DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9236/2013, 24/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9236/2013 Μεταξύ: DENICKOM ENTERPRISES LTD Εναντίον 1. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ TRADING CO LTD ΧΧΧΧΧΧ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ημερομηνία: 24/3/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καούλλας Για τον Κατηγορούμενους: κ. Παναγιώτου με κ. Ζαχαράκι Κατηγοούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Η παρούσα υπόθεση αφορά σε αριθμό αδικημάτων στο Κατηγορητήριο που σχετίζονται με έκδοση επιταγών και περιέχει Κατηγορίες με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που φέρονται να διαπράχθηκαν την περίοδο περί το Μάρτιο - Απρίλιο 2013. Έχει προηγηθεί τροποποίηση του αρχικού Κατηγορητηρίου και περιλαμβάνονται πλέον σε αυτό, ειδικά μετά από απόφαση 17/9/2018 του παρόντος Δικαστηρίου, πάνω από 1000 Κατηγορίες (παραμένουν οι Κατηγορίες 2,5, 8,11, 14, 17, 20, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46, 49, 52, 55, 58, 61, 64, 65- 1148). Σε όλες τις Κατηγορίες πλην των 1147-1148, στις οποίες και κατηγορούνται για το αδίκημα του 305A
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως εκδότης η Κατηγορούμενη 1 και ως συνεργός ο Κατηγορούμενος 2 σε ξεχωριστές Κατηγορίες, σε σχέση με έκδοση εκατοντάδων επιταγών (552 στον αριθμό) Λαΐκής Τράπεζας Λτδ, ο Κατηγορούμενοι 1(εταιρεία) και 2 (διευθυντής της), έχουν κληθεί σε απολογία. Ο μεγάλος αριθμός Κατηγοριών, προέκυψε μετά από άδεια που δόθηκε από το παρόν Δικαστήριο για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου, μετά από απόφαση της συναδέλφου μου κας Γ.Κυθραιώτου - Θεοδώρου Ε.Δ., στην ποινική υπόθεση 6476/2013 , όπου και κρίθηκε ότι υπήρχε καταχρηστικότητα με την προώθηση αριθμού υποθέσεων και συνεπεία αυτής, κατόπιν και σχετικής άδειας του Έντιμου κ. Γ. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποσύρθηκε αριθμός υποθέσεων (σχετική είναι η απόφασή μου ημερομηνίας 17/9/2018) Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν η σύσταση και η εγγραφή της παραπονούμενης και οι αξιωματούχοι της. Έγινε παραδεκτή η διατήρηση λογαριασμού από την Κατηγορούμενη 1 στο υποκατάστημα Ιδαλίου της Λαϊκής Τράπεζας κατά τους ουσιώδεις για την υπόθεση χρόνους, έγινε παραδεκτή η κατάσταση λογαριασμού και το περιεχόμενό της, ότι το πιστωτικό όριο που παραχωρήθηκε ήταν αρχικά €40, 000 και μετά έγινε €60,000 , ότι ήταν μοναδικός διευθυντής και δικαιούχος για σκοπούς Τράπεζας σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 ο Κατηγορούμενος
- Έγινε παραδεκτό γεγονός ότι 8 επιταγές που αναφέρεται ότι δεν τιμήθηκαν σε σχετική κατάσταση, ξαναπαρουσιάστηκαν στις 22/02/2013 και πληρώθηκαν κανονικά. Συμφωνήθηκε επιπλέον από τις 2 πλευρές ότι μεγάλος αριθμός επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν από την κατηγορουμένη 1 προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας και παρουσιάστηκαν προς πληρωμή εντός της περιόδου μεταξύ 11/01/2013 και 12/03/2013, τιμήθηκαν κανονικά. Έγινε παραδεκτό ότι καμία άλλη διαδικασία δεν εκκρεμεί για τις επιταγές της παρούσας διαδικασίας. Κατατέθηκαν επίσης διάφορα έγγραφα σε σχέση με υποθέσεις που εκδικάστηκαν μεταξύ των ίδιων μερών και ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Επίσης ότι συγκεκριμένη δαδικασία διακόπηκε με αναστολή που λήφθηκε από το Γ.Ε. και ότι μετά την αναστολή εισήχθηκαν κατηγορίες στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες και κατατέθηκε μεγάλος αριθμός Τεκμηρίων. Εδώ τονίζω ότι σε πολλά σημεία της μαρτυρίας ο Μ.Κ.1 ταύτιζε τον Κατηγορούμενο 2 με την Κατηγορούμενη
- Μετά την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία, αφού ο ίδιος υιοθέτησε το περιεχόμενο ανώμοτης δήλωσης, έδωσαν μαρτυρία 2 τραπεζικοί υπάλληλοι προς υπεράσπισή του και συγκεκριμένα οι Γ. Γιασεμή και Π. Νικολάου. Μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Μ.Κ.
- Μ. Νικολάου Ο Μ.Κ.1 Μ.Νικολάου, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης στην οποίαν αναφέρει τα ακόλουθα: - Είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης. Αυτή ασχολείται με το παράλληλο εμπόριο, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές προϊόντων όπως καλλυντικά, προϊόντα υγιεινής, τρόφιμα και ποτά. Η Κατηγορούμενη ασχολείται με την αγοραπωλησία διαφόρων προϊόντων για υπεραγορές και για κάποιο διάστημα συνεργαζόταν με την παραπονούμενη εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, τα πρόσωπα που διενεργούσαν τις διάφορες αγοραπωλησίες εκ μέρους των εταιρειών, ήταν ο ίδιος για την παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος 2 για την Κατηγορούμενη
- - Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν πάντα ο άνθρωπος με τον οποίον είχε άμεση και αποκλειστική επαφή κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αυτός ο οποίος πάντοτε έκανε τις πληρωμές για την Κατηγορούμενη εταιρεία, τους έδινε τις επιταγές και τον διαβεβαίωνε ότι θα εξαργυρώνονταν. Την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 ο ίδιος την γνωρίζει γιατί υπόγραψε πολλές επιταγές μπροστά του, όπως αυτές που κατέθεσε και όχι μόνο τις υπέγραψε όλες μπροστά του αλλά του τις παρέδωσε ο ίδιος προσωπικά. - Αναφορικά με τις δοσοληψίες της παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, η παραπονούμενη εξέδιδε τιμολόγια με κάθε παράδοση προϊόντων τα οποία και παρουσίαζε στον Κατηγορούμενο 2 για εξόφληση προς όφελος της Κατηγορούμενης
- Προς τούτο, ο Κατηγορούμενος 2 εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές έναντι του οφειλόμενου ποσού των τιμολογίων με σκοπό την πλήρη εξόφληση οι οποίες στο σύνολό τους ήταν για το ποσό του κάθε τιμολογίου ή διαφόρων τιμολογίων μαζί και ο σκοπός ήταν η πλήρης εξόφληση των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 προς την παραπονούμενη. - Μεταξύ των ημερομηνιών 11/1/2013 και 12/2/2013, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 και παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία, διάφορες επιταγές για το συνολικό ποσό των €1,645.634.98, που αντιστοιχούσε σε οφειλές της Κατηγορούμενης 2 εταιρείας για αγορά προϊόντων και αγαθών από την παραπονούμενη. Οι Κατηγορούμενοι εξέδωσαν σωρεία μεταχρονολογημένων επιταγών προς την παραπονούμενη οι οποίες ποτέ δεν πληρώθηκαν και οι Κατηγορούμενοι έχουν επίσης λάβει εμπορεύματα και αγαθά από την παραπονούμενη με την προϋπόθεση ότι όλες οι επιταγές θα εξοφλούνταν, πλην όμως ακόμα και μετά τη μη πληρωμή των επιταγών, ουδέποτε επέστρεψαν τα εμπορεύματα και αγαθά στην παραπονούμενη και τα κράτησαν για δικό τους όφελος. Από την 11/1/2013 μέχρι και τις 12/3/2013 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρέδωσαν στην παραπονούμενη εκατοντάδες επιταγές και 5 και πλέον χρόνια μετά του είναι αδύνατον να θυμηθεί πότε εκδόθηκε η κάθε επιταγή. Μπορεί όμως να πει ότι παραδόθηκαν από τους Κατηγορούμενους επιταγές επί καθημερινής βάσης μεταξύ των ημερομηνιών 11/1/2013 και 12/3/2013 οι οποίες επιστράφηκαν ως απλήρωτες και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα, παρά το ότι οι Κατηγορούμενοι έλαβαν τα αγαθά και προϊόντα από την παραπονούμενη και δεν τα επέστρεψαν ακόμα και μετά τη μη πληρωμή των επιταγών. Όλες οι επιταγές εκδόθηκαν σε σχέση με είδη υπεραγοράς. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια εκατοντάδες επιταγές, που είναι επιταγές στις οποίες αφορούν οι Κατηγορίες. - Όλες οι επιταγές είχαν την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS». Γίνεται αναφορά στη Γραπτή Δήλωση του Μ.Κ.1 σε 552 μεταχρονολογημένες επιταγές, ,οι οποίες παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. - Ο ίδιος ο Μ.Κ.1 παρουσίασε και κατέθεσε όλες τις πιο πάνω επιταγές στην τράπεζα με την προσδοκία ότι αυτές θα πληρώνονταν αλλά προς εκπληξή του και όπως τον πληροφόρησε η Τράπεζα δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 και οι επιταγές ήταν ακάλυπτες. Όλες οι επιταγές χωρίς εύλογη αιτία και αδικαιολόγητα παραμένουν ανεξόφλητες και απλήρωτες από τους Κατηγορούμενους μέχρι και σήμερα, παρά το γεγονός ότι τα εμπορεύματα για την πληρωμή των οποίων εκδόθηκαν οι επιταγές παραδόθηκαν σε αυτούς και ήταν της τέλειας και της πλήρους αρεσκείας τους. Οι επιταγές που κατέθεσε υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο ευρώ ενώ μέχρι και σήμερα οι Κατηγορούμενοι οφείλουν το συνολικό ποσό των €1,645,634.
- - Μετά την επιστροφή των επιταγών, ο Κατηγορούμενος 2, αφού ο ίδιος τον καλούσε τηλεφωνικώς για να του εξοφλήσει τις επιταγές, του υποσχόταν ότι μια λύση ήταν να του μεταβιβάσει χωράφια τρίτων προσώπων, κάτι που δεν έπραξε ποτέ. Μετά από αυτό, ο ίδιος προέβηκε σε έρευνα με τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 2 και πήγε στο λογιστή μαζί του για να δει τι συμβαίνει. Αυτό που εντοπίστηκε ήταν ότι δεν τιμολογούσε πολλά από τα εμπορεύματα που αγόραζε από την παραπονούμενη κι έδινε δωρεάν προϊόντα αλλά και κάποια από αυτά τα πωλούσε σε τιμές χαμηλότερες από ό,τι τα αγόραζε, με αποτέλεσμα να μην βγάζει το απαραίτητο κέδρος με σκοπό να αποπληρώσει την παραπονούμενη. Αυτό το έπραττε εκσκεμμένα, με πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων των πράξεών του και γνωρίζοντας ότι δε θα μπορούσε να εξοφλήσει την παραπονούμενη. Κατατέθηκαν ως Τεκμήριο σχετικά τιμολόγια που εξέδιδε η Κατηγορούμενη 1 προς 3α πρόσωπα. - Μετά που αντιμετώπισε ο ίδιος τον Κατηγορούμενο 2, ανακάλυψε ότι εκείνος αγόραζε από την παραπονούμενη με πίστωση και μετά πωλούσε σε τρίτους χωρίς οποιοδήποτε κέρδος με αποτέλεσμα να αφήσει εκτεθειμένη την παραπονούμενη και με τεράστιες οφειλές, ο ίδιος του παραδέχθηκε ότι το έκανε για να βοηθήσει φίλους και συγγενείς του και ότι ήξερε ότι οι επιταγές της εταιρείας δεν θα πληρώνονταν και το έκανε για να κερδίσει λίγο χρόνο και να πείσει αυτά τα τρίτα πρόσωπα στα οποία προμήθευε τα προϊόντα που αγόραζε από την παραπονούμενη να του δώσουν κάποια χρήματα για να εξοφλήσει την παραπονούμενη. - Και κατά το Φεβρουάριο 2013 επιταγές της Κατηγορούμενης 1 τις οποίες υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 για εμπορεύματα που πωλούσε η παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 12 επιστράφηκαν , τις οποίες όταν ξαναπαρουσίασε πληρώθηκαν μεταγενέστερα της ημερομηνίας που ήταν πληρωτέες. Αυτό δείχνει ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης εταιρείας παρουσίαζε προβλήματα από το Φεβρουάριο
- - Για τον ίδιο ήταν πολύ δύσκολο να εξακριβώσει ποια ημερομηνία εκδόθηκε κάθε επιταγή, γιατί η πρακτική του Κατηγορούμενου 2 ήταν για κάθε τιμολόγιο να του εκδίδει πολλές, δεκάδες βασικά επιταγές. Ο ίδιος στα τιμολόγια και αποδείξεις που εξέδιδε, δεν έγραφε πάντα πόσες επιταγές του δόθηκαν και για ποιο ποσό ή αριθμούς. Έδωσε κάποια παραδείγματα από τιμολόγια κάποιων ημερομηνιών που σύμφωνα με σημειώσεις του αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες επιταγές. - Κάθε εργάσιμη μέρα γινόταν παράδοση εμπορευμάτων στους Κατηγορουμένους και παραλαβή μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες ξεκινούσαν να ήταν πληρωτέες το Μάρτιο του
- Περαιτέρω όπως του έλεγε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2, αυτός ήταν που χειριζόταν προσωπικά τους λογαριασμούς και υποθέσεις της Κατηγορούμενης εταιρείας και ως εκ τούτου, ο ίδιος , όπως ρητά του έλεγε, γνώριζε για το πιστωτικό υπόλοιπο της Κατηγορούμενης 1 και τη γενική κίνηση στο λογαριασμό που διατηρούσε η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία στη τράπεζα. Επίσης, το μόνο άτομο με το οποίο συνομιλούσε αναφορικά με τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 στην παραπονούμενη εταιρεία ήταν ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν και το άτομο το οποίο χειριζόταν προσωπικά τους λογαριασμούς και υποθέσεις της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ως εκ τούτο ο ίδιος γνώριζε για το πιστωτικό υπόλοιπο της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και τη γενική κίνηση του λογαριασμού και ήταν το μόνο άτομο που συνομιλούσε για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 και το μόνο άτομο με το οποίο επικοινώνησε όταν επιστράφηκαν οι επίδικες επιταγές ως απλήρωτες. - Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1, από το λογαριασμό της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και του Κατηγορούμενου 2, διευθυντή της και ανθρώπου με τον οποίον είχαν πάντα επαφή για να δίνει τις παραγγελίες του και για να πληρώνει και που ήταν το πρόσωπο που υπέγραφε τις επιταγές και διαβεβαίωνε ότι θα πληρώνονταν. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων δέχθηκε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στα πλαίσια της ίδιας συναλλαγής με την Κατηγορούμενη
- Σχετίζονταν με αγορά εμπορευμάτων. Εξηγώντας γιατί δεν στράφηκε στην Αστυνομία για όλες τις υποθέσεις είπε ότι ήταν πάρα πολλές και η Αστυνομία δεν μπορούσε να τις αναλάβει όλες. Θεώρησε ότι έπρεπε να καταχωρηθούν περισσότερες υποθέσεις και αν και η έδρα της εταιρείας του είναι η Λεμεσός και της Κατηγορούμενης η Λευκωσία, υποθέσεις καταχωρήθηκαν στη Λάρνακα και στη Λευκωσία γιατί ανέθεσαν στους δικηγόρους τους σε δύο πόλεις (Λάρνακα και Λευκωσία). Καταχωρήθηκαν 5 ποινικές υποθέσεις γιατί έτσι έκρινε ο δικηγόρος της παραπονούμενης. Στα πλαίσια διαφόρων ερωτήσεων που του τέθηκαν σε σχέση με προηγούμενες ποινικές υποθέσεις μεταξύ των μερών, δέχθηκε ότι αυτή είναι η 4η υπόθεση στη σειρά η οποία δικάζεται. Ανέφερε ότι σκοπός της παραπονούμενης ήταν να βρουν δικαιοσύνη στο Δικαστήριο για την μεγάλη ζημιά που τους προκάλεσαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μέσα σε περίοδο 2-3 μηνών. Τα λεφτά χάθηκαν καθότι δόθηκε σε κάποιους αυτό το ποσό «είτε δωρεάν, είτε τους τα έκανε έκπτωση στο τιμολόγιο.». Όταν του αναφέρθηκε ότι σε άλλη υπόθεση (6475/2013) δεν το ανέφερε αυτό, εξήγησε ότι δεν έγινε αποδεκτή η κατάθεση κάποιων τιμολογίων σε εκείνη την υπόθεση. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία έδωσε επιταγές και για άλλα εμπορεύματα και οι εν λόγω επιταγές δεν πληρώθηκαν. Στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 δεν βρέθηκε τίποτε, ούτε αυτοκίνητα ούτε και τίποτε εμπορεύματα. Οι δύο από τα πρόσωπα στους οποίους δόθηκαν εμπορεύματα ήταν κουμπάροι του Κατηγορούμενου
- Δέχθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε προϊόντα και από άλλους εισαγωγείς, καθώς και ότι υπήρχε μεταξύ της δικής του εταιρείας και της Κατηγορούμενης 1 καλή συνεργασία επί χρόνια και γίνονταν πληρωμές κανονικά χωρίς προβλήματα (δέχθηκε ότι το συνολικό ποσό αγορών ήταν 10,6 εκατομμύρια Ευρώ). Τα προβλήματα ξεκίνησαν με την κατάθεση επιταγών μετά τις 15/3/, οι οποίες όμως εκδόθηκαν προηγουμένως. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά πότε εκδόθηκε κάθε επιταγή, αλλά είπε ότι γενικά εκδίδονταν ένα με ενάμιση μήνα προηγουμένως, το περισσότερο 2 μήνες προηγουμένως, αναλόγως του ποσού του τιμολογίου με το οποίο σχετίζονταν. Δεν απέκλεισε όμως να εκδόθηκαν επιταγές και το Δεκέμβριο του 2012 και η περίοδος 11/1/2001 έως 12/03 ήταν ενδεικτική. Υπήρξαν και επιταγές που εκδόθηκαν αυτό το διάστημα και πληρώθηκαν κανονικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν μπορούσε να αντιστοιχήσει με τιμολόγια τις σχετικές επιταγές, είπε ότι δεν ήταν σίγουρος γιατί ήταν πολλές οι επιταγές για κάθε τιμολόγιο. Δεν έχουν πρόθεση οι παραπονούμενοι να πάει φυλακή ο Κατηγορούμενος 2, αλλά να βρεθούν αυτοί στους οποίους δόθηκαν εμπορεύματα από εκείνον. Οι επιταγές υπογράφονταν στην παρουσία αυτού και υπαλλήλων του. Εμπορεύματα στον Κατηγορούμενο 2 έπαιρνε είτε εκείνος είτε υπάλληλός του. Τις επιταγές τις συμπλήρωναν υπάλληλοι του Κατηγορούμενου 2 και τις υπέγραφε ο Κατηγορούμενος
- Τα τιμολόγια υπογράφονταν από αποθηκάριο και υπαλλήλους (εννοούσε της Κατηγορούμενης 1). Δεν γνωρίζει τον Πανίκο Νικολάου και όταν ρωτήθηκε γιατί ενώ εκδικαζόταν άλλη υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του εν λόγω προσώπου ιδιωτική ποινική υπόθεση, ανέφερε ότι την καταχώρησε ο δικηγόρος της παραπονούμενης. H Τράπεζα που εξυπηρετούσε την παραπονούμενη ήταν η Τράπεζα Κύπρου και σε αυτήν κατατίθεντο οι επιταγές της Κατηγορούμενης
- Ο Κατηγορούμενος 1 διαμένει στην Ποταμιά ενώ η έδρα της εταιρείας Κατηγορούμενης 1 ήταν στο Δάλι όπου και διατηρούσε μία μεγάλη αποθήκη και εκεί παρέθετε και η παραπονούμενη εμπορεύματα. Σε υποβολή του συνήγορου υπεράσπισης ότι ούτε η εταιρεία Κατηγορούμενη 1 υπάρχει σήμερα ούτε η αποθήκη της, δεν θέλησε να δώσει απάντηση και όταν του τέθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 έχει καταστραφεί οικονομικά συνεπεία της οικονομικής κρίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε υποσχεθεί ενώπιον άλλων προσώπων ότι θα έδινε ακίνητη περιουσία, όμως τα εν λόγω ακίνητα όμως τα κατείχαν «τοκογλύφοι» στη Λεμεσό και ήταν υποθηκευμένα για μεγαλύτερα ποσά από τα οφειλόμενα. Όταν του τέθηκε ότι πρόσωπα τον επισκέφθηκαν με τον Κατηγορούμενο 2 προτείνοντάς του να παραχωρήσουν ακίνητο στη Λεμεσό, για απόσβεση της αξίωσης εναντίον της Κατηγορούμενης, ισχυρίστηκε ότι μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι ήταν υποθηκευμένο και το ένα από τα δύο πρόσωπα δεν παρουσιάστηκε στη συνέχεια. Όταν του τέθηκε ότι σε κάποια στιγμή ο ίδιος με φορτηγό, στην απουσία του Κατηγορούμενου, επισκέφθηκε την αποθήκη του και φόρτωσε εμπορεύματα μεγάλης αξίας, απάντησε ότι αναζήτησαν εκεί τον Κατηγορούμενο και αυτός βρισκοταν σε μια εταιρεία στα Λιβάδεια και ζήτησε να πάρουν κάποια εμπορεύματα στην αποθήκη εκεί και τελικά αυτός στον οποίον ανήκε η εταιρεία δε παρουσιάστηκε και για τα εμπορεύματα που λήφθηκαν στάλθηκαν πιστωτικές (εννοούσε θεωρώ σημειώσεις). Αρνήθηκε ουσιαστικά ότι απάντησε διαφορετικά επί του θέματος στα πλαίσια άλλης υπόθεσης. Όταν ερωτήθηκε εάν φαινόταν η εν λόγω πιστωτική σημείωση στην κατάσταση λογαριασμού, απάντησε ότι στάλθηκε στο λογιστήριο του Κατηγορούμενου
- Αρνήθηκε υποβολή ότι η πλειοψηφία των επιταγών που εξέδιδε η Κατηγορούμενη 1 εξαργυρώνονταν και μόνο το 20% δεν εξαργυρώθηκε. Για την ημερομηνία έκδοσης των επιταγών παρέπεμψε στον Κατηγορούμενο
- Αρνήθηκε επίσης ότι η Κατηγορούμενη 1 έκλεισε συνεπεία της κρίσης, γιατί δεν είχε χρέος προς την Τράπεζα και εφόσον είχε εμπορεύματα και τα πώλησε έπρεπε να εξοφλήσει και τις επιταγές. Δέχθηκε όμως ότι υπήρχαν τραπεζικοί περιορισμοί μετά τις 15/3/2013, ότι έγινε κούρεμα καταθέσεων, ότι η Τράπεζα που εξυπηρετούσε την Κατηγορούμενη 1 έκλεισε συνεπεία της κρίσης. Δεν συμφώνησε όμως ότι αυτά σχετίζονταν με τις επίδικες επιταγές. Είπε δε ότι όφειλε αν είχε να λαμβάνει η Κατηγορούμενη 1 από επιταγές ότι έπρεπε να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σε επανεξέταση ανέφερε ότι η παραπονούμενη παρέδιδε στην Κατηγορούμενη 1 εμπορεύματα όπως τρόφιμα, σκόνες πλυσίματος, πάνες μίας χρήσης, καφέδες και αναψυκτικά. Μ.Κ.
- Θ. Αλεξάνδρου - Τραπεζικός υπάλληλος Ο Μ.Κ.2 Θ. Αλεξάνδρου, είναι τραπεζικός υπάλληλος, πρώην υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας και νυν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, μετά των γεγονότων του Eurogroup του
- Το 2013 ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών, δηλαδή διαχειριζόταν χαρτοφυλάκιο πιστωτικών διευκολύνσεων πελατών. Γνωρίζει τους Κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίοι διατηρούσαν λογαριασμό στην Τράπεζα. Υπεύθυνος λειτουργός για το συγκεκριμένο λογαριασμό ήταν άλλο πρόσωπο και ο ίδιος ανέλαβε τη διαχείριση από το Σεπτέμβριο του
- Εξήγησε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού με αναφορά σε κάποιες ημερομηνίες. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2-391, ως επιταγές που εξέδωσε η Κατηγορούμενη
- Η διαδικασία η οποία ακολουθείτο στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα κατά την έναρξη των εργασιών κάθε μέρας ήταν κάποιες επιταγές να παρουσιάζονται στους λογαριασμούς των πελατών κάποιες επιταγές παρουσιάζονταν στους λογαριασμούς των πελατών είτε έπρεπε να προχωρήσουμε με χρέωση των λογαριασμών, άρα και πληρωμή των επιταγών ή επιστροφή τους στην τράπεζα του δικαιούχου. Αυτή ήταν η διαδικασία η οποία ακολουθείτο από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε επιταγές Λαϊκής Τράπεζας και αν αυτές πληρώνονταν, τότε το ποσό πιστωνόταν στο λογαριασμό του δικαιούχου και αν επιστρέφονταν απλήρωτες χρεωνόταν ο σχετικός λογαριασμός. Η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε ανέμειξη στην πληρωμή επιταγής που εκδόθηκε από λογαριασμό της Πρώην Λαϊκής Τράπεζας. Παρουσιαζόταν σύνοψη καταθέσεων και πιστώσεων στον πελάτη στο κλείσιμο του μήνα και ακόμη και αν η ίδια επιταγή ήταν που κατατίθετο, το ποσό της επιμετρείτο στο συνολικό κάθε φορά που κατατίθετο για πληρωμή. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι έδωσε μαρτυρία και στα πλαίσια άλλων υποθέσεων με τους ίδιους διαδίκους. . Ο Κατηγορούμενος 2 ερχόταν στο σχετικό κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας συχνά και ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού του. Οι επισκέψεις στο κατάστημα ήταν καθημερινές. Η κατάσταση και κίνηση του λογαριασμού της Κατηγορούμενης Εταιρείας ήταν ικανοποιητική μέχρι τις 15/3/
- Η οικονομική κρίση ήταν ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός που επηρέασε την αγορά, πολλές επιχειρήσεις και εταιρείες. Συμφώνησε ότι ανέφερε σε άλλη διαδικασία ότι μετά τις αποφάσεις του Eurogroup, Μαρτίου 2013 η εμπιστοσύνη του κόσμου είχε κλονιστεί απέναντι στα τραπεζικά ιδρύματα, τόσο άτομα, όσο και εμπορικές επιχειρήσεις έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα. Λόγω κουρέματος καταθέσεων, αλλά και της έλλειψης ρευστότητας στο παζάρι γενικά αφού οι τράπεζας δεν μπορούσαν να χρηματοδοτούν τις εργασίες των επιχειρήσεων, αλλά και τα έξοδα των καταναλωτών», καθώς και ότι είχε αναφέρει ότι η οικονομική κρίση δεν μπορούσε να προβλεφθεί από ιδιώτες επιχειρηματίες πριν από τις 15/3/
- Συμφώνησε ότι εκείνη την περίοδο είχαν εκδοθεί διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών που επέβαλλαν δραστικές απαγορεύσεις και περιορισμούς στις τραπεζικές εργασίες σε σχέση με ιδιώτες και επιχειρήσεις. Δεν αμφισβήτησε ότι βάσει σχετικής κατάστασης λογαριασμού σε άλλη διαδικασία ανέφερε ότι τον Οκτώβριο του 2012 οι πιστώσεις και καταθέσεις ήταν 1 εκατομμύριο 280 χιλιάδες 470 ευρώ και 43 σεντς. Συμφώνησε ότι βάσει και της κατάστασης Τεκμήριο 401, οι συνολικές καταθέσεις της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας για τον μήνα Δεκέμβριο του 2012 ήταν 1,562,649.10, τον Ιανουάριου 2013 ήταν 1,113,764.91, το Φεβρουάριου 2013 ήταν 1,068.466.37 και το Μάρτιο μέχρι τις 15/3/2013 503,540.
- Δέχθηκε δε ότι μετά τον Μάρτιο του 2013 έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα οι πλείστες επιχειρήσεις». Οι Τράπεζες ήταν κλειστές από 28/3/13 και από τις 29/3/ η Τράπεζα ενεργούσε ως Τράπεζα Κύπρου. Από τις 15/3 έως τις 28/3 δεν υπήρχε καμία πίστωση λόγω του κλεισίματος των τραπεζών. Από τις 15/3 η εικόνα δεν ήταν η ίδια. Από τον Απρίλιο του 2013 υπήρχε πολύ μειωμένη κίνηση. Συμφώνησε ότι είχε πει στα πλαίσια άλλης υπόθεσης ότι δεν μπορούσε το γεγονός του κλεισίματος της Λαϊκής Τραπεζας να το προέβλεπε κάποιος ούτε στην έκτασή του ούτε στο χρονικό του σημείο Μετά τον Απρίλιο τις 15/3/2013 οι πιστώσεις μειώθηκαν δραματικά και υπήρχαν περιπτώσεις που δικαιούνταν (πίστωση) η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπου οι κατατεθείσες επιταγές επιστράφηκαν τελικά ακάλυπτες. Δέχθηκε ότι στα πλαίσια άλλης υπόθεσης, ανέφερε ότι η Λαϊκή Τράπεζα επέτρεπε στο λογαριασμό να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο καθ' υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος των €60,
- Η Λαϊκή Τράπεζα κατείχε μεταχρονολογημένες επιταγές με δικαιούχους τους κατηγορουμένους 1 και τις κατέθετε στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό της κατά την ημέρα που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατείχε μεταχρονολογημένες επιταγές με δικαιούχους τους Κατηγορούμενους, τις οποίες και κατέθετε κατά την ημερομηνία που καθίσταντο πληρωτέες. Δέχθηκε ότι η απόφαση της Λαϊκής Τράπεζας να καλύπτει επιταγές που εξέδιδαν οι Κατηγορούμενοι 1, ακόμα και όταν αυτό γινόταν καθ' υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος των €60.000, ήταν μία καθαρά επιχειρηματική απόφαση εφόσον οι επιταγές αυτές τακτοποιούνταν μετά από δύο‑τρεις ημέρες. Συμφώνησε ότι η Κατηγορούμενη 1, κατέθεσε ποσά γύρω στα 40 εκ. ΕΥΡΩ, τα οποία βάσει κατάστασης λογαριασμού και καλύφθηκαν χιλιάδες επιταγές που εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη
- Μέχρι και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου του 2013, η τράπεζα επέτρεψε την εξαργύρωση επιταγών που είχε εκδώσει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ακόμα και όταν το όριο της ήταν καθ' υπέρβαση των €60.000 που ήταν το επιτρεπόμενο όριο παρατραβήγματος. Συμφώνησε ότι μετά τις αποφάσεις του Eurogroup του Μαρτίου 2013, η εμπιστοσύνη των πελατών και κοινού προς το τραπεζικό σύστημα είχε κλονιστεί, τόσο τα άτομα αλλά και μερικές επιχειρήσεις, είχαν πληγεί ανεπανόρθωτα. Από τη μια, λόγω του κουρέματος των καταθέσεων και από την άλλη λόγω της έλλειψης ρευστότητας στο παζάρι, οι τράπεζες δεν μπορούσαν πλέον να χρηματοδοτούν τις εργασίες των επιχειρήσεων, αλλά και τα έξοδα των καταναλωτών. Συμφώνησε ότι η οικονομική κρίση προκάλεσε έλλειψη ρευστότητας, αδυναμία των τραπεζών να χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις και εφαρμογή αυστηρότερων κριτηρίων για παροχή τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Αυτές οι διαφοροποιήσεις στην πρακτική των Τραπεζών, οδήγησαν πολλές επιχειρήσεις να τερματίσουν τις εργασίες τους Ο μάρτυρας επισης επιβεβαίωσε ότι επιταγές εκδομένες από την Κατηγορούμενη 1 οι οποίες φέρουν ημερομηνία 11/03/2013, είχαν παρουσιαστεί για κατάθεση στον λογαριασμό της παραπονούμενης στις 11/03/2013 στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στον Κάψαλο και είχαν χρεωθεί στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στις 12/03/2013, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει τίμησή τους. Σε διάφορες καταχωρήσεις εντός του Ιανουαρίου το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν σε υπέρβαση του ορίου με χρεωστικό υπόλοιπο, ενώ κάποτε ήταν εντός του ορίου με πιστωτικό Στις 22/1/2013 δε ενώ ήταν το υπόλοιπο της τάξης των €104,107.52 χρεωστικο - καθ'υπέρβαση του πιστωτικού ορίου των 60,000, επιτράπηκε από την τράπεζα η εξαργύρωση αριθμού επιταγών, κάτι που παρατηρείτο συνεχώς στο λογαριασμό της εταιρείας. Αν και καθ'υπέρβαση η τράπεζα πλήρωνε και κάλυπτε τις επιταγές μέχρι τις 15/03, κάτι που ήταν μία επιχειρηματική απόφαση, στηριζόμενη στις μεταχρονολογημένες επιταγές που κρατούσε η διεύθυνση του καταστήματος. Μεταξύ των ημερομηνιών 11/1/13 μέχρι και 12/3/13 είχαν εκδοθεί από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία μεγάλος αριθμός επιταγών συνολικής αξίας πέραν του 1,000,000, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και τιμήθηκαν κανονικά. Η ένδειξη "Refer to drawer" σημαίνει "αποταθείτε στον εκδότη". Χρησιμοποιείται από την Tράπεζα για την επιστροφή επιταγών λόγω μη διαθέσιμου υπολοίπου στον λογαριασμό του εκδότη. Η ένδειξη "Please Represent" στα ελληνικά σημαίνει "παρακαλώ ξαναπαρουσιάστε" και χρησιμοποιείται από τα τραπεζικά ιδρύματα για επιστροφή της επιταγής πάλι για τον ίδιο λόγο μη διαθέσιμου υπόλοιπου στον λογαριασμό του εκδότη. Ο καταθέτης, ο δικαιούχος της επιταγής, έχει το δικαίωμα να ξαναπαρουσιάσει την επιταγή για κατάθεση. Η τραπεζική πρακτική που ακολουθείται μέχρι και σήμερα, αν κατά την πρώτη παρουσίαση της επιταγής η εν λόγω επιταγή επιστραφεί πίσω στον δικαιούχο λόγω μη διαθέσιμων υπολοίπων στον λογαριασμό του εκδότη τότε χρησιμοποιείται η φράση "please represent" για έναν λογαριασμό ο οποίος κινείται. Για έναν λογαριασμό που είναι ακίνητος και μόνο παρουσιάζονται επιταγές προς πληρωμή χωρίς να γίνονται καταθέσεις στον λογαριασμό και χωρίς να υπάρχουν φυσικά και διαθέσιμα υπόλοιπα τότε η τράπεζα έχει το δικαίωμα να επιστρέψει την επιταγή με την ένδειξη "refer to drawer". Πιθανόν η έλλειψη ρευστότητας των τραπεζών να επηρέασε πελάτες τους οποίους είχε να εισπράξει η Κατηγορούμενη 1 και κατ' επέκταση τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 όσον αφορά επιταγές για εκείνο το χρονικό διάστημα μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του
- Συμφώνησε ότι τελευταίους μήνες του 2012 και πρώτους μήνες του 2013 μέχρι τις 15/3 είχε καταθέσεις πέραν του 1 εκατομμυρίου τον μήνα.και μισό εκατομμύριο μέχρι τις 15/
- Συμφώνησε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης η εταιρεία επηρεάστηκε. Μέσα στο Μάρτη 2013 υπήρχε επιστροφή επιταγών πελατών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Όπως και στις 2 Απριλίου
- Μ.Κ.3 Γ. Γιάγκου Ο Μ.Κ.3 Γ. Γιάγκου είναι ιδιοκτήτης εταιρειών μαζί με τα παιδιά του, κάποιες οι οποίες ασχολούνται με πώληση οινοπνευματωδών ποτών, αλκοόλ και ειδών καθαρισμού. Εισάγουν διάφορα είδη κρασιών από διάφορες χώρες, έχουν και συνεργασίες με Κύπριους παραγωγούς και εισάγουν χυμούς και μπύρες. Ασχολούνται σε αυτό το πεδίο από το 1995-
- Ο ίδιος διεξήγαγε διάφορες εργασίες στο παρελθόν Στην εταιρεία και εργασία του ασχολείται με τη διανομή και προμήθεια στην κυπριακή αγορά. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη εταιρεία και τον Κατηγορούμενο 2, τον οποίο χαρακτήρισε πολύ καλό άνθρωπο, αθώο. Δεν συνεργάστηκε πολύ καιρό με τον Κατηγορούμενο
- 3-4 Μήνες συνεργάστηκαν με τον Κατηγορούμενο αλλά αυτός προσπαθούσε να επιβιώσει στη συνέχεια και μετά που ο Κατηγορούμενος έχασε τις συνεργασίες του, περιορίστηκαν και τα εμπορεύματα που κατέθετε στην αγορά. Όταν έκλεισε άλλη εταιρεία όπου ο ίδιος εργαζόταν, προέβηκε σε μια συνεργασία με ανταλλαγή προϊόντων με τον Κατηγορούμενο. Επειδή η Κατηγορούμενη 1 συνεργαζόταν με μεγάλους εμπόρους πωλώντας μεγάλες ποσότητες, ήταν πιο εύκολη η διακίνηση των προϊόντων του μέσω του Κατηγορούμενου. Γνωρίζει και την παραπονούμενη εταιρεία, με την οποίαν και συνεργάζεται μέχρι σήμερα. Ήταν η μεγαλύτερη συνεργάτης του Κατηγορούμενου
- Γνωρίζει για ύπαρξη οφειλών από την Κατηγορούμενη 1 στην παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι "Το ποσό χρωστώ το και δεν έχω κανένα λόγο να φάω κανενού. Μου χρωστούν και εμένα και μακάρι να τους βρω να με πληρώσουν και ό,τι εισπράξω να του το δώσω". Ζητήθηκε από τον Μ. Νικολάου και το γιο του να ζητήσει συνάντηση με το λογιστή του Κατηγορούμενου 2 και ήταν παρών στη συνάντηση, η οποία έγινε 1 μήνα μετά την κρίση. Αν και πέρασε καιρός, από ό,τι θυμάται, ο XXXXX Νικολάου ζήτησε έντονα και επίμονα από τον λογιστή να του παραδώσει, να του δείξει αρχικά κάποια στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο Κατηγορούμενος 2 αγόραζε, πωλούσε και είσεπραττε, μετά του το ζήτησε να το δώσει και σαν αντίγραφο το οποίο και έδωσε εξ' όσων γνωρίζει. Δεν έφερε ένσταση ο Κατηγορούμενος 2 ούτε και ο λογιστής και πιστεύει ότι παραδόθηκαν στο Μ.Νικολάου αυτά που ζήτησε γιατί έφυγε ευχαριστημένος από το αίτημά του να πάρει στοιχεία για να δει αν μπορεί να πληρωθεί. Ο Μ.Νικολάου διαμαρτυρόταν έντονα και αναγνωρίστηκε μετά ότι υπήρχαν πολλοί οφειλέτες της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά νομίζει ότι το ποσό ήταν ισάξιο το ποσό που οφειλόταν στην Κατηγορούμενη
- Ο ίδιος ανέφερε στο Μ.Νικολάου ότι εμπιστεύθηκε πολλά λεφτά στον Κατηγορούμενο και δεν έπρεπε να το πράξει. Οι υποχρεώσεις του προς την Κατηγορούμενη 1 προηγούνταν των ημερών της κρίσης. Στη συνάντηση με το λογιστή λέχθηκε στον Κατηγορούμενο ότι για να μπορέσει να πληρώσει θα πρέπει να τρέξει να εισπράξει από τους οφειλέτες του και εκείνος απάντησε ότι κάνει ότι μπορεί, ,τους αναζητεί αλλά δεν πληρώνεται. Κατά τον ίδιο δεν θα μπορούσε να εισπράξει γιατί οι οφειλέτες του Καρηγορούμενου ήταν πρόσωπα που οικονομικά είχαν καταστραφεί. Κατ'εκείνον η Κατηγορούμενη 2 κατέληξε να οφείλει στην παραπονούμενη, λόγω της υπερβολικής εμπιστοσύνης που επιδείχθηκε στον Κατηγορούμενο 2 που ήταν ένας αθώος τιμιότατος άνθρωπος που δεν είχε στήριξη και εργαζόταν μόνος του σε μία αποθήκη με τεράστιο όγκο εμπορευμάτων και ότι επιδέχθηκε ρίσκο με υπερβολική πίστωση. Όταν δεν πληρώθηκε ο Κατηγορούμενος 1 έμεινε απλήρωτη και η παραπονούμενη και τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα γιατί οι Τράπεζες δεν έδιναν περιθώρια ή υπερβάσεις ή άλλες διευκολύνσεις. Με αυτά κατάληξε να μην μπορεί ο Κατηγορούμενος 2 να αντεπεξέλθει, στο τέλος έκλεισε η Κατηγορούμενη 1 και έμεινε εκτεθειμένη η παραπονούμενη. Τον Κατηγορούμενο 2 τον εκμεταλλεύτηκαν διάφοροι «απατεώνες» αφού έπαιρναν εμπορεύματα με πίστωση, εκμεταλλευόμενοι την καλοσύνη του. Πολλές φορές ο Κατηγορούμενος 2 εξέφρασε τη λύπη του με συγκίνηση, δεχόμενος την οφειλή του και ευχόμενος να καταφέρει κάποτε να εξοφλήσει όλο ή μέρος του ποσού. Μετά το κλείσιμο της εταιρείας του ο Κατηγορούμενος 2 έζησε δύσκολες στιγμές, μη έχοντας για 6 μήνες, μετακινούμενος με 1 μωρό και τώρα είναι μισθωτός με εισοδήματα €1000 το μήνα. Οι αποθήκες της Κατηγορούμενης είναι κλειστές. Μετά την κρίση και μέχρι να κλείσει η Κατηγορούμενη 2, επισκέφθηκε τις αποθήκες της Κατηγορούμενης
- Υπήρχαν εμπορεύματα στις αποθήκες. Η αποθήκη δεν ήταν πολύ μεγάλη. Όταν υπήρξε διαφορά με την παραπονούμενη, το απόθεμα ήταν πολύ περιορισμένο και ίσως να ήταν από άλλους προμηθευτές από την παραπονούμενη πολύ μικρό σε αξία. Η μαρτυρία για την Υπεράσπιση Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο ανώμοτης δήλωσης και κατέθεσαν για εκείνον δύο μάρτυρες. Ανώμοτη δήλωση Στην ανώμοτη δήλωσή του ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρει ότι δεν μπορεί να απολογηθεί για το τι είχε στο μυαλό του κατά την έκδοση της κάθε διαφορετικής επιταγής, εφόσον η παραπονούμενη, με κανέναν τρόπο δεν είχε προσδιορίσει την ημερομηνία έκδοσης της κάθε επιταγής αλλά και δεν αντιστοίχησε την κάθε επιταγή με σχετικά τιμολόγια. Διαμένει σε μικρό σπίτι που παραχωρήθηκε στην οικογένειά του από την Επαρχιακή Διοίκηση στα πλαίσια σχεδίου φτωχών οικογενειών. Είναι 35 ετών και χαμηλής μόρφωσης. Ξεκίνησε να εμπορεύεται ως άτομο και το 2007 ενέγραψε την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία ασχολείτο με γενικό εμπόριο. Αγόραζε χονδρικά από αριθμό εμπόρων που ασχολούνταν με παράλληλο εμπόριο σε όλη την Κύπρο και τα μεταπωλούσε σε υπεραγορές ή άλλες αγορές ή καταστήματα σε όλη την Κύπρο. Αγόραζε με πίστωση και μεταπωλούσε με πίστωση με μεταχρονολογημένες επιταγές. Είχε πολλούς τακτικούς πελάτες και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας βρισκόταν σε ανοδική πορεία από την ίδρυση της 15ης Μαρτίου
- Από εκείνη την ημερομηνία όλα άλλαξαν προς το χειρότερο και όχι μόνο αναχαιτίστηκε αυτή η πορεία, αλλά η εταιρεία, λόγω της οικονομικής κρίσης οδηγήθηκε στην πλήρη καταστροφή. Αρχικά η εταιρεία ενοικίασε και διατηρούσε μικρή αποθήκη στο χωριό Ποταμιά και στη συνέχεια με την αύξηση των πωλήσεών της, μπόρεσε κι ενοικίασε μεγάλη αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου, όπου ήταν το κέντρο των εργασιών της. Εκεί παραλάμβανε κι αποθήκευε όλα ανεξαίρετα τα εμπορεύματα που αγόραζε και από εκεί έφευγαν τα εμπορεύματα που η ίδια πωλούσε και παραδίδονταν στους αγοραστές πελάτες της. Η εταιρεία εργοδοτούσε 4 υπαλλήλους και διατηρούσε μεταφορικά αυτοκίνητα για τη διανομή των εμπορευμάτων στους πελάτης της σε όλες τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Οι προοπτικές επέκτασης της επιχείρησης ήταν εξαιρετικές. Η εταιρεία συνεργαζόταν μόνο με την τότε Λαϊκή Τράπεζα και είχε ένα μόνο λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Όλες οι εισπράξεις και πληρωμές γίνονταν σε αυτό το λογαριασμό. Με την παραπονούμενη είχαν συνεργασία για 5 χρόνια χωρίς προβλήματα μέχρι την κρίση της 15ης Μαρτίου
- Ποτέ και σε καμία περίπτωση προηγουμένως δεν δημιουργήθηκε πρόβλημα μεταξύ τους και αυτό αποδεικνύεται από το ότι δύο μέρες πριν το ξέσπασμα της κρίσης, του παρέδωσε εμπορεύματα. Ο τρόπος της συνεργασίας τους ήταν συμφωνημένος ως ακολούθως: παραχωρείτο στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία πίστωση διάρκειας από 1,5 μήνα μέχρι και 70 μέρες ανάλογα με το είδος των εμπορευμάτων π.χ. αν επρόκειτο για εμπορεύματα που δεν είχαν ζήτηση και είχε μεγάλο απόθεμα στις αποθήκες του και του έδινε 75 μέρες πίστωση. Οπωσδήποτε η πίστωση μπορούσε να ήταν οποτεδήποτε μέχρι 2 μήνες ή και περισσότερο από την ημέρα της πώλησης των προϊόντων. Τις παραγγελίες τις έκανε ο ίδιος τηλεφωνικά και με την παράδοση των εμπορευμάτων προσκομίζονταν ένα ή και περισσότερα τιμολόγια ανάλογα με την παραγγελία. Αν τύγχανε να ήταν ο ίδιος προσωπικά στην αποθήκη κατά την παράδοση, η Κατηγορούμενη 1 εξέδιδε αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών. Αν δεν ήταν παρών, τα εμπορεύματα αφήνονταν στην αποθήκη μαζί με τα σχετικά τιμολόγια και στην επόμενη παράδοση εκδίδονταν από την Κατηγορούμενη 1 μεγαλύτερος αριθμός επιταγών για να καλύψουν τόσο τα νέα όσα και τα παλιά τιμολόγια. Ο Μ.Κ.1 ποτέ δεν μετέφερε και δεν παρέδιδε προσωπικά εμπορεύματα στην αποθήκη του και δεν ήταν παρών κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή των επίδικων επιταγών. Στην παραπονούμενη εταιρεία παραδόθηκαν πέραν των 3,500 επιταγών και δεν διαβεβαίωνε για κάθε επιταγή ότι θα πληρωνόταν. Όλες οι μεταχρονολογημένες επιταγές πριν από τις 15/3/2013 πληρώνονταν κανονικά χωρίς καμία εξαίρεση. Το συνολικό ποσό αγορών από την παραπονούμενη κατά τη συνεργασία τους των 5 χρόνων ήταν πέραν των 10,5 εκατομμυρίων ΕΥΡΩ. Όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν πριν το ξέσπασμα της κρίσης δεν τιμήθηκαν λόγω της οικονομικής κρίσης. Οι συνολικές καταθέσεις της Κατηγορούμενης εταιρείας στην Τράπεζα ήταν πέραν των 40 εκατομμυρίων ΕΥΡΩ ενώ πριν από την οικονομική κρίση της 15/3/2013 ήταν 1 εκατομμύριο το μήνα. Το 2ο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 2013 λόγω της κρίση οι συνεργάτες του σταμάτησαν να πληρώνουν. Εκατοντάδες άλλες επιταγές που παρουσιάστηκαν πληρώθηκαν κανονικά με υπολογιζόμενη αξία πέραν του ενός εκατομμυρίου ΕΥΡΩ. Λόγω της κρίσης η εταιρεία έχει να λαμβάνει από χρεώστες ποσό 288.677 ΕΥΡΩ. Δεν υπήρχε ποτέ υποψία ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν ούτε κανένας λογικός κίνδυνος. Σε καμία περίπτωση δεν υποψιάστηκε ή πρόβλεψε ότι θα μεσολαβούσε η κρίση ούτε τον τρόπο και τις συνέπειές της. Στο μυαλό τους γινόταν πάντοτε συντονισμός και υπολογισμός των εξόδων από μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών τους, με τις επιταγές που εξέδιδε η εταιρεία, και το χρόνο της πληρωμής τους αφετέρου. Αυτός ήταν ο λόγος που οι επιταγές της εταιρείας ήταν πάντα μεταχρονολογημένος. Πολύ περισσότερο δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση να εξαπατήσουμε την παραπονούμενη ή έστω γνώση ή αμέλεια ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν. Τις μεταχρονολογημένες επιταγές που παραλάμβανε από πελάτες του τις παρέδιδε στον κ. XXXXX Νικολάου, υπεύθυνο του καταστήματος τη Τράπεζας στην κατοχή του οποίου παρέμειναν για να τις καταθέσει στο λογαριασμό της εταιρείας, την ημέρα που κάθε επιταγή καθίστατο πληρωτέα. Όπου παρουσιαζόταν υπέρβαση στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας υπήρχαν στην κατοχή του τραπεζίτη μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών οι οποίες γίνονταν κατάθεση και ο λογαριασμός ισοσκελιζόταν. Συνεπώς, η οικονομική κρίση ήταν η αιτία μη τίμησης των επιταγών. Αυτή την κρίση δεν υποψιάστηκε ούτε εκείνος ούτε άλλοι έμποροι ότι θα μεσολαβούσε, το χρόνο ή τον τρόπο και τις συνέπειές της. Μετά τις 15 Μαρτίου 2013 επήλθε η πλήρης κατάρρευση. Η εταιρεία έχασε ότι είχε, απολύθηκε το προσωπικό, εγκαταλείφθηκε η αποθήκη κι εκείνος παρέμεινε πάμπτωχος, χωρίς καμία περιουσία ή έσοδο, ούτε καν αυτοκίνητο με άνεργη σύζυγο και ανήλικο παιδί και ήταν άνεργος μέχρι τον Απρίλιο
- Εργοδοτήθηκε στη συνέχεια και δουλεύει με ακάθαρτο μηνιαίο μισθό €1,
- Αν υπήρχε δόλος, με τα χρήματα που η εταιρεία εισέπραξε θα τα είχε καταθέσει σε άλλο προσωπικό του λογαριασμό. Μετά την κρίση πρότεινε μέσω συνεργάτη του να δοθεί έναντι των επιταγών ακίνητη περιουσία στο Μ.Κ.
- Μετά την επιστροφή των επιταγών ο Μ.Κ.1 ήρθε στην αποθήκη και παρέλαβε μεγάλης αξίας εμπορεύματα που αγοράστηκαν με τις απλήρωτες επιταγές της εταιρείας. Ο ίδιος καταστράφηκε και ταλαιπωρήθηκε και σύρεται στα Δικαστήρια λόγω μεγάλου αριθμού υποθέσεων που καταχωρήθηκαν εναντίον του για το ίδιο θέμα . Η τακτική αυτή της παραπονούμενης ισοδυναμεί με βασανιστήριο. Ταλαιπωρείται και ο ίδιος και η οικογένειά του. Μ.Υ.
- XXXXX Γιασεμή, Ο πιο πάνω μάρτυρας εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Εμφανίστηκε σε παρόμοιες μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για αδικήματα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Είχε κλητευθεί για να παρουσιάσει αντίγραφα επιταγών που είχαν εκδοθεί και πληρώθηκαν κατά την περίοδο Δεκεμβρίου έως Μαρτίου
- Ήταν επιταγές που εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη εταιρεία προς την παραπονούμενη. Καρά την έρευνά του διαπίστωσε ότι υπήρχαν και άλλες επιταγές που πέραν των 2 υποθέσεων που είχαν πληρωθεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εργαζόταν μέχρι το 2013 στο κατάστημα Αγίας Βαρβάρας και μετατέθηκε το 2013 στο Δάλι και δεν είχε χειριστεί λογαριασμούς της εταιρείας Κατηγορούμενης
- Ο λειτουργός που χειριζόταν τους λογαριασμούς ήταν ο XXXXX Αλεξάνδρου (Μ .Κ 2) αλλά δεν δέχθηκε ότι ο εν λόγω λειτουργός χειριζόταν προβληματικούς λογαριασμούς. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, υπήρχαν επιταγές που δεν πληρώθηκαν και ζητήθηκε να γίνει επανακατάθεση. Υπήρξαν μέρες που ο λογαριασμός είχε υπέρβαση και χρεωνόταν με excess fee. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν χειρίστηκε ποτέ το λογαριασμό της εταιρείας. Μ.Υ.2 Π. Νικολάου, Το εν λόγω πρόσωπο εργάστηκε για σειρά ετών στη Λαϊκή Τράπεζα και διετέλεσε διευθυντής διαφόρων καταστημάτων. Το 2013 ήταν διευθυντής στο υποκατάστημα Δαλίου της Λαϊκής Τράπεζας. Γνωρίζει το Μ.Υ.2 από τη συγχώνευση των
- Ήταν 5 χρόνια διευθυντής καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στο Δάλι. Αφυπηρέτησε λόγω της κρίσης του 2013 με το κούρεμα των καταθέσεων με σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης. Μετά τα γεγονότα της απομείωσης καταθέσεων, όλη η αγορά είχε παραλύει και δεν υπήρχε ρευστότητα. Είχαν εκδοθεί διατάγματα από την Κεντρική Τράπεζα να απαγορεύεται οποιαδήποτε ανάληψη μετρητών, οι πληρωμές στην αγορά δεν γίνονταν καθόλου λόγω ακινησίας της αγοράς. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά η αγορά είχε «νεκρώσει». Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από τη μετάθεσή του στο κατάστημα στο Δάλι όπου ο Κατηγορούμενος ήταν υφιστάμενος πελάτης. Είχε καθημερινές επαφές μαζί του. Είχαν επαφές διά ζώσης. Διατηρούσε λογαριασμό εταιρείας με όριο €60,000 και ένα προσωπικό καταθετικό λογαριασμό με πολύ μικρά ποσά. Ο XXXXX Αλεξάνδρου ήταν υφιστάμενός του στο κατάστημα και ασχολείτο με προσωπικά δάνεια πελατών. Ήταν και αντικαταστάτης άλλου προσώπου που διαχειριζόταν λογαριασμούς μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Υπεύθυνος για τους λογαριασμούς έως έχων τον τελικό λόγο ήταν ο ίδιος. Ως προς το εάν μία επιταγή έπρεπε να επιστραφεί ή να πληρωθεί, αφού έπρεπε να περάσει από δική του έγκριση. Εμφανίστηκε σε παρόμοιες υποθέσεις ενώπιον Δικαστηρίου έχοντας κλητευθεί και από την Κατηγορούσα Αρχή και από την Υπεράσπιση. Ανέφερε παράπονό του γιατί ενώ κλητεύθηκε ωςς μάρτυρας κατέληξε ως Κατηγορούμενος ότι συνεργάστηκε με τους Κατηγορούμενους για να ξεγελάσουν το δικαιούχο τον δικαιούχο των επιταγών που έχουν επιστραφεί απλήρωτες. Αναφέρθηκε σε υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του όταν μετά από συνομιλία με δικηγόρο των παραπονουμένων είχε αναφέρει ότι θα έλεγε στο Δικαστήριο ότι κάποιες επιταγές που εκδόθηκαν πληρώθηκαν και κάποιες όχι και άρνηση να κλητευθεί από την πλευρά της δικηγόρου ως μάρτυρας. Τόνισε, με παραπομπή στις καταστάσεις λογαριασμού ότι κάποιες επιταγές πληρώθηκαν μεταγενέστερα. Από ό,τι θυμάται οι Κατηγορούμενοι ήταν πολύ συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Παρόλο που διοχέτευε μεγάλο όγκο εργασιών μέσα στους λογαριασμούς της εταιρείας ο Κατηγορούμενος 2, πάντοτε η έγνοια του ήταν να μην επιστραφούν επιταγές πίσω, γι' αυτό εξέδιδε πάντα μικρά ποσά επιταγών. Μπορεί τα τιμολόγια να ήταν πολύ μεγαλύτερα αλλά εκδίδονταν επιταγές τμηματικά για να βεβαιώνεται ότι θα πληρώνονταν οι επιταγές. Το ύψος των επιταγών ήταν 2.500‑3.
- Ήταν ο Κατηγορούμενος 2 συνεπής στους λογαριασμούς του. Υπέδειξε επιταγές απλήρωτες που επιστράφηκαν στις 20/2 και πληρώθηκαν στις 22/2/
- Συναντιόνταν με τον Κατηγορούμενο 2 επί καθημερινής βάσης στην Τράπεζα. Ανέφερε χαρακτηριστικά για τον Κατηγορούμενο 2 « Ήταν ένα νεαρό άτομο πολύ εργατικό, «έντιμος και συνεπής στις υποχρεώσεις του και πάντα ανησυχούσε για τις επιταγές και τις υποχρεώσεις που είχε, να κάνει το δυνατό για να πληρωθούν, να μην αφήσει κανέναν εκτεθειμένο μήπως και τον διακόψουν να του δίδουν δουλειά οι προμηθευτές του. Ήταν συνεπής, πολύ συνεπής στις υποχρεώσεις του» και δεν ζήτησε ποτέ κάποια διευκόλυνση πέραν του ορίου που υπήρχε. Μεριμνούσε επί καθημερινής βάσης να φέρνει καταθέσεις και παράλληλα είχε επιταγές στο γραφείο προς κατάθεση με δικαιούχο την εταιρεία του μεταχρονολογημένες οι οποίες κυμαίνονταν από €80,000 μέχρι €150,000 με δικαιούχο την εταιρεία του, τις οποίες εισέπραττε από χρεώσεις του και ο ίδιος τις είχε στο γραφείο του επί καθημερινής βάσης, έλεγχε, όταν ερχόταν ημερομηνία τις κατέθετε στο λογαριασμό του και παράλληλα όποιες εισπράξεις είχε με ημερομηνία πληρωμής τις κατέθετε επίσης στο λογαριασμό του με στόχο να πληρώνονται επιταγές. Η κίνηση του λογαριασµού ήταν πολύ περισσότερη από το όριο . Με βάση την κίνηση του λογαριασμού του δικαιούταν πολύ μεγαλύτερο όριο για να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του και ουδέποτε του ζήτησε να αυξήσει το όριο, το οποίο προσπαθούσε πάντοτε να τα καλύπτει βάσει των επιταγών των οποίων παρουσίαζε για κατάθεση καθημερινά. Σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, ο λογαριασμός είχε χρεωστική κίνηση 1,040.339.66 και καταθέσεις 1,052.649 το Δεκέμβριο 2012, ενώ τον Ιανουάριο του 2013, οι συνολικές καταθέσεις ήταν €1.113.764,91 και οι χρεώσεις ήταν €1.114.
- Οι καταθέσεις ήταν ίσες με τις επιταγές τις οποίες εξέδιδε. Το Φεβρουάριο 2013, οι χρεωστικές πράξεις, ήταν €1.068.865,60 και πιστωτικές πράξεις, δηλαδή καταθέσεις που έχει κάνει στον λογαριασμό του, €1.068.466,37 κάτι που πάλι δείχνει ότι οι πληρωμές του ήταν ίσες με τις καταθέσεις και αυτό δείχνει έναν πελάτη συνεπή. Το Μάρτιο 2013, η χρεωστική κίνηση ήταν €511/718 και η πιστωτική κίνηση 503.540,
- . Η κίνηση του λογαριασμού το Μάρτιο ήταν γύρω στο 50%. Η αγορά είχε «νεκρώσει» λόγω προβλήματος ρευστότητας και όμως σε 15 μέρες είχαν γίνει καταθέσεις πέραν των €500,
- Η χαμηλή κίνηση οφειλόταν στα προβλήματα της οικονομίας που δημιουργήθηκαν λόγω της απομείωσης καταθέσεων. Υπήρχε έλλειψη ρευστότητας βάσι των διαταγμάτων όπου περιόριζαν τις αναλήψεις και το ότι δεν γίνονταν καταθέσεις στην Τράπεζα. Επιταγές δεν τιμούνταν μετά τις 15/3 λόγω του ότι είχαν εκοδθεί από πριν μεταχρονολογημένες, ενώ λίγο πριν τις 15/3 υπήρχαν φημολογίες για απομείωση καταθέσεων και δεν γίνονταν κανονικές συναλλαγές. Τον Απρίλιο πληρώθηκαν επιταγές 40,342.39 και έγιναν και καταθέσεις 39.
- Το Μάιο υπήρχε κάποια κατάθεση επιταγής που έγινε, που είχε δοθεί από πελάτη των Κατηγορουμένων αλλά επιστραφηκε απλήρωτη. Οι εισπράξεις της εταιρείας (τζίρος) ήταν μειωμένες λόγω της οικονομικής κρίσης. Όσον αφορά τις υπερβάσεις του πιστωτικού ορίου, πέραν και των €60,000 που ήταν το καθορισμένο όριο, εξήγησε ότι ο ίδιος σαν διευθυντής, πάντοτε αναλάμβανε λογικό ρίσκο στη δουλειά του διότι ήταν σίγουρος ότι θα καλυπτόταν οποιαδήποτε υπέρβαση. Αφυπηρέτησε βάσει σχεδίου από την Τράπεζα Κύπρου όπου και παρέμεινε μόνο ως πελάτης. Με τον Κατηγορούμενο 2 έχει μόνο διαπροσωπικές σχέσεις όπως και με τους άλλους πελάτες. Όταν γίνεται κατάθεση επιταγής από άλλο πελάτη σε άλλη τράπεζα, υπάρχει ο θεσμός του clearing (εκκαθάριση επιταγών). Μπορεί να γίνει αυτόματη εκκαθάριση εάν γίνεται σε κατάστημα της ίδιας τράπεζας και αν η Τράπεζα είναι διαφορετική μπορεί να χρειαστεί διάστημα 2-3 μέρες. Από τις 15/3 οι οδηγίες ήταν πολύ πιο αυστηρές στις Τράπεζες και δεν μπορούσαν να καλύπτονται επιταγές πέραν του ορίου ενός πελάτη. Ο θεσμός της καταχώρησης πελατών στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) είχε πάψει να ισχύει για κάποιους μήνες μετά το «κούρεμα». Την περίοδο του «κουρέματος» είχαν κλείσει οι Τράπεζες για 2 εβδομάδες. Ήταν απρόβλεπτη εξέλιξη και κάποιοι πολιτικοί και παράγοντες της οικονομίας διαβεβαίωναν ότι δεν θα γινόταν. Κανένας δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι θα έκλεινε η Τράπεζα. Μετά τις 15 Μαρτίου άλλαξε η εικόνα. Επιταγές 2-3 μέρες έγραφαν «»please represent', κάτι που σήμαινε σε περιπτώσεις συνεπών πελατών, να ξα απαρουσιαστεί η επιταγή γιατί η τράπεζα βάσει της εμπειρίας ανέμενε ότι θα γινόταν κατάθεση. Αν ο πελάτης εξέδιδε επιταγές αλόγιστα ή προς παραπλάνηση τοποθετείτο η ένδειξη «please refer to drawer». Παλαιότερα επιταγές από χρεώστες του Κατηγορούμενου 2 σπάνια δεν τιμούνταν. Το Μάρτιο υπήρξε μία επιταγή που επιστράφηκε. Πρέπει να υπήρχαν και άλλες επιταγές. Ο ίδιος συμπέρανε ότι αν δεν μεσολαβούσε η οικονομική κρίση η Κατηγορούμενη 1 («πελάτης») θα λειτουργούσε φυσιολογικά. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι υπήρχε καλός αριθμός πελατών τόσο σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσο και σε άτομα για προσωπικά δάνεια. Αποχώρησε από την Τράπεζα τον Αύγουστο του
- Είχε δώσει μαρτυρία στην ποινική υπόθεση 6476/2013 στη Λάρνακα. Εξήγησε ότι η αναφορά του σε 30 χρόνια εργασίας στην Τράπεζα στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ήταν γιατί εργάστηκε εκτός από τα 27 χρόνια στην Κύπρο και 3 χρόνια στο Λονδίνο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν ανέφερε το επώνυμο της δικηγόρου στα πλαίσια της υπόθεσης ενώ το γνώριζε ανέφερε ότι δεν το θεωρούσε αναγκαίο και την γνώρισε στο προαύλιο 5 λεπτά πριν τη δίκη. Όταν του επισημάνθηκε ότι υπάρχει μία αντίφαση σε σχέση με την αναφορά του σε περιρρέουσα ατμόσφαιρα πριν τις 15 Μαρτίου και στο ότι η κρίση ήταν απρόβλεπτη, ανέφερε ότι ως κρίση εννοούσε το κλείσιμο τον τραπεζών, κάτι που δεν αναμενόταν από κανένα και ότι λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας που υπήρχε όλος ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα λεφτά του, να τα μεταφέρει ή στο εξωτερικό ή σπίτι τους λόγω επαναλαμβάνω της αβεβαιότητας που υπήρχε. Ενώ υπήρχαν φήμες, γίνονταν και διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξει κούρεμα. Υπήρχε μία σύγχυση («ένα μπάχαλο») και 1 χρόνο πριν κανένας δεν πίστευε ότι θα έκλεινε η τράπεζα Κάποιες εβδομάδες πριν τις 15 Μαρτίου υπήρχε μία αβεβαιότητα. Δέχθηκε ότι μετά το κούρεμα υπήρξαν επιταγές που πληρώθηκαν κανονικά όταν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Δεν μπορεί να ξέρει εάν όλες οι επιταγές που εκδίδονταν από την Κατηγορούμενη 1 ήταν προς όφελος της παραπονούμενης. Όταν του υποδείχθηκε ότι υπήρχε στο λογαριασμό συχνή υπέρβαση του ορίου των 60,000, ανέφερε ότι υπήρξαν πολλές μεταχρονολογημένες επιταγές 80 - 150 χιλιάδες υπέρ της Κατηγορουμένης 1 και ποτέ δεν είχε μείνει εκτεθειμένος. Υπήρχε αυξομείωση του υπολοίπου γινόταν κίνηση πέραν των 10 εκατομμυρίων ΕΥΡΩ το χρόνο και υπήρχε εξασφάλιση με υποθήκη. Ο ίδιος είχε στην κατοχή του επιταγές από πολλούς πελάτες του Κατηγορουμένου και δεν υπήρχε ουσιαστικά ρίσκο Εξήγησε ότι για συναλλαγές που υπήρχε μεγάλη υπέρβαση του ορίου κάποιες φορές υπήρχε σύντομα κατάθεση και έπεφτε το όριο. Ο ίδιος είχε την ικανότητα ως διευθυντής να κρίνει και αναλάμβανε και την ευθύνη. Μέχρι την οικονομική κρίση είχε μία υγιή συνεργασία με την Κατηγορουμένη
- Όταν πελάτης υπερέβαινε το όριο χρεωνόταν τέλος υπέρβασης (excess fee). Δεν ρωτούσε ο Κατηγορούμενος 2 πριν την έκδοση μίας επιταγής όμως ρωτούσε για το υπόλοιπο του. Είχε έγνοια για τις επιταγές που θα κατατίθεντο και τι είχε εισπράξει και ήταν σε γνώση και τον έλεγχό του ο λογαριασμός. Ο όγκος των καταθέσεων σε σχέση με τις ισόποσες επιταγές που εξέδιδε, δείχνει ότι ήξερε πολύ καλά τι έκανε και ήταν συνεπής και δεν προχωρούσε να εκδίδει επιταγές χωρίς έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός δικαιούχος για να υπογράφει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και είχε καθημερινή επαφή με την Τράπεζα. Σε σχέση με την αποχώρησή του ιδίου, δεν δέχθηκε ότι ξεκίνησε απόλυση προσωπικού αλλά επέμενε ότι η Τράπεζα ανακοίνωσε σχέδιο εθελούσιας εξόδου. Αφυπηρέτησης και μπορούσε μάλιστα και να μην εγκριθεί η αφυπηρέτηση κάποιου προσώπου αν θεωρείτο αναγκαίο από την Τράπεζα. Δεν δέχθηκε ότι υπήρξαν λίστες για άτομα, αλλά διευκρίνισε ότι ανακοινώθηκε σχέδιο απευθυνόμενο προς όλους τους υπαλλήλους και αναφερόταν η αποζημίωση την οποίαν θα έπαιρνε ο καθένας και έκρινε ο καθείς μόνος του χωρίς επηρεασμό , σε συνεννόηση με την 'Ενωση Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΕΤΥΚ). Δεν δέχθηκε ότι η Τράπεζα πίεσε κάποιους. Σε ανακοίνωση της ΕΤΥΚ που του υποδείχθηκε που κατά την Κατηγορούσα Αρχή, έδειχνε ότι κάποια πρόσωπα που ήταν ανεπιθύμητα λόγω χειρισμών σε συγκεκριμένους λογαριασμούς εξήγησε ότι επρόκειτο για εγκυκλίους να καταλήξει η Τράπεζα σε συμφωνία με την ΕΤΥΚ για ένα δίκαιο σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης. Ο ίδιος αποχώρησε εθελούσια και δεν απολύθηκε. επέμενε ότι δε δέχθηκε πίεση για να φύγει από την Τράπεζα. Κανένας υπάλληλος δεν πιέστηκε. Ο ίδιος συζητώντας με την οικογένειά του και σταθμίζοντας τα δεδομένα αποφάσισε από κοινού μαζί τους ότι ήταν προς 'όφελος να αφυπηρετούσε. Παρά τη χρέωση του λογαριασμού με «excess fee», ο ίδιος θεωρούσε ότι υπήρχε ομαλή λειτουργία του λογαριασμού. Γίνονταν σχεδόν ισόποσες καταθέσεις με τις χρεώσεις. Υπήρχαν και κινήσεις πέραν του ορίου, αλλά γίνονταν και μεγάλες καταθέσεις. Δεν δέχθηκε ότι η Τράπεζα τον πίεσε να αφυπηρετήσει λόγω του λογαριασμού αυτού και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν μέχρι την τελευταία στιγμή. Επανεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η αυξομείωση των καταθέσεων στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης εταιρεία ήταν σταθερή μέχρι το Μάρτιο αλλά και κατά το
- Νομική πτυχή σε σχέση με το άρθρο 305(α)
(1)του Ποινικου Κωδικα Πριν παραθέσω τα ευρήματά μου, θα προβώ σε ανάλυση των αρχών που διέπουν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρυσμα, με βάση το άρθρο 305 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και τη νομολογία. Το εν λόγω άρθρο στο οποίο και στηρίζονται οι Κατηγορίες έχει ως ακολούθως: "305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Σύμφωνα με το άρθρο 20 Π.Κ.: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Όπως φαίνεται από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1), αυτό καθορίζει ως συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα ακόλουθα:
- Έκδοση επιταγής
- Παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται μεταξύ άλλων και στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της
- Μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Όπως φαίνεται από τη διατύπωση του άρθρου, το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, μη απαιτώντας την ύπαρξη νοητικού στοιχείου εκ μέρους του προσώπου που το διαπράττει. Όταν εκδότης της επιταγής είναι εταιρεία μπορεί να διωχθεί ως συνεργός και ο διευθυντής αυτής (βλ. μεταξύ άλλων Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ. κ. α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555 και Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 και Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη v. 1. Gastop Boutique Ltd, κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B235, Ποιν. Εφ. αρ. 161/2014, ημερ. 30.6.2017) Η ποινική ευθύνη διευθυντών εταιρείας που εκδίδει επιταγή δεν είναι η ίδια με την ποινική ευθύνη της ίδιας της εταιρείας. Χρειάζεται και στοιχειοθέτηση υποκειμενικής υπόστασης (Mens Rea). Προβαίνω πιο κάτω σε μία ανασκόπηση της νομολογίας. Όπου υπάρχουν υπογραμμίσεις έχουν γίνει από εμένα για σκοπούς έμφασης. Στην Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκαν τα ακολουθα: " Δεν θα κρίνουμε τελικά το κατά πόσο το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, γιατί τούτο, όπως θα φανεί πιο κάτω, δεν είναι αναγκαίο για να καταλήξουμε στα συμπεράσματά μας. Θα εξετάσουμε την πτυχή της υπόθεσης που αφορά την ευθύνη συνεργού. Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst [1909] 1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην παρούσα περίπτωση, προφανώς ο εφεσείων υπόγραψε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το γεγονός όμως ότι πιθανώς να μην είχε αστική ευθύνη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού. Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279). Θα θέλαμε τώρα να θέσουμε ένα υποθετικό ερώτημα, που καταδεικνύει το λογικό της αναγκαιότητας ύπαρξης ένοχης διάνοιας. Αν διευθυντής εταιρείας υπέγραφε εκ μέρους της επιταγή πληρωτέα «εν όψει» ("on demand") και αν μέχρι την παρουσίαση της επιταγής για εξαργύρωση σε 1-2 μέρες, άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας απέσυραν όλα τα κεφάλαια από το λογαριασμό και η επιταγή παρέμενε ακάλυπτη, θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι, εκείνος που υπέγραψε την επιταγή ήταν συνεργός σε διάπραξη αδικήματος; Η απάντηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αρνητική. Κρίνουμε, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, πως, έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, με την έννοια που έχουμε προαναφέρει, όπως καθορίζεται στη νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα ύπαρξης ένοχης διάνοιας, αφού έκρινε πως δεν ήταν η ένοχη διάνοια στοιχείο του αδικήματος. Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Το γεγονός ότι πάντοτε φρόντιζε να υπάρχουν κεφάλαια κατατεθειμένα στο λογαριασμό της εταιρείας, από τα οποία να πληρώνονται οι επιταγές και ότι τούτο κατέστη αδύνατο σε κάποιο στάδιο λόγω της κήρυξής του σε πτώχευση, είναι ενδεικτικό πως δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Τα θέματα δε της πτώχευσης του και της επακολουθείσασας έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας, είναι θέματα σχετικά με αυτή την πτυχή και όχι, όπως έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής, άσχετα με την απόδειξη ενοχής." Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη v. 1. Gastop Boutique Ltd, κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B235, Ποιν. Εφ. αρ. 161/2014, ημερ. 30.6.2017, το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης προσώπου ως συνεργού, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και, πιο συγκεκριμένα, τις ευθύνες και τα καθήκοντα διευθυντή εταιρείας που υπογράφουν επιταγές και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). .................. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Ενόψει των προαναφερομένων θεωρούμε ότι η εφεσίβλητη 2, με πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, και με αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με το κατά πόσον η επίδικη επιταγή, την οποία υπέγραψε εν λευκώ και συμπληρώθηκε με τη συναίνεσή της, θα ετιμάτο, όταν θα παρουσιάζετο προς πληρωμή, και βασιζόμενη μόνο σε μιαν αόριστη και μή δεσμευτικήν υπόσχεση, από τον σύζυγό της, ότι θα κατέθετε κάποιον, επίσης αόριστο ποσό που θα εισέπραττε, στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρείχε βοήθεια στην εφεσίβλητη 1 εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 305Α και επομένως είναι ένοχη για το αδίκημα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα.» Στην υπόθεση Σάββα Θεοχάρους Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/2014 και 115/2014, απόφαση ημερομηνίας 23/10/2015, κρίθηκαν κατ' έφεση ένοχοι, αξιωματούχος εταιρείας και πρόσωπο που δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας αλλά ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος για να υπογράφει επιταγές. Το ότι όφειλαν να γνωρίζουν θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ήταν στοιχείο που θεμελίωνε τη γνώση τους ώστε να στοιχειοθετηθεί η ενοχή τους ως συνεργοί και να καταδικαστούν υπό αυτή τους την ιδιότητα τελικά για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Υοussef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486), το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των Κατηγορουμένων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τη γνώση. Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι - ο πρώτος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας και η δεύτερη ως σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της Εταιρείας - γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας είχε παγοποιηθεί από 10.7.12 και για πληρωμή των επιταγών έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Έπεται ότι το υπό αναφορά συμπέρασμα όχι μόνο δεν είχε έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία, αλλά έτεινε και στην απόδειξη ένοχης διάνοιας των εφεσιβλήτων και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε την Militos Trading Ltd (ανωτέρω) και κατέληξε ότι «. ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο της υπογραφής δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση .» των εφεσιβλήτων. Ενόψει των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 5 και 6 που αφορούν το πιο πάνω συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ευσταθούν και προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης 1, 2 και 3, οι οποίοι έχουν στο στόχαστρο τους τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία βάσει της οποίας να προέκυπτε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν ενεργό ανάμειξη στα οικονομικά της Εταιρείας και ότι θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κατά την ημερομηνία που οι επιταγές ήταν πληρωτέες δεν θα εξοφλούντο. Πρόκειται κατά την άποψή μας για συμπεράσματα που εξήχθησαν στη βάση της λανθασμένης εντύπωσης ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος της προσκόμισης μαρτυρίας που άπτεται της νοητικής λειτουργίας ενός Κατηγορουμένου και η οποία παραβλέπει ότι το στοιχείο της γνώσης αποδεικνύεται με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση (Youssef και Aνδρονίκου, ανωτέρω). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως τεκμηριώθηκε από τη μαρτυρία, οι εφεσίβλητοι, όταν υπέγραψαν τις επιταγές, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας ήταν παγοποιημένος και η οποιαδήποτε ανάμειξη τους στα οικονομικά της Εταιρείας ήταν στοιχείο αδιάφορο για εξαγωγή συμπεράσματος για τεκμηρίωση ή όχι ένοχης διάνοιας.» Στην Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποιν. Έφεση 32/2016, απόφαση ημερ. 26/6/2018, αναφέρθηκε ότι: « Ως προς το δεύτερο λόγο και το κατά πόσο εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε συμπέρασμα περί της απαιτούμενης γνώσης του εφεσίβλητου, θα πρέπει κατ΄αρχάς να λεχθεί ότι στη περίπτωση υπογραφής επιταγής εκ μέρους εταιρίας αναγνωρίστηκε από τη νομολογία ότι ο υπογράφων ως διευθυντής και αντιπρόσωπος της εταιρείας την επιταγή, παριστά ότι κατά το χρόνο εκείνο,
(1)η εταιρεία διατηρεί λογαριασμό στην πληρώτρια τράπεζα,
(2)ότι ο ίδιος έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή και
(3)ότι η επιταγή, όπως εκδόθηκε, συνιστά έγκυρη εντολή για την πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού (Reg. ν. Charles [1977] A.C. 177, Reg. ν. Gilmartin
(1982)2 W.L.R. 547). Ειδικότερα, όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στη Charles, η τελευταία αυτή εξυπακουόμενη παράσταση, εξυπακούει περαιτέρω και τη διαβεβαίωση ότι η παρούσα οικονομική κατάσταση της εταιρείας είναι τέτοια, ώστε, στη συνήθη πορεία των γεγονότων, η επιταγή θα τιμηθεί δεόντως όταν παρουσιαστεί για πληρωμή («that the present state of affairs is such that, in the ordinary course of events, the cheque will on its future presentment be duly honoured.»). Βέβαια στην υπόθεση Charles( όπως και στην Gilmartin) ο διευθυντής της εταιρείας που είχε υπογράψει την επιταγή είχε κατηγορηθεί όχι ως συνεργός, αλλά ως αυτουργός του αδικήματος (εξασφάλιση περιουσίας με απάτη/ κλοπή). Όμως, παραμένει το γεγονός ότι ο διευθυντής που υπογράφει, προβαίνει σε διαβεβαίωση ότι, με βάση την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής, αυτή, όταν δεόντως παρουσιαστεί για πληρωμή, θα τιμηθεί. Και πάλιν όμως, εάν η επιταγή δεν τιμηθεί στο τέλος, μπορεί να φανεί από τα γεγονότα ότι ο διευθυντής που την υπέγραψε είχε καλό λόγο, παρά την εξυπακουόμενη διαβεβαίωση του, να μην γνωρίζε ότι δεν θα επρόκειτο να τιμηθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται το ακόλουθο παράδειγμα που δόθηκε στην Παυλόπουλος για να καταδειχθεί με πρακτικό τρόπο η έννοια και σημασία της γνώσης ως αναγκαίου προαπαιτούμενου της ένοχης διάνοιας της συνέργειας: «Αν διευθυντής εταιρείας υπέγραφε εκ μέρους της επιταγή πληρωτέα «εν όψει» ("on demand") και αν μέχρι την παρουσίαση της επιταγής για εξαργύρωση σε 1-2 μέρες, άλλοι αξιωματούχοι της εταιρείας απέσυραν όλα τα κεφάλαια από το λογαριασμό και η επιταγή παρέμενε ακάλυπτη, θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι, εκείνος που υπέγραψε την επιταγή ήταν συνεργός σε διάπραξη αδικήματος; Η απάντηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αρνητική.» Από την άλλη όμως, από τα γεγονότα και πάλιν, μπορεί να καταδειχθεί είτε η γνώση του διευθυντή, είτε η εθελοτυφλία του ενώπιον της πραγματικότητας. Η εθελοτυφλία ως πτυχή της γνώσης προκύπτει, ας σημειωθεί, από την ίδια την Johnson v. Youden (ανωτ.) που αποτελεί την κλασσική αναγνώριση της γνώσης ως απαραίτητου νοητικού στοιχείου της συνέργειας. Η γνώση, εν τέλει, είναι ζήτημα γεγονότων. Ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί ν' αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, όπως είναι λ.χ. μια παραδοχή. Κατά κανόνα συνάγεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Σε τέτοια περίπτωση, εφ΄όσον πρόκειται για περιστατική μαρτυρία, το συμπέρασμα περί γνώσης πρέπει να βρίσκεται σε σχέση άμεσης συνάφειας με τη μαρτυρία και να αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα που αποδείχθηκαν (Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73, Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444). Οποιαδήποτε δε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. (Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Αυτό που προκύπτει κατά την κρίση μου από τη νομολογία είναι ότι η υποκειμενική υπόσταση για το συνεργό σε σχέση με την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, είναι αυτή του δόλου ή της απερισκεψίας(recklessness) . Η αμέλεια από τη διατύπωση της Παυλόπουλος πιο πάνω και την παραπομπή στην Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411 -όπου αναφέρθηκε ότι η αμέλεια δεν είναι αρκετή για να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη συνεργού σε αδίκημα απόλυτης ευθύνης- δεν αρκεί. Είναι σαφής η διάκριση μεταξύ αμέλειας και απερισκεψίας. Στη R v. Lawrence [1982] AC 510 εξηγήθηκε σε σχέση με την υποκειμενική υπόσταση αδικημάτων, η διαφορά της αμέλειας με την απερισκεψία (στα πλαίσια αλόγιστης οδήγησης): «Recklessness on the part of the doer of an act does presuppose that there is something in the circumstances that would have drawn the attention of an ordinary prudent individual to the possibility that his act was capable of causing the kind of serious harmful consequences that the section which creates the offence was intended to prevent, and that the risk of those harmful consequences occurring was not so slight that an ordinary prudent individual would feel justified in treating them as negligible» Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι σε σχέση με τη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών, κρίσιμος χρόνος είναι αυτός της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος v.Skopy Shoe Factory Ltd και Militos Trading Limited v. Μαλέκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, 612). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκεαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες και να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών τους. Έχω επίσης λάβει υπόψη, σε συνάρτηση και με την προφορική μαρτυρία, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν, μεγάλο μέρος των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και ιδιαίτερα σε σχέση με την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού των Κατηγορουμένων 1, τα σχετικά έγγραφα-καταστάσεις Τεκμήρια 400-402 και
- Ο Μ.Κ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση.. Κατά πρώτο λόγο, δεν μπορώ να μην επισημάνω σε σχέση με το χρόνο έκδοσης των επιταγών ότι ενώ ανέφερε στη Γραπτή του Δήλωση ότι αυτές εκδόθηκαν κατά την περίοδο 11/1/2013 και 12/3/2013, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι μπορεί να εκδόθηκαν και κατά το Δεκέμβριο του
- Επίσης διαφάνηκε ότι είχε παραλάβει ο ίδιος αριθμό εμπορευμάτων για τα οποία είχαν εκδοθεί τιμολόγια, κάτι που παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο αναφερόμενος στα εμπορεύματα και ανέφερε μάλιστα ότι οι αποθήκες των Κατηγορουμένων ήταν άδειες και κάτι που δε φαίνεται από την Κατάσταση Λογαριασμού που κατέθεσε σε σχέση με την Κατηγορούμενη. Το παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος και μάλιστα προσπάθησε να δικαιολογηθεί παραπέμποντας αόριστα στη σχετική κατάσταση, κάτι όμως που δεν έχω εντοπίσει. Αρνητική εντύπωση και πλήγμα στην αξιοπιστία του, προκαλεί δε το ότι καταχωρήθηκε υπόθεση από την παραπονούμενη εναντίον του Μ.Υ.2, αλλά ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν τον γνωρίζει. Επίσης προσπάθησε να αποδώσει στον Κατηγορούμενο ευθύνη για το ότι έδινε εμπορεύματα δωρεάν ή σε πολύ χαμηλές τιμές σε συγγενείς και φίλους, αλλά οι εξηγήσεις που έδωσε γιατί να μην το αναφέρει αυτό σε άλλη υπόθεση (ότι δεν επιτράπηκε η κατάθεση τιμολογίων) δεν θεωρώ ότι ήταν επαρκείς. Δεν έχω λοιπόν πεισθεί από τη μαρτυρία του ότι ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να τον εξαπατήσει με οιοδήποτε τρόπο ή ότι ο Κατηγορούμενος έδινε τα προϊόντα σε χαμηλές τιμές ή δωρεάν σε συγγενείς και φίλους. Επίσης, ούτε είναι λογικό ούτε μπορεί να γίνει πιστευτό ότι για κάθε επιταγή που του εξέδιδε ο Κατηγορούμενος 2 του έδιδε και προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα πληρωνόταν. Δεν μπορεί από τη μία να μην θυμάται το χρόνο των επιταγών, να μην τις αντιστοιχεί με τιμολόγια και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι λάμβανε διαβεβαιώσεις για κάθε επιταγή ή ότι αυτή υπογραφόταν μπροστά του. Επίσης, είναι απορίας άξιο, γιατί, εφόσον υπήρχαν άλλες επιταγές που δεν πληρώνονταν από το Φεβρουάριο του 2013 και άρα διαπιστώνονταν προβλήματα, γιατί εξακολούθησε να παρέχει πίστωση και να λαμβάνει και επιταγές μέχρι και το Μάρτιο του
- Μπορώ όμως, εφόσον υπήρξαν και πολλά σημεία της μαρτυρίας του που δεν αμφισβητήθηκαν, να προβώ σε ευρήματα για τη φύση των δραστηριοτήτων και για τη σχέση των 2 εταιρειών (παραπονούμενης - Κατηγορούμενης 1) και για την έκδοση, παρουσίαση και μη τίμηση των επιταγών, όπως και για το ότι αυτές παρέμειναν απλήρωτες. Μπορώ επίσης να βασιστώ στο περιεχόμενο της σφραγίδας των επιταγών, σε σχέση με το λόγο μη εξόφλησής τους. Μπορώ επίσης να αποδεχθώ ότι οι επιταγές εκδίδονταν -σε άγνωστο χρόνο ακριβώς- αλλά μεταξύ των μηνών Δεκεμβρίου - Μαρτίου 2020 και ότι σχετίζονται με τιμολόγια που εκδίδονταν από την παραπονούμενη προς την Κατηγορούμενη
- Σε σχέση με το χρόνο έκδοσης των επιταγών, υπό τις συνθήκες που αυτές εκδόθηκαν, δεν θεωρώ ότι ήταν καθοριστικός. Φαίνεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης να υπήρχε μία συνεχής έκδοση επιταγών για μεγάλα συνολικά ποσά και η οποία βασιζόταν σε κοινή πεποίθηση τόσο του ίδιου του Μ.Κ.1 όσο και του ίδιου του Κατηγορούμενου ότι θα καλύπτονταν αυτές από μελλοντικά έσοδα των Κατηγορουμένων. Γι' αυτό άλλωστε παρεχόταν και η πίστωση, γι' αυτό και η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών για την πώληση των προϊόντων από τους παραπονούμενους στους Κατηγορούμενους
- Από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 400-402 και 406) φαίνεται ότι λάμβανε χώρα και πριν την ημερομηνία πληρωμής των επιταγών στην παρούσα υπόθεση το φαινόμενο να μην τιμούνται επιταγές της παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη. Όμως, παρά ταύτα συνέχιζε η παραπονούμενη να πωλεί στην Κατηγορούμενη 1 προϊόντα και να λαμβάνει επιταγές από εκείνην και κατά την περίοδο που είχε παρουσιαστεί ξανά το φαινόμενο. Ο Μ.Κ.2 μπορεί να γίνει πιστευτός στα όσα ανέφερε. Σε μεγάλο βαθμό δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του. Το ίδιο ισχύει και για το Μ.Κ.3 ο οποίος μου δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση και μπορώ, παρά το ότι ήταν μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή να τον θεωρήσω ως άτομο του οποίου η μαρτυρία ήταν περισσότερο ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο παρά για τους παραπονούμενους. Μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της ως αληθή. Σημειώνω από τη μαρτυρία του τις αναφορές του ότι φαίνεται ότι είχε οικοδομηθεί μία σχέση όπως πιο πάνω αναλύθηκε μεταξύ της Κατηγορουμένης 1 και της παραπονούμενης όπου παρεχόταν μεγάλη πίστωση και ότι τελικά η Κατηγορούμενη δεν πλήρωθηκε για τη μεταπώληση των προϊόντων που της είχε πωλήσει η Κατηγορούμενη 1 λόγω οικονομικών προβλημάτων και αφερεγγυότητας των οφειλετών της και αυτό επέδρασε αλυσιδωτά να μην υπάρξουν έσοδα και να μην πληρωθούν οι επιταγές. Μπορώ επίσης να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 . Κατ' ελάχιστο αμφισβητήθηκε. Όσον αφορά το Μ.Υ. 2, παρά το ότι με τη μαρτυρία του διαφάνηκε η τάση του να προσπαθεί να επιβεβαιώσει τη δική του διαχείριση σε σχέση με τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και μία τάση προβολής της επαγγελματικής του διαδρομής, θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο ισχυρισμός της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Μ.Υ.2 αποχώρησε από την Τράπεζα λόγω του χειρισμού του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, παρέμεινε μετέωρος και δεν βασίστηκε σε κανένα στοιχείο και δεν μπορώ να προβώ σε οιοδήποτε τέτοιο εύρημα. Από ό,τι φαίνεται υπήρχε πολιτική να παρέχονται διευκολύνσεις πέραν διαφόρων ορίων. Επρόκειτο για μία κακή πρακτική που σήμερα φαίνεται παράλογη και μπορεί να εκπλήσσει, όμως μπορώ να έχω δικαστική γνώση ότι λάμβανε χώρα και δεν είναι αποκομμένη με την κατάρρευση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, την οικονομική κρίση και τα πρωτοφανή μέτρα που λήφθηκαν το
- Εάν θυμόταν επίσης ή όχι το επίθετο της δικηγόρου κας Καραμανή, δεν το θεωρώ ουσιαστικό για την υπόθεση και θεωρώ ότι δόθηκε υπερβολική σημασία από τον ευπαίδευτο συνήγορο της παραπονούμενης σε αυτό το ζήτημα και είναι κάτι που δεν μπορώ να το κρίνω ως σχετικό με τα υπόλοιπα ζητήματα. Όσον αφορά τέλος την ανώμοτη δήλωση, τη λαμβάνω υπόψη, χωρίς βέβαια να της προσδίδω τη βαρύτητα ένορκης μαρτυρίας. Επισημαίνω ότι το ποσό το οποίο αναφέρει ο Κατηγορούμενος 2 ότι χρωστούν οι οφειλέτες της Κατηγορούμενης 1 είναι κατά πολύ μικρότερο από το συνολικό των επιταγών. Από την άλλη όμως διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι εμπορεύματα που είχαν πωληθεί από την παραπονούμενη, λήφθηκαν πίσω και με δεδομένη τη μη αντιστοίχιση των επιταγών με προϊόντα και τιμολόγια, αυτή η διαφορά δεν μπορεί να επιδράσει εναντίον του. Κρίνω ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιόν μου μαρτυρία, μπορώ να προβώ στα ακόλουθα ευρήματα: 1) Έχει αποδειχθεί η έκδοση κατά το διάστημα (άγνωστό όμως ακριβώς για κάθε επιταγή) των επιταγών που αναφέρονται στις σχετικές Κατηγορίες. Οι επιταγές εκδόθηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου 2012 και Μαρτίου
- 2) Η Κατηγορούμενη 1 ασχολείτο με χονδρικό εμπόριο και ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο μέτοχος και διευθυντής της 3) Η παραπονούμενη ασχολείτο με παράλληλο εμπόριο και πωλούσε στην Κατηγορούμενη 1 η οποία μεταπωλούσε τα προϊόντα που αγόραζε. 4) Η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε με πίστωση από την παραπονούμενη και εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές. 5) Στα πλαίσια αυτά αγόρασε προϊόντα από την Κατηγορούμενη κι εξέδωσε τις σχετικές επιταγές. Δεν αντιστοιχήθηκε κάθε επιταγή με τιμολόγιο, αλλά αυτό δεν θεωρώ ότι αλλάζει οτιδήποτε. Η οφειλή δεν αμφισβητήθηκε. 6) Οι επιταγές που αναφέρονται στις Κατηγορίες ήταν μεταχρονολογημένες, πληρωτέες έκαστη στην ημερομηνία που αναφέρεται στο σώμα αυτής. 7) Οι επιταγές παρουσιάστηκαν στις αναφερόμενες στις Κατηγορίες ημερομηνίες στην Τράπεζα από την οποίαν εκδόθηκαν και δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν. Παρέμειναν απλήρωτες. 8) Η Κατηγορούμενη 1 είχε μία γενικά οικονομικά ισοζυγισμένη πορεία μέχρι το Μάρτιο
- Προβλήματα στους λογαριασμούς της και υπέρβαση του πιστωτικού ορίου όμως υπήρχαν και προηγουμένως 9) Τον Μάρτιο 2013 κορυφώθηκε η οικονομική κρίση στην Κύπρο, ( η οποία όμως, έχω δικαστική γνώση ότι προϋπήρχε και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετώπιζε από προηγουμένως οικονομικό πρόβλημα και αναζητούσε δανειοδότηση και συζητείτο η ένταξή της σε μηχανισμό στήριξης). Δηλαδή δεν επισυνέβηκε εν μία νυχτί και δίχως άλλο προηγούμενο η απομείωση καταθέσεων, το κλείσιμο και συγχώνευση τραπεζικών ιδρυμάτων, οι τραπεζικοί περιορισμοί και τα προβλήματα στις εμπορικές συναλλαγές. Έχω δε δικαστική γνώση ότι μία από τις μεγαλύτερες υπεραγορές είχε κλείσει λίγους μήνες προηγουμένως, πολλοί έμποροι και προμηθευτές είχαν παραμείνει εκτεθειμένοι και ότι οι εμπορικές συναλλαγές δεν ήταν σε συνθήκες απόλυτης ομαλότητας τους μήνες πριν το Μάρτιο
- Προβλήματα λοιπόν προϋπήρχαν της απομείωσης καταθέσεων. Οι υπερβάσεις στο όριο του τραπεζικού λογαριασμού των Κατηγορουμένων 1 την περίοδο πριν την παρουσίαση (Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2013) και μη τίμηση επιταγών καταδεικνύουν ότι όντως, ως επισημαίνει στην Αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων, καλυπτόταν «στην τρίχα» τους μήνες που προηγήθηκαν της κατάθεσης των επίδικων επιταγών. 10) Εκδότης των επιταγών ήταν η εταιρεία Κατηγορούμενη
- Οι επιταγές υπογράφονταν από τον Κατηγορούμενο 2 διευθυντή της Κατηγορούμενης
- 11) Επειδή έγινε σχετική εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων στο εκ πρώτης όψεως στάδιο σε σχέση με το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές, είναι γνωστό ότι με συγκεκριμένα διατάγματα, βασικές εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου. 12) Ο λογαριασμός παρέμεινε σε λειτουργία και ο λόγος μη εξόφλησης των επιταγών ήταν σύμφωνα με τη μαρτυρία η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας Κατηγορούμενης 1 13) Δε θεωρώ, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αλλά και του Μ.Υ.
- ότι υπήρχε δόλος ή προσπάθεια να εξαπατήσει ο Κατηγορούμενος 2 ή η Κατηγορούμενη 1 την παραπονούμενη. Αυτό όμως το οποίο υπήρχε, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, του Μ.Υ.2 αλλά και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου ήταν η πρακτική να παραδίδονται μεταχρονολογημένες επιταγές σε σχέση με εμπορεύματα και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να στηρίζουν την πληρωμή των επιταγών αυτών σε μελλοντικές πληρωμές που θα γίνονταν προς τους Κατηγορούμενους 1 και 2 από δικούς τους οφειλέτες στους οποίους θα μεταπωλούνταν τα προϊόντα. Αυτοί καταστράφηκαν οικονομικά ή ήταν αφερέγγυοι και ως συνέπεια αυτού δεν τίμησε η Κατηγορούμενη 1 τις υποχρεώσεις της 14) Καταχωρήθηκε και αριθμός άλλων υποθέσεων σε σχέση με τις συναλλακτικές σχέσεις των δύο μερών και κάποιες αποσύρθηκαν και εισήχθηκαν οι Κατηγορίες τους στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, κατόπιν σχετικής τροποποίησης ημερομηνίας 17/9/2018 15) Το σε ποιο τιμολόγιο αντιστοιχούσε έκαστη επιταγή, δεν θεωρώ ότι είναι ουσιαστική λεπτομέρεια. Εκδίδονταν επιταγές για προϊόντα που αγόραζε η Κατηγορούμενη
- 16) Οι παραπονούμενοι, μετά τη μη τίμηση των επιταγών, παρέλαβαν αριθμό εμπορευμάτων που είχαν πωλήσει στους Κατηγορούμενους
- Αδιευκρίνιστο είναι το ποσό που οφείλεται μετά την παραλαβή εμπορευμάτων από τους παραπονούμενους και σε ποιο βαθμό αυτό αντιστοιχεί με τις οφειλές άλλων προσώπων προς την Κατηγορούμενη 1, αλλά αυτό είναι μάλλον αδιάφορο στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης όπου δεν ζητείται επιστροφή οιουδήποτε ποσού. 17) Μετά τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 2 καταστράφηκε οικονομικά και πέρασε δύσκολες στιγμές και εκείνος και η οικογένειά του. Αναγκάστηκε δε να παρίσταται στο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων που κάποιες από αυτές αναγνωρίστηκε και από την παραπονούμενη ότι καταχωρήθηκαν καταχρηστικά και γι' αυτό ζητήθηκε και η προσθήκη Κατηγοριών στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων Με βάση τα πιο πάνω ευρήματά μου εξετάζω κατά πόσον έχει θεμελιωθεί ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1, εκδότρια των επιταγών, κρίνω ότι το αδίκημα του άρθρου 305(Α)
(1)του Π.Κ. δεν απαιτεί ειδική πρόθεση. Εφόσον οι λεπτομέρειές του έχουν αποδειχθεί, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη σε σχέση με τα αδικήματα στις Κατηγορίες που την αφορούν. Έρχομαι στον Κατηγορούμενο 2. Ήταν αυτός που υπογράφει τις επιταγές για την Κατηγορούμενη 1,διευθυντής της, μέτοχός της, το πρόσωπο πίσω από μία εταιρεία που φέρει το όνομά του. Γι΄ αυτόν ως συνεργό πρέπει να αποδειχθεί και συγκεκριμένο νοητικό στοιχείο, δηλαδή δόλος ή απερισκεψία κατά την έκδοση των επιταγών. Δόλος δεν υπήρξε. Έχω προβεί σε σχετικό εύρημα. Υπήρξε όμως απερισκεψία. Εξηγώ αμέσως πιο κάτω. Το πότε ακριβώς εκδόθηκε έκαστη επιταγή και σε ποιο τιμολόγιο αντιστοιχούσε, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Συνεκτιμώντας τη συνολική εικόνα, φαίνεται ότι εκδίδονταν συνεχώς επιταγές σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες. Η πρακτική αυτή πρέπει να ιδωθεί συνολικά, στο συγκεκριμένο ευρύ, αλλά καθορισμένο μεν χρονικό διάστημα. Με βάση τα δοσμένα γεγονότα, υπήρξε απερισκεψία εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τη συστηματική έκδοση εκατοντάδων επιταγών, σε ποσά που υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο ΕΥΡΩ, που ήταν ανεύθυνο να αναμένεται ότι θα τιμούνταν εφόσον θα τιμούνταν επιταγές εκδοθείσες από άλλα πρόσωπα ή εφόσον θα γίνονταν πληρωμές από άλλα πρόσωπα. Μπορεί κάποιος να λαμβάνει πίστωση ευελπιστώντας ότι θα έχει κέρδος για να την καλύψει. ΄Όταν αυτό όμως περιλαμβάνει και σχετίζεται με την έκδοση επιταγών, δεν μπορεί να θεωρείται ούτε θεμιτό, ούτε και επιτρεπτό από νομικής άποψης. Στην Αγόρευσή του, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αναφέρει το εξής: «Όταν μία επιταγή ορίζεται να πληρωθεί σε μελλοντικό χρόνο από την ημέρα της υπογραφής της, είναι πια θέμα τύχης αν θα πληρωθεί. . Ποιος ξέρει τι θα φέρει το μέλλον;» Δεν ήταν αυτός ο σκοπός του νομοθέτη. Η θέσπιση του άρθρου 305 Α
(1)Π.Κ. δείχνει τη σημασία και τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην έκδοση επιταγών και αναμένεται σωφροσύνη και όχι ανευθυνότητα στην έκδοσή τους. Δεν μπορεί κάποιος να εκδίδει σωρηδόν επιταγές και να εξομοιώνεται περίπου με τυχερό παίγνιο το εάν θα τιμηθούν ή όχι. Κοντολογίς: το ότι επιτρέπονται μεταχρονολογημένες επιταγές, δεν απαλλάσσει κάποιον από την ευθύνη να επιδεικνύει σωφροσύνη κατά την έκδοσή τους και δεν νομιμοποιείται να βασίζεται απλώς στην προσωπική εκτίμησή του ότι θα υπάρξουν έσοδα από επιταγές ή από πιστώσεις προς άλλους για να καλυφθούν αυτές οι επιταγές. Άλλωστε, ειδικά σε σχέση με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, όπως διαφάνηκε και από τη μαρτυρία, , παρατηρείτο φαινόμενο να παρουσιάζονται επιταγές και να μην τιμούνται και να πληρώνονται αργότερα, αλλά και να υπάρχει και υπέρβαση του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου, η οποία εκτεινόταν χρονικά και σε διάστημα πριν το αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης το Μάρτιο 2013 και την επιβολή της απομείωσης καταθέσεων.Τόσο γενικά, αλλά και ιδιαίτερα σε μία δύσκολη οικονομική περίοδο όπως ήταν το τέλος του 2012 και τους πρώτους μήνες του 2013, η έκθεση σε τόσο μεγάλο οικονομικό ρίσκο με τόσο μεγάλες συνολικά ιδωμένες συναλλαγές, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούσε απερισκεψία από μέρους του Κατηγορούμενου
- Συνιστούσε βεβαίως αφέλεια και απερισκεψία και εκ μέρους των παραπονουμένων και ειδικά του Μ.Κ.1 να δέχονται να συναλλάσσονται τοιουτοτρόπως με την Κατηγορούμενη 1, αλλά εξετάζω εδώ, για σκοπούς διαπίστωσης ποινικής ευθύνης, μόνο το νοητικό στοιχείο που αφορούσε τον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Επιπλέον, θέλω να τονίσω ότι και αν στο παρελθόν τέτοιου είδους ανεύθυνη - στοιχηματικού τύπου πυραμίδας- πρακτική λειτουργούσε, δεν είναι λογικά αναμενόμενο ότι μπορούσε να θεωρείται ότι θα διαρκούσε εσαεί. Τοσούτω μάλλον την εποχή που εκδίδονταν οι επιταγές, όπου - και για αυτό έχω δικαστική γνώση- 1) Υπήρχε οικονομική κρίση, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε περιορισμένη δανειοληπτική ικανότητα και συζητείτο υπαγωγή της σε μηχανισμό οικονομικής στήριξης[1] 2) Είχαν αρχίσει να υπάρχουν προβλήματα στο λιανικό εμπόριο με κατάρρευση μίας από τις μεγαλύτερες υπεραγορές περί το τέλος του 2012 Κρίνω συνεπώς ότι έχει αποδειχθεί το νοητικό στοιχείο της απερισκεψίας σε σχέση με συνεργό και άρα και η απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων που αφορούν τον Κατηγορούμενο
- Κατάχρηση διαδικασίας Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω, θα εξετάσω και κατά πόσον έχει υπάρξει κατάχρηση διαδικασίας. Δεν θεωρώ ότι στοιχειοθετείται καταχρηστικότητα. Ακριβώς εγκρίθηκε σχετική αίτηση τροποποίησης και επιτράπηκε συμπερίληψη πάνω από 1000 Κατηγοριών στο ίδιο Κατηγορητήριο, για να αποφευχθεί η καταχρηστικότητα, στο πνεύμα της απόφασης της συναδέλφου μου στην ποινική υπόθεση 6476/2013, κάτι που προφανώς αναγνώρισε η παραπονούμενη εταιρεία αποσύροντας άλλες υποθέσεις και ζητώντας να προστεθούν Κατηγορίες στην παρούσα υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρώ ότι επιδείχθηκε οιαδήποτε περαιτέρω καταπίεση εναντίον του Κατηγορούμενου από τη συμπερίληψη και επιταγών που αφορούσαν σε άλλες υποθέσεις στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Με απασχόλησε όμως, με βάση τα ευρήματά μου, κατά πόσον η υπόθεση είναι στα όρια της κατάχρησης, γιατί και η παραπονούμενη και ο Μ.Κ.1 ακολουθούσαν και οι ίδιοι μία ανεύθυνη και απερίσκεπτη εμπορική πρακτική σε σχέση με τη λήψη τόσων πολλών μεταχρονολογημένων επιταγών. Πιθανόν τότε τέτοια φαινόμενα να μην σπάνιζαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιδοκιμάζονται τέτοιες πρακτικές. ειδικά σε σχέση με την έκδοση ακάλυπτων επιταγών, που συνιστά ποινικό αδίκημα και προβλέπονται και σχετικές ποινικές κυρώσεις. Η πώληση προϊόντων, η αποδοχή τόσων πολλών επιταγών και η παροχή τόσο μεγάλης πίστωσης, ιδιαίτερα δε όταν σε σχέση με κάποιες από αυτές, είχε προϋπάρξει μη τίμηση επιταγών πριν την έκδοσή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιχειρηματικά υπεύθυνη πρακτική. Κρίνω όμως ότι ακόμη και αν ήταν απερίσκεπτη και η παραπονούμενη, δεν αίρεται η ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων 1 και 2 και η ευθύνη τους να μην εξέδιδαν απερίσκεπτα εκατοντάδες επιταγές για τόσο μεγάλα συνολικά ποσά και δεν θεωρώ ότι στοιχειοθετείται καταχρηστικότητα. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ένοχοι σε όλες τις Κατηγορίες οι οποίες αφορούν έκαστο εξ' αυτών και για τις οποίες κλήθηκαν σε απολογία. Υπογρ.......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής [1] Για ανάλυση της κατάστασης βλέπε την υπόθεση Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων,
(2013)3 Α.Α.Δ. 427 και τη σχετική ανάλυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ειδικότερα τα πιο κάτω: « Η Κύπρος μέχρι το 2008 είχε μια σχετικά σταθερή οικονομία και ένα μικρό δημοσιονομικό πλεόνασμα. Προς το τέλος του 2008, όπως είναι γνωστό, κατέρρευσαν μεγάλες Αμερικανικές Τράπεζες, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει οικονομική κρίση η οποία μεταφέρθηκε στην Ευρώπη.[1] Παρά τα σημάδια της εποχής, η Κύπρος δεν έλαβε έγκαιρα μέτρα. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής που ακολούθησε, το μικρό πλεόνασμα που υπήρχε το 2008 δεν άργησε να εξανεμιστεί και τα πρώτα προβλήματα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα από το 2009.......... Ούτε και αυτή η τεράστια απώλεια ήταν αρκετή για να ωθήσει την Κύπρο να λάβει έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα ή να ζητήσει έγκαιρα βοήθεια από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ανυπέρβλητα προβλήματα στη χρηματοδότηση των αναγκών του κράτους και στη συγκέντρωση των αναγκαίων κεφαλαίων για ανακεφαλαιοποίηση των δύο μεγάλων τραπεζών οι οποίες ζητούσαν κρατική στήριξη. Το Μάιο του 2012 είχε ήδη δοθεί στήριξη ύψους 1.8 δισεκατομμυρίων ευρώ στη Λαϊκή Τράπεζα, ενώ περί το τέλος Ιουνίου, η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε κρατική στήριξη ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ για να καλύψει τα κεφαλαιακά ελλείμματά της. Επειδή η προθεσμία που δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για ανακεφαλαιοποίηση έληγε τα τέλη Ιουνίου 2012, το κράτος τελικά υπέβαλε στις 25.6.2012 αίτηση για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) της Ευρωζώνης και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ΔΝΤ), συνέχισαν μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 που υπογράφηκε το Προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης. « cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο