της η εκδότρια εταιρεία, ήτοι την ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, η οποία και αρνήθηκε να πληρώσει τις επίδικες επιταγές κατά την παρουσίασή τους, επικαλούμενη το λόγο που φαίνεται στις σφραγίδες που έθεσε επί των επιταγών, ότι δηλαδή η εκδότρια εταιρεία (Κατηγορούμενη 1) δεν είχε επαρκή διαθέσιμα στο λογαριασμό της. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως προς το διαφορετικό χειρισμό που έτυχαν οι επιταγές κατά την παρουσίασή τους για πληρωμή, ως η σφράγισή τους, από την πληρώτρια τράπεζα. Επισημαίνω ότι η Συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, αφορούσε στην έκδοση συνολικά 15 επιταγών, 14 εκ των οποίων ήταν για ποσό €10.000 έκαστη και μία μόνο ήταν για ποσό €2.000, ήτοι για συνολική αξία €142.000. Οι αριθμοί επιταγών, κατά την έκδοσή τους, αναγράφονται στον Πίνακα που είναι επισυνημμένος στη Συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Το κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης (αρ. 1837/2015), αφορά μόνο σε οκτώ
(8)από τις πιο πάνω 15 επιταγές, ήτοι εκείνες που καταλήγουν σε αριθμούς 9652, 9653, 9654, 9655, 9656, 9658, 9659 και 9660 (βλ. τα Τεκμήρια 3, 5, 7, 9, 15, 17, 11 και 13 υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα). Για τις υπόλοιπες επιταγές, πληροφορούμαι ότι εκκρεμεί ξεχωριστή ιδιωτική ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (η υπ' αριθ. XXXXX/2015), της οποίας το κατηγορητήριο κατατέθηκε ενώπιόν μου ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΚΣΤ. Πρόκειται για έξι
(6)επιταγές που λήγουν σε αριθμούς 9657 (βλ. φωτοαντίγραφο αυτής στο τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ»), 9661, 9662, 9663, 9664 και 9665 (βλ. φωτοαντίγραφο των επιταγών αυτών που κατατέθηκαν ενώπιόν μου ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΚΣΤ). Μία μόνο επιταγή, λήγουσα σε αριθμούς «9651» για €2000, που ήταν πληρωτέα στις 28/2/2013, εξοφλήθηκε με την παρουσίαση της στην τράπεζα στις 15/3/2013 και έτσι δεν απασχολεί το Δικαστήριο ούτε στη μια ούτε στην άλλη ποινική υπόθεση. Επισημάνθηκε προς το Δικαστήριο η εξής διάκριση ως προς τον χειρισμό που έτυχαν οι επιταγές κατά την παρουσίασή τους στην τράπεζα για πληρωμή։ Οι μεν επιταγές για τις οποίες καταχωρίστηκε η υπό κρίση ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. XXXXX/2015 σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά. Ανεπαρκή υπόλοιπα» ή «Αποταθείτε στον εκδότη. Ακάλυπτη επιταγή». Οι δε επιταγές για τις οποίες καταχωρίστηκε η ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. XXXXX/15 σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ». Παρατηρώ, μάλιστα, ότι από τις πιο πάνω, η επιταγή που λήγει σε ψηφία «9657» η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα στις 31/8/2013, φέρει σφραγίδα ημερομηνίας 25/9/2013 για το ότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Οι υπόλοιπες επιταγές που ανακλήθηκαν με σφραγίδα ημερομηνίας 15/4/2014, 12/5/2014 και 13/5/2014 είναι εκείνες που έληγαν σε ψηφία «9661» έως «9665» και ήταν κανονικά πληρωτέες στις 31/12/2013, 31/1/2014, 28/2/2014, 31/3/2014 και 20/4/2014. Αμφισβητούμενη μαρτυρία αναφορικά με την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή των επιταγών. Το ερώτημα είναι τί πραγματικά συνέβηκε μετά τις 15/3/2013 που πληρώθηκε η πρώτη επιταγή λήγουσα σε «9651». Έχει αποδείξει η πλευρά των παραπονουμένων - κατηγόρων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η άρνηση της τράπεζας για πληρωμή οφειλόταν σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης αρ. 1 από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ή έχει δημιουργηθεί εύλογη αμφιβολία ως προς την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού; Κατ' αρχάς, ορθά ο συνήγορος Υπεράσπισης επισημαίνει στην τελική γραπτή αγόρευσή του, ότι η σφραγίδα που τοποθετεί η τράπεζα αναφορικά με τον λόγο μη πληρωμής της επιταγής που παρουσιάζεται ενώπιόν της για πληρωμή, συνιστά «μαχητό τεκμήριο», και μόνον αυτό, ότι ο πραγματικός λόγος μη πληρωμής ήταν αυτός που αναφέρει η σφραγίδα. Αποκαλυπτικές οι διατάξεις του άρθρου 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τις οποίες παραθέτω։ «305Α.-
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: [.]» (Η έμφαση είναι του Διακστηρίου.) Επίσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης, κ. Σταύρου παραπέμπει στην υπόθεση Νίκος Ιωάννου v. 1. Ναναίμο Λτδ, 2. Αντώνης Μαρκαντώνης
(2005)2 ΑΑΔ 555, για να σημειώσει ότι το απόσπασμα όπου λέχθηκε ότι։ «Το γεγονός ότι σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η σφράγιση ή σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία, δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν τον μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή δηλαδή αν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή το κλείσιμο λογαριασμού ή σε εντολή για μη πληρωμή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Απλώς το εδ.
(3)διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία.» Είναι η θέση του κ. Σταύρου ότι η σφραγίδα με την οποία οι επιταγές επιστράφηκαν ως απλήρωτες αποτελεί μαχητό τεκμήριο για την απόδειξη του ισχυρισμού ότι δεν υπήρχαν κατά την παρουσίασή τους επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια. Τον ισχυρισμό αυτό οι παραπονούμενοι - κατήγοροι τον στήριξαν περαιτέρω στην προφορική ένορκη μαρτυρία που έδωσαν οι τραπεζικοί υπάλληλοι της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ με αναφορά στην Κατάσταση Λογαριασμού που κατέθεσε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο ο ΜΚ3 κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.4.2019 (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Δ). Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού φέρει όλες τις καταχωρήσεις από 7/9/2012 μέχρι 31/12/
  1. Τονίζω ότι, στο σημείο αυτό, ότι την ορθότητα των τραπεζικών εγγραφών που είναι καταχωρημένες στο Έγγραφο Δ, δεν τις αμφισβητεί η Υπεράσπιση. Απεναντίας, βασίζεται η Υπεράσπιση στο Έγγραφο Δ. Για επιβεβαίωση της ορθότητάς του περιεχομένου του Εγγράφου Δ, ο ΜΥ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο ως Οικονομικός Διευθυντής της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας, ακόμη μεγαλύτερης έκτασης χρόνου εγγραφές, ήτοι την Κατάσταση Λογαριασμού που καλύπτει την περίοδο από 2/1/2013 μέχρι 29/8/2014 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο ΚΑ). Η Υπεράσπιση βασίζεται στο Έγγραφο Δ, για να αποδείξει ότι η Κατηγορούμενη 1 χρεώθηκε με τέλη για ανάκληση των επίδικων επιταγών. Εφόσον η Τραπεζική Κατάσταση Λογαριασμού ως το Έγγραφο Δ δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, είτε ως προς την αποδεκτότητά της ως μαρτυρίας είτε για την αποδεικτική αξία που θα πρέπει να της δοθεί για την αλήθεια του περιεχομένου της, αυτή μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για το Δικαστήριο, ώστε να μπορέσει να εξάξει ευρήματα γεγονότων αξιολογώντας την σε συνδυασμό με την υπόλοιπη προσκομισθείσα (έγγραφη ή/και προφορική) μαρτυρία. Είναι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι από την κατάσταση λογαριασμού (Έγγραφο Δ και Έγγραφο 3 υπό Έγγραφο ΚΑ) αποδεικνύεται το λανθασμένο της σφραγίδας που τέθηκε από το αρμόδιο τραπεζικό ίδρυμα, περί έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, ή τουλάχιστον δημιουργείται λογική αμφιβολία για το αν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος μη πληρωμής. Θυμίζω ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις 26.10.2012, ότι η πρώτη επιταγή παρουσιάστηκε ή/και πληρώθηκε στις 15/3/2013 και ότι οι επιταγές που έμειναν απλήρωτες ήταν εκείνες που ήσαν πληρωτέες μεταξύ 31/3/2013 και 30/11/2013 (τουλάχιστον όσον αφορά την παρούσα ποινική υπόθεση). Συγκριτικά προς αυτές τις ημερομηνίες, διαπιστώνω ότι κατά ή περί τις 23/10/2012, ο τραπεζικός λογαριασμός είχε πιστωτικό υπόλοιπο «€1.899.956,00σ.», ποσό που αναλήφθηκε στις 24/10/2012, με αποτέλεσμα στη λήξη της ημέρας στις 24/10/2012 να ήταν μηδενικό το υπόλοιπο του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (26/10/2012), ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 από τον οποίο οι επιταγές είχαν εκδοθεί, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Τούτο, όμως, το στοιχείο, κρίνω ότι δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο απομονωμένα, ως βάση για τη διαμόρφωση οποιουδήποτε συμπεράσματος ότι ήταν από τις 26/10/2012 ορατός ο κίνδυνος να μην τιμηθούν οι επιταγές επειδή στις 24/10/2012 δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αφού προκύπτει από την ίδια κατάσταση λογαριασμού, ότι σε διάφορες μετέπειτα ημερομηνίες έγιναν εμβάσματα πολύ μεγάλων ποσών προς τον ίδιο λογαριασμό, όπως για παράδειγμα ποσού €66.746,04 στις 14/11/2012, €80.984 στις 13/12/2012, €999.940 στις 27/12/2012, €40.015 στις 14/3/2013, €124.200 στις 29/3/2013, €257.550 στις 19/6/2013, €25.000 στις 21/6/2013, που θα μπορούσαν να είχαν υπερκαλύψει τα ποσά των επίδικων επιταγών αν διατηρούνταν στο λογαριασμό. Δηλαδή, ο λογαριασμός εμφάνιζε κίνηση ή και μεταφορά μεγάλων ποσών σε διάφορες ημερομηνίες, τέτοια που η φαινομενική μηδενική ένδειξη σε μια ημερομηνία να μην μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας. Εξετάζω, λοιπόν, όλη τη ροή της κατάστασης λογαριασμού για να διακριβώσω τί συνέβηκε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, εν προκειμένω, το ότι παρά τα πολύ μεγάλα ποσά που πέρασαν από το λογαριασμό μέχρι και τις 29/3/2013, εντούτοις, κατόπιν διαφόρων μεταφορών, φαίνεται να αφέθηκε στο λογαριασμό στις 11/4/2013 ένα πολύ μικρό υπόλοιπο €85,91σ. και εξαιτίας τούτου να επιστράφηκε ως απλήρωτη στις 11/4/2013 η πρώτη επιταγή ποσού €10.000 που είχε σειρά να πληρωθεί (λήγουσα σε «9652») ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Σε όλες τις μετέπειτα ημερομηνίες, που παρουσιάζονταν οι επιταγές για πληρωμή, ο λογαριασμός φαίνεται να διατηρείτο σε χαμηλά επίπεδα, όπως «€-44.09» στις 24/5/13, στις 11/6/2013, €53.08 στις 28/6/2013, στις 12/7/2013, στις 21/8/2013 καις τις 21/10/2013 και ξανά στα €43,08 στις 10/12/2013 και 12/12/
  2. Άρα, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι όταν παρουσιάζονταν οι επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή, πράγματι δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για να μπορεί να τις πληρώσει. Επομένως, αποδεικνύεται ως συνάδουσα με την εικόνα του συγκεκριμένου λογαριασμού η σφραγίδα που έθεσαν οι τραπεζικοί υπάλληλοι περί επιστροφής των επιταγών απλήρωτων λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Από την άλλη, όμως, θυμίζω ότι η Υπεράσπιση έχει καλέσει το Δικαστήριο να εξετάσει ως αξιόπιστη την εκδοχή της ότι, αφενός, δόθηκε εντολή ανάκλησης και αφετέρου υπήρξε μια σκόπιμη και ελεγχόμενη μεταφορά κεφαλαίων από και προς τον συγκεκριμένο λογαριασμό της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, σε συνάρτηση με άλλους λογαριασμούς που διατηρούσε η Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία στην Ελλάδα, με γνώμονα να παρεμποδιστεί το ενδεχόμενο ή/και ο κίνδυνος να πληρωθούν οι επίδικες επιταγές δύο φορές։ Μία φορά, από την Κατηγορούμενη αρ. 1 προς το Ελληνικό Δημόσιο για εξόφληση του χρέους του XXXXX Μπουρνή προς αυτό δυνάμει του Διατάγματος Κατάσχεσης ως δικαιούχου πληρωμής των επιταγών κατά την έκδοσή τους. Δεύτερη φορά, από την Κατηγορούμενη αρ. 1 προς την ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ως νόμιμο κομιστή των επιταγών προς τον οποίο ο XXXXX Μπουρνής είχε οπισθογραφήσει τις εν λόγω επιταγές και τις οποίες οι ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ είχε στην κατοχή της. Όπως επισημαίνει στις παρα. 13 και 15 της γρ. δήλωσης του ο ΜΥ1 (βλ. Έγγραφο ΚΑ), από 1/1/2013 μέχρι 31/8/2014 πέρασαν από το λογαριασμό στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ ποσά πέραν των 4 εκατομμυρίων συνολικά, κάτι που δείχνει την ευρωστία της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Δεν είχε αδυναμία να τιμήσει τις επιταγές εάν ήθελε να το πράξει. Συνεκτιμώ, μαζί με την πιο πάνω μαρτυρία του ΜΥ1, τη μαρτυρία που έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ4) στην παρα. 8.Στ) ότι η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος στην Κύπρο από 15/3/2013 με το κούρεμα καταθέσεων και την αναστολή των εργασιών των τραπεζών μέχρι 28/3/2013 ήταν τέτοια που δημιούργησε πολλά προβλήματα και οι λογαριασμοί λειτουργούσαν με περιοριστικά μέτρα. Η Κατηγορούμενη 1 όμως εταιρεία διέθετε πολλά κεφάλαια σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Ελλάδα, από τον οποίο θα μπορούσε, εάν δεν είχε πρόθεση ανάκλησης των επιταγών, να μετέφερνε τα αναγκαία κεφάλαια για να εξοφλήσει τις επιταγές. Οφείλω, ως προς αυτόν τον ισχυρισμό, να παρατηρήσω ότι το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΚΑ που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΥ1 ως Οικονομικός Διευθυντής της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας, και το οποίο αποτελεί «Αναλυτική Κατάσταση Κινήσεως Λογαριασμού» που τηρούσε η Κατηγορούμενη αρ. 1 στην Τράπεζα Probank A.E. στην Ελλάδα, αποδεικνύει ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 8/4/2013 και 5/12/2013, είχε όντως επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια, ώστε να μπορούσε, αν ήθελε, να έδιδε εντολή μεταφοράς προς τον λογαριασμό στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ για να πληρώνονταν οι επίδικες επιταγές. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, έχει και η Υπεράσπιση αποδείξει τη θέση της, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι στ' αλήθεια η Κατηγορούμενη αρ. 1 είναι πιο πιθανόν να μην αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας κατά ή περί τις ημερομηνίες που οι επιταγές κατέστησαν πληρωτέες, έστω και αν ο λογαριασμός της στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ εμφανιζόταν να μην έχει επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια κατά την παρουσίαση των επίδικων επιταγών για πληρωμή. Θυμίζω, ότι για τους σκοπούς του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου έχει αποφασίσει στην υπόθεση Πασχάλης κ.α. ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 283, 287 ότι «διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότου της επιταγής, σημαίνει τα διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη που έχει γενικά στην τράπεζα και όχι εκείνα του συγκεκριμένου λογαριασμού επί του οποίου εξεδόθη η επιταγή» (βλ. επίσης, την Wellfit Engineering Co. Ltd v Άκη Χαπίπη, Ποινικές Εφέσεις 7413 και 7414, ημερ. 23/4/04). Η αμφισβητούμενη μαρτυρία περί οδηγιών ανάκλησης. Η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν δώσει οδηγίες ανάκλησης των επίδικων επιταγών της παρούσας υπόθεσης (1837/15) και ότι είναι από λάθος της τράπεζας που, αντί να επιστραφούν ως ανακληθείσες, επεστράφηκαν ως απλήρωτες λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτή η εκδοχή στηρίζεται ουσιαστικά σε μία καταχώρηση χρέωσης ποσού €130 που εμφαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού (βλ. το Έγγραφο Δ) της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ με ημερομηνία καταχώρησης στις «15/4/2013» και με περιγραφή «STOP PAYMENT ΕΠΓ XXXXX9665». Προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες Υπεράσπισης για να τεκμηριωθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ο ισχυρισμός γεγονότος που προωθεί η Υπεράσπιση ότι είναι πιο πιθανόν να είχε όντως δοθεί εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών προτού αυτές παρουσιαστούν για πληρωμή στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ. Λαμβάνω υπόψη μου τα εξής στοιχεία꞉ Στην κατάσταση λογαριασμού ως το Έγγραφο Δ, αμέσως μετά από την εγγραφή στις 11/4/2013 της επιστροφής της επιταγής που λήγει σε «9652» ως απλήρωτης, υπάρχει στις 15/4/2013 η ένδειξη «STOP PAYMENT ΕΠΓ XXXXX9665» και χρέωση €
  1. Δηλαδή, είναι λογικό να ερμηνευθεί ότι η χρέωση αυτή σχετιζόταν με εντολή ανάκλησης πληρωμής όλων των επιταγών που λήγουν από 9653 έως
  2. Εάν ήταν μόνο για τις επιταγές 9653 και 9665, θα έπρεπε λογικά τούτο να φανεί ρητά με την ένδειξη «και» ή με κόμμα, όχι με παύλα. Το ότι δόθηκε εντολή ανάκλησης, φαίνεται να υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι ορισμένες τουλάχιστον από τις επιταγές που λήγουν σε αριθμούς που εντάσσονται στο εύρος από «9653 έως 9665» και συγκεκριμένα αναφέρομαι στις επιταγές που λήγουν σε 9657 (βλ. το τεκμήριο «Έγγραφο ΙΑ») και «9661 έως 9665» (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΚΣΤ») έχουν όντως σφραγιστεί από την τράπεζα με ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη». Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η χρέωση των τελών €130 για ανάκληση όλων των επιταγών που λήγουν από 9653 έως 9665, έγινε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που ήταν κανονικά πληρωτέα η πρώτη εκ των επιταγών αυτών (ήτοι από 31/3/2013 που ήταν πληρωτέα, παρουσιάστηκε στις 11/4/2013 για πληρωμή και η χρέωση για εντολή ανάκλησης έγινε στις 15/4/2013). Την πιο πάνω εκδοχή, περί εντολών ανάκλησης, υποστήριξαν με την ένορκη μαρτυρία τους, ο ΜΥ1 XXXXX Παπαδημητρίου, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του οικονομικού διευθυντή της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας, παρακολουθούσε τους λογαριασμούς της (βλ. την παρα. 2 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο ΚΑ), η κα XXXXX Χριστοδουλίδη (ΜΥ2), πληρεξούσια δικηγόρος της Κατηγορούμενης 1 στη Ρόδο, καθώς και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ως ο εξουσιοδοτημένος υπογραφέας για το λογαριασμό που η Κατηγορούμενη 1 τηρούσε στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ. Συγκεκριμένα꞉ Με τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο ΚΣΤ), ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ4) έδωσε μαρτυρία για το γεγονός ότι η εντολή ανάκλησης δόθηκε από τον ίδιο προσωπικά (βλ. την παρα. 15 του Εγγράφου ΚΣΤ). Πρόκειται για άμεση μαρτυρία, η αξιοπιστία της οποίας κρίνεται με βάση την σταθερότητα που επέδειξε στην εκδοχή του κατά την αντεξέτασή του, αλλά και καθ'όλη την προώθηση της υπόθεσης της Υπεράσπισης από το στάδιο που αντεξετάζονταν οι μάρτυρες κατηγορίας και μέχρι τέλους της δίκης. Το πότε δόθηκε η εντολή ανάκλησης, προς ποιον και για ποιον λόγο, το απαντά ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ4) στις παρα. 8.Θ) και 8.Ι) της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο ΚΣΤ), όπου δηλώνει ότι꞉ «Θ) Περί τις αρχές Απριλίου 2013, δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία, κατόπιν αλλεπάλληλων προσπαθειών μου, επισκέφθηκα το υποκατάστημα της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ στη Λάρνακα στην οδό Καλύμνου και ζήτησα να ανακαλέσω τις επιταγές που εκδώσαμε και ήταν στην κατοχή των παραπονουμένων. Όταν ζήτησα να ανακαλέσω τις επιταγές, υπάλληλος της τράπεζας στην οποία απευθύνθηκα, μου έδωσε ένα έντυπο της τράπεζας, για να το χρησιμοποιήσω για να ανακαλέσω τις επιταγές. Συμπλήρωσα το έντυπο με τη βοήθεια του βιβλιαρίου επιταγών που είχα μαζί μου και ανακάλεσα τις επιταγές με αριθμό XXXXX6952 μέχρι και XXXXX6965, καταγράφοντας επίσης και την ημερομηνία πληρωμής τους, αλλά και το λόγο γιατί τις ανακαλούσα. Η υπάλληλος της τράπεζας ήλεγξε το έντυπο και μου είπε ότι η 1η επιταγή είχε ήδη παρουσιαστεί και επιστράφηκε απλήρωτη και μου έδωσε 2ο έντυπο για να προβώ σε διόρθωση. Η υπάλληλος μου ανέφερε ότι θα χρεώσει το λογαριασμό της εταιρείας με το ποσό των €130- ως τέλος, ποσό το οποίο διαχωρίζεται σε €10.00- για κάθε επιταγή. [.] Ι) Ο λόγος ανάκλησης ήταν η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που ήταν σε εξέλιξη στην Ελλάδα και το ότι η εταιρεία μας βρισκόταν μπροστά στο ενδεχόμενο να πληρώσει 2 φορές το ίδιο ποσό, ήτοι και στο Ελληνικό Δημόσιο αλλά και στην παραπονούμενη Εταιρεία ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ. Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι θετική γνώμη σχετικά με την εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών είχαν τόσο ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας μας αλλά και η Νομική μας Σύμβουλος.». Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του Κατηγορούμενου 2 από τον συνήγορο των κατηγόρων έγκειται στο γεγονός ότι οι τραπεζικοί υπάλληλοι της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ που παρέλασαν ως μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έδειξαν να γνωρίζουν για την ύπαρξη του έντυπου ανάκλησης που κατ' ισχυρισμόν συμπλήρωσε ο Κατηγορούμενος 2 για να δώσει την εντολή του. Αγνοούσαν την ύπαρξη τέτοιας εντολής, γι'αυτό και δεν μπορούσαν να σχολιάσουν την ημερολογιακή ένδειξη επί της Κατάστασης Λογαριασμού ως το Έγγραφο Δ, ενώ την ίδια στιγμή δήλωναν ότι προτού εναποθέσουν ενυπογράφως την σφραγίδα ότι ο λόγος μη πληρωμής των επιταγών ήταν η έλλειψη διαθεσίμων, απευθύνονταν για οδηγίες ή/και έγκριση στους προϊσταμένους τους, που ουδέποτε τους έδωσαν οδηγίες ότι οι επιταγές είχαν ανακληθεί. Παραθέτω επιγραμματικά πιο κάτω τη μαρτυρία που έδωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, η οποία δείχνει αυτό που επισημαίνει ο κ. Διογένους։ Ο ΜΚ3, κ. Νίκος Νικολάου, δήλωσε ότι έψαξε και δεν βρήκε έντυπο ανάκλησης (βλ. σελ. 20 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 5.4.2019). Αναγνώρισε, βεβαίως, ότι πρόκειται για έγγραφο εσωτερικής χρήσης της κάθε τράπεζας και ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν κατά την ουσιώδη ημερομηνία, της 15ης Απριλίου 2013, στη ΣΠΕ Κοντέας (βλ. σελ. 2 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 5.4.2019). Άρα, ο ίδιος δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων εκείνης της ημερομηνίας. Ρωτούσε άλλους υπαλλήλους της πρώην ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ για να πληροφορηθεί για ό,τι συνέβη. Είναι γι' αυτό που κρίνω ότι η δική του μαρτυρία δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 που έδωσε άμεση μαρτυρία από προσωπική γνώση για την ισχυριζόμενη συμπλήρωση έντυπου ανάκλησης. Δεν ήταν παρών ο ΜΚ3 ούτε κατά την παρουσίαση των επιταγών ή/και κατά τη σφράγισή τους, για να μπορεί να γνωρίζει αν οι υπαλλήλοι της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ έκαναν τον δέοντα έλεγχο για την ύπαρξη ή μη εντολής ανάκλησης (βλ. σελ. 15 των πρακτικών ημερ. 10.4.2019). 'Οπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ίδιος, το αν τηρήθηκαν οι διαδικασίες, είναι θέμα των πρώην υπαλλήλων της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ (βλ. σελ. 25 των πρακτικών ημερ. 10.4.2019). Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε ούτε αν η χρέωση για τέλη ανάκλησης σήμαινε ότι ολοκληρώθηκε η ανάκληση, αλλά πιθανολογούσε ότι για να είχε γίνει χρέωση σημαίνει ότι ο πελάτης υπέγραψε εντολή ανάκλησης (βλ. παρα. 28 - 29 των πρακτικών ημερ. 10.4.2019). Η ΜΚ4, XXXXX Νικολάου, κατονόμασε, βάσει στοιχείων που έλαβε από την Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της ΚΕΔΙΠΕΣ, τους XXXXX Κουμπάρου, XXXXX Χαραλάμπους και XXXXX Πέτρου ως τους πρώην υπαλλήλους της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ (βλ. σελ. 2 των πρακτικών ημερ. 14.5.2019). Η ίδια η ΜΚ4 δεν εργάστηκε ποτέ στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ (βλ. σελ. 5 των ιδίων πρακτικών). Η ΜΚ5, XXXXX Κουμπαρίδου εργαζόταν κατ' ακρίβεια στην Υπηρεσία Πιστώσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Στην Υπηρεσία της παραλαμβάνονταν οι επιταγές που έρχονταν από τράπεζες του εξωτερικού, ακολούθως η Υπηρεσία της έστελνε τις επιταγές στο αρμόδιο συνεργατικό ίδρυμα, λάμβαναν εντολή για πληρωμή ή μη και αναλόγως της εντολής, έστελναν την πληρωμή στην τράπεζα του εξωτερικού ή όχι. Διευκρίνισε η ΜΚ5 ότι τις σφραγίδες για το αν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα ή όχι και για το αν είχε ανακληθεί η πληρωμή των επιταγών ή όχι, τις έβαζαν οι υπαλλήλοι της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, όχι η Υπηρεσία Πιστώσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Ως συνταχθείσες από την Υπηρεσία της, η ΜΚ5 αναγνώρισε μόνο τις επιστολές ως τα Τεκμήρια 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 υπό Έγγραφο Α, τις οποίες υπέγραφε η ίδια και με τις οποίες ενημερωνόταν η Τράπεζα του εξωτερικού που ζητούσε την πληρωμή, εν προκειμένω η Probank Ελλάδος στην οποία ο κομιστής των επιταγών τις είχε παρουσιάσει για να πληρωθεί, ότι επιστρέφονταν από τη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ απλήρωτες λόγω έλλειψης διαθεσίμων. Η ΜΚ5 δεν έδειξε να εμπλέκεται με οποιοδήποτε τρόπο η Υπηρεσία της σε έλεγχο των διαδικασιών που εφαρμόζονταν εσωτερικά στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, ούτε ρωτήθηκε οτιδήποτε για την ύπαρξη ή μη εντολής ανάκλησης των επίδικων επιταγών (βλ. τα πρακτικά της δικασίμου 5.6.2019). Ο ΜΚ6, XXXXX Κωνσταντίνου, εργαζόταν στην Υπηρεσία Διεθνούς Εμπορίου της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας εξήγησε ότι η μόνη περίπτωση να έθετε σφραγίδα σε επιταγή η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ήταν αν η επιταγή αφορούσε σε λογαριασμό που τηρούσε το κατάστημα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και όχι κάποιο άλλο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα (βλ. σελ. 23 των πρακτικών της δικασίμου 5.6.2019). Επιβεβαίωσε ότι αν ο λογαριασμός πελάτη ανήκε σε πελάτη της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, οι επιταγές ελέγχονταν από εκείνη τη ΣΠΕ για τυχόν πληρωμή ή μη και εκείνη έθετε τις σφραγίδες της. Ο ίδιος ο ΜΚ6 δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος υπάλληλος έθεσε τις σφραγίδες στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ και αν ήταν ορθές. Η ΜΚ7, XXXXX Κουμπάρου, ήταν υπάλληλος στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ από το 1994 μέχρι το
  3. Γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν πελάτης τους και ότι είχε τρεχούμενους λογαριασμούς, εταιρικούς και προσωπικούς. Επιβεβαιώσε ότι ήταν στα καθήκοντά της η παρακολούθηση των επιταγών που παρουσιάζονταν για πληρωμή και ότι καθημερινά γινόταν έλεγχος μέχρι το τέλος της ημέρας για το αν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό του πελάτη για να πληρωθεί μια παρουσιασθείσα επιταγή και αν δεν υπήρχαν τότε σφραγιζόταν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά. Ανεπαρκή υπόλοιπα». Αν από την άλλη, υπήρχε εντολή ανάκλησης επιταγών, τότε η σφραγίδα έγραφε «Ανάκληση από τον εκδότη της» ή Stop Payment. Η ΜΚ7 είδε και αναγνώρισε τις μονογραφές επί των σφραγίδων για ανεπαρκή υπόλοιπα ως εξής։ · Στις επιταγές ως τα Τεκμήριο 3 και 5 υπό Έγγραφο Α, η μονογραφή ήταν του Γραμματέα της ΣΠΕ Κοντέας, κου XXXXX Πέτρου. · Στις επιταγές ως τα Τεκμήρια 7, 9, 13 και 17, η μονογραφή ήταν δικής της, δηλαδή της κας Κουμπάρου (ΜΚ7). · Στις επιταγές ως τα Τεκμήρια 11 και 15, η μονογραφή ήταν της κας XXXXX Χαραλάμπους. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ίδια η κα Κουμπάρου (ΜΚ7) εξέφρασε την πεποίθηση ότι ήταν όλοι πολύ προσεκτικοί όταν εναπόθεταν τις σφραγίδες, ότι αν είχε γίνει ανάκληση των επιταγών από τον εκδότη θα είχαν τοποθετήσει διαφορετική σφραγίδα και ότι ήταν βέβαιη πως δεν έγινε λάθος (βλ. σελ. 15 - 16 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Κατά την αντεξέτασή της, όμως, η ΜΚ7 κρίνω ότι ανέτρεψε την εικόνα βεβαιότητας, αφού αντί να αρνηθεί ξεκάθαρα ότι δόθηκε εντολή ανάκλησης, έλεγε απλώς «Δεν θυμάμαι, δεν ξέρω, δεν έχω καθαρή εικόνα» (βλ. σελ. 20 - 21 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Όταν κλήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης να εξηγήσει τί σημαίνει η επίμαχη καταχώρηση χρέωσης τελών ανάκλησης στην Κατάσταση Λογαριασμού ως το Έγγραφο Δ, η κα Κουμπάρου απάντησε «Όχι, δεν μπορώ να θυμηθώ, δεν ξέρω τί έγινε, πρέπει να υπάρχει κάτι, χωρίς να το δω, δεν μπορώ να πω» (βλ. σελ. 24 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Έδειξε να είχε ανάγκη να δεί τί υπέγραψε ο πελάτης, προτού απαντήσει αν όντως είχε δώσει εντολή ανάκλησης (βλ. σελ. 27 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Προχώρησε και εξήγησε ότι, αν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να πληρωθεί η παρουσιαζόμενη επιταγή, προχωρούσαν σε πληρωμή, αν όχι, τότε απευθύνονταν στους υπεύθυνούς τους που ήταν η κα XXXXX Αρτέμη και ο κ. XXXXX Πέτρου. Ουδέποτε έβαζαν σφραγίδα για μη πληρωμή χωρίς να απευθυνθούν σ'αυτούς (βλ. σελ. 25 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Δεν θυμόταν ποιος υπάλληλος περνούσε τις χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό, στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας και δεν γνώριζες αν υπήρξε παραποίηση του λογαριασμού, εφόσον δεν είχε πρόσβαση για να τον ελέγξει πριν απαντήσει στην ερώτηση (βλ. σελ. 35 των πρακτικών ημερ. 22.7.2019). Επανεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι οι χρεοπιστώσεις γίνονταν αυτόματα από την Υπηρεσία Μηχανογράφησης των Συνεργατικών Ιδρυμάτων (ΣΕΜ). Η ΜΚ9, XXXXX Χαραλάμπους, εργάστηκε στη ΣΠΕ Κοντέας από 1.7.94 για 25 χρόνια. Αναγνώρισε τις μονογραφές επί των σφραγίδων στις επίδικες επιταγές ακριβώς ως ανήκουσες είτε στην ίδια είτε στην κα Κουμπάρου είτε στον κ. Πέτρου, όπως τα είχε περιγράψει προηγουμένως και η κα Κουμπάρου. Επιβεβαίωσε ότι αν οι επιταγές είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους, τότε θα τοποθετούνταν σφραγίδες με διαφορετικό λεκτικό, ήτοι stop payment, και όχι σφραγίδες για ανεπαρκή υπόλοιπα. Κατά την αντεξέτασή της η κα Χαραλάμπους δήλωσε ότι η κα Κουμπάρου έλεγχε τον κατάλογο με τα διαθέσιμα υπόλοιπα των πελατών κάθε τέλος της μέρας, μαζί με τον κ. XXXXX Πέτρου, για να δει αν θα πληρωθούν οι επιταγές, ενώ η κα Άντρη Αρτέμη ήταν περισσότερο υπέυθυνη για το καταθετικό τμήμα (βλ. σελ. 12 των πρακτικών ημερ. 6.8.2019). Κληθείσα κατά την αντεξέτασή της να εξηγήσει πώς συμβαίνει να έχει περαστεί στον λογαριασμό πελάτη η ένδειξη χρέωσης για «stop payment» και τί σημαίνει αυτό, η κα Χαραλάμπους (ΜΚ9) εξήγησε ότι «Δεν μπορώ να θυμηθώ από αυτό τί έγινε ή πότε έγινε και γιατί έγινε. Πρέπει να υπάρχει το stop payment για να φαίνεται από το κομπιούτερ ότι ανακλήθηκαν οι επιταγές. Αν κάποιος έκαμε ημερολογιακή εγγραφή δεν μου λέει κάτι» (βλ. σελ. 16 των πρακτικών ημερ. 6.8.2019). Μετέπειτα διευκρίνισε ότι η χρέωση των €130 αντιστοιχεί «σε κάποιο ημερολόγιο που κάποιος έκαμε» (βλ. σελ. 18 τω ιδίων πρακτικών) και ότι το «Stop payment» γίνεται στο κομπιούτερ με τους αριθμούς των επιταγών και την υπογραφή του εκδότη, καθώς και το λόγο που τη σταματά. Για να βγάλει το κομπιούτερ ένδειξη για Stop payment, πρέπει να υπάρχει έντυπο που περάστηκε στο κομπιούτερ. Η ημερολογιακή καταχώρηση στην Κατάσταση λογαριασμού δεν λέει από μόνη της κάτι στην ΜΚ9 (βλ. σελ. 26 των πρακτικών). Πάντως, προτού τοποθετήσει τις σφραγίδες με την υπογραφή τις επί των επίδικων επιταγών, η ΜΚ9 ζητούσε και λάμβανε οδηγίες από τους προϊσταμένους της. Κατά την επανεξέτασή της, η ΜΚ9 δεν ήταν σε θέση να πει αν οι προϊστάμενοί της, κ.κ. XXXXX Αρτέμη και XXXXX Πέτρου, είχαν πρόσβαση στις ημερολογιακές καταχωρήσεις εντός του επίδικου λογαριασμού (βλ. σελ. 29 των πρακτικών). Αμφισβητεί, επίσης, ο συνήγορος των κατηγόρων την αξιοπιστία του ισχυρισμού του κατηγορούμενου 2 ότι, «περί τις αρχές Απριλίου 2013», που ισχυρίζεται ότι έδωσε την εντολή ανάκλησης των επιταγών, «βρισκόταν σε εξέλιξη στην Ελλάδα η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου», έτσι ώστε να ήταν αυτός βάσιμος λόγος ανάκλησης των επιταγών. Όσον αφορά την ακρίβεια του χρονικού προσδιορισμού που έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 για την διενέργεια από μέρους του της εντολής ανάκλησης, κρίνω ότι βοηθητική είναι η παραδοχή του ότι όταν αυτός μετέβη στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, του αναφέρθηκε ότι η πρώτη επιταγή που ήθελε να ανακαλέσει, είχε ήδη παρουσιαστεί και επιστραφεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Η σφραγίδα που φέρει η επιταγή που λήγει σε 9652 ως επιστραφείσα με την προαναφερθείσα ένδειξη χρονολογείται στις 11.4.
  4. Άρα, «οι αρχές Απριλίου» που λέγει ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να είναι πριν τις 11.4.
  5. Τούτο συνάδει και με το ότι τα τέλη ανάκλησης χρεώθηκαν στο λογαριασμό (Έγγραφο Δ) στις 15.4.2013 με αξία ίδιας ημέρας, άρα η εντολή ανάκλησης είναι πιο πιθανόν να δόθηκε μετά τις 11.4.2013, και κατά ή περί τις 15.4.
  6. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ4) προσκόμισε και κατέθεσε ως τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο ΚΖ, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 22/5/2020 από την υπεύθυνη του λογιστηρίου του ξενοδοχείου ΜΥΘΟΣ το φωτοαντίγραφο παραστατικού αρ. «ΔΛΠ-11-00251» με τίτλο «Πίστωση Χρηματικών Διαθεσίμων» για «Διάφορα έξοδα τραπεζών», αιτιολογία «ΕΞΟΔΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ», «XXXXX1000 ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ ΟΨΕΩΣ XXXXX2mythos» για ποσό ύψους €130.00-, για να δείξει ότι η σχετική καταχώρηση πίστωση διενεργήθηκε στις 15.4.
  7. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία δεν μπορεί να προσδοθεί από το Δικαστήριο βαρύτητα, αφ' ης στιγμής ο συντάκτης του εν λόγω εγγράφου ή/και ο αρμόδιος για το χειρισμό των συγκεκριμένης Πιστώσεως Χρηματικών Διαθεσίμων, δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξετασθεί για την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης και να κριθεί μέσα στη ζωντανή διαδικασία της δίκης για την αυθεντικότητα και αξιοπιστία του εγγράφου. Περιορίζομαι, λοιπόν, στον έλεγχο της αξιοπιστίας του Κατηγορούμενου 2 για τη δήλωσή του περί εντολής ανάκλησης, με βάση το ότι επαληθεύεται από την Κατάσταση του Λογαριασμού στη ΣΠΕ Κοντέας η χορήγηση μιας τέτοιας εντολής από το γεγονός ότι χρεώθηκε κατά η πέρί τις 15/4/2013 με τέλη ανάκλησης. Κρίνω επί τούτου αναγκαίο να επισημάνω ότι, δεν νοείται να αμφισβητεί την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού η πλευρά που επιλέγει να την καταθέσει πρώτη, εν προκειμένω η πλευρά των κατηγόρων (αναφέρομαι εδώ στο Έγγραφο Δ). Εάν ήθελαν οι κατήγοροι να αποδείξουν ότι όλες οι καταχωρήσεις στο Έγγραφο Δ ήταν ορθές, σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις, πιστώσεις και τα εκάστοτε υπόλοιπα λογαριασμού, με εξαίρεση μίαν μόνο καταχώρηση που αφορά στη χρέωση €130 για τα τέλη ανάκλησης συγκεκριμένων επιταγών, θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει αρμόδιο λειτουργό της τράπεζας για την τήρηση της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού ή/και για την τήρηση του ηλεκτρονικού συστήματος τήρησης της κατάστασης λογαριασμού, για να καταδείξει αν υπήρξε οποιοδήποτε σφάλμα στις καταχωρήσεις ή και οποιαδήποτε ανεπίτρεπτη επέμβαση σε αυτές για αλλοίωση ή προσθαφαίρεση σε αυτές. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από τους Κατηγόρους ενώπιόν μου, επομένως κρίνω ότι το Έγγραφο Δ κατατέθηκε για την αλήθεια του συνόλου του περιεχομένου του, περιλαμβανομένης της χρέωσης €130 στις «15/4/2013» με την περιγραφή «STOP PAYMENT ΕΠΓ XXXXX9665». Οι υπάλληλοι της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ που παρέλασαν ως μάρτυρες δεν έδωσαν θετική μαρτυρία περί άρνησης της αλήθειας του ισχυρισμού που συνίσταται στο ότι έγινε τέτοια χρέωση στο πλαίσιο της κανονικής λειτουργίας και τήρησης του λογαριασμού. Αγνοούσαν απλώς ποιος υπάλληλος έδωσε στο ηλεκτρονικό σύστημα την εντολή για τέτοια χρέωση. Δηλαδή, ουδείς ανέλαβε την ευθύνη για την επιβολή της χρέωσης για τα τέλη ανάκλησης, την ίδια ώρα που ουδείς αρνήθηκε ότι ορθά έγινε η χρέωση. Δεν γνώριζαν. Δεν το απέκλεισαν όμως. Η αμφιβολία που έμεινε να αιωρείται, γιατί η πελάτιδα εταιρεία χρεώθηκε με τέλη ανάκλησης, ενώ οι υπάλληλοι της τράπεζας συνέχισαν να αρνούνται την πληρωμή των επιταγών βάσει των ανεπαρκών υπολοίπων λογαριασμού αντί βάσει εντολής ανάκλησης, είναι αμφιβολία που διαταράσσει το συμπαγές της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, υπό την έννοια ότι δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να έγινε εσφαλμένος χειρισμός από πλευράς της τράπεζας. Κατά πόσον συνιστούσε βάσιμο λόγο για ανάκληση των επιταγών κατά ή περί τις 15/4/2013 το ότι κατ' ισχυρισμόν υπήρχε σε εξέλιξη διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που κίνησε το Ελληνικό Δημόσιο. Είναι σημαντικό παρά ταύτα να εξεταστεί με προσοχή η αλήθεια του ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2 ότι όταν αυτός έδωσε την εντολή ανάκλησης των επιταγών κατά ή περί τις 15/4/2013, βρισκόταν «σε εξέλιξη» στην Ελλάδα η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Για το θέμα του πότε άρχισε και πώς εξελίχθηκε η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, μαρτυρία έδωσαν։ - ο κ. XXXXX Πανιέρας - ΜΚ8 (βλ. το Έγγραφο Ζ και ιδίως τις παρα. 8 έως 11), ο οποίος ενεργούσε ως δικηγόρος των παραπονουμένων ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Ρόδου. - ο κ. XXXXX Παπαδημητρίου - ΜΥ1 (βλ. το Έγγραφο ΚΑ), εξωτερικός συνεργάτης της Κατηγορούμενης αρ. 1 για την οικονομική της διεύθυνση, ως λογιστικός και φοροτεχνικός σύμβουλος. - η κα XXXXX Χριστοδουλίδη - ΜΥ2 (βλ. το Έγγραφο ΚΓ), η οποία ενεργούσε ως δικηγόρος της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Ρόδου, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. - Ο κ. XXXXX Παναγή (Κατηγορούμενος 2 - ΜΥ4) - βλ. το Έγγραφο ΚΣΤ. Ο κ. Πανιέρας (ΜΚ8), στην παρα. 8 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Ζ, τοποθετεί τη Διαταγή Κατάσχεσης εις χείρας τρίτου να εκδόθηκε στις 13/5/2013 και παρουσιάζει ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ το Δικαστικό Έγγραφο Αναγκαστικής Κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοι κατάσχεσης στα χέρια της ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΤΗΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧ. ΑΕ (ΑΦΜ ΧΧΧΧΧ7313), ποσού 1.820.788,51 Ευρώ, για όσα η εταιρεία αυτή οφείλει ή μέλλεται να οφείλει στον οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου ΜΠΟΥΡΝΗΣ XXXXX ΧΑΡ. Πρόκειται δηλαδή για πράξη ή απόφαση που εκδόθηκε σχεδόν ένα μήνα μετά την ισχυριζόμενη εντολή ανάκλησης των επιταγών και τούτο γεννά ερωτηματικά για το πώς μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 ότι επικαλέστηκε κατά ή περί τις 15/4/2013 τη διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ως λόγο ανάκλησης των επιταγών, όταν τότε δεν είχε ακόμη εκδοθεί Διαταγή Κατάσχεσης. Ο Κατηγορούμενος 2 επιχείρησε να δώσει απάντηση στο πιο πάνω βασικό ερώτημα, για να διαφυλάξει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα, επεσήμανε στις παρα. 6 και 7 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο ΚΣΤ, ότι η Δ.Ο.Υ. Ρόδου προέβη σε έρευνα προκειμένου να εντοπίσει όσους είχαν συναλλαγές με τον XXXXX Μπουρνή και του όφειλαν χρηματικά ποσά, ώστε να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, με σκοπό να τα εισπράξει. Μεταξύ αυτών που ερευνήθηκαν ήταν και η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία συναλλάχθηκε με τον κ. Μπουρνή. Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε λεπτομέρειες για την εντολή ελέγχου που έγινε στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για την υπ'αριρθ. 38/12/ 12-2-2013 εντολή ελέγχου. Είπε επίσης ότι κατά τον έλεγχο, η Δ.Ο.Υ. Ρόδου διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε καταχωρημένη στα βιβλία της οφειλή €621.963,02σ. προς τον XXXXX Μπουρνή. Την οφειλή αυτή την είχε καταχωρήσει στα βιβλία της από 1/11/2012 δυνάμει των μεταχρονολογημένων επιταγών, μεταξύ των οποίων ήταν και οι επίδικες επιταγές συνολικού ποσού €140.000,00.- κομιστής των οποίων ήταν η παραπονούμενη εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ Α.Ε». Ήταν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 ότι, ναι μεν η Διαταγή Κατάσχεσης εκδόθηκε στις 13/5/2013, αλλά η έρευνα της Δ.Ο.Υ Ρόδου στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 διεξήχθη στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2013 και Απριλίου 2013, από την οποία διαφάνηκε ως ορατό το ενδεχόμενο να ακολουθούσε η διαταγή κατάσχεσης, γι' αυτό και ο ίδιος ενεργοποιήθηκε κατά ή περί τις 15/4/2013 για να αποτρέψει το ενδεχόμενο να πληρωθούν προς τη ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ Α.Ε. Από την άλλη, ο συνήγορος των Κατηγόρων αμφισβητεί έντονα την αλήθεια του ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2 ότι η Δ.Ο.Υ προέβη σε προειδοποιητική έρευνα στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 ή/και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έλαβαν το πλεονέκτημα να γνωρίζουν για την επικείμενη έκδοση Διαταγής κατάσχεσης προτού αυτή εκδοθεί! Υποβλήθηκε επανειλημμένα στον Κατηγορούμενο 2 από τον κ. Διογένους η θέση ότι είναι αδύνατο να γνώριζαν πριν τις 13/5/2013 για το ότι εκείνη τη μέρα θα εκδίδετο Διαταγή Κατάσχεσης. Αυτό το σημείο αντιδικίας είναι και το μόνο για το οποίο το Δικαστήριο χρειάζεται στην πραγματικότητα να ασκήσει έλεγχο αξιοπιστίας, αφού κατά τα λοιπά, τα γεγονότα σε ό,τι αφορά την παραπέρα εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας στην Ελλάδα γύρω για την Διαταγή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που εκδόθηκε στην Ελλάδα, είναι εν πολλοίς παραδεκτά. Παρατηρώ ότι και η κα Εύη Χριστοδουλίδη αναφέρθηκε στην παρα. 2Γ) της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο ΚΓ) σε έρευνα που έγινε στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου κατόπιν της εντολής ελέγχου με αρ. 38/12-2-2013, κατά την οποία εντόπισε την Κατηγορούμενη 1 ως εταιρεία που είχε συναλλαχθεί με τον κ. Μπουρνή, έχοντας οφειλές προς αυτόν. Αναφορά για τέτοιαν έρευνα κάνει και ο Παναγιώτης Παπαδημητρίου (ΜΥ1) στην παρα. 5 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο ΚΑ). Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι αμφότεροι οι μάρτυρες (ΜΥ1 και ΜΥ2) είναι συνεργάτες της Κατηγορούμενης αρ. 1, οι οποίοι αμείβονται για τις νομικές ή λογιστικές υπηρεσίες τους από την εταιρεία αυτήν, συνδέονται δε καθηκόντως με σχέση εμπιστοσύνης με την Κατηγορούμενη 1, γι' αυτό και δεν θα μπορούσα να τους θεωρήσω ως ανεξάρτητους μάρτυρες. Από την άλλη, όμως, δεν βλέπω το λόγο γιατί να αποκλείσω την αλήθεια του ισχυρισμού τους ότι διενεργήθηκε έρευνα από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2013 για να διαπιστωθεί αν είχε οφειλές προς τον Μπουρνή. Δεν έχω ενώπιόν μου οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από λειτουργό της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, για να απορρίψω ή και αποκλείσω παντελώς το ενδεχόμενο να έγινε τέτοια έρευνα. Εξάλλου, όπως ο Κατηγορούμενος 2 επισημαίνει στην παρα. 8Α της γραπτής του δήλωσης (βλ. το Έγγραφο ΚΣΤ), το Ελληνικό Δημόσιο είχε από παλαιότερα θέσει την Κατηγορούμενη 1 υπό έλεγχο, όταν στις 7/9/2012 εξέδωσε ανάλογη Διαταγή για κατάσχεση εις χείρας τρίτου με αρ. 24244/372/19-07/2012 κατά της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για να κατάσχει ποσά που αυτή όφειλε ή έμελλε να οφείλει προς τον κ. Μπουρνή μέχρι του ποσού των €1.582.546,31σ. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε τότε καταχωρήσει Αρνητική Δήλωση ισχυριζόμενη ότι δεν είχε οφειλές προς τον κ. Μπουρνή και το Ελληνικό Δημόσιο δεν προώθησε περαιτέρω τη διαδικασία. Φαίνεται όμως, ότι ήταν έκτοτε, ας μου επιτραπεί να πω, «υποψιασμένο» το Ελληνικό Δημόσιο για το ότι είχε συναλλαγές η Κατηγορούμενη 1 με τον XXXXX Μπουρνή, γι'αυτό και δεν αποκλείεται να την έθεσε εκ νέου στο στόχαστρο του ελέγχου της η Δ.Ο.Υ. Συνεπώς, δεν μπορώ να αποκλείσω, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ως αναληθή τη μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ4 ότι, της έκδοσης Διαταγής Κατάσχεσης στις 13/5/2013, προηγήθηκε έρευνα της Δ.Ο.Υ. στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 μεταξύ Φεβρουαρίου 2013 και Απριλίου 2013, η οποία έκανε τον Κατηγορούμενο αρ. 2 να πιθανολογήσει ως ορατό το ενδεχόμενο μιας νέας κινητοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου για κατάσχεση στα χέρια της του ποσού που είχε να πληρώνει προς τον κ. Μπουρνή υπό μορφή μεταχρονολογημένων επιταγών. Το ζήτημα που τίθεται είναι αν, μη υπάρχουσας οποιασδήποτε Διαταγής κατάσχεσης μέχρι τις 13/5/2013, νομιμοποιήτο ο Κατηγορούμενος 2 να δώσει εντολή ανάκλησης στην Τράπεζα αναφορικά με τις επιταγές που ήταν πληρωτέες μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Η απάντηση είναι αυστηρά νομικά όχι, εφόσον δεν υπήρχε κάτι το δεσμευτικό από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της Κατηγορούμενης 1 μέχρι τότε, για να της επιτρέπει να προβάλει το συγκεκριμένο λόγο ανάκλησης. Χρονολογικά, από αυτή την εντολή ανάκλησης, που ως αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, είναι πιο πιθανόν να δόθηκε από τον κατηγορούμενο 2 προς τη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ στις 15.4.2013, επηρεάζεται η επιταγή που λήγει σε «9653» και η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.4.2013 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Και πάλιν, όμως, επειδή αυτή η επιταγή φαίνεται από τη σφραγίδα της τράπεζας να παρουσιάστηκε για πληρωμή κατά ή περί τις 28/5/2013 στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ, κατέληξε να εμπίπτει στην περίοδο μετά τις 13/5/2013 όπου υπήρχε πλέον σε ισχύ η εκδοθείσα στις 13/5/2013 Διαταγή Κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για τις οφειλές της Κατηγορούμενης αρ. 1 προς τον κ. Μπουρνή, με αποτέλεσμα ο λόγος ανάκλησης της επιταγής που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος 2 να είχε τότε αποκτήσει πραγματικό έρεισμα. Άρα, η μόνη επιταγή για την οποία αναντίλεκτα δεν υπήρχε εντολή ανάκλησης σε ισχύ και η οποία επιταγή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι επεστράφηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή είναι (όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε στην παρα. 8.Θ) του «Εγγράφου ΚΣΤ», η επιταγή που λήγει σε «9652» που ήταν πληρωτέα στις 31.3.2013 η οποία επεστράφηκε ως απλήρωτη στις 11.4.2013 (β. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Για τη μη πληρωμή αυτής της επιταγής, στην οποία αφορά η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, δεν αποδείχθηκε στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων καμία βάσιμη υπεράσπιση από την εκδότρια της επιταγής Κατηγορούμενη 1 στο αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)ως αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Εφόσον ο κατηγορούμενος 2 παραδέχεται ότι, υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, είχε συστηματική συμμετοχή στην διαχείριση της εταιρείας και ενημερωνόταν τακτικά από το λογιστήριο της εταιρείας (βλ. την παρα. 3 του Εγγράφου ΚΣΤ), έπεται ότι όφειλε να είχε γνώση για το αν ο λογαριασμός παρουσίαζε επαρκή διαθέσιμα για να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α και, εφόσον η Κατηγορούμενη 1 δεν αντιμετώπιζε γενικό πρόβλημα ρευστότητας, όπως είναι η εκδοχή της Υπεράσπισης, όφειλε ο Κατηγορούμενος 2 να δείξει δέουσα επιμέλεια και εντιμότητα στο χειρισμό των εκκρεμοτήτων της Κατηγορουμένης αρ. 1 εν σχέση προς την πληρωμή της εν λόγω επιταγής. Τούτο, όμως, ως ζήτημα αστικής ευθύνης, εφόσον η ποινική ευθύνη του Διευθυντή ως συνεργού βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 δεν διακριβώνεται με βάση το πεδίο γνώσης που έχει κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή, αλλά αντίθετα διακριβώνεται με βάση τοπεδίο γνώσης που είχε ή όφειλε να έχει πίσω στο χρόνο που υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία που υπάρχει δεν τεκμηριώνει ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν απερίσκεπτος ή αδιάφορος κατά ή περί τις 26.10.2012 όταν υπέγραφε την επιταγή, για το αν θα είχε επαρκή διαθέσιμα κατά ή περί τις 11.4.2013. Δεν είναι αυτή η περίπτωση. Επομένως, ανεξάρτητα της αυστηρής ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης αρ. 1 για το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 1, ή/και τυχόν αστικής ευθύνης αμφότερων των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τη μη πληρωμή της επιταγής του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφπ Α, δεν εντοπίζω ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου 2 στην κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, για συνέργεια στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, βάσει του άρθρου 20 του ιδίου Νόμου. Οι μετέπειτα εξελίξεις στη διαδικασία Κατάσχεσης Εις Χείρας Τρίτου, δείχνουν κατά την κρίση μου ότι οι παραπονούμενοι - εδώ κατήγοροι ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ, είχαν και γνώση και συμμετοχή στη δικαστική διαδικασία κατάσχεσης στην Ελλάδα. Η καταχώρηση στις 18.2.2015 του παρόντος Κατηγορητηρίου και η περαιτέρω προώθησή του παράλληλα προς τα τεκταινόμενα ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης προσλαμβάνει μια καταχρηστική διάσταση, αν ληφθούν υπόψη τα εξής αναντίλεκτα γεγονότα։ - Στις 14.5.2013 επιδόθηκε το Κατασχετήριο Έγγραφο στην εδώ Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΤΗΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧ. ΑΕ (βλ. τον ισχυρισμό του ΜΚ8 κ. Πανιέρα στην παρα. 8 του Εγγράφου Ζ, ο οποίος επιβεβαιώνεται με το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Ζ για το ότι πράγματι στις 14.5.2013 κοινοποιήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 το εν λόγω Κατασχετήριο). - Στις 21.5.2013 η εταιρεία ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΤΗΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ (εδώ Κατηγορούμενη 1) καταχώρησε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου τη λεγόμενη «Δήλωση Τρίτου» (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Ζ), με την οποία ισχυρίστηκε ότι «Δεν υπάρχει ουδεμία οφειλή της εκπροσωπούμενης εταιρείας προς τον XXXXX Μπουρνή του Χαραλάμπους με ΑΦΜ [.]», θεωρώντας, όπως εξήγησε η πληρεξούσια δικηγόρος κα Χριστοδουλίδη (ΜΥ2) στο Έγγραφο ΚΓ ότι ο κ. Μπουρνής είχε ήδη εξοφληθεί με την παράδοση των επιταγών, (μεταξύ των οποίων ήταν και οι επίδικες που είχαν εν τω μεταξύ μεταβιβαστεί από εκείνον στην εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ»). - Στις 29/7/2013 το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε Ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της Αρνητικής Δήλωσης Τρίτου και να υποχρεωθεί η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο ολόκληρο το ποσό της κατάσχεσης δηλαδή το ποσό των 1.820.788,51 θεωρώντας ανακριβή τη Δήλωσή της κατηγορούμενης εταιρείας αρ. 1 περί μη υπάρχοντος χρέους προς τον κ. Μπουρνή και υποστηρίζοντας ότι οι επιταγές δόθηκαν προς εξασφάλιση και όχι προς εξόφληση της απαίτησης του κ. Μπουρνή (Βλ. το έγγραφο Ανακοπής επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ). - Στη δίκη που άρχισε το Ελληνικό Δημόσιο με την ως άνω Ανακοπή, η εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ Α.Ε» άσκησε Κύρια Παρέμβαση την 17/03/2015 (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ), με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι οι επιταγές με εκδότη την κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1, που δόθηκαν από τον οφειλέτη του Δημοσίου XXXXX Μπουρνή στην παραπονούμενη εταιρεία, πρέπει να πληρωθούν. Ουσιαστικά, ζητούσε να πληρωθούν οι επιταγές και να μη δοθεί το ποσό που ενσωματώνουν στο Δημόσιο. Παραστάθηκε η ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ κατά την ακρόαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στις 15.10.2015 και επιφυλάχθηκε η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (βλ. το Έγγραφο Ι). - Οι Προτάσεις που κατέθεσε η εδώ Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στις 26.2.2015 εμφαίνονται στο Έγγραφο ΚΔ. Δοκίμασε εκεί να προβάλει ένα διαδικαστικό επιχείρημα, ότι εφόσον οι επιταγές είχαν ήδη παραδοθεί στον κ. Μπουρνή πριν την επιβληθείσα κατάσχεση και παρέμειναν στα χέρια του ή/και στα χέρια της ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ, η κατάσχεση ήταν ανυπόστατη διότι δεν ενσωμάτωνε τους πιστωτικούς τίτλους και δεν αρκούσε η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στους τρίτους (βλ. σελ. 6 του Εγγράφου ΚΔ). Δοκίμασε επιπλέον και ένα ουσιαστικό επιχείρημα, ότι εφόσον ήταν μεταχρονολογημένες οι επιταγές, δεν επιτρεπόταν η ανάκλησή τους πριν από την εκπνοή της ημερομηνίας εμφάνισής τους, διότι αυτό θα δημιουργούσε στον κομιστή δικαίωμα αναγωγής και αποζημίωσης (βλ. σελ. 7 του Εγγράφου ΚΔ). - Απορρίφθηκε η ανωτέρω επιχειρηματολογία. Συγκεκριμένα, επί της ως άνω Ανακοπής του Δημοσίου και Κύριας Παρέμβασης της εταιρείας «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ Α.Ε.», εξεδόθη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου η με αριθμό 27/2016 Απόφαση (βλ. το Έγγραφο Η), η οποία δέχθηκε εν μέρει την Ανακοπή του Δημοσίου, διατάσσοντας την κατηγορούμενη εταιρεία να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό που όφειλε στον Ευτύχιο Μπουρνή, ενώ απέρριψε εξ ολοκλήρου την Κύρια Παρέμβαση της εταιρείας «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ Α.Ε.». - Κατά της ως άνω απόφασης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στις 16/03/2017 Έφεση, με την οπία επανέφερε το αρχικό αίτημα του, δηλαδή η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτό, ολόκληρο το ποσό της κατάσχεσης, στο οποίοι συμπεριλαβανόταν και το ποσό των επιταγών που δόθηκαν στον κύριο Μπουρνή και που ο τελευταίος έδωσε στην εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ» και μάλιστα νομιμοτόκως. Δικάσιμος για τη συζήτηση της ως άνω έφεσης είχε αρχικά οριστεί στις 12.1.2018 και κατόπιν αιτήματος αναβολής συζητήθηκε τελικά την 11/01/2019 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά τη συζήτηση της έφεσης η εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ» δεν παραστάθηκε αν και είχε δικαίωμα και παρά το ότι το Δημόσιο της είχε κοινοποιήσει την έφεση του. - Στις 19/6/2019 εξεδόθη Απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (βλ. το Έγγραφο Θ), με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επανέλαβε την πρωτόδικη απόφαση, με τη διαφορά, ότι αυτή τη φορά, διέταξε το ποσό να αποδοθεί από την κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 στο Ελληνικό Δημόσιο, εντόκως (βλ. το Έγγραφο ΚΕ). Η απόφαση του Εφετείου είναι εκτελεστή και το Ελληνικό Δημόσιο, δια μέσω της Δ.Ο.Υ. Ρόδου θα βεβαιώσει το ποσό, σε βάρος της κατηγορούμενης εταιρείας αρ.
  1. Όπως εξήγησε η ΜΥ2, κα Χρστοδουλίδη, της οποίας η εμπειρογνωμοσύνη ως γνώστη του Ελληνικού δικαίου δεν αμφισβητήθηκε ενώπιόν μου, κατά πάγια νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, οι μεταχρονολογημένες επιταγές, δεν αποτελούν εξόφληση της οφειλής, διότι δεν δίδονται «αντί καταβολής», αλλά «χάριν καταβολής». Κατά κάποιον τρόπο δημιουργούν δικαίωμα προσδοκίας στον κομιστή να πληρωθεί και δεν αποτελεί η παράδοση τους εξόφληση. Η μεταχρονολογημένη επιταγή, στο Ελληνικό Δίκαιο, έχει καθιερωθεί εθιμικά και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, που αποτελούν πηγή δικαίου. Στην περίπτωση των μεταχρονολογημένων επιταγών, συμβαίνει κατά πάγια πρακτική, να μην εμφανίζονται νωρίτερα προς πληρωμή, παρά μόνο κατά την ημερομηνία που φέρουν στο σώμα τους. Τα πιο πάνω φαίνονται, πράγματι, ως αποφασισθέντα στην σελ. 7 προς 8 της Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ως το Έγγραφο Η, το οποίο στη σελ. 9 της ίδιας απόφασης προχώρησε και είπε ότι αντί η Καθ'ης να(εδώ Κατηγορούμενη 1 εταιρεία) να είχε καταχωρήσει Δήλωση Τρίτου με την οποία αρνήτο ότι είχε οφειλή προς τον κ. Μπουρνή δυνάμει εργολαβικού ανταλλάγματος, θα έπρεπε να είχε αναγνωρίσει εκείνην την οφειλή και να αποδεχόταν την κατάσχεσή της προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά παράλληλα να δήλωνε ότι είχε αναλάβει παράλληλη υποχρέωσή της από τίτλο εις διαταγή (δηλαδή τις επιταγές), την οποία και θα εκπλήρωνε προς όφελος του νόμιμου κομιστή τους. Σε αυτό το σημείο στάθηκε αρκετά στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ενώπιόν μου και ο δικηγόρος της ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ, κ. Πανιέρας (ΜΚ8), ερμηνεύοντας την εν λόγω απόφαση (βλ. την παρα. 12 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Ζ) κατά τρόπο που να σημαίνει ότι, το Πρωτοδικείο Ρόδου αναγνώρισε την ύπαρξη ενοχικής σχέσης από επιταγές, αλλά έκρινε αναρμόδιο το ίδιο να αναγνωρίσει την απαίτηση της ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ να πληρωθεί τις επιταγές από την Καθ'ης εταιρεία - εδώ Κατηγορούμενη 1, επειδή η κατάσχεση αφορούσε μόνο την απαίτηση που προέκυπτε από την αιτία σύμβασης έργου μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και του Ευτύχιου Μπουρνή. Είναι επί του πιο πάνω σημείου, που η νομική γνώμη της κας Χριστοδουλίδη (ΜΥ2) ως συμβούλου της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας - Καθ'ης στην πιο πάνω διαδικασία κατάσχεσης, είναι ότι η πιο πάνω θεώρηση των πραγμάτων από το Πρωτοδικείο Ρόδου δημιούργησε μια άδικη κατάσταση για την εν λόγω Κατηγορούμενη εταιρεία, γιατί οδηγούσε την εταιρεία στο να πληρώσει δύο φορές το ίδιο ποσό. Παραπέμπω στο «Έγγραφο ΚΓ», όπου η ΜΥ2 δηλώνει τα εξής։ «Εφόσον λοιπόν κα κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, διατάχθηκε να καταβάλει το ποσό των επίδικων επιταγών στο Ελληνικό Δημόσιο, εξοφλώντας έτσι το χρέος του οφειλέτη του Δημοσίου XXXXX Μπουρνή, έχει αποσβεστεί η ενοχή της έναντι του κυρίου Μπουρνή (οφειλέτη του Δημοσίου) και δεν υφίσταται κανένα νόμιμο έρεισμα κατά την δική μου άποψη και θέση, να καταβάλλει και δεύτερη φορά το χρέος του XXXXX Μουρνή προς την παραπονούμενη εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ». Η συγκεκριμένη περίπτωση, σαφώς δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση, όπου ο οφειλέτης από δυστροπία, δεν κάλυψε τις επιταγές που εξέδωσε. Στην περίπτωση μας, πριν την πληρωμή των επίδικων επιταγών, ενεπλάκη το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που καθιστά την υπόθεση ιδιαίτερη. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρώ ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η συγκεκριμένη υπόθεση και από το Δικαστήριο σας, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της, λαμβάνοντας υπόψιν, ότι δεν είναι δυνατό, σε κανένα δικαϊκό σύστημα να υποχρεωθεί οφειλέτης να καταβάλλει την οφειλή του δυο φορές, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον καταχρηστικό και θα αντέβαινε στις αρχές του Δικαίου. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί, ότι εάν η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 εξοφλούσε τα ποσά των επίδικων επιταγών, ούτως ώστε να ικανοποιηθεί η παραπονούμενη εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ» και δεν τα απέδιδε στο Ελληνικό Δημόσιο, θα τελούσε το ποινκό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο.», Ως καίριας σημασίας ζήτημα αναφύεται, στην παρούσα υπόθεση, το πότε πραγματοποιείται η εξόφληση χρέους με επιταγή. Έχω εξετάσει το ζήτημα και από σκοπιάς Κυπριακού δικαίου. Το ζήτημα αυτό πραγματεύεται ο Χρ. Λουκά στο ανωτέρω Σύγγραμμά του, «Τραπεζική Επιταγή», Κεφ.2, σελ.77, όπου αναφέρονται τα εξής։ «
  2. Πότε πραγματοποιείται η εξόφληση χρέους με επιταγή. Η επιταγή είναι μέσο πληρωμής και ισοδυναμεί με μετρητά (Βλ. Oleksandr Sotnyk v M/V KIMBERLY, Nova (jersey) Knit Ltd v Kammgarn Spinnerel Gmb
(1977)All ER (HL) 463).) Με την επιταγή ο εκδότης πληρώνει χρέος που οφείλει σε κάποιο δανειστή του. Το ερώτημα είναι πότε θεωρείται ότι εξοφλείται το χρέος του εκδότη προς το δανειστή του; Θεωρείται, άραγε, ότι ο εκδότης πληρώνει το χρέος του από την ημέρα της έκδοσης της επιταγής; Ποια είναι άραγε η ισχύς της απόδειξης που δίνει ο δανειστής προς τον εκδότη εάν η επιταγή δεν πληρωθεί; Η εξόφληση χρέους με επιταγή τελεί υπό την αίρεση της πληρωμής της επιταγής από την τράπεζα (Βλ. Hadley v Hadley
(1898)2 Ch 680 - Home (Bankrupt), Ex parte the Trustee v Kensington Borough Council
(1951)Ch 85 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελίδα 38). Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα, πότε εξοφλείται χρέος με επιταγή, είναι ότι η εξόφληση γίνεται από τη στιγμή που εισπράττεται η επιταγή από το δικαιούχο (Βλέπε Home (a bankrupt), Ex parte the Trustee v Kensington Borough Council
(1951)Ch.85 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελίδα 38). Και εάν ο δικαιούχος εκδώσει απόδειξη είσπραξης της επιταγής προτού πληρωθεί η επιταγή, η απόδειξη αυτή είναι χωρίς αποτέλεσμα (Βλέπε Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελίδα 39). [.] Ο χρόνος πληρωμής της επιταγής μπορεί, υπό ορισμένες περιπτώσεις, να είναι ουσιώδης. Ένα παράδειγμα θα το επεξηγήσει։ ο εκδότης εκδίδει επιταγή προς το δημαρχείο για πληρωμή ενοικίου ενός υποστατικού που εκμισθώνει από αυτό. Το δημαρχείο καταθέτει την επιταγή στο λογαριασμό του και, την ίδια ημέρα που κατατίθεται η επιταγή προς είσπραξη, ο εκδότης κηρύσσεται σε πτώχευση. Η επιταγή εκκαθαρίζεται σε 4 ημέρες μετά την πτώχευσή του. Ο επίσημος παραλήπτης ζητάει δήλωση του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι το ποσό της επιταγής αποτελεί περιουσία του πτωχεύσαντα και όχι του δημαρχείου. (Τα γεγονότα είναι από την υπόθεση Home (bankrupt) Ex parte the Trustee v Kensington Borough Council
(1951)Ch.85 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελ. 38.) Σε τέτοια περίπτωση το ποσό της επιταγής αποτελεί περιουσία του πτωχεύσαντα και το δημαρχείο οφείλει να το επιστρέψει στον επίσημο παραλήπτη (βλ. Home (a Bankrupt), Ex part eth Trustee v Kensington Borough Council
(1951)Ch.85 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελ. 38 - Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 430, παράγραφος 852(q)).». Υπό το φως των πιο πάνω, δικαιολογείται και από πλευράς Κυπριακού Δικαίου η θέση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο Ρόδου ότι εφόσον οι επιταγές προς τον κ. Μπουρνή δεν είχαν ακόμη πληρωθεί, έπεται ότι δεν είχε εξοφληθεί ούτε και η οφειλή της Κατηγορούμενης αρ. 1 προς αυτόν και άρα χωρούσε κατάσχεσης. Το ίδιο Σύγγραμμα του Χρ. Λουκά εξετάζει στην παρα. 49, σελ. 89 έως 96 την περίπτωση όπου εκδίδεται «Διάταγμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (writ of attachment)». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα։ «49. Διάταγμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (writ of attachment). Η εξουσία της τράπεζας να πληρώνει επιταγές πελάτη τερματίζεται στην περίπτωση που υπάρχει νομικό κώλυμα, όπως είναι για παράδειγμα, η έκδοση και επίδοση στην τράπεζα διατάγματος δικαστηρίου. Ένα τέτοιο διάταγμα είναι το λεγόμενο διάταγμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (writ of attachment). [.] Στο τραπεζικό δίκαιο, η τράπεζα θεωρείται οφειλέτης του πελάτη της και επομένως ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει δικαίωμα να κατάσχει χρήματα που είναι στα χέρια της τράπεζας. Όταν λοιπόν επιδοθεί στην τράπεζα διάταγμα που διατάζει την κατάσχεση ολόκληρου του ποσού που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό του πελάτη, η εξουσία της τράπεζας να πληρώσει επιταγές από το λογαριασμό αυτό τερματίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα δεν δικαιούται να πληρώσει οποιαδήποτε εκδιδομένη επί του λογαριασμού αυτού επιταγή, έστω και αν γνωρίζει ότι το οφειλόμενο από τον πελάτη της προς τον τρίτο ποσό είναι πολύ μικρότερο από το υπόλοιπο λογαριασμού, τότε ο διευθυντής μπορεί ν' ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, με δικό του πάντοτε κίνδυνο, και να επιτρέψει την πληρωμή επιταγών (βλ. Lord Chorley, Law of Banking, 6η έκδοση, σελ. 66). [.] Τα χρήματα που υπόκεινται σε κατάσχεση είναι εκείνα που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό πελάτη κατά το χρόνο επίδοσης του διατάγματος κατάσχεσης (βλ. Clegg v Bromley
(1912)3 K.B.107 - Webb v. Stenton
(1883)11 Q.B.D. 518, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 319, σελ. 171(q)). [.].». Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε μαρτυρία να επιδόθηκε ποτέ στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ οποιοδήποτε Διάταγμα κατάσχεσης του ποσού που διατηρούσε η Κατηγορούμενη αρ. 1 στο λογαριασμό της ή/και κατάσχεσης των επίδικων επιταγών. Δεν ήταν δεσμευμένη η ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ υπ' αυτή την έννοια να μην πληρώσει τις επιταγές που παρουσίασε η παραπονούμενη εταιρεία. Παρέμενε η κατά το γενικό τραπεζικό δίκαιο συμβατική δέσμευση της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ έναντι του πελάτη της (ως ήταν η Κατηγορούμενη αρ. 1) να πληρώνει οποιαδήποτε επιταγή, εκτός αν ο εν λόγω πελάτης ανακαλούσε με δική του ρητή οδηγία την εντολή πληρωμής. Εδώ, έχω ήδη δεχθεί ότι η Κατηγορούμενη αρ. 1, διαμέσω του Κατηγορούμενου 2, απέδειξε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανόν παρά να μην είναι, το ότι έδωσε κατά ή περί τις 15/4/2013 επιτόπου στο κατάστημα της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ στη Λάρνακα εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών, για να αποφύγει να πληρώσει το ποσό αυτό μια φορά προς το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της Αναγκαστικής Κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και δεύτερη φορά προς την ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ δυνάμει του τίτλου επιταγών, εφόσον στην πραγματικότητα η ίδια χρωστούσε το εν λόγω ποσό προς τον Ευτύχιο Μπουρνή και εκείνος οπισθογράφησε τις επιταγές για εξόφληση δικών του οφειλών προς την ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ, όπως ρητά αναγνωρίζει το Συμφωνητικό Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Κατά την κρίση μου, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, τούτο συνιστούσε έντιμη ή/και εύλογη αιτία ανάκλησης. Συγχρόνως, κρίνω ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε ως ανωτέρω την εντολή ανάκλησης δείχνουν ότι τα γεγονότα δεν ήταν τέτοια που να μπορούσε να τα είχε προβλέψει ως ο ιθύνων νους της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά το χρόνο που είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές για να τις εκδώσει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταλήγω να καταδικάζω την κατηγορούμενη 1 μόνο στην κατηγορία 1 επί του κατηγορητηρίου. Σε όλες τις άλλες κατηγορίες (αρ. 2, 5, 6, 9, 10. 13, 14, 17, 18, 21, 22, 25, 26, 29 και 30), οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται, με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εναντίον των παραπονουμένων - κατηγόρων. (υπ).......... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 75 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 προβλέπει ότι η εξουσία της τράπεζας να πληρώνει επιταγές του πελάτη της τερματίζεται: (α) με την ανάκληση της επιταγής, και (β) με τη γνωστοποίηση του θανάτου του πελάτη. [2] Βλέπε Curtice v London, city Midland Bank Ltd
(1908)1 K.B. 293 - Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)43 T.L.R 124 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελίδες 69-72. [3] Βλέπε σχετικά Κεφάλαιο 4, σελ. 147 Τόμου 1 του βιβλίου αυτού. Εκεί αναφέρεται ότι ο εκδότης που εκδίδει απλήρωτη επιταγή υπέχει αστική και ποινική ευθύνη απέναντι στον δικαιούχο της. Αστική ευθύνη έχει επίσης και ο οπισθογράφος εάν δεν πληρωθεί η επιταγή που μεταβίβασε με οπισθογράφηση. Για να καταστούν όμως τα πρόσωπα αυτά υπόλογα πρέπει να ειδοποιηθούν ότι δεν πληρώθηκε η επιταγή που εξέδωσαν ή οπισθογράφησαν. Πρέπει δηλαδή με βάση το νόμο να δοθεί ειδοποίηση στα πρόσωπα αυτά η ειδοποίηση μη πληρωμής. [4]Βλ. το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. [5] Η περίπτωση της απώλειας περιλαμβάνει την κλοπή, υπεξαίρεση κλπ της επιταγής. [6] Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και σε μια απόφαση του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και μετέπειτα Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδη που εξέδωσε στην υπόθεση Chr. Malakassas Co. Ltd v National Bank of Greece, αριθμός, αγωγής 252/70. [7] Πότε είναι αποτελεσματική η ανάκληση, βλέπε παράγραφο 62 του κεφαλαίου αυτού., βλέπε επίσης Curtice v London, City and Midland Bank Ltd
(1908)1K.B. 293 - Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)43 T.L.R. 124 - Leading Cases in the Law of Banking - 4η έκδοση, σελίδες 69-72. [8] Βλέπε για παράδειγμα την υπόθεση Reade v Royal Bank of Ireland
(1922)I.R. 22 (Στην υπόθεση αυτή ο ενάγων διατηρούσε δυο λογαριασμούς στην εναγόμενη τράπεζα. Εξέδωσε επιταγή επί του ενός λογαριασμού, την οποία αργότερα αποφάσισε ν' ανακαλέσει. Έστειλε τηλεγράφημα «σταματήστε την πληρωμή της επιταγής 50635 που εξέδωσα προς τον McEbtyre Reade». Ο υπάλληλος καταχώρησε την εντολή ανάκλησης στα βιβλία του ενός λογαριασμού, και όταν η επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή, αυτή πληρώθηκε και χρεώθηκε στον άλλο λογαριασμό. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ανάκληση ήταν αποτέλεσμα και η τράπεζα δεν μπορούσε να χρεώσει το λογαριασμό). Βλέπε επίσης Twibell v London Suburban Bank
(1869)W.N. 127 - Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελίδα 196, παράγραφο 365 (c). [9] Για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, γενικά, βλέπε κεφάλαιο 4, παράγραφο 50 του Τόμου 1 του βιβλίου αυτού. [10] [11] Βλέπε L.C. Mather, Banker and Customer Relationship & the Accounts of Personal Customers, 3η (αναθεωρημένη) έκδοση 1966, σελίδα 116 - Questions on Banking Practice, 11η έκδοση, παράγραφος 372. [12] Βλέπε παράγραφο 63 του κεφαλαίου αυτού. [13] Βλέπε παράγραφο 64 του κεφαλαίου αυτού. [14] Βλέπε παράγραφο 67 του κεφαλαίου αυτού. Βλέπε επίσης Curtice v London City and Midland Bank Ltd
(1908)1 K.B. 293 - Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)43 T.L.R. 124 - Leading Cases in the law of Banking, 4η έκδοση, σελίδες 69-72. [15] Βλέπε παράγραφο 66 του κεφαλαίου αυτού. [16] Βλέπε Τόμο 1, σελίδες 176-177 του βιβλίου αυτού. [17] Βλέπε Τόμο 1, σελίδες 179-183 του βιβλίου αυτού. [18] Βλέπε Westminster Bank Ltd v Hilton
(1926)42 T.L.R. 124 - Leading Cases in the Law of Banking, 4η έκδοση, σελίδες 69-72. [19] Στην υπόθεση Burnet v Westminster Bank
(1966)1.Q.B. 742 η τράπεζα θεωρήθηκε υπεύθυνη για την πληρωμή ανακληθείσας επιταγής. Στην υπόθεση αυτή ο εκδότης διατηρούσε δυο λογαρι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.