ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Γ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 4409/17, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4409/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -εναντίον- Γ.Σ. Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη. Για τον Κατηγορουμένη: κος Θεοδούλου. Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη έχει κληθεί σε απολογία σε συνολικά τρεις κατηγορίες που αφορούν τον Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/
- Ειδικότερα, της αποδίδονται τα ακόλουθα τα οποία έχουν κατ' ισχυρισμό λάβει χώρα στις 1/12/2016:
- Επιτέθηκε στο γιο της 12 ετών χαστουκίζοντάς τον (κοινή επίθεση).
- Πρόκληση ψυχικής βλάβης στην κόρη της Ά.Ι., η οποία την είδε να χαστουκίζει τον αδερφό της ως η πρώτη κατηγορία.
- Πρόκληση ψυχικής βλάβης στην κόρη της Ά.Ι., η οποία την είδε να χαστουκίζει τον αδερφό της ως η πρώτη κατηγορία. Σύμφωνα με τα αναντίλεκτα γεγονότα η κατηγορούμενη και Κ.Ι. (πλεόν Ι.) υπήρξαν ζευγάρι. Απέκτησαν δύο κόρες την Ά. και τη Ξ. Η κατηγορούμενη έχει ακόμα ένα μεγαλύτερο γιο από προηγούμενη σχέση. Χώρισαν το 2010 όταν οι ανήλικες ήταν μερικών μηνών. Από το 2012 οι ανήλικες διαμένουν μαζί με τον Ι. και η κατηγορούμενη έχει δικαίωμα επικοινωνίας συγκεκριμένες μέρες και ώρες. Το χωρισμό της με τον Ι. ακολούθησαν διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να ευρίσκονται σε αντίδικία. Από ό,τι λέχθηκε στο Δικαστήριο αναντίλεκτα και από τις δύο πλευρές, οι σχέσεις ουδέποτε ήταν αρμονικές και υπάρχουν συνεχείς καταγγελίες στην αστυνομία του ενός εναντίον του άλλου. Πολλές από τις καταγγελίες αυτές αφορούσαν παράβαση του διατάγματος επικοινωνίας όταν η κατηγορούμενη αργούσε να επιστρέψει τις ανήλικες στον πατέρα τους, τη μέρα που είχε επικοινωνία μαζί τους. Ένα τέτοιο συμβάν ήταν και η αφορμή των γεγονότων της υπόθεσης αυτής. Την επίδικη μέρα που αφορά στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη είχε επικοινωνία με τις κόρες της. Αυτές έπαιζαν με το μεγαλύτερο αδερφό τους και καθυστέρησε να τις επιστρέψει στον πατέρα τους, ο οποίος λόγω της καθυστέρησης επικοινώνησε με την αστυνομία. Μετά την καταγγελία αστυνομικός επισκέφθηκε το σπίτι της κατηγορούμενης. Τα πιο πάνω είναι μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία καταγράφουν το τι προηγήθηκε του επίδικου αμφισβητούμενου συμβάντος, το οποίο καταγράφω αμέσως πιο κάτω παραθέτοντας τις δύο εκδοχές που παρουσιάστηκαν:
- Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τα όσα του είπαν οι ανήλικες Ά. και Ξ. η μητέρα τους χαστούκισε μπροστά τους τον αδερφό τους. Αυτές φοβήθηκαν. Η Ά. από το φόβο της αυτοτραυματίστηκε. Ο πατέρας τους έκρινε ότι αυτό το περιστατικό προκάλεσε ψυχική βλάβη στις κόρες του, προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία και η υπόθεση αυτή έχει αχθεί στο Δικαστήριο.
- Η εκδοχή της κατηγορούμενης είναι εντελώς διαφορετική. Η θέση της είναι ότι τα παιδιά (οι δύο κόρες της με τον Ι. και ο αδερφός τους Κ.) έπαιζαν όταν εμφανίστηκε ο αστυνομικός. Τα παιδιά αναστατώθηκαν και η ίδια αγχώθηκε λόγω των προηγούμενων και συνεχών καταγγελιών που υπήρχαν για κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις του διατάγματος. Ο μεγάλος της γιος κρατούσε την αδερφή του από το χέρι γιατί δεν ήθελε να φύγει και η κατηγορούμενη τον κτύπησε στο χέρι για να την αφήσει να φύγει. Προς απόδειξη της υπόθεση έχει τεθεί ενώπιον μου η ακόλουθη μαρτυρία. Ο ΜΚ1 Αστυφ.XXXXX XXXXX Γεωργίου είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Την 1/12/2016 στις 19:00 και ενώ ήταν καθήκον πήγε στο Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου ο XXXXX Ι., ο οποίος του κατήγγειλε ότι η κατηγορούμενη ενώ είχε υποχρέωση να του παραδώσει τις κόρες του στις 18:00 δεν το είχε πράξει ακόμα. Ο μάρτυρας προσπάθησε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με την κατηγορούμενη. Ο XXXXX του ζήτησε να γίνει καταγραφή του συμβάντος και αποχώρησε για να επιστρέψει στις 21:45 με τις ανήλικες κόρες του. Του κατάγγειλε ότι η κατηγορούμενη κτύπησε στην παρουσία των κόρων του το γιο της Κ., με αποτέλεσμα η Ά. να φοβηθεί και να αυτοτραυματιστεί στο μάτι και στο μάγουλο. Ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι η ανήλικη Ά. είχε εκδορά στο μάτι και κοκκίνισμα στο μάγουλο και επιβεβαίωσε ότι τα έκανε μόνη της, μόλις είδε τη μητέρα της να κτυπά τον αδερφό της. Ο μάρτυρας αυτός είναι και το άτομο το οποίο απομαγνητοφώνησε τις οπτικογραφημένες καταθέσεις των ανήλικων (στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω) και κατέθεσε τις απομαγνητοφωνήσεις και τους ψηφιακούς δίσκους. Από το περιεχόμενο των απομαγνητοφωνημένων συνεντεύξεων έκρινε ότι υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/
- Όταν κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη αυτή του είπε ότι δεν κτύπησε εσκεμμένα το γιό της. Η Λοχίας XXXXX έχει λάβει οπτικογραφημένη κατάθεση από τις ανήλικες Ξ. και Ά. Δήλωσε πως είναι εκπαιδευμένη για λήψη καταθέσεων από ανήλικούς και πως η κατάθεση που έχει ληφθεί είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/
- Από Μάρτιο 2015 μέχρι το Φεβρουάριο 2020 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και ανάφερε ότι έτυχε και στο παρελθόν να χειριστεί πολλά περιστατικά που αφορούσαν καταγγελίες μεταξύ των Ιωάννου και της κατηγορουμένης. Γνωρίζει ότι ο Ι. είχε προχωρήσει και σε καταγγελία εναντίον του σταθμάρχη του αστυνομικού σταθμού Κιτίου αναφορικά με καταγγελίες που έκανε εναντίον της κατηγορουμένης. Ο Αστ. XXXXX Γ. Κουνούσιης είναι το άτομο το οποίο έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση του ανήλικου Κ., ο οποίος του ανάφερε ότι ήταν η πρώτη φορά που η μητέρα του τον «κτύπησε». Ο ανήλικος δήλωσε ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη μητέρα του. Ο εν λόγω μάρτυρας, από το 2012 μέχρι Ιούνιο 2017 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και γνωρίζει ότι έγιναν αρκετές καταγγελίες εκατέρωθεν (εννοείται από XXXXX Ι. και από κατηγορούμενη). Ο XXXXX Ι., πατέρας των ανήλικων και πρώην συμβίος της κατηγορουμένης. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Έχει πλήρη κηδεμονία των ανηλίκων Ά. και Ξ. Η κατηγορούμενη έχει δικαίωμα επικοινωνίας συγκεκριμένες μέρες και ώρες. Συνήθως αργούσε να του επιστρέψει τις ανήλικες. Το ίδιο έγινε και την επίδικη μέρα. Ενώ θα έπρεπε η ανήλικες να γυρίσουν στον πατέρα τους μέχρι τις 18:00 η μητέρα τους άργησε και ο ίδιος κατάγγειλε την καθυστέρηση αυτή στην αστυνομία. Με την παρέμβαση της αστυνομίας η κατηγορούμενη επέστρεψε τις ανήλικες στις 21:
- Όταν τις είδε διαπίστωσε ότι η Ά. ήταν κτυπημένη στο μάγουλο και στο μάτι. Τη ρώτησε τι έγινε και του είπε πως η μητέρα της κτύπησε στην παρουσία τους τον αδερφό τους και αυτή αυτοτραυματίστηκε. Εξήγησε ότι οι κόρες του, έτυχε να αυτοτραυματιστούν ξανά στην παρουσία του και συγκεκριμένα ότι κτυπούσαν το κεφάλι τους στο πάτωμα. Συγκεκριμένα ανάφερε: «ψυχολογικά έχουν πολλά τα μωρά. Έχουν πολλά, εγώ να αναφέρω χτυπούσαν την κεφαλή τους χαμέ και εγώ έκανα τεράστιες προσπάθειες για να φέρω τα μωρά στα ίσια τους ....» Συμφώνησε ότι έκανε πολλές καταγγελίες στην αστυνομία τόσο καταγγέλλοντας την κατηγορούμενη αλλά και άλλα άτομα όπως τον σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Κιτίου, δικηγόρους, Δικαστές κοκ, πάντα όμως, όπως είπε, για το καλό των παιδιών του. Συμφώνησε ότι έχει υπογράψει δήλωση απόσυρσης παραπόνου της υπόθεσης αυτής, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Υπέγραψε την εν λόγω δήλωση, η οποία αφορούσε μέρος συμφωνίας για απόσυρση ποινικών υποθέσεων εκατέρωθεν. Η δήλωση της κατηγορούμενης για απόσυρση ποινικής υπόθεσης εναντίον του XXXXX κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Παρά την πιο πάνω δήλωσή του, εξακολουθεί να επιμένει στο παράπονό του σε σχέση με την υπόθεση αυτή, γιατί το Τεκμήριο 11 είναι η θέση του ότι το υπέγραψε κατόπιν εκβιασμού συσχετιζόμενου με υπόθεση παρακοής εναντίον του. Ακολούθησε η μαρτυρία της XXXXX Παντελή, λειτουργού στο Γραφείο Ευημερίας. Στις 2/12/2016 επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά ο Κυριάκου για να της καταγγείλει περιστατικό μεταξύ της κατηγορούμενης και του γιού της, στο οποίο ήταν μπροστά και οι ανήλικες Ά. και Ξ. Η μάρτυρας την επομένη πήγε στο σχολείο του Κ. και του μίλησε. Ο ίδιος της είπε ότι η μητέρα του τον είχε κτυπήσει τρεις φορές στο πρόσωπο την προηγούμενη μέρα. Την είχε δει να φιλά το συμβίο της και όταν της είπε να σταματήσει γιατί την ενοχλεί αυτή τον κτύπησε. Ο ανήλικος τα είχε βρει με τη μητέρα του. Η εν λόγω μάρτυρας είναι επίσης το άτομο το οποίο συνόδευσε τις ανήλικες στο Αρχηγείο Αστυνομίας για να δώσουν οπτικογραφημένη κατάθεση. Ακολούθησε η μαρτυρία των ανήλικων Ξ. και Ά., εφόσον ο δικηγόρος της κατηγορουμένης έκρινε απαραίτητη την αντεξέταση των δύο επτάχρονων κοριτσιών. Η διαδικασία έγινε ως Νόμος προνοεί, στην παρουσία κοινωνικής λειτουργού και των δύο δικηγόρων. Το Δικαστήριο προσπάθησε προκαταρκτικά να διαπιστώσει εάν τα κορίτσια έχουν την αντίληψη να διαχωρίζουν το ψέμα από την αλήθεια. Αν και προσπάθησαν να αναφερθούν στο συμβάν απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, όποτε είχαν την ευκαιρία δήλωναν ότι θέλουν να μένουν με τον πατέρα τους. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο προκειμένου να κάνουν αυτή και μόνο τη δήλωση και τελούσαν υπό το άγχος να δηλώνουν και να επαναλαμβάνουν ότι θέλουν να είναι με τον πατέρα τους. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία τους αντικατοπτρίζει την αλήθεια και δεν θα στηριχτώ πάνω της για εξαγωγή ευρημάτων. Αρκεί να αναφέρω ότι σε μια από τις ανήλικες όταν ερωτήθηκε τι χρώμα έχει το φόρεμά της και απάντησε, ορθά, άσπρο, όταν τη ρώτησα αν της πει κάποιος ότι δεν είναι άσπρο αλλά ροζ τι θα απαντήσει και είπε ότι θα συμφωνήσει. Σε καμία περίπτωση δεν διατείνομαι ότι η ειδικότητα μου ή οι γνώσεις μου άπτονται του γνωστικού επιπέδου της ψυχολογίας, μπορώ όμως να δηλώσω ότι η εντύπωση που μου δόθηκε ότι είχα ενώπιον μου δύο παιδία τα οποία ήρθαν στο Δικαστήριο με οδηγίες να δηλώσουν επιθυμία να μείνουν με τον πατέρα τους. Επομένως, από το στάδιο αυτό καταγραφής της μαρτυρίας τους, δηλώνω ότι την απορρίπτω. Οι ανήλικες έκλεισαν και τον κύκλο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση έκρινε την κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη σε τρείς από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ενώ την αθώωσε σε μία από αυτές. Κλήθηκε σε απολογία, της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η θέση της είναι ότι την επίδικη μέρα ήταν στο σπίτι μαζί με τα τρία της παιδιά και το συμβίο της. Το επίδικο χρονικό διάστημα έμενε στο σπίτι με τον ανήλικο γιο της Κ. και ασκούσε δικαίωμα επικοινωνίας με τις δύο της κόρες. Την ημέρα που αφορά στο κατηγορητήριο οι κόρες της ήταν μαζί της. Όταν ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας με τις κόρες μερικές φορές αργούσε να τις παραδώσει και ο Ι. κάθε φορά την κατάγγελλε στην αστυνομία. Έτσι έγινε και την επίδικη μέρα. Καθυστέρησε να επιστρέψει τα παιδιά γιατί έπαιζαν και ο Ι. κάλεσε αστυνομία. Αστυνομικός πήγε στο σπίτι. Όλοι αναστατώθηκαν. Ο Κ. δεν ήθελε να φύγουν οι αδερφές του και τράβηξε τη μια από το χέρι. Η ίδια πάνω στον πανικό της, τον κτύπησε στο χέρι για να σταματήσει να διαμαρτύρεται και να μην αφήνει τις αδερφές του να φύγουν αλλά και από το φόβο της να μη βγάλει τον ώμο της αδερφής του γιατί έβγαινε συχνά. Η Ά. τότε ξεκίνησε να γδέρνει το πρόσωπό της. Το να αυτοτραυματίζονται τα κορίτσια είναι κάτι το οποίο έκαναν συχνά. Το επίδικο επεισόδιο έγινε στην παρουσία του αστυνομικού ο οποίος πήγε στο σπίτι της μετά την καταγγελία του Ι. για καθυστέρηση να παραδώσει τις κόρες της. Το όλο συμβάν ήταν τόσο αποκλιμακωμένο και έγινε προκειμένου να επιβάλει τάξη και να μπορέσει να πάρει να κορίτσια να τα πάρει στον πατέρα τους που ούτε ο αστυνομικός που ήταν παρών το αξιολόγησε ως σοβαρό ή αντέδρασε εκείνη την ώρα ή την κατάγγειλε. Αναφορικά με τις σχέσεις τις με τον Ι., αυτές ήταν και είναι διαταραγμένες. Υπήρχαν συνεχώς καταγγελίες εκατέρωθεν. Σε κάποιο στάδιο είχε συμφωνήσει με τον Ιωάννου, να αποσύρουν τα παράπονα που είχε ο ένας για τον άλλο και να κάνουν μια νέα αρχή για το καλό των παιδιών τους. Έτσι υπογράφηκαν τα τεκμήρια 11 και
- Στο πλαίσιο αυτής της κατανόησης συμφώνησαν και στην έκδοση νέου διατάγματος επικοινωνίας, το οποίο εκδόθηκε 14/7/2017 (Τεκμήριο 13). Η ποινική υπόθεση που αφορούσε σε παράπονο της ιδίας, τεκμήριο 12 αποσύρθηκε αλλά τελικά ο XXXXX επέμενε στο παράπονό του για την υπόθεση αυτή. Τα πιο πάνω συνοπτικά συνιστούν τη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Από τη μία η δικηγόρος για την Κατηγορούσα Αρχή επιχειρηματολογεί ότι έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της και ότι οι πράξεις της κατηγορουμένης εμπίπτουν εντός του πλαισίου εφαρμογής του νόμου. Από την άλλη, ο δικηγόρος της κατηγορουμένης, ισχυρίζεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ενοχή της κατηγορουμένης. Επισύρει δε την προσοχή του Δικαστηρίου ότι προϋπόθεση για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα για ψυχική βλάβη των ανηλίκων Ά. και Ξ. από το επίδικο συμβάν, θα έπρεπε να έχει ενώπιον του μαρτυρία ειδικού η οποία να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο και τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το πως θα πρέπει να επιτελείται η διεργασία αυτή (βλ. μεταξύ άλλων, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Ήδη αναφέρω κατά το στάδιο παράθεσης της μαρτυρίας των ανήλικων ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη πηγή στην οποία θα μπορούσα να στηριχτώ και να εξάξω συμπεράσματα. Η μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων, πλην του Ι. και της κατηγορουμένης, στηρίζεται σε δύο πυλώνες γεγονότων, τα οποία στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτα. Πρώτος πυλώνας είναι το γεγονός ότι ο Ι. την επίδικη ημερομηνία παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου προκειμένου να καταγγείλει ότι η κατηγορούμενη στην παρουσία των ανήλικων Ξ. και Ά. χαστούκισε τον γιο της Κ., γεγονός το οποίο αναστάτωσε τις ανήλικες. Αυτό το γεγονός ότι, δηλαδή πήγε προκειμένου να καταχωρήσει αυτή την καταγγελία ήδη αναφέρω ότι παρέμεινε αναντίλεκτο (είναι το αληθές του περιεχομένου της καταγγελίας που αμφισβητήθηκε) και προβαίνω σε αντίστοιχο εύρημα. Δεύτερος πυλώνας της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη οικογένεια έχει πολλές φορές απασχολήσει την αστυνομία με συνεχείς καταγγελίες, αναντίλεκτο επίσης γεγονός για το οποίο προβαίνω σε σχετικό εύρημα. Ο Ι. μου προκάλεσε την εντύπωση ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει μια εικόνα της κατηγορουμένης ότι είναι ανεπαρκής σαν μητέρα και για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα οι ανήλικες να μείνουν μαζί του. Αναφέρθηκε ελάχιστο στο ίδιο το συμβάν. Η μαρτυρία του αναλώθηκε σε μομφές εναντίον της κατηγορουμένης, ενίοτε ιδιαίτερα προσβλητικές. Δεν ήταν παρών στο συμβάν. Την επίδικη μέρα η κατηγορουμένη άργησε να του επιστρέψει τις κόρες τους, πράγμα σύνηθες και αυτός προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία, επίσης κάτι το σύνηθες. Όταν παρέλαβε τις κόρες του η Άννα είχε αυτοτραυματιστεί, επίσης, δυστυχώς, κάτι σύνηθες, εφόσον ο ίδιος δήλωσε τα κορίτσια συνεχώς έκαναν κακό στον εαυτό τους είτε ήταν μαζί του είτε με τη μητέρα τους. Όταν άκουσε ότι είχε προηγηθεί κάποιο συμβάν μεταξύ της κατηγορουμένης και του γιου της, έσπευσε στην αστυνομία να προχωρήσει σε καταγγελία. Ισχυρίζεται ψυχική βλάβη των ανηλίκων Ξ. και Ά. Δεν τεκμηριώνει πουθενά αυτή τη ψυχική βλάβη, η οποία να συσχετίζεται ότι έχει προκληθεί από αυτό το συγκεκριμένο συμβάν. Δεν δίδει στοιχεία ότι το κατ΄ ισχυρισμό συμβάν του οποίου μάρτυρες υπήρξαν οι ανήλικες τις αναστάτωσε τόσο βαθιά που χρειάστηκε διάγνωση για ψυχική βλάβη. Αντιθέτως, το επίδικο συμβάν ήταν ένα από τα πολλά που συμβαίνουν μεταξύ των εμπλεκομένων. Συνεχείς καταγγελίες στην αστυνομία, επίρριψη ευθυνών του ενός στον άλλο, διαδικασίες στα Δικαστήρια και δυο ανήλικα κορίτσια που, δυστυχώς, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνω αυτοτραυματίζονταν. Επίσης, παραμένει αναντίλεκτο γεγονός το οποίο και ο ίδιος παραδέχτηκε ότι συμφώνησε να υπογράψει για να αποσύρει το παράπονό του σε σχέση με αυτή την υπόθεση εάν η κατηγορούμενη απέσυρε αντίστοιχα παράπονο σε άλλη ποινική υπόθεση στην οποία ο Ι. ήταν κατηγορούμενος για βιασμό της. Η εν λόγω ποινική υπόθεση αποσύρθηκε αλλά ο ίδιος επιμένει σε αυτή γιατί ισχυρίζεται ότι εκβιάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 11, αν και ειρήσθω εν παρόδω, δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω ότι δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι παρά τη σταθερή τάση του να καταγγέλλει οποιοδήποτε συμβάν αξιολογεί ως μεμπτό, ουδεμία καταγγελία έκανε για τέτοιο εκβιασμό του. Δυστυχώς, η όλη μαρτυρία του με άφησε με την εντύπωση ότι μάλλον αλλότρια κίνητρα υπάρχουν για τη δίωξη αυτή και συνδέεται άμεσα με τις διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η κατηγορουμένη, ήταν παρούσα κατά το συμβάν αναφέρθηκε και εξήγησε τα γεγονότα. Μίλησε με εξαιρετική νηφαλιότητα, χωρίς να προβαίνει σε χαρακτηρισμούς παραμένοντας σταθερή στη γραμμή των γεγονότων. Την επίδικη μέρα τα παιδιά της έπαιζαν. Καθυστέρησε να πάρει τις κόρες της στον πατέρα τους και αστυνομία πήγε στο σπίτι. Τα παιδιά αναστατώθηκαν και ο Κ. ο οποίος ήθελε να μείνουν μαζί του οι αδερφές του αντέδρασε και τράβηξε την αδερφή του. Η ίδια πάνω στο άγχος της επειδή είχε κουραστεί με τις συνεχείς καταγγελίες, αλλά και επειδή η κόρη της είχε πρόβλημα με τον ώμο της, φοβούμενη τόσο μη βγει ο ώμος της κόρης της αλλά και αναστατωμένη από την εμφάνιση του αστυνομικού, κτύπησε ελαφριά τον Κ. στο χέρι για να αφήσει ελεύθερη την αδερφή του. Αυτό ήταν όλο το συμβάν. Την πιστεύω, αποδέχομαι τη μαρτυρία της και προβαίνω στα αντίστοιχα ευρήματα. Έχοντας αξιολογήσει πιο πάνω τη μαρτυρία προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπαγωγή αυτής στα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη δύναται να τα στοιχειοθετήσει. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται σε κοινή επίθεση. Επίθεση, σύμφωνα με το άρθρο 242 ΠΚ, διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery) (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα (βλ. μεταξύ άλλων, R v. Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L.). Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)
(2)του Ν. 119(Ι)/2000, όταν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτό θεωρείται, για τους σκοπούς του Ν. 119(Ι)/2000, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, δύναται να επιβάλει αυξημένες ποινές. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορουμένης την οποία έχω αποδεχτεί κτύπησε ελαφριά τον Κ. στο χέρι προκειμένου να αφήσει την αδερφή του να φύγει. Η πράξη αυτή πόρρω απέχει από το να πληρώσει το γράμμα του άρθρου, το οποίο συνθέτει το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στην κατηγορούμενη, όπως αυτό έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία στις πιο πάνω αποφάσεις. Η τρίτη και τέταρτη κατηγορία αναφέρονται σε ψυχική βλάβη. Όπως εύστοχα υποδεικνύει ο δικηγόρος της κατηγορουμένης για να στοιχειοθετηθεί ψυχική βλάβη θα πρέπει να υπάρχει σχετική μαρτυρία η οποία να το αποδεικνύει αυτό και να συσχετίζει το συμβάν με την κατ' ισχυρισμό βλάβη. Το μόνο συσχετιζόμενο, κατ' ισχυρισμό, είναι ο αυτοτραυματισμός της Ά. Όμως, η πράξη της Άννας να αυτοτραυματιστεί υπήρξε αντίδραση στην οποία προσέφευγε συχνά τόσο η ίδια όσο και η αδερφή της και ανεξάρτητα μαζί με ποιο γονέα ευρίσκονταν. Το γεγονός ότι οι ανήλικες αυτοτραμαυτίζονταν είναι κάτι το οποίο βίωνε και ο Ι.. Συγκεκριμένα, ως ανάφερε κτυπούσαν το κεφάλι τους κάτω. Επομένως, δυστυχώς, οι πράξεις αυτές των παιδιών δεν είναι αποτέλεσμα ψυχικής βίας και του μεμονωμένου επίδικου περιστατικού αλλά πιθανόν να εντοπίζεται σε κάτι άλλο βαθύτερο που βέβαια σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν γνωρίζει αλλά ούτε και επιθυμεί να τοποθετηθεί. Η νομοθεσία αυτή έχει ψηφιστεί προκειμένου να επέμβει και να ρυθμίσει καταστάσεις ενδοοικογενειακής βίας. Δεν προσφέρεται ως μέτρο πίεσης για συμβιβασμό υποθέσεων σε άλλα Δικαστήριο ή ως μέσο πίεσης γενικότερα του ενός γονέα έναντι του άλλο. Για τους λόγους που έχω αναφέρει αξιολογούμενη η μαρτυρία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να πείσει το Δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη έχει διαπράξει τα αδικήματα τα οποία της καταλογίζονται. Η υπόθεση απορρίπτεται. Η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο