← Κύπρος

DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9236/2013, 10/4/2020

DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9236/2013, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9236/2013 Μεταξύ: DENICKOM ENTERPRISES LTD Εναντίον 1. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ TRADING CO LTD ΧΧΧΧΧΧ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ημερομηνία: 10/4/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καούλλας Για τον Κατηγορούμενους: κ. Παναγιώτου με κ. Ζαχαράκι Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία έχει βρεθεί ένοχη στις Κατηγορίες 2,8, 14, 20, 25, 31, 37, 43, 49,55 , 61 και 65, 67, 69, 71 και σε έκαστη επομενη της Κατηγορίας 71 Κατηγορία μονού αριθμού μέχρι την Κατηγορία 1145 επί του Κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί ένοχος στις Κατηγορίες 3, 11, 17,22, 28, 34, 40, 46, 52, 58, 64, 66, 68, 70, 72 και σε έκαστη επόμενη της Κατηγορίας 72, Κατηγορία ζυγού αριθμού μέχρι την Κατηγορία 1146 επί του Κατηγορητηρίου. Το αδίκημα είναι αυτό της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με βάση το άρθρο 305(Α)

(1)του Π.Κ., το οποίο κι έχει ως ακολούθως: "305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Όλες οι Κατηγορίες αφορούν σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, όπου η Κατηγορούμενη ο Κατηγορούμενος 2 διώκεται ως διευθυντής εταιρείας και η Κατηγορούμενη εταιρεία 1 ως εκδότης των επιταγών. Πρόκειται για επιταγές που ανέρχονται συνολικά σε ποσό άνω του €1,000.
  1. Στις Κατηγορίες 1147-1148, που αφορούν σε εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, οι Κατηγορούμενοι δεν κλήθηκαν σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η Κατηγορούμενη 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη σε ποινική υπόθεση για παρόμοια αδικήματα. Ετοιμάστηκε για σκοπούς επιβολής ποινής έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποίαν αναφέρονται περιληπτικά τα αμέσως κατωτέρω για τον Κατηγορούμενο. Είναι 37 ετών από τα XXXXX. Είναι έγγαμος, με τέκνο ηλικίας 9 ετών. Δηλώνει μεταμέλεια για τα αδικήματα αλλά ως αναφέρεται, αδυνατούσε να πληρώσει . Συντηρεί ο ίδιος την οικογένειά του και την ανάπηρη μητέρα του (αναπηρία στην όραση). Έχει λευκό ποινικό μητρώο, Υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Παραμένει σε οικία που παραχωρήθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση στην οικογένειά του, ως άπορη οικογένεια. Έχει προσφυγική καταγωγή. Η μητέρα του διαμένει με την οικογένειά τους και συντηρείται από σύνταξη. Η σύζυγός του αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα (εδώ επισημαίνω πάντως ότι δεν τέθηκε όμως στο Δικαστήριο κάτι συγκεκριμένο επί αυτού ώστε να έχω σαφή και ικανοποιητική εικόνα για τη σοβαρότητα του προβλήματος ώστε να το συνεκτιμήσω). Έχουν επίσης παρουσιαστεί στο Δικαστήριο επιστολή του εργοδότη του Κατηγορούμενου που αναφέρονται σε καλό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου, επιστολή τον κοινοτάρχη XXXXX που επίσης αναφέρεται σε καλό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου κι αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός ανηλίκου παιδιού (9 ετών) κι έχει ανάπηρη μητέρα χήρα και 100% εξαρτώμενή του, καθώς και ιατρική βεβαίωση που αναφέρεται σε προβλήματα συριγγίου, νοσογόνου παχυσαρκίας και αναπνευστικής δυσχέρειας του Κατηγορούμενου. Σε προφορική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, τόνισε, μεταξύ άλλων,: 1)Το Λευκό Ποινικό Μητρώο του Κατηγορούμενου 2 2) Τον καλό του χαρακτήρα, κάτι που φαίνεται και από τη βοήθεια που του δόθηκε από φίλους και πελάτες του 3) Το ότι δεν είχε πρόθεση να μην εξοφλήσει τις επιταγές, αλλά αυτό οφειλόταν στους διάφορους οφειλέτες του 4) Ότι υπήρχε συνυπευθυνότητα της παραπονούμενης εταιρείας και ότι η ευθύνη του Κατηγορούμενου πρέπει να υπολογιστεί σε ποσοστό 50% και ότι υπήρξε μερική συμμόρφωση αφού μέρος των εμπορευμάτων επιστράφηκε στην παραπονούμενη. 5) Ότι σε σχέση με την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου, ο βαθμός υπαιτιότητάς του ήταν ο μικρότερος και η ευθύνη του ήταν οριακή, αφού βρέθηκε ένοχος λόγω απερισκεψίας σε σχέση με την έκδοση των επιταγών 6) Ότι στα χρόνια της συνεργασίας τους, η παραπονούμενη εταιρεία αποκόμισε μεγάλα κέρδη από τη συνεργασία της με την Κατηγορούμενη 1 7) Ότι υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο πρόταση συμβιβασμού με παραχώρηση ακινήτου. 7) Ότι υπήρξε καθυστέρηση που δε βαραίνει τον Κατηγορούμενο 8) Ότι ο Κατηγορούμενος καταστράφηκε οικονομικά και λυπάται για το συμβάν 9) Ότι ταλαιπωρήθηκε ο Κατηγορούμενος από την καταχώρηση πολλών υποθέσεων εναντίον του και η ταλαιπωρία που του προκλήθηκε από τις συνεχείς του παρουσίες είναι ικανοποιητική τιμωρία. Στην Αγόρευσή του δε, έδωσε έμφαση και σε αναφορά του διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας (Μ.Κ.1) ότι δεν επιδιώκεται η φυλάκιση του Κατηγορουμένου
  2. Οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου των Κατηγορουμένων κ. Παναγιώτου στο βαθμό που θεωρούνται από το Δικαστήριο ως σχετικές και θα ληφθούν υπόψη, συνεκτιμώνται στα πλαίσια των παραγόντων που συνδιαμορφώνουν την τελική μου εκτίμηση επί των ποινών που θα επιβάλω, ως τους παραθέτω πιο κάτω. Λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής τα πιο κάτω: 1) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Εδώ αρκούμαι να παραπέμψω ειδικά στα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ.α. ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α. Ποιιν. Εφ. 102/2014 και 115/2014, ημερ. 25.2.2016 : «Οι κατηγορίες στις οποίες οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές εφόσον η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία ο νόμος (άρθρο 305(Α)
(2)του Π.Κ.) προνοεί κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές, πρόνοια που αντανακλά και τη σοβαρότητα που προσδίδει ο Νομοθέτης στα υπό αναφορά αδικήματα. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία (Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν.. Έφ. 18/2012, ημερ.26.4.2014 και L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015), το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Όμως το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.» 2) Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 1 και τον καλό του χαρακτήρα, τον οποίον δέχομαι και για τον οποίον έγινε και αναφορά από μάρτυρες στο Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και από μάρτυρα Κατηγορίας, το Μ.Κ.3 . 3) Επίσης λαμβάνω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 επέδειξε απερισκεψία και ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του πρόθεση να μην εξοφληθούν οι επιταγές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δεν εξοφλήθηκαν οι επιταγές, όταν δηλαδή άλλοι οφειλέτες της Κατηγορούμενης 1 την άφησαν εκτεθειμένη και υπενθυμίζω εδώ ότι έκρινα επί της ουσίας ότι και από πλευράς παραπονούμενης η «πώληση προϊόντων, η αποδοχή τόσων πολλών επιταγών και η παροχή τόσο μεγάλης πίστωσης, ιδιαίτερα δε όταν σε σχέση με κάποιες από αυτές, είχε προϋπάρξει μη τίμηση επιταγών πριν την έκδοσή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιχειρηματικά υπεύθυνη πρακτική.» 4) Το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων. Δεν παραγνωρίζω τη γενική αρχή ότι είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις εκτός εάν θεωρείται αυτό απόλυτα αναγκαίο (βλ. Χατζηξενοφώντος Ανδρέας και Άλλη ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 316) ούτε και την αρχή ότι η ποινή σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι σημαντικά μειωμένη (Θεοχάρους Κρίνος ν. Kυπριακής Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 22) 5) Το ότι το νοητικό στοιχείο που επιδείχθηκε εκ μέρους του συνεργού - Κατηγορούμενου 2 δεν ήταν αυτό του δόλου αλλά της απερισκεψίας. Όπως αποφάνθηκα στην απόφασή μου ημερομηνίας 24/3/2020 : « Δε θεωρώ, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αλλά και του Μ.Υ.
  1. ότι υπήρχε δόλος ή προσπάθεια να εξαπατήσει ο Κατηγορούμενος 2 ή η Κατηγορούμενη 1 την παραπονούμενη. Αυτό όμως το οποίο υπήρχε, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, του Μ.Υ.2 αλλά και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου ήταν η πρακτική να παραδίδονται μεταχρονολογημένες επιταγές σε σχέση με εμπορεύματα και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να στηρίζουν την πληρωμή των επιταγών αυτών σε μελλοντικές πληρωμές που θα γίνονταν προς τους Κατηγορούμενους 1 και 2 από δικούς τους οφειλέτες στους οποίους θα μεταπωλούνταν τα προϊόντα. Αυτοί καταστράφηκαν οικονομικά ή ήταν αφερέγγυοι και ως συνέπεια αυτού δεν τίμησε η Κατηγορούμενη 1 τις υποχρεώσεις της.» 6) Το ότι μετά τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος 2 καταστράφηκε οικονομικά και πέρασε δύσκολες στιγμές και εκείνος και η οικογένειά του. 7) Το ότι όλες οι επιταγές σχετίζονται μεταξύ τους και ήταν μέρος των ίδιων συναλλαγών στην ίδια περίοδο. 8) Το ότι επιστράφηκε αριθμός εμπορευμάτων σε σχέση με την πώληση των οποίων είχαν εκδοθεί οι επιταγές κάτι που μπορώ να το θεωρήσω ως μερική συμμόρφωση και ως μερική έμπρακτη μεταμέλεια. 9) Το ότι επιδείχθηκε καταχρηστικότητα εις βάρος των Κατηγορουμένων με την προώθηση πολλαπλών υποθέσεων εναντίον τους που αν και αποσύρθηκαν, αυτές προωθούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Καταχρηστικότητα που έμπρακτα και η ίδια η παραπονούμενη αναγνώρισε, αποσύροντας αριθμό υποθέσεων και ζητώντας να προστεθούν Κατηγορίες στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ως αποφάνθηκα στις 24/3/2020, ο Κατηγορούμενος: «.. αναγκάστηκε ... να παρίσταται στο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων που κάποιες από αυτές αναγνωρίστηκε και από την παραπονούμενη ότι καταχωρήθηκαν καταχρηστικά και γι' αυτό ζητήθηκε και η προσθήκη Κατηγοριών στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.» 10) Σε σχέση με τις Κατηγορίες 65-1146 δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη ότι προστέθηκαν εναντίον των Κατηγορουμένων το 2018 (βλ. ενδιάμεση απόφαση 17/9/2018) ενώ τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2013 (σε χρονική απόσταση 5 ½ ετών). Λαμβάνω υπόψη τη μεγάλη καθυστέρηση που επιδείχθηκε στην προσθήκη των Κατηγοριών, η οποία προσθήκη μπορεί μεν να επιτράπηκε, αλλά ξεκάθαρα οφείλεται στην αρχική επιλογή των παραπονουμένων να προωθήσουν αριθμό υποθέσεων αντί μίας, σε διάφορες μάλιστα επαρχίες εναντίον των Κατηγορουμένων. 11) Επίσης λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 ως έχουν σήμερα και ως αντικατοπτρίζονται σε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως παρατέθηκαν ανωτέρω. Με βάση τα πιο πάνω επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη 1 πρόστιμο από €350 σε έκαστη των Κατηγοριών 2,8, 14, 20, 25, 31, 37, 43, 49,55 , 61 (δηλαδή αυτές που από την αρχή περιλαμβάνονταν στο Κατηγορητήριο) και από €100 σε έκαστη εκ των Κατηγοριών 65, 67, 69 κ.α. μέχρι την Κατηγορία 1145 που προστέθηκαν στο Κατηγορητήριο το
  2. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, μεταξύ όλων των υπολοίπων παραγόντων που λαμβάνω υπόψη, σύμφωνα με όλα τα δεδομένα για τις προσωπικές του συνθήκες, σημειώνω ότι πρόκειται για ένα οικονομικά εξαθλιωμένο άνθρωπο, που ζει σε δύσκολες συνθήκες και ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα κατέληγε σε αδυναμία πληρωμής. Επιπλέον, τα αδικήματα που διέπραξε είναι σοβαρά, το συνολικό ποσό είναι μη ευκαταφρόνητο (υπερβαίνει το €1,000,000) και συνεπώς κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν της φυλάκισης, παρά τους διάφορους μετριαστικούς παράγοντες (και ιδιαιτέρως την αναφορά του διευθυντή των παραπονουμένων κατά τη μαρτυρία του ότι δεν επιδιώκει τη φυλάκιση του Κατηγορούμενου 2 και το ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων και παρά το σε σχέση με τις Κατηγορίες 67, 69 και επ. υπήρξε καθυστέρηση 5 χρόνων στη συμπερίληψή τους στο Κατηγορητήριο). Στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κάθε Κατηγορία από την Κατηγορία αρ. 3 μέχρι την Κατηγορία αρ. 64 και ποινή φυλάκισης 2 μηνών σε κάθε Κατηγορία από τις Κατηγορίες 66 και επόμενες (δηλαδή όσες προστέθηκαν στο Κατηγορητήριο το 2018)μέχρι την Κατηγορία
  3. Εννοείται ότι όλες οι ποινές φυλάκισης, κρίνεται ορθό να συντρέχουν μεταξύ τους, στα πλαίσια της αρχής για συνολικότητα της ποινής. Η εν λόγω αρχή προδιαγράφει την ακόλουθη αντιμετώπιση ενός Κατηγορουμένου, όπως αναφέρθηκε και στα πλαίσια της Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του.» Εφόσον πρόκειται ουσιαστικά για έκδηλα σχετικά αδικήματα που προέκυψαν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στα πλαίσια ενός ενιαίου συστήματος συναλλαγών μεταξύ της παραπονουμένης- Κατηγορούμενης 1, θεωρώ ότι πρέπει να συντρέχουν οι εν λόγω ποινές και να μην είναι διαδοχικές. Έρχομαι στο να εξετάσω ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939 παρατέθηκαν τα ακόλουθα: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Θεωρώ ότι από το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, αλλά και με βάση τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου η αναστολή δικαιολογείται. Για τη χορήγηση της αναστολής, έλαβα, εκτός από όλους τους παράγοντες που έλαβα υπόψη μου για σκοπούς επιβολής ποινής, ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα:
  1. Δεν είναι ο Κατηγορούμενος 2 πρόσωπο που έδειξε δόλο ή ακόμα και αδιαφορία σε σχέση με την έκδοση των επιταγών, αλλά απερισκεψία μέσω μίας ανεύθυνης πρακτικής στην οποίαν συμμετείχε και η παραπονούμενη. Μία πρακτική άλλωστε την οποίαν φαίνεται και ο ίδιος να πλήρωσε ακριβά με οικονομική καταστροφή.
  2. Τη μεγάλη χρονική περίοδο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα και ιδιαίτερα τις συνέπειες που υπήρξαν για τον Κατηγορούμενο 2 από τη λανθασμένη επιχειρηματική πρακτική της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας του.
  3. Τις λοιπές του προσωπικές συνθήκες και τη σημασία της φυσικής του παρουσίας για την οικογένειά του. Ιδιαίτερα οι σημερινές δύσκολες συνθήκες της απομόνωσης και του γενικευμένου φόβου, ανασφάλειας και αβεβαιότητας που υπάρχουν τόσο διεθνώς όσο και στην κυπριακή κοινωνία από την πρωτοφανή πανδημία του κορωνοϊού καθιστούν ανεπιθύμητο το να αποστερηθεί η οικογένεια του Κατηγορούμενου 2 την παρουσία του, ειδικά εφόσον αυτός έχει ένα ανήλικο παιδί και μία χήρα ανάπηρη μητέρα που στηρίζονται σε εκείνον.
  4. Το λευκό του ποινικό μητρώο.
  5. Την καταχρηστικότητα που επιδείχθηκε από τους παραπονούμενους με την καταχώρηση πολλών ποινικών υποθέσεων και την πολύχρονη ταλαιπωρία του Κατηγορούμενου από αυτήν.
  6. Το ότι υπήρξε ουσιαστικά μερική συμμόρφωση, εφόσον μέρος των εμπορευμάτων για τα οποία εκδόθηκαν επιταγές παραλήφθηκε από την παραπονούμενη μετά τη μη τίμηση των επιταγών.
  7. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων γενικά αλλά και την καθυστέρηση στην προώθηση των Κατηγοριών 66, 68 επ. έως την 1146, οι οποίες προστέθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου το
  8. Την αναφορά του διευθυντή των παραπονουμένων όταν έδιδε μαρτυρία, ότι δεν επιδιώκει τη φυλάκιση του Κατηγορουμένου 2, η οποία μπορεί μεν να μη θεωρώ ότι με δεσμεύει, αλλά λαμβάνεται υπόψη. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για 3 χρόνια. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής των ποινών φυλάκισης) Εξετάζω τέλος 2 ζητήματα: 1) Το κατά πόσον θα εκδώσω εναντίον της Κατηγορούμενης 1 διάταγμα αποζημίωσης της παραπονούμενης. Πέραν του ότι αυτό δεν ζητήθηκε, το εξετάζω και κρίνω ότι: α) εφόσον δεν συναίνεσε σε κάτι τέτοιο η Κατηγορούμενη 1 οφειλέτιδα του ποσού κι β) εφόσον άγνωστος αριθμός εμπορευμάτων παραλήφθηκε από την παραπονούμενη (δεν καθορίστηκαν ούτε τα αγαθά, ούτε συσχετίστηκαν με εκδοθείσα επιταγή) -και άρα δεν θα μπορούσε να διαγνωστεί και να καθοριστεί ποιο ακριβώς ποσό ακόμη οφείλεται σε κάθε Κατηγορία- ότι δεν θα μπορούσε να εκδοθεί οιοδήποτε τέτοιο διάταγμα. 2) Σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης, αποφαίνομαι ότι δεν θα ήταν ορθό, εφόσον επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης - έστω και αν αυτή αναστάλθηκε- να εκδώσω εναντίον του οιαδήποτε διαταγή εξόδων (βλ. Ανδρέας Μενελάου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Με δεδομένο και το ότι η παρούσα είναι ιδιωτική ποινική υπόθεση, επιδικάζονται όμως έξοδα εναντίον της Κατηγορούμενης 1. Τα έξοδα να καταβληθούν στην παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 1, ως θα υπολογιστούν από τον/την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.