← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Θωμά, Αρ. Υπόθεσης: 9118/2016, 26/10/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Θωμά, Αρ. Υπόθεσης: 9118/2016, 26/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9118/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. XXXXX Θωμά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26/10/2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Γιάλλουρου. Για κατηγορούμενο: κα Θωμά. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για απείθεια σε νόμιμη διαταγή κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως ακολούθως: «Ο κατηγορούμενος στις 22/7/2015 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας απείθησε εις διάταγμα εκδοθέντος υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εις Ποινική υπόθεση με αριθμό 9418/14 του οποίου διάτασσε το όπως εντός τριών μηνών από τις 21/4/2015 να παραχωρήσει προς το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων απαιτούμενα στοιχεία δηλαδή Λογαριασμούς για τα έτη 2009 - 2011 και στοιχεία ως η ασφαλισμένη επιστολή ημερομηνίας 26/4/2013». Στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης μαρτυρία έδωσαν συνολικά 8 μάρτυρες, ήτοι πέντε μάρτυρες κατηγορίας και τρείς μάρτυρες υπεράσπισης. Μαρτυρία έδωσε επίσης και ο κατηγορούμενος. Καταγράφοντας τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την επίδικη διαφορά, ως προκύπτουν από την αναντίλεκτη μαρτυρία, αυτά εν ολίγοις, συνίστανται στο βασικό γεγονός της έκδοσης διατάγματος εναντίον του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, την 21η Απριλίου 2015, στην ποινική υπόθεση 9418/14, εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όφειλε, εντός τριών από την έκδοση του, να υποβάλει δηλώσεις εισοδήματος και ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2009-

  1. Ο κατηγορούμενος δεν κατάθεσε ελεγμένους λογαριασμούς εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος και ούτε έχει συμμορφωθεί (ή τουλάχιστον μέχρι τη μέρα που επιφυλάχθηκε η απόφαση δεν είχε συμμορφωθεί). Επικαλείται αδυναμία συμμόρφωσης, ισχυρισμό που η κατηγορούσα αρχή απορρίπτει. Επιγραμματικά θα καταγράψω τη μαρτυρία που έχει δοθεί και περισσότερες λεπτομέρειες θα παρατεθούν, εάν κριθεί απαραίτητο, κατά το στάδιο αξιολόγησης. Μάρτυρας Κατηγορίας 1: XXXXX Λάρκου Είναι Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατάθεσε ως τεκμήριο το διάταγμα ημερομηνίας 21/4/
  2. Μάρτυρας Κατηγορίας 2: Αστ. XXXXX, XXXXX Ομήρου Είναι η ανακριτής της υπόθεσης. Προχώρησε σε διερεύνηση μετά από καταγγελία από το Τμήμα Φορολογίας. Έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς. Μάρτυρας Κατηγορίας 3: XXXXX Κυριάκου. Είναι υπεύθυνη του τμήματος Δικαστηρίου του Επαρχιακού Γραφείου Τμήματος Φορολογίας Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος σε σχέση με το διάταγμα που εκδόθηκε συμμορφώθηκε μερικώς. Έχει καταθέσει τις φορολογικές δηλώσεις αλλά δεν έχει καταθέσει τους ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2009-
  3. Με το φάκελο του κατηγορουμένου ασχολήθηκαν διάφοροι υπάλληλοι του Τμήματος. Έγιναν κάποιες συναντήσεις με τον κατηγορούμενο. Τελευταία επικοινωνία, που είχε υπόψη της, ήταν επιστολή του λογιστή του κατηγορουμένου ημερομηνίας 3/3/
  4. Ο κατηγορούμενος είχε αποστείλει κάποια έγγραφα στο Τμήμα Φορολογίας, αλλά ουδέποτε κατάθεσε ελεγμένους λογαριασμούς. Υπήρξε θέση της Υπεράσπισης ότι με επιστολή του Τμήματος Φορολογίας ημερομηνίας 26/3/2028 (τεκμήριο 7), είχε ζητηθεί από τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει εναλλακτικά έγγραφα και να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταχώρησης λογαριασμών, θέση που η μάρτυρας απέρριψε υποδεικνύοντας ότι στο εν λόγω Τεκμήριο 7, στο σημείο Β, εξακολουθούσαν να ζητούν την καταχώρηση ελεγμένων λογαριασμών. Μάρτυρας Κατηγορίας 4: XXXXX Άγκονα: Εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας (πρώην γραφείο Φόρου Εισοδήματος). Ο φάκελος που αφορούσε τον κατηγορούμενο «χρεώθηκε» στη μάρτυρα τον Απρίλη του 2013 και μέχρι και τις 23/4/2018 που είχε μετατεθεί στο Παραλίμνι η ίδια χειριζόταν τον εν λόγω φάκελο. Όταν έφυγε για Παραλίμνι την υπόθεση του κατηγορουμένου ανέλαβε η κυρία Κόκκινου. Επειδή τα εισοδήματα του κατηγορουμένου ξεπερνούσαν τις €70.000 είναι υποχρεωμένος σύμφωνα με το νόμο να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς. Ο κατηγορούμενος, αντί ελεγμένους λογαριασμούς είχε στείλει διάφορα στοιχεία τα οποία ήταν ανεπαρκή. Έγινε συνάντηση σε σχέση με το ζήτημα των φορολογικών εκκρεμοτήτων του κατηγορουμένου. Ακολούθως της συνάντησης αυτής, έχει σταλεί στον κατηγορούμενο η επιστολή τεκμήριο 7 στην οποία καταγράφονται τα στοιχεία με τα οποία αναμενόταν να εφοδιάσει το Τμήμα Φορολογίας. Στην εν λόγω επιστολή ξεκάθαρα γίνεται αναφορά σε ελεγμένους λογαριασμούς. Η θέση της Υπεράσπισης υπήρξε ότι ήταν αδύνατο να ετοιμαστούν οι ελεγμένοι λογαριασμοί λόγω της έλλειψης των απαραίτητων στοιχείων. Η μάρτυρας εξήγησε ότι τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται για ετοιμασία των λογαριασμών είναι όλα στη διάθεση του φορολογούμενου, εφόσον είναι στοιχεία τα οποία είναι υπό τον έλεγχο του και αφορούν τιμολόγια, έξοδα, τραπεζικούς λογαριασμούς, καταθέσεις τραπεζών, μισθοί που έχουν πληρωθεί, πληρωμές σε συνεργάτες κοκ. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που πρέπει να υπάρχουν στους ελεγμένους λογαριασμούς και τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση εξέτασης των φορολογικών υποχρεώσεων του κατηγορουμένου. Αναφορικά με τις προσπάθειες του κατηγορουμένου να επικοινωνήσει και να συναντηθεί με το Τμήμα Φορολογίας, σύμφωνα με το αρχείο που κράτησε, υπήρξαν συναντήσεις και επικοινωνίες ως ακολούθως:
  5. Συνάντηση ημερομηνίας 9/5/2013, η οποία αφορούσε εκπρόθεσμες ενστάσεις που είχε καταθέσει για τα έτη 2003, 2007-
  6. Την 1/7/2013 έγινε συνάντηση με τον υπεύθυνο επαρχιακό. Η συνάντηση αυτή έγινε γιατί εντοπίστηκαν επιπρόσθετα εισοδήματα. Έγιναν δεκτές οι ενστάσεις του και συμφωνήθηκε να πληρωθεί ο μη αμφισβητούμενος φόρος.
  7. Στις 24/9/2013 ο κατηγορούμενος πήγε στο Τμήμα Φορολογίας, πληρώθηκε ο μη αμφισβητούμενος φόρος. Του τονίστηκε ότι οι ενστάσεις και η υπόθεση είναι υπό εξέταση και ότι θα εξεταστούν με την υποβολή επιπρόσθετων στοιχείων.
  8. 27/2/2018 συνάντηση στο Τμήμα Φορολογίας μετά από επιστολή του κατηγορουμένου ημερομηνίας 6/2/
  9. Είχε επίσης τηλεφωνικές επικοινωνίες ή επικοινωνία μέσω τηλεομοιότυπου με τον κατηγορούμενο για τις οποίες κράτησε σημειώσεις ως ακολούθως:
  10. 2/7/2013 (τηλεφωνική επικοινωνία),
  11. 18/7/2017 (τηλεφωνική επικοινωνία), και
  12. απάντηση σε τηλεομοιότυπο του κατηγορουμένου το οποίο οδήγησε στη συνάντηση ημερομηνίας 27/2/
  13. Σε υποβολές ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 7 είχαν αποσταλεί όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την ετοιμασία των ελεγμένων λογαριασμών, η μάρτυρας εξήγησε ότι το Τμήμα Φορολογίας ΔΕΝ ετοιμάζει ελεγμένους λογαριασμούς. Αυτό είναι κάτι το οποίο κάνουν οι ελεγκτές. Η θέση της δικηγόρου του κατηγορουμένου υπήρξε ότι εφόσον ικανοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο 7 από τα 9 στοιχεία που καταγράφονται στο Τεκμήριο 7, τότε έπρεπε να ετοιμαστούν οι λογαριασμοί. Η μάρτυρας εξήγησε ότι στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται η απαίτηση για συμμόρφωση με την υποχρέωση για καταχώρηση ελεγμένων λογαριασμών και πως τα περαιτέρω στοιχεία που ζητήθηκαν ήταν επικουρικά και προς υποστήριξη των λογαριασμών. Το σημαντικότερο που προσπάθησε να αναδείξει είναι το γεγονός ότι το Τμήμα Φορολογίας ΔΕΝ ετοιμάζει λογαριασμούς. Η υποβολή ελεγμένων λογαριασμών είναι νομική υποχρέωση του φορολογούμενου. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι, στην τελευταία συνάντηση που είχαν παρών ήταν και ο λογιστής του κατηγορουμένου, ο οποίος πρόβαλε τη θέση ότι δεν μπορούσε να ετοιμάσει λογαριασμούς. Το Τμήμα Φορολογίας ήταν σαφές και επέμενε στην ετοιμασία και υποβολή ελεγμένων λογαριασμών, εφόσον αυτοί συνιστούν το μόνο έρεισμα για τον υπολογισμό του φόρου τον οποίο ο κατηγορούμενος οφείλει στο κράτος. Σε καμία περίπτωση δεν συμφωνήθηκε η παροχή άλλων στοιχείων προς αντικατάσταση των λογαριασμών, αυτό υπήρξε πρόταση του κατηγορουμένου η οποία όμως ουδέποτε έγινε αποδεκτή. Απορρίπτει κάθε ισχυρισμό ότι έγινε πρόταση για καταβολή κάποιου ποσού και να κλείσει η υπόθεση. Αυτό, επίσης ήταν εισήγηση του κατηγορουμένου η οποία δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή εφόσον για υπολογιστεί ποσό για φορολογία θα πρέπει να υπάρχει μία βάση υπολογισμού και για αυτό είναι απαραίτητοι οι λογαριασμοί. Για το διάστημα από 21/11/2014 μέχρι και 25/4/2017 (ήτοι περίοδος εντός της οποία όφειλε να συμμορφωθεί με το διάταγμα) ο κατηγορούμενος δεν επικοινώνησε μαζί της. Μάρτυρας Κατηγορίας 5: XXXXX Κουρουνιάδης Εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας στη Λάρνακα ως Επαρχιακός Υπεύθυνος. Γνωρίζει για την υπόθεση του κατηγορουμένου. Γνωρίζει για την έκδοση διατάγματος εναντίον του με αναστολή 3 μηνών και για τη μη συμμόρφωσή του. Για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπήρχε αναστολή του διατάγματος ο κατηγορούμενος δεν επικοινώνησε μαζί του. Συνάντηση είχαν στις 27/2/
  14. Δεν θυμάται άλλη συνάντηση πλην μιας άλλης κατά πολύ παλαιότερης. Στη συνάντηση ημερομηνίας 27/2/2018 παρών ήταν και ο λογιστής του κατηγορούμενου, ο κύριος Παπακώστας, με τον οποίο δεν είχε, γενικά και όχι μόνο για την περίπτωση του κατηγορουμένου, ιδιαίτερες επαφές. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό αδυναμία του κατηγορουμένου να ετοιμάσει λογαριασμούς ο μάρτυρας εξήγησε ότι δεν μπορεί να υφίσταται τέτοια αδυναμία. Ένας επαγγελματίας λογιστής μπορεί να τους ετοιμάσει και έχει τη δυνατότητα να ετοιμάσει συνοπτικές καταστάσεις οι οποίες να δείχνουν την οικονομική κατάσταση οποιουδήποτε ατόμου. Ουδέποτε λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι είχε ευχέρεια να παρουσιάσει προς αντικατάσταση των λογαριασμών τα έγγραφα τα οποία αναγράφονται στο Τεκμήριο 7 υπό στοιχεία Α1 -
  15. Επισημαίνει ότι στο ίδιο το Τεκμήριο υπάρχει και αίτημα υπό στοιχείο Β, σύμφωνα με το οποίο ζητείτο από τον κατηγορούμενο να παραδώσει ελεγμένους λογαριασμούς. Ο λόγος που ζητηθήκαν παράλληλα, περαιτέρω στοιχεία είναι για επιτάχυνση της διαδικασίας. Η παρουσίαση των στοιχείων (που θα επιβεβαίωναν το αληθές των λογαριασμών) ταυτόχρονα με την υποβολή των λογαριασμών θα επίσπευδε τη διαδικασία εξέτασης και υπολογισμού της φορολογίας που θα έπρεπε να επιβληθεί. Εξήγησε ότι εξ αντικειμένου δεν μπορεί να υπάρχει αδυναμία ετοιμασίας λογαριασμών. Στη λογιστική δεν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί αδύνατο. Ακόμα και με ελλιπή στοιχεία θα μπορούσαν να ετοιμαστούν λογαριασμοί με την αντίστοιχη σημείωση. Ακόμα και λογαριασμοί με επιφύλαξη εάν κατατεθούν στην Υπηρεσία και πάλι εξετάζονται. Απορρίπτει κατηγορηματικά ότι ο ίδιος έκανε την οποιαδήποτε πρόταση να δοθεί ένα εφάπαξ ποσό και να μην υποβληθούν λογαριασμοί. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται και ούτε προβλέπεται από το Νόμο. Ο Κουρουνιάδης ήταν και ο τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή. Το Δικαστήριο αφού έκρινε τον κατηγορούμενο εκ πρώτης όψης ένοχο, του εξήγησε τα δικαιώματά του και τον κάλεσε σε απολογία. Επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ανάφερε τα ακόλουθα. Γνωρίζει για την έκδοση διατάγματος εναντίον του. Συμφωνεί ότι δεν έχει συμμορφωθεί. Η θέση του είναι ότι παρά τις προσπάθειές του να συμμορφωθεί αυτό ήταν αδύνατο. Προσπάθησε να μαζέψει όσο το δυνατόν περισσότερα έγγραφα μπορούσε τα οποία ήταν πάρα πολλά. Ο λογιστής του, τον ενημέρωσε ότι όχι σε τρεις μήνες αλλά σε τρία χρόνια θα δυσκολευόταν να ετοιμάσει τους λογαριασμούς. Ο ίδιος του είπε να τα ετοιμάσει. Ο λογιστής επέστρεψε και του είπε ότι τα όσα τον είχε εφοδιάσει δεν ήταν αρκετά για να ετοιμάσει λογαριασμούς. Επειδή ο κατηγορούμενος ήθελε να συμμορφωθεί ζήτησε να δει τον υπεύθυνο επαρχίας. Συναντήθηκε με τον κύριο Κουρουνιάδη. Η θέση του είναι ότι ο Κουρουνιάδης του πρότεινε να βρουν ένα ποσό εφάπαξ να καταβάλει για να τελειώσει το ζήτημα. Κατά το χρονικό διάστημα της τρίμηνης αναστολής έκανε ότι χρειαζόταν να γίνει προκειμένου να συμμορφωθεί και ακόμα περισσότερα αλλά ήταν αδύνατο να ετοιμαστούν λογαριασμοί. Προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Κουρουνιάδη αλλά ήταν δύσκολο γιατί ο Κουρουνιάδης πηγαινοερχόταν Λεμεσό και δεν τον εντόπιζε εύκολα. Στην προσπάθεια του να συμμορφωθεί το 2016 άλλαξε λογιστή. Προσέλαβε τον Παπακώστα ως νέο λογιστή ο οποίος μετά που πήρε όλα τα στοιχεία τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να καταρτίσει ελεγμένους λογαριασμούς. Τελικά συμφωνήθηκε να παρουσιάσει τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 εις αντικατάσταση της υποχρέωσής του να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς. Όταν παραδέχτηκε την υπόθεση στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα δεν γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να συμμορφωθεί και ότι θα ήταν αδύνατο να ετοιμαστούν ελεγμένοι λογαριασμοί. Μάρτυρας Υπεράσπισης 1: XXXXX Παπακώστα Είναι ο δεύτερος λογιστής στον οποίο αποτάθηκε ο κατηγορούμενος μετά τον Τ. Παναγή για ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών. Ο κατηγορούμενος τον προσέγγισε τέλη
  16. Ζήτησε να του δοθούν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία. Ό,τι του παραδόθηκε δεν ήταν ικανοποιητικό για ετοιμασία των λογαριασμών. Επιχείρησε τότε να συναντήσει άτομο από το Τμήμα Φορολογίας. Επικοινώνησε με την κυρία Αγκόνα και της είπε ότι ήταν αδύνατο να ετοιμαστούν ελεγμένοι λογαριασμοί. Ακολούθησε συνάντηση όπου διαπίστωσε ότι υπήρχαν και άλλες φορολογικές εκκρεμότητες του κατηγορουμένου. Διευθετήθηκε συνάντηση με τον Επαρχιακό Υπεύθυνο. Η εν λόγω συνάντηση έγινε σε σχέση με όλες τις εκκρεμότητες του κατηγορουμένου. Στη συνάντηση με τον Κουρουνιάδη συμφωνήθηκε όπως του αποσταλεί γραπτώς το ποια στοιχεία απαιτείται να παρουσιάσει ο πελάτης του. Έλαβε το Τεκμήριο 7 στο οποίο διαπίστωσε με έκπληξη ότι, στο σημείο Β επαναλαμβάνεται η υποχρέωση για ελεγμένους λογαριασμούς. Μάρτυρας Υπεράσπισης 2: XXXXX Χριστοφή Είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του κατηγορουμένου. Γνωρίζει για την υπόθεση αυτή. Ο κατηγορούμενός με το που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα της έδωσε το φάκελο της υπόθεσης και της είπε ότι είναι ιδιαίτερα επείγον να συμμορφωθεί και ότι έπρεπε να μιλήσουν με το λογιστή. Μίλησε με το λογιστή ο οποίος της ζήτησε να μαζέψει στοιχεία για να ετοιμαστούν οι δηλώσεις. Η ίδια μάζεψε τα στοιχεία και τα έδωσε στο λογιστή. Μετά από 10 - 15 μέρες ο λογιστής επικοινώνησε μαζί της και της είπε ότι τα στοιχεία που του έδωσε δεν επαρκούσαν για την ετοιμασία λογαριασμών. Εξήγησε ότι αρκετά στοιχεία όπως τα αποκόμματα των βιβλιάριων επιταγών τα πετούσε, δεν τα κρατούσε. Σε σχέση με τα χαρτόσημα, αγόραζαν χαρτόσημα αλλά δεν έπαιρναν αποδείξεις. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε με το Φόρο Εισοδήματος και ότι άλλαξε λογιστή. Ο νέος λογιστής σε συνομιλία που είχαν της είπε τα στοιχεία που του έδωσαν δεν ήταν ικανοποιητικά για να ετοιμαστούν λογαριασμοί. Μάρτυρας Υπεράσπισης 3: XXXXX Χρίστου Εργάζεται στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρνακας - Αμμοχώστου στην πώληση γραμματοσήμων από το έτος
  17. Ο κατηγορούμενος αγόραζε τα χαρτόσημα από την ίδια. Τα έτη 2009-2011 δεν εξέδιδαν αποδείξεις για την αγορά γραμματοσήμων. Σε όσους όμως της το ζητούσαν τους έδιδε σχετική κατάσταση λογαριασμού. Τα πιο πάνω συνθέτουν τη μαρτυρία που δόθηκε και από τις δύο πλευρές κατά την ακροαματική διαδικασία. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών. Η δικηγόρος του κατηγορουμένου ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση της αδυναμίας και για αυτό το λόγο θα πρέπει να απαλλαχθεί. Από τη μεριά της η δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αναξιόπιστος μάρτυρας και εφόσον κριθεί ως τέτοιος τότε αναπόφευκτα συμπαρασύρεται και η υπεράσπιση της αδυναμίας που επικαλείται. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το πως θα πρέπει να επιτελείται το έργο αυτό. Πρώτα, θα επισημάνω ότι δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι ακόμη και παρά τις συνεχείς υποδείξεις του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, έχει παρεισφρήσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, λόγω του ότι αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία αυτή στην οποία κάνω αναφορά, αφορά μαρτυρία την οποία επιχείρησε ο Κατηγορούμενος να εισαγάγει, η οποία δεν αφορά στην επίδικη διαφορά και αναφέρεται σε περίοδο άλλη από αυτή στην οποία αφορά το κατηγορητήριο. Η μαρτυρία αυτή θα παραγνωριστεί τελείως. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο επέσυρε την προσοχή της δικηγόρου του Κατηγορουμένου, αναφορικά με το είδος και τη φύση της παρούσας διαδικασίας και σε σχέση με το γεγονός ότι ζητήματα στα οποία αναφερόταν δεν άπτονταν και δεν είχαν σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο, ρητά αναφέρει ότι δεν επηρεάστηκε και δεν έλαβε υπόψη του αυτή τη μαρτυρία και ότι ο αποκλεισμός της, δεν επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι η μαρτυρία αυτή εξ΄ ορισμού δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία που έχει δοθεί και η οποία γίνεται αποδεκτή πριν «χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων, αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί εάν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α.) με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου (Miorage v Radivojenik

(1998)1 (Β) ΑΑΔ614) και να μην αποδεικνύει τίποτε (Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614)» (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, σελ.129). Κατ' αρχάς, υποδεικνύω αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα και χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε αξιολόγηση μαρτυρίας, εφόσον και οι δύο αντίδικες πλευρές συγκλίνουν ως προς το ότι, εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ο κατηγορούμενος είχε γνώση των όρων του και δεν έχει συμμορφωθεί μέσα στο χρονικό διάστημα που το διάταγμα έθετε, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Ό,τι τελεί υπό αμφισβήτηση είναι εάν ο κατηγορούμενος είχε αδυναμία (αντικειμενική) να συμμορφωθεί με τους όρους του. Το ζήτημα αυτό επομένως, είναι και το μόνο επίδικο ζήτημα. Είναι ξεκάθαρο ότι, το ζήτημα το οποίο εγείρει ο κατηγορούμενος είναι υπεράσπιση και ως τέτοιο φέρει ο ίδιος το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπιση που επικαλείται δύναται να γίνει αποδεκτή. Προς επιβεβαίωση του πιο πάνω παραθέτω το ακόλουθο από την απόφαση στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 «Στην περίπτωση, όμως, προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους, όπως επισημαίνεται, συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή - (βλ. A.G. v. Walthamstow Urban District Council, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR,
  1. Lewis v. Pontypridd, Caerphilly, and Newport Railway Company, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 203).» Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου συνίσταται στη θέση του ότι, έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να συμμορφωθεί αλλά δεν μπορεί να το πράξει αυτό γιατί δεν έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα έγγραφα και ότι παρά τις προσπάθειές του δεν κατάφερε να τα συλλέξει. Με δεδομένη την αντιστροφή του βάρους απόδειξης σε σχέση με την προβαλλόμενη υπεράσπιση, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ξεκινώντας με τους μάρτυρες της Υπεράσπισης. Ο λογιστής του Παπακώστας, επιβεβαίωσε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ετοίμασε ελεγμένους λογαριασμούς για τον κατηγορούμενο είναι επειδή τα στοιχεία με τα οποία τον εφοδίασε ήταν ανεπαρκή. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος του έδιδε τα απαραίτητα στοιχεία τότε θα έκανε ελεγμένους λογαριασμούς. Σημειώνω περαιτέρω ότι, ο λογιστής αυτός προσλήφθηκε από τον κατηγορούμενο το 2016, μετά την εκπνοή του χρόνου αναστολής του Διατάγματος. Τον πρόσλαβε δηλαδή ο κατηγορούμενος ενώ, είχε ήδη διαπράξει το αδίκημα το οποίο του αποδίδεται, ήτοι είχε αποτύχει να συμμορφωθεί εντός τριών μηνών από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ο μάρτυρας αυτός είχε συναντήσεις και συνομιλία με το Τμήμα Φορολογίας. Εξήγησε την κατ' ισχυρισμό αδυναμία του πελάτη του. Στην τελευταία συνάντηση ζήτησε και γραπτώς το τι έγγραφα χρειάζονται από το Τμήμα Φορολογίας και την απαλλαγή υποχρέωσης ετοιμασίας ελεγμένων λογαριασμών αλλά την εξεύρεση μιας άλλης λύσης. Ως απάντηση λήφθηκε το Τεκμήριο 7, στο οποίο το Τμήμα Φορολογίας όπου στο σημείο Β, αναφέρει ότι απαιτείται η ετοιμασία και υποβολή ελεγμένων λογαριασμών. Από τη μαρτυρία του επομένως, προβαίνω σε εύρημα ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος ήδη τελούσε σε παρακοή διατάγματος, ζήτησε από τον λογιστή Παπακώστα να του ετοιμάσει ελεγμένους λογαριασμούς κάτι το οποίο ο Παπακώστας δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας λόγω του ότι τα στοιχεία τα οποία με τα οποία τον εφοδίασε ήταν ελλιπή. Είχε επικοινωνία με το Τμήμα Φορολογίας για να εξευρεθεί λύση, σε καμία περίπτωση όμως ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε της υποχρέωσής του να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς. Η δικηγορική υπάλληλος του κατηγορουμένου, Εύη Χριστοφή, επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του διατάγματος και των ενεργειών που θα έπρεπε να πράξει. Της ανάθεσε να μιλήσει με τον τότε λογιστή του και να του αποστείλει ό,τι χρειαζόταν για ετοιμασία των λογαριασμών. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις μου. Η Μαρία Χρίστου στα καθήκοντα της οποίας, μεταξύ άλλων, είναι η πώληση χαρτοσήμων στους δικηγόρους είπε ότι μέχρι το 2015 δεν έδιδε κανονική απόδειξη στους δικηγόρους οι οποίοι αγόραζαν χαρτόσημα. Εάν της το ζητούσαν έδιδε χειρόγραφη απόδειξη. Ο κατηγορούμενος αγόραζε χαρτόσημα από αυτήν. Σε σχέση με τα πιο πάνω προβαίνω στα αντίστοιχα ευρήματα. Πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Από τη μαρτυρία που έχει προσφέρει η κατηγορούσα αρχή, σχετική με τα επίδικα ζητήματα είναι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί από Λειτουργούς του Τμήματος Φορολογίας ΜΚ3, 4 και
  2. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 στον πυρήνα της παρέμεινε αναντίλεκτη και είναι αποδεκτή. Από τη μαρτυρία της ΜΚ 3 XXXXX Κυριάκου, προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί με το επίδικο διάταγμα. Υπήρξε προσπάθεια από τον κατηγορούμενο να γίνει αποδεκτή πρότασή του για αποστολή εναλλακτικών εγγράφων αντί ελεγμένων λογαριασμών, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή, όπως φαίνεται από την επιστολή του Τμήματος Φορολογίας ημερομηνίας 26/3/2028 (τεκμήριο 7) όπου ζητείται η καταχώρηση ελεγμένων λογαριασμών. Η ΜΚ 4, XXXXX Άγκονα, ήταν η λειτουργός η οποία χειριζόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που αφορά στο κατηγορητήριο, αλλά και μέχρι τις 23/4/2018 το φάκελο του κατηγορουμένου. Λόγω του ύψους των εισοδημάτων του, ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση από το νόμο να υποβάλλει ελεγμένους λογαριασμούς. Δεν το είχε πράξει. Για την παράλειψή του αυτή, καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Το διάταγμα είχε αναστολή τριών μηνών εντός των οποίων ο κατηγορούμενος όφειλε να συμμορφωθεί. Δε συμμορφώθηκε. Ο κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του αυτή δηλώνοντας ότι δεν είχε στη διάθεση του τα απαραίτητα έγγραφα για να ετοιμαστούν οι λογαριασμοί. Προκειμένου να ετοιμαστούν οι λογαριασμοί τα στοιχεία τα οποία χρειάζονται είναι έγγραφα στην κατοχή και διαχείριση του κατηγορουμένου, εφόσον πρόκειται για την οικονομική του πορεία. Εισπράξεις, πληρωμές, έξοδα, τιμολόγια κλπ. Δεν πρόκειται δηλαδή για έγγραφα εκτός της σφαίρας ελέγχου του. Περαιτέρω, σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό προσπάθειες του κατηγορουμένου να επικοινωνήσει με το αρμόδιο τμήμα ή με αρμόδιο λειτουργό, η ίδια κράτησε αρχείο σε σχέση με τις συνομιλίες ή συναντήσεις που είχε με τον κατηγορούμενο καθώς και με συνάντηση στην οποία η ίδια δεν ήταν παρούσα αλλά είναι καταγεγραμμένη στο φάκελο του κατηγορουμένου. Αναφέρεται σε συγκεκριμένες επαφές (προσωπικές, τηλεφωνικές) και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Όλες αφορούν περίοδο εκτός της επίδικης. Είναι η θέση της, την οποία και αποδέχομαι ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 21/04/2015 μέχρι και 21/07/2015 ο κατηγορούμενος δεν επικοινώνησε μαζί της. Η μαρτυρία της στο σύνολό της είναι αποδεκτή και αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις μου. Ο ΜΚ 5, XXXXX Κουρουνιάδης είναι Επαρχιακός Υπεύθυνος στο Τμήμα Φορολογίας. Γνωρίζει την υπόθεση του κατηγορουμένου. Εξήγησε ότι αντικειμενική αδυναμία ετοιμασίας λογαριασμών δεν γίνεται να υπάρχει. Τα στοιχεία που αφορά η ετοιμασία των λογαριασμών ευρίσκονται ή πρέπει να ευρίσκονται στην κατοχή των φορολογουμένων. Ουδέποτε λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι είχε ευχέρεια να παρουσιάσει προς αντικατάσταση των ελεγμένων λογαριασμών άλλα έγγραφα. Απορρίπτει κατηγορηματικά ότι έκανε την οποιαδήποτε πρόταση να δοθεί ένα εφάπαξ ποσό και να μην υποβληθούν λογαριασμοί. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται και ούτε προβλέπεται από το Νόμο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ανεπιφύλακτα. Ο ίδιος έπραξε ως πράττει στην περίπτωση κάθε φορολογούμενου. Υπάρχουν υποχρεώσεις στις οποίες κάθε φορολογούμενος οφείλει να συμμορφωθεί και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Είχε εκ του νόμου υποχρέωση ενόψει των εισοδημάτων του να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς. Από αυτή του την, εκ του νόμου απορρέουσα, υποχρέωση δεν μπορούσε να τον απαλλάξει ο μάρτυρας. Από τη μαρτυρία όλων των πιο πάνω μαρτύρων, εύρημα μου είναι ότι προκειμένου να ετοιμαστούν ελεγμένοι λογαριασμοί, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να εφοδιάσει το λογιστή του με έγγραφα τα οποία δύνανται να δείξουν την οικονομική του κατάσταση έτσι ώστε να μπορέσει να υπολογιστεί ο φόρος που οφείλει στο κράτος. Τα έγγραφα αυτά είναι έγγραφα τα οποία εκ των πραγμάτων υπήρξαν στην κατοχή του, έλεγχο και διάθεσή του, εφόσον αντιπροσωπεύουν τα έσοδα και τα έξοδά του. Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος της κατηγορίας, στον Κατηγορούμενο αποδίδεται το αδίκημα του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Το διάταγμα ημερομηνίας 21/4/2015 αναφέρει: «Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου ο κατηγορούμενος διατάσσεται να συμμορφωθεί με κάθεμιά από τις υποχρεώσεις του ως αυτές καθορίζονται στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα να υποβάλει όλες τις Δηλώσεις Εισοδήματος για τα έτη 2009 έως και 2011, των ετών αυτών συμπεριλαμβανομένων, καθώς επίσης και να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2009 μέχρι 2011 συμπεριλαμβανομένων. Η εκτέλεση του παρόντος διατάγματος αναστέλλεται για περίοδο τριών μηνών από σήμερα» (Η πιο πάνω υπογράμμιση αναφέρεται στην επίδικη παρακοή) Σημειώνω ότι το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του κατηγορουμένου. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και σύμφωνα με το πώς η νομολογία έχει καθορίσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, θα πρέπει πέραν της ίδιας της πράξης ανυπακοής, να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς το διάταγμα του δικαστηρίου δηλαδή, θα πρέπει να αποδειχτεί και η πρόθεση παρακοής (ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΥ, Έφεση Αρ. 3/2012, 9/5/2014 Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287 και Alba Corporate Enterprises Ltd v. Στέφανου Σκορδή, Ποιν. Έφ. Αρ. 57/14, ημερ. 10/12/2018). Βεβαίως, εκ του περισσού σημειώνω, ότι τα πιο πάνω έπονται της απόδειξης του αυτονόητου, δηλαδή του γεγονότος ότι υπάρχει, τουλάχιστον, γνώση του διατάγματος (Police v. Kyriakides
(1988)2 CLR 172). Απομονώνω λοιπόν και καταγράφω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος:
  1. Γνώση του Διατάγματος και των όρων αυτού.
  2. Παρακοή των όρων του.
  3. Πρόθεση παρακοής. Επαναλαμβάνω ότι, ως ήδη αναφέρω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, έχουν αποδειχτεί. Η έκδοση του διατάγματος, η γνώση των όρων αυτού και η μη συμμόρφωση δεν αμφισβητηθήκαν. Ούτε και το ότι κατά τη μέρα ενεργοποίησης του διατάγματος ήτοι 21/7/2015 ο κατηγορούμενος δεν είχε υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2009 μέχρι και 2011 συμπεριλαμβανομένων, έχει αμφισβητηθεί. Ό,τι μένει να εξεταστεί είναι εάν η παρακοή από μέρους του κατηγορουμένου υπήρξε ηθελημένη ή εάν υπήρχε αδυναμία συμμόρφωσης ως ισχυρίζεται. Σε σχέση με το ζήτημα της μη συμμόρφωσης και εάν αυτή ήταν ηθελημένη, ο κατηγορούμενος προβάλλει την υπεράσπιση της αδυναμίας («impossibility»). Είναι η θέση του εάν η υπεράσπιση αυτή πετύχει τότε ο αξιόποινο απαλείφεται. Το μόνο επίδικο ζήτημα επομένως που παραμένει για τεκμηρίωση ή όχι του αξιόποινου του κατηγορουμένου είναι η ύπαρξη αδυναμίας συμμόρφωσης. Ήδη μια σύντομη αναφορά επί του σημείου γίνεται πιο πάνω. Στις αποφάσεις Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594 και Δήμος Έγκωμης ν. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 καθίσταται σαφές ότι σε σχέση με προστακτικά διατάγματα, σε διατάγματα δηλαδή προς συμμόρφωση των οποίων απαιτείται από το άτομο στο οποίο απευθύνονται να πράξει κάτι, η αδυναμία εκτέλεσης είναι υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης της αδυναμίας το φέρει το άτομο το οποίο επικαλείται την αδυναμία αυτή. Είναι δε υποχρέωση του κατηγορουμένου να κάνει όλες τις απαραίτητες πράξεις προκειμένου να συμμορφωθεί. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Law of Contempt Borrie and Lowe, 1996, όπου στη σελίδα 568 με αναφορά στην υπόθεση Lewis v Pontypridd, Caerphilly and Newport RLY CO
(1985)11TRL 203, αναφέρεται στην εν λόγω υποχρέωση του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί και στο ότι η αδυναμία θα πρέπει να είναι πραγματική: «So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants. In Lewis v Pontpridd, Caerphilly, and Newport Rly Co a railway company had been ordered to make a junction joining their line with the plaintiff's works. The defendants argued that since they never had any funds to build the junction they could not have been complied with the order and therefore the breach could not be said to be "wilful". The court rejected this contention. The defendants had failed to discharged their burden of proving that compliance was impossible, because they had not shown that they could not have been obeyed the judgment if they had used a proper economy, which they were bound to do to comply with their obligation under the order». Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ασχοληθεί πολλές φορές με την πιο πάνω υπεράσπιση. Παραθέτω πιο κάτω αποσπάσματα από ενδεικτικές αποφάσεις και ακολούθως θα προχωρήσω σε υπαγωγή των αρχών της νομολογίας στα επίδικα γεγονότα σε συσχετισμό και συνάρτηση με την αξιολόγηση μαρτυρίας του κατηγορουμένου που θα λάβει χώρα παράλληλα. 1. Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 AAΔ 57: «Η υπεράσπιση αυτή, γνωστή ως impossibility (Lex non cogit ad impossibilia) συζητιέται στο σύγγραμμα Criminal Law - The General Part, 2nd ed. του Glanville Williams σελ.746-
  1. Συνοπτικά, κατά το συγγραφέα, αναγνωρίζεται ως γενική αρχή της ποινικής δικαιοσύνης πως, όπου ο νόμος επιβάλλει υποχρεωτικά κάποια πράξη η μη συμμόρφωση με αυτή δικαιολογείται όπου τέτοια συμμόρφωση είναι φυσικώς αδύνατη. Από τον συγγραφέα υιοθετείται η ίδια αρχή αναφορικά με αδικήματα παράλειψης. Εκφράζεται η θέση πως, αδυναμία στη μη εκτέλεση θετικής υποχρέωσης δικαιολογείται όπου είναι εξ αντικειμένου και εκ των πραγμάτων φυσικά αδύνατο να εκτελεστεί η υποχρέωση, η δε αδυναμία δεν δημιουργήθηκε από τον κατηγορούμενο. (Text book on Criminal Law 2η έκδοση 1983 σελ.618-619).»
  2. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017: «Το ίδιο ορθές ήσαν οι παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τη γνώση της εφεσείουσας επί του περιεχομένου του διατάγματος τις οποίες και παραθέσαμε πιο πάνω. Περαιτέρω επί του θέματος της μη συμμόρφωσης στο διάταγμα και του mens rea σε συνάρτηση με τα αδικήματα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά σελ. 46 και 47: «Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Borrie & Lowe: «Τhe Law of Contempt', 3η έκδοση, στη σελίδα 560 και 568, στην περίπτωση προστακτικού διατάγματος, το πρόσωπο προς το οποίο αυτό απευθύνεται έχει υποχρέωση να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. παρά το ότι δυνατόν να αποτελέσει υπεράσπιση η απόδειξη του ότι η συμμόρφωση προς το διάταγμα ήταν αδύνατη, είναι ο κατηγορούμενος που έχει το βάρος να αποδείξει την επικληθείσα αδυναμία ("impossibility"). ΄Οσον αφορά επομένως το ηθελημένο ή όχι της ανυπακοής, δεν χωρεί αμφιβολία ότι στα περιστατικά της παρούσας δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε χωρίς πρόθεση η μη συμμόρφωση από την κατηγορούμενη με το διάταγμα το Δικαστηρίου. H προώθηση διαβημάτων για νομιμοποίηση των παράνομων προσθηκών στον 2ο όροφο, η δήλωση της κατηγορουμένης ότι ο λόγος για τον οποίο δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα είναι η οικονομική ζημιά που θα υποστεί εάν κατεδαφίσει τις προσθήκες στις οποίες προέβηκε στον 2ο όροφο σε περίπτωση που δικαιωθεί στην αγωγή και εν τω μεταξύ κατεδαφίσει, το αίτημα της προς το Δήμο Αγίου Δομετίου για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος, η κατεδάφιση του μεταλλικού κλιμακοστασίου μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, καταδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το ηθελημένο της παρακοής της κατηγορουμένης και ότι δεν είχε καμία πρόθεση να συμμορφωθεί με το διάταγμα».
  3. Στην Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594, αναφερονται τα ακόλουθα: «Για να θεμελιωθεί επομένως η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος, απαιτείται η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης προς συμμόρφωση ή διαφορετικά, απόδειξη πρόθεσης ανυπακοής, μη οφειλόμενη σε αδυναμία εκτέλεσης. Και εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης/εκτέλεσης της διαταγής, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός...................................................................................... Η μαρτυρία φανερώνει επίσης ανυπαρξία οποιασδήποτε εξήγησης από πλευράς εφεσίβλητης προς την αρμόδια αρχή που ευλόγως θα δικαιολογούσε την παράλειψη συμμόρφωσης προς το διάταγμα. Από αυτή την περιστατική μαρτυρία αναδύεται εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης για μη συμμόρφωση. Είναι καλά γνωστό ότι στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η ύπαρξη αυτού του συστατικού στοιχείου μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. Βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560 και Μενελάου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλεξάνδρου
(2009)2 A.A.Δ. 226.» Προχωρώ να κάνω υπαγωγή των πιο πάνω αρχών σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και με αντιπαραβολή με την όλη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει (εξετάζοντας και αντιμετωπίζοντας τη μαρτυρία όχι μικροσκοπικά αλλά σε όλο το εύρος της σε σχέση και με τις υποβολές που προωθηθήκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται αδυναμία. Λέει ότι έκανε οτιδήποτε ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του, πλην όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Στην επίδικη περίπτωση υποδεικνύω πως ό,τι ενδιαφέρει σύμφωνα και με την πιο πάνω νομολογία είναι η διακρίβωση ύπαρξης αντικειμενικής αδυναμίας. Αντικειμενική αδυναμία υπάρχει όταν η αναμενόμενη ενέργεια, ως πραγματικό γεγονός ευρίσκεται εκτός της σφαίρας ελέγχου μας. Είναι δεδομένο και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση επί τούτου, πιστεύω, ότι ο κατηγορούμενος όπως κάθε φορολογούμενος έχει υποχρέωση υποβολής λογαριασμών (κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος είναι σε θέση να γνωρίζει και ως εκ της ιδιότητας του ως δικηγόρος). Ό,τι απαιτείται για την ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών είναι έγγραφα και στοιχεία σχετιζόμενα με δικές του οικονομικές πράξεις οι οποίες ευρίσκονται στη σφαίρα ελέγχου του και όφειλε να τηρεί αρχείο. Περαιτέρω, υποδεικνύω ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος και από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι δήλωσε αδυναμία. Αντιθέτως, στην παρουσία του εκδόθηκε το διάταγμα για το οποίο του δόθηκε χρόνος συμμόρφωσης τρεις μήνες. Εάν υπήρχε αδυναμία υποβολής λογαριασμών, αυτό ως γεγονός θα έπρεπε να προβληθεί από το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι αμέλησε ή παρέλειψε ή αρνήθηκε να υποβάλει τους ελεγμένους λογαριασμούς και αποδέχτηκε την έκδοση διατάγματος. Ό,τι προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την κατ' ισχυρισμό αδυναμία συμμόρφωσής, μόνο μετά την έκδοση του διατάγματος, όταν ζήτησε από την υπάλληλό του, Εύη Χριστοφή, να επικοινωνήσει με το λογιστή του προς διευθέτηση του όλου ζητήματος. Εξηγώ σε σχέση με το πιο πάνω. Η ποινική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα καταχωρήθηκε 23/6/
  1. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο να απαντήσει στις κατηγορίες 21/10/
  2. Περιττό να επισημάνω ότι η ποινική αυτή υπόθεση είχε καταχωρηθεί ακριβώς γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις και ελεγμένους λογαριασμούς. Γνώριζε δε για την καθυστέρησή του αυτή, γιατί ήδη από το έτος 2013 ξεκινά επαφές με την Άγκονα και τον Επαρχιακό Υπεύθυνο σε σχέση με τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Γίνονται δε τρεις συναντήσεις ως αναντίλεκτα δήλωσε η Άγκονα. Ο κατηγορούμενος επομένως, ενώ είχε γνώση του όλου ζητήματος και ενώ ήδη είχε καθυστερήσει με την υποβολή λογαριασμών, δεν πράττει τίποτα προς συμμόρφωση. Ως ο ίδιος δήλωσε και ως η Εύη Χριστοφή δήλωσε, μόνο μετά την έκδοση του διατάγματος δίδει οδηγίες για ετοιμασία των λογαριασμών και επικοινωνεί με λογιστή. Ακόμα και τότε παραδίδει ανεπαρκή στοιχεία και δεν συμμορφώνεται εντός του χρονικού πλαισίου που όφειλε. Για ένα ζήτημα επομένως το οποίο διαιωνιζόταν, το οποίο αφορούσε σοβαρή υποχρέωσή του, αντί να μεριμνήσει να έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα στοιχεία, δεν τηρεί αρχείο και περιέρχεται σε μια κατάσταση κατ' ισχυρισμό αδυναμίας. Η συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις είναι εκ των ων ουκ άνευ και είναι υποχρέωση η οποία προκύπτει απευθείας από το Σύνταγμα. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, αβίαστα προκύπτει πως, όχι μόνο η αδυναμία είναι εξαιτίας δικών του ενεργειών και παραλήψεων, αλλά ενώ δεν επικοινωνεί καθόλου με το Τμήμα Φόρου κατά την περίοδο αναστολής ως είναι εύρημά μου, σε μεταγενέστερες επαφές μαζί τους επιχειρεί να αποφύγει εντελώς την υποχρέωση αυτή. Ισχυρίζεται δε ότι του έγιναν προτάσεις από το Τμήμα Φορολογίας, όπως δώσει κάποιο ποσό ή όπως δώσει άλλα στοιχεία εις αντικατάσταση λογαριασμών. Θέσεις οι οποίες καταρρίπτονται και απορρίπτονται. Απλή και μόνο ανάγνωση του Τεκμηρίου 7 αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Από το Τμήμα Φορολογίας ουδέποτε έπαψαν να ζητούν ελεγμένους λογαριασμούς. Καταρρίπτεται επίσης το επιχείρημα ότι τα όσα του ζητήθηκαν μέσω του Τεκμηρίου 7 ήταν έγγραφα τα οποία θα παρέδιδε προς αντικατάσταση της υποχρέωσής του να υποβάλει ελεγμένους λογαριασμούς. Η θέση αυτή απορρίπτεται για δυο λόγους. Πρώτο στο Τεκμήριο 7 ΔΕΝ καταγράφεται κάτι τέτοιο. Αντιθέτως στο σημείο Β αυτού σημειώνεται ότι του ζητούν ελεγμένους λογαριασμούς. Επομένως δεν αποδεσμεύτηκε από αυτή του την υποχρέωση. Το δεύτερο είναι ότι διαψεύδεται εκ του αποτελέσματος, εφόσον εάν ίσχυε αυτό που λέει τότε θα έπρεπε με την αποστολή των εγγράφων να ενεργοποιείτο η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία για αντικατάσταση και απαλλαγή του. Επίσης, ισχυρισμοί αναφορικά με προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τον Επαρχιακό Υπεύθυνο Κουρουνιάδη ανεπιτυχώς, απορρίπτονται. Απορρίπτονται κατ' αρχάς γιατί αυτές οι προσπάθειες αναφέρονται σε χρονικό διάστημα άλλο το επίδικο. Απορρίπτονται επίσης, γιατί η υποχρέωση του για συμμόρφωση είναι αυτοτελής και προσωπική και δεν είναι σε συνάρτηση με πράξεις ή παραλείψεις του Κουρουνιάδη. Τέλος, τα όσα λέει για προσπάθεια να εντοπίσει τον Κουρουνιάδη απορρίπτονται λόγω του ότι ο Κουρουνιάδης κρίθηκε αξιόπιστος μάρτυρας και σύμφωνα με τα όσα αναφέρει είχε ανταποκριθεί στις κλήσεις του κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, το εάν πέτυχε να μιλήσει με τον Κουρουνιάδη ή όχι δεν συναρτάται με την υπεράσπιση της αδυναμίας την οποία προβάλλει. Η αδυναμία που ισχυρίζεται θα πρέπει να είναι αντικειμενική. Η ανταπόκριση του Κουρουνιάδη είναι άσχετη με τη δική του αυτοτελή υποχρέωση συμμόρφωσης με την οποία ουδεμία σχέση έχει ο Κουρουνιάδης. Το διάταγμα ήταν ξεκάθαρο και επομένως η προβαλλόμενη αδυναμία για να πετύχει θα πρέπει να μην οφείλεται στον κατηγορούμενο ως προκύπτει από τις αρχές τις νομολογίας ως αυτές καταγράφονται πιο πάνω. Ο μάρτυρας Κουρουσουνιάδης εξήγησε ότι δεν υπάρχει περίπτωση άτομο να μην μπορεί να ετοιμάσει λογαριασμούς. Όπως επίσης εξήγησε η κυρία Άγκονα για να ετοιμαστούν οι λογαριασμοί τα στοιχεία τα οποία χρειάζονται είναι έσοδα και έξοδα του φορολογούμενου. Στοιχεία δηλαδή στην απόλυτη σφαίρα ελέγχου του ιδίου. Η υπεράσπιση της αδυναμίας, σίγουρα δεν είναι υπεράσπιση που θα μπορούσε να πετύχει σε αυτή την περίπτωση. Οι φορολογικές υποχρεώσεις εκάστου πολίτη είναι δεδομένες. Θα ήταν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένο να μην κρατούμε τα απαραίτητα έγγραφα και ακολούθως να επικαλούμαστε αδυναμία έτσι ώστε να δικαιολογήσουμε τη μη προώθηση των απαραίτητων διαδικασιών έτσι ώστε να συμμορφωθούμε με τις φορολογικές μας υποχρεώσεις. Η αδυναμία, ως ήδη εξηγώ, επαναλαμβάνω θα πρέπει να είναι αντικειμενική. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει αντικειμενική αδυναμία. ο κατηγορούμενος έχει περιέλθει στην κατ' ισχυρισμό αδυναμία από δικές του πράξεις και παραλείψεις. Στο σύγγραμμα "Contemt of Court Principles and Asset Protection Planning" του Barry S. Engel σελίδα 35, καταγράφεται το εξής διαφωτιστικό: «A person may have a defence to a finding of contempt if it factually impossible for that person to comply with a court's order. Hoewever, the "impossibility of performance" defence will not be available if that person, in close time-proximity to the issuance of the court order not being obeyed, caused the impossibility». Σε συνέχεια του πιο πάνω αποσπάσματος, παρομοίως, στην επίδικη περίπτωση, η αδυναμία ετοιμασίας λογαριασμών οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει τα απαραίτητα στοιχεία για ετοιμασία τους, γιατί δεν μερίμνησε ή αμέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε ή γιατί απέτυχε να έχει στην κατοχή του τα απαραίτητα έγγραφα και στοιχεία τα οποία ευρίσκονταν στη δική του σφαίρα ελέγχου. Δεν πρόκειται επομένως για αντικειμενική αδυναμία στην οποία έχει περιέλθει ο κατηγορούμενος χωρίς να φταίει ο ίδιος. Η συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις είναι υποχρέωση η οποία απορρέει άμεσα από το Σύνταγμα. Το γράμμα του άρθρου 24.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι σαφές, ¨Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού". Προκειμένου να εξακριβωθεί πόση είναι ¨η δύναμη¨ του πολίτη, αναλόγως των ετήσιων εισοδημάτων, υποβάλλονται φορολογικές δηλώσεις ή και όπου προβλέπεται καταχωρούνται ελεγμένοι λογαριασμοί. Επομένως, η καταχώρηση των λογαριασμών είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να διαφανεί ποια είναι η οικονομική δύναμη του πολίτη και στη βάση αυτής να υπολογιστεί, η τεθειμένη από το Σύνταγμα, επαναλαμβάνω, υποχρέωση συνεισφοράς στα δημόσια βάρη. Οποιαδήποτε επομένως αδυναμία θα πρέπει να είναι πραγματική, αντικειμενική και να μην οφείλεται στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, σε διαφορετική περίπτωση εάν γίνει αποδεκτή ως υπεράσπιση η αμέλεια του φορολογούμενου να κρατήσει αρχείο και τα στοιχεία τα οποία δείχνουν την οικονομική του εικόνα, τότε ανοίγει, ας μου επιτραπεί, η «κερκόπορτα» δίδοντας στους πολίτες ευχέρεια μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις επικαλούμενοι την μη κατοχή επαρκών στοιχείων. Η υπεράσπιση της αδυναμίας απορρίπτεται. Η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή εναντίον του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. [Υπ.] .............. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.