Δημοκρατία ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 13671/17, 9/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2020:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13671/17 Δημοκρατία ν XXXXX Ανδρέου Κατηγορουμένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χρ. Χριστοδουλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από μεταβολή του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες που αφορούν σε παράνομη εισαγωγή 13 κιλών και 932,2 γραμμαρίων καννάβεως (βλ. κατηγορία 13), παράνομη κατοχή του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορία 14), παράνομη κατοχή της καννάβεως αυτής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορία 15), κατοχή ποσού €23.485,00, με γνώση ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της εμπορίας ναρκωτικών (βλ. κατηγορία 16) και της συνωμοσίας για την παράνομη εισαγωγή της καννάβεως (βλ. κατηγορία 18). Συναποτελεί, κατά βάσιν, εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος, ως μέλος πολυμελούς σπείρας διακίνησης ναρκωτικών - που αποτελούνταν μεταξύ άλλων από τους XXXXX Καρταμπή (πρώην κατηγορούμενο 1), XXXXX Ευαγγέλου (πρώην κατηγορούμενο 2), XXXXX Μάγκα (πρώην κατηγορούμενο 3) και τον κατηγορούμενο - εισήγαγε, κατείχε και εμπορεύθηκε 13 κιλά και 932,2 γραμμάρια καννάβεως τα οποία έφερε ο XXXXX Καρταμπής μέσα στις αποσκευές του στο Αεροδρόμιο Λάρνακας ερχόμενος από τις Βρυξέλλες στις 14.7.17, έπειτα από συνωμοσία μεταξύ των μελών της σπείρας (στην προκειμένη μεταξύ άπαντων των κατηγορουμένων κατά το αρχικό κατηγορητήριο ημερομηνίας 20.11.17). Είναι εκδοχή του κατηγορουμένου ότι δεν έχει καμιά ανάμειξη σε αυτά που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή και πως οι όποιες επικοινωνίες του με τους πρώην συγκατηγορουμένους του - και γνωστούς του - αφορούσαν σε άλλα ζητήματα νόμιμης υφής και πως τα χρήματα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του (και τα οποία συνιστούν αντικείμενο της κατηγορίας 16), προέρχονται από επαγγελματικές του δραστηριότητες. Στη δίκη εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων για ποικίλες συνιστώσες τού ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Κάποια από αυτά τα παραδεκτά γεγονότα (ως παρατίθενται στα Έγγραφα Παραδεκτών Γεγονότων 1 και 2), τα παραθέτουμε αμέσως πιο κάτω ώστε διά αυτών να καταστούν σαφέστερες κάποιες παράμετροι των επίδικων θεμάτων και εκδοχών: • Στις 14.7.17 λήφθηκε πληροφορία στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) ότι ο XXXXX Καρταμπής θα αφικνείτο στο Αεροδρόμιο Λάρνακας από τις Βρυξέλλες και πως τούτος θα μετέφερε ναρκωτικά. • Ο XXXXX Καρταμπής (ΔΤXXXXX16) αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας (από τις Βρυξέλλες), με την πτήση FR2091 στις 14.7.17 και ώρα 12:
- • Η ΥΚΑΝ διεμήνυσε την ως άνω πληροφορία προς τους εντεταλμένους τελωνειακούς λειτουργούς που βρίσκονταν σε καθήκον στο Αεροδρόμιο Λάρνακας. • Στις 12:40 τελωνειακή λειτουργός στην παρουσία μέλους της ΥΚΑΝ, ζήτησε από τον XXXXX Καρταμπή να ανοίξει (για σκοπούς ελέγχου) ταξιδιωτική βαλίτσα που κρατούσε και η οποία ήταν κλειδωμένη με κλειδαριά που έφερε κωδικό. • Ο XXXXX Καρταμπής, ενώ έδειχνε ότι προσπαθούσε να πληκτρολογήσει τον κωδικό στην ταξιδιωτική βαλίτσα, τράπηκε σε φυγή και ανακόπηκε από το μέλος της ΥΚΑΝ. • Ο XXXXX Καρταμπής δεν μπορούσε να ανοίξει τη βαλίτσα και έτσι τούτη παραβιάστηκε. • Η εντεταλμένη τελωνειακή λειτουργός ερεύνησε τη βαλίτσα που μετέφερε ο XXXXX Καρταμπής και εντόπισε 28 νάιλον συσκευασίες, με συνολική ποσότητα 13 κιλών και 932,2 γραμμαρίων καννάβεως. • Ο XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3) εντοπίστηκε στο χώρο αφίξεων του Αεροδρομίου Λάρνακας να βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου XXXXX90, για να παραλάβει τον XXXXX Καρταμπή. • Ο XXXXX Καρταμπής έδωσε κατάθεση στις 14.7.17, σε μέλος της ΥΚΑΝ (βλ. Τεκμήριο 7). • Στις 13.7.17 ο κατηγορούμενος απέστειλε στην Ολλανδία μέσω της εταιρείας μεταφοράς χρημάτων Western Union, €300,00, με παραλήπτη τον XXXXX Καρταμπή. • Στις 10.7.17 εκδόθηκε μέσω διαδικτύου, αεροπορικό εισιτήριο της Aegean Airlines στο όνομα Mr XXXXX Andreou, για την πτήση ημερομηνίας 10.7.17 (Α3 909), από Λάρνακα προς Αθήνα. Κατά την αγορά του εισιτηρίου δηλώθηκαν ως στοιχεία επικοινωνίας η ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@HOTMAIL.COM και ο αριθμός τηλεφώνου XXXXX
- • Στις 10.7.17 εκδόθηκε μέσω διαδικτύου αεροπορικό εισιτήριο της Aegean Airlines στο όνομα Mr XXXXX Kartampi, για την πτήση ημερομηνίας 10.7.17 (Α3 909), από Λάρνακα προς Αθήνα. Κατά την αγορά του εισιτηρίου δηλώθηκαν ως στοιχεία επικοινωνίας, η ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@HOTMAIL.COM και ο αριθμός τηλεφώνου XXXXX
- • Τα δύο αεροπορικά εισιτήρια, πληρώθηκαν με την ίδια πιστωτική κάρτα, με τα δύο πρόσωπα για τα οποία εκδόθηκαν τα αεροπορικά εισιτήρια να επιβιβάζονται στην πτήση. • Στις 11.7.17 εκδόθηκε στο Αεροδρόμιο Αθηνών αεροπορικό εισιτήριο της Aegean Airlines στο όνομα Mr XXXXX Andreou, για την πτήση ημερομηνίας 11.7.17 (Α3 904), από Αθήνα προς Λάρνακα. Κατά την αγορά του εισιτηρίου, δηλώθηκαν ως στοιχεία επικοινωνίας η ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@HOTMAIL.COM και αριθμός τηλεφώνου XXXXX
- Το εισιτήριο πληρώθηκε σε μετρητά και ο υπό αναφοράν επιβάτης επιβιβάστηκε στην πτήση. • Στις 14.7.17 στον Πρωταρά, σε έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (XXXXX60), μέλη της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου εντόπισαν, μεταξύ άλλων, ένα εισιτήριο στάθμευσης για το Hermes Parking του Αεροδρομίου Λάρνακας με ημερομηνία 11.7.17 (στη θήκη της πόρτας του οδηγού του οχήματος), αριθμός κινητών τηλεφώνων και καρτών κλήσης και διάφορα χρηματικά ποσά, σε διάφορα σημεία, συμποσούμενα σε €23.485,
- • Η έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου διενεργήθηκε στην παρουσία της συμβίας του (XXXXX Hupal) και του XXXXX Μάγκα. Η συμβία του κατηγορουμένου είπε ότι τα ανευρεθέντα ανήκουν στον κατηγορούμενο. • Τα τεκμήρια που αφορούν στην υπόθεση παραλήφθηκαν, διακινήθηκαν και εξετάστηκαν ορθώς και νομίμως. Εντάξαμε τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα και κρίνοντας τα ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Η Κατηγορούσα Αρχή, για απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε τους Αστυφύλακα XXXXX Βαρνάβα (ΜΚ1), Αναπληρωτή Λοχία XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2) και XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3), ενώ ο κατηγορούμενος (μετά που κλήθηκε σε απολογία), τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΥ1) και τη μαρτυρία των XXXXX Αυγουστή (ΜΥ2), XXXXX Παντελίδη (ΜΥ3), XXXXX Κωνσταντινίδη (ΜΥ4) και XXXXX Νεοφύτου (ΜΥ5). Οι αναφορές των μαρτύρων (και του κατηγορουμένου εννοείται), ως και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς στο ανά χείρας κείμενο, μη χρειαζούμενης και τής επανάληψης των μαρτυριακώς λεχθέντων, εκτός μιας περίληψης για σκοπούς πρακτικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη, είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Οι παρατιθέμενες περικοπές μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Βαρνάβα (ΜΚΙ), ως ανακριτής της υπόθεσης, παρέθεσε λεπτομέρειες του ανακριτικού έργου, εξηγώντας και τους αστυνομικούς χειρισμούς αναφορικώς προς τον κατηγορούμενο. Ο XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), μέλος της ΥΚΑΝ, εξήγησε για τις πληροφορίες που είχε λάβει η ΥΚΑΝ για την ύπαρξη κυκλώματος εισαγωγής ναρκωτικών και ακολούθως για τον τρόπο με τον οποίο τούτος ενήργησε ώστε να δρομολογηθούν τα περί διαλεύκανσης της υπόθεσης. Ο XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3), υπήρξε συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση (ως κατηγορούμενος 2). Ο μάρτυς αναφέρθηκε σε τηλεφωνικές επαφές που είχε με τον κατηγορούμενο κατά τους πλατύτερους επίμαχους χρόνους. Ο κατηγορούμενος XXXXX Ανδρέου (ΜΥ1), έδωσε την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι μηδεμιά εμπλοκή έχει με τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Εξήγησε τη σύνδεση του με τα πρόσωπα που φέρεται να ήσαν αναμεμειγμένα στα επίδικα αδικήματα, δίνοντας λεπτομέρειες και για τις επαγγελματικές του δράσεις ως πεταλωτή αλόγων (καλλικά) και μεσάζοντα αποδέκτη ιπποδρομιακών και άλλων στοιχημάτων (έναντι κέρδους). Ο XXXXX Αυγουστή (ΜΥ2), υπάλληλος σε πρακτορείο στοιχημάτων στην Λευκωσία, είπε για τις στοιχηματικές ενασχολήσεις τού κατηγορουμένου και για τη γνώση που είχε περί της ενασχόλησης του τελευταίου ως πεταλωτή αλόγων στον ιππόδρομο. Ο XXXXX Παντελίδης (ΜΥ3), διαχειριστής του εστιατορίου στο σωματείο ΘΟΙ Λακατάμιας στην Λευκωσία, μίλησε για τη μακρόχρονη πελατειακή του σχέση με τον κατηγορούμενο και για τις δραστηριότητες αυτού, εντός του εστιατορίου, ως αποδέκτη ιπποδρομιακών στοιχημάτων. Ο XXXXX Κωνσταντινίδης (ΜΥ4), κατέθεσε ως ένας εκ των εργαζομένων για κατηγορούμενο στην αποδοχή στοιχημάτων. Ο XXXXX Νεοφύτου (ΜΥ5), έδωσε μαρτυρία ως προπονητής αλόγων, εξηγώντας την ασχολία του κατηγορουμένου στο πετάλωμα αλόγων και τα έσοδα του τελευταίου από την ενασχόληση αυτή. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, με τον κ. Αντωνίου να προτάσσει απόδειξη των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εκτός της κατηγορίας 16 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) - και αυτό δεν μπορεί παρά να επικροτηθεί ως ορθή διωκτική συμπεριφορά (βλ. κατ' αναλογίαν, Vrachimis v Police
(1969)2 CLR 60, 62) - με τον κ. Χριστοδουλίδη να εισηγείται αθώωση του κατηγορουμένου ένεκεν έλλειψης αξιόπιστης και βαρύνουσας μαρτυρίας. Θα εγκύψουμε εξειδικευμένως στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, δίχως να έχουμε υποχρέωση απάντησης επί κάθε εγειρόμενου και επουσιώδους επιχειρήματος ή ενασχόλησης με κάθε αναφορά, διαζευκτική εκδοχή, ή πιθανότητα, που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανη ή και παράλογη (βλ. κατ' αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495, Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Αν διαφορετική ήταν η προσέγγιση, θα εξετάζαμε πιθανότητες ή θεωρίες για τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που τούτο ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολουθήσαμε και ακούσαμε με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεταν. Θέσαμε ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να δουν ή να καταλάβουν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τις υπερβολές, ανακολουθίες ή και αντιφάσεις (σε παραλληλισμό με τις μικροαντιφάσεις), τις προηγούμενες γραπτές και προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπερβολικό βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής των μαρτύρων, μια και τούτο ενέχει εγγενή επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια παράταιρη εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτίων και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία, τελούσαμε σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξουμε απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε στην ατομική αξιολόγηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχετίσαμε και αντιπαραβάλαμε τη μαρτυρία με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθυμίσαμε εαυτόν ότι, ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί δίχως άλλο σε αποκήρυξη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που, πέραν της εγγενούς και ιδιάζουσας διεργασίας που γίνεται συνειδησιακώς από τον Δικαστή, προσδίδουν σε αυτόν δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, ΣΠ ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 468, 491, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματευθήκαμε την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς), ως δυνητικώς δεικτική αποδοχής τής μαρτυρίας αλλά και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος ή ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της σοβαρότητας τους, με το απόσταγμα της ζύμωσης να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα μας (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13, ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, εκτιμώντας ανάλογες δικαστικές παρατηρήσεις στην Kokkinos v The Police
(1967)2 CLR 217, 221 και στην Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς την πραγματικότητα (ως τη συνέλαβαν και βίωσαν). Ως αυθωρεί θα αναλύσουμε, οι μάρτυρες κατηγορίας, εκτός του XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3) - καθώς και ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες υπεράσπισης - μας δημιούργησαν καλή εντύπωση, μια που τούτοι (σε διαφορετικές διακυμάνσεις ο καθένας), ήσαν ανάμεσα σε άλλα λεπτομερείς και συμπαγείς στις αναφορές τους. Εξηγούμε. Ο XXXXX Βαρνάβα (ΜΚΙ), υπήρξε άσειστος και πραγματικός στη μαρτυρία του, διασαφηνίζοντας το ανακριτικό έργο και τους αστυνομικούς χειρισμούς για το επίδικο περιστατικό. Δεν διαγνώσαμε αποκλίσεις τέτοιες στη μαρτυρία του για να προχωρήσουμε σε συνειρμούς (καν) περί υποκειμενικότητας, έλλειψης επαγγελματισμού ή και ανακριτικής ανεπάρκειας από μέρους του. Ακριβώς το αντίθετο. Ο μάρτυς έμεινε ακλόνητος κατά την αντεξέταση και δίκαιος προς τον κατηγορούμενο, με ένα ενδεικτικό παράδειγμα να σύγκειται και στο ότι ο μάρτυς παραδέχθηκε πως δεν μπορούσε να προσδιορίσει την έκταση και συχνότητα των τηλεφωνικών επικοινωνιών ανάμεσα στον κατηγορούμενο και τον Σάββα Καρταμπή, μολονότι είχε προσδιορίσει προηγουμένως στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 3, το εύρος των επικοινωνιών αυτών ως επανειλημμένο («. προσπαθούσε επανειλημμένα να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί του .»). Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Βαρνάβα (ΜΚ1), ως προς τα γεγονότα που περιέγραψε. Ο XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), ήταν εναργής. Ουδεμία ερώτηση στην αντεξέταση ανέδειξε ανακολουθία ή συμπεριφορά τέτοια που να προξενεί αντικειμενικώς δικαστική ανησυχία για την αξιοπιστία του. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), για τα γεγονότα που περιέγραψε. Ο XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3), στη σύντομη μαρτυρία του, ήταν αντιφατικός και ανακόλουθος σε μια σημαντική εκδήλωση των λεχθέντων του η οποία ενέπλεκε με άμεσο τρόπο τον κατηγορούμενο στα όσα του προσάπτονται. Για να γίνει ευκολότερα κατανοητή η πτυχή αυτή, παραθέτουμε το μέρος εκείνο από τη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα ημερομηνίας 14.7.18 (βλ. Τεκμήριο 7), διά του οποίου τούτος ανέφερε όσα είχε να πει για τον κατηγορούμενο (με τις εκείθεν αναφορές στο άτομο με το όνομα XXXXX και με το παρατσούκλι XXXXX, να εννοούν τον κατηγορούμενο): «. Σήμερα κατά η ώρα 1130 το πρωί έπιασε με τηλέφωνο στο προσωπικό μου τηλέφωνο με αριθμό XXXXX74 ο φίλος μου ο XXXXX του οποίου το επίθετο δεν γνωρίζω αλλά έχει το παρατσούκλι «XXXXX» από το τηλέφωνο του με αριθμό XXXXX95 και μου είπε ότι θα έρθει στην Κύπρο ο φίλος του ο XXXXX ο οποίος είναι γνωστός μου, και με παρακάλεσε να πάω στο Αεροδρόμιο Λάρνακας να τον παραλάβω η ώρα 1200 το μεσημέρι σήμερα. Εγώ επειδή ήμουν είδη Λάρνακα επειδή είχαμε ραντεβού για MRI στον Άγιο Θέρισσο μαζί με την σύντροφο μου την XXXXX του είπα ότι θα πήγαινα να παραλάβω το XXXXX. Η ώρα 1200 που εγώ είχα ήδη πάει στο αεροδρόμιο Λάρνακας να παραλάβω τον XXXXX με πείρε ξανά τηλέφωνο ο XXXXX ο XXXXX και μου είπε ότι είχε καθυστέρηση η πτήση που θα έρχετουν ο XXXXX και ότι τελικά θα κατέφθανε στην Κύπρο η ώρα
- Τότε εγώ έφυγα από το αεροδρόμιο πέρασα από τον Άγιο Θέρισσο και παρέλαβα την σύντροφο μου που την είχα αφήσει να κάνει εξετάσεις και πήγαμε μαζί στην υπεραγορά Μετρό στη Λάρνακα για ψώνισμα. Ενώ ψωνίζαμε στο Μετρό με πείρε ξανά τηλέφωνο ο XXXXX και μου είπε ότι ο XXXXX είχε φτάσει στο αεροδρόμιο και με περίμενε να τον παραλάβω. Εγώ άφησα την γυναίκα μου να συνεχίσει το ψώνισμα στο Μετρό και πήγα με το αυτοκίνητο μου με αριθμούς εγγραφής XXXXX90 στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να παραλάβω τον XXXXX. Μόλις περνούσα απέναντι από τα κτήρια του αεροδρομίου με σταμάτησε η Αστυνομία και αφού με ρώτησαν ποιος ήταν ο λόγος που πήγα στο αεροδρόμιο, τους απάντησα ότι ήμουν εκεί για να παραλάβω τον XXXXX. Τον XXXXX τον XXXXX και τον XXXXX τους γνωρίζω εδώ και ένα χρόνο περίπου και τους γνώρισα όταν είχαν έρθει στον Πρωταρά για διακοπές και γύρευαν σπίτι για να διαμένουν στις διακοπές τους. Από τότε έκαμνα περιστασιακά παρέα μαζί τους αλλά δεν ήξερα ότι ασχολούνται με ναρκωτικά. Εγώ είμαι περιστασιακός χρήσης κάνναβης τα τελευταία πέντε χρόνια. Για την υπόθεση που με συλλάβατε σήμερα θέλω να σου πω ότι εγώ δεν είχα ιδέα ότι ο XXXXX θα έφερνε Ναρκωτικά στην Κύπρο. Εγώ απλά ήθελα να εξυπηρετήσω τον φίλο μου τον Γιώργο για την ευκολία που μου ζήτησε .». Από το απόσπασμα, προκύπτει ότι ο μάρτυς (κατά την εκδοχή του), είχε τρεις διαφορετικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κατηγορούμενο για την άφιξη του XXXXX Καρταμπή («XXXXX») στο Αεροδρόμιο Λάρνακας την 14.7.
- Τη θέση τούτη, υπό μια γενικότερη διατύπωση, την επανέλαβε ο μάρτυς στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης μετά από υποβολή συγκεκριμένης ερώτησης που είχε ως σημείο αναφοράς τα όσα ο μάρτυς είχε καταγράψει σε γραπτή κατάθεση προς την Αστυνομία/Τεκμήριο
- Μολοντούτο, μετέπειτα κατά την αντεξέταση ο μάρτυς ρωτήθηκε αν μίλησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο, με αυτόν να απαντά αποφατικώς (πως δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του). Είχε όμως ο μάρτυς ως παραδέχθηκε τρεις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον XXXXX Καρταμπή και δύο με τον XXXXX Μάγκα, με μια τουλάχιστον εξ αυτών (με τον XXXXX Καρταμπή) να λαμβάνει χώραν την 13.7.17 (από ό,τι θυμόταν ο μάρτυς). Ο μάρτυς απάντησε (αν μίλησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο), έπειτα από αντεξεταστικές ερωτήσεις που δέχθηκε για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του (μάρτυρα) με τον XXXXX Καρταμπή ενόσω ο τελευταίος βρισκόταν στην Ολλανδία και (παρακεί), κατόπιν υποβολής τού αντεξετάζοντος προς τον μάρτυρα ότι μίλησε με τους XXXXX Καρταμπή και XXXXX Μάγκα κατά τις περιπτώσεις που προειπώθηκαν. Έτσι, παρότι κρυστάλλινη η αντίληψη μας πως ο μάρτυς απαντούσε για το αν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο σε οποιαδήποτε κρίσιμη στιγμή για την υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης της 14.7.17 (και παρόλο που δεν επανεξετάστηκε επί του σημείου), αντιπαρατάξαμε τα όσα ο μάρτυς είπε - για έλεγχο της συνέπειας της Κατηγορούσας Αρχής στην προβαλλόμενη εκδοχή της - με τη μαρτυρία του XXXXX Βαρνάβα (ΜΚ1), ο οποίος στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 3 και με βάση την ανάγνωση που ο ίδιος είχε κάνει στα σχετικά τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (τα οποία δεν παρουσιάστηκαν στη δίκη ως τεκμήρια), ανέφερε ότι ο XXXXX Μάγκας, ο μάρτυς και ο κατηγορούμενος, είχαν «. καθημερινές τηλεφωνικές επαφές σε τακτά χρονικά διαστήματα .» και πως στις 14.7.17, με την άφιξη του XXXXX Καρταμπή στο Αεροδρόμιο Λάρνακας (και λίγο μετά τη σύλληψη του), ο κατηγορούμενος πάσχιζε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον XXXXX Καρταμπή. Υπό αυτή τη θεώρηση, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής παρέμεινε ενδεής συνέπειας και ανίσχυρη να κατευνάσει τις αντιτιθέμενες απόψεις που εκφράστηκαν από την Υπεράσπιση για το συμπαγές της διωκτικής εκδοχής για τις κρίσιμες τηλεπικοινωνίες μεταξύ μάρτυρα και κατηγορουμένου. Δεν απόβηκε αξιολογικώς βοηθητική (εξ απόψεως σταθερότητας εκδοχής του μάρτυρα) - το αντίθετο - η τοποθέτηση του XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), η οποία ήταν αναντίρρητη (και παραδεκτό γεγονός), πως όταν τούτος εντόπισε τον μάρτυρα εντός του αυτοκινήτου να αναμένει τον XXXXX Καρταμπή να βγει από το Αεροδρόμιο Λάρνακας, ο μάρτυς απάντησε στον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2) - ύστερα που τού επέστησε την προσοχή στον νόμο - ότι «. ετηλεφώνησε μου ο φίλος μου ο XXXXX να έρθω να τον πιάσω .». Επί αυτής της θέσης, ο μάρτυς δεν κλήθηκε να παράσχει ουσιαστικές διευκρινίσεις κατά την κυρίως εξέταση - κάτι που λελογισμένως θα αναμενόταν να γίνει, δοσμένης και της ιδιότητας με την οποία τούτος κατέθετε (δηλαδή ως πρώην συγκατηγορούμενος τού κατηγορουμένου και ως υποτιθέμενος συνωμότης/συνεργός/ συναυτουργός αυτού), με όλα όσα αυτό θα μπορούσε να εξυπακούει (στην κατάλληλη ώρα) για τη δυνητική αποδοχή και βαρύτητα της μαρτυρίας του αυτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 141/17, ημ. 31.5.19, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16). Με τούτα, που λέμε, σαφώς και δεν υπονοούμε ότι η αξιοπιστία του μάρτυρα θα κριθεί με βάση κριτήρια διαφορετικά από εκείνα των άλλων (μη συνωμοτών/συνεργών/συναυτουργών μαρτύρων [βλ. κατ' αναλογίαν, R v Jones (Wayne) and Another
(2004)1 Cr App R 60]). Στο ίδιο μοτίβο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το ότι ο μάρτυς δήλωσε πως είχε δώσει προς την Αστυνομία τέσσερεις τόσες καταθέσεις για την υπόθεση, όμως δεν παρουσιάστηκαν στη δίκη. Ως ευστόχως επισημάνθηκε από τον κ. Αντωνίου, το παραδεκτό γεγονός για το περιεχόμενο τής υπό συζήτησιν δήλωσης του μάρτυρα προς τον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), δεν αποκλείει ως θέμα κοινής λογικής και δικαιϊκής τάξης την πιθανότητα να υπήρξε, τωόντι, τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ κατηγορουμένου και XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3), σε άλλο χρόνο και δη στις 14.7.17 (ημερομηνία άφιξης του XXXXX Καρταμπή στην Κύπρο), κάτι που εξάλλου είχε πει και ο μάρτυς στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο
- Δεν εφαρμόζεται εδώ το σκεπτικό (ως πρότεινε ο κ. Χριστοδουλίδης), στην Sbaih v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 188/14, ημ. 17.7.15, γιατί στην υπόθεση εκείνη, επιχειρήθηκε να υποστηριχθεί, σε αντίθεση προς τα παραδεκτά γεγονότα, πως εκείνο που είχε δηλωθεί και εγκριθεί ως παραδεκτό αφορούσε μοναδικώς στη λήψη της πληροφορίας και όχι την αλήθεια που αυτή η πληροφορία περιείχε και εξέφραζε. Δεν είναι όμως κειμένως, αυτό το ζητούμενο μόνον. Προκύπτουν δύο ερωτήματα, που παρέμειναν αναπάντητα. Πρώτον, αν έτσι είχαν τα πράγματα (ως τώρα δα τα περιγράψαμε) και ο κατηγορούμενος είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον μάρτυρα στις 14.7.17, τότε, καθίσταται έωλο, γιατί αυτές οι τηλεφωνικές επικοινωνίες δεν εμφαίνονταν (κατά τα συμφραζόμενα του XXXXX Βαρνάβα [ΜΚΙ]), στα περί ων ο λόγος τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Δεύτερον - και υπό παρόμοια προβληματική - συνεχίζει απροσδιόριστο και αναπάντητο το γιατί ο μάρτυς θεώρησε ότι η κατά τον χρόνο εκείνο αλήθεια των πραγμάτων ήταν εκείνη που παραδεκτώς εξέφρασε προς τον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2) και όχι κάποια άλλη ή και κάποια άλλη αλήθεια, όπως εκείνη, επί παραδείγματι, που εισήγαγε ο (XXXXX Ευαγγέλου [ΜΚ3]) στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 7, χωρίς μνεία σε όσα τούτος δήλωσε στον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2) όταν ο τελευταίος τον εντόπισε έξω από το Αεροδρόμιο Λάρνακας στις 14.7.
- Επί της ίδιας θεματικής, συναπάρτισε θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η υπό ανάλυσιν αναφορά του μάρτυρα προς τον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), ήταν βασικώς αναμενόμενη και προβλεπτή επειδή «. [ε]ύλογο ήταν . ο μάρτυρας να αποφύγει να τον εμπλέξει .». Η τοποθέτηση συνιστά, με κάθε σεβασμό, απλή εικασία και καταλογίζει προς τον Κωνσταντίνο Ευαγγέλου (ΜΚ3), μια αντίδραση περί της οποίας ο ίδιος ο μάρτυς, αν και είχε την ευκαιρία να την εκφράσει μαρτυριακώς αρχομένης της κυρίως εξέτασης του, δεν το έπραξε. Η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε περαιτέρω πως η Υπεράσπιση δεν ξεδίπλωσε την αναφορά τού μάρτυρα προς τον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2) «. «ως ασυμβίβαστη δήλωση» αφού δεν ρώτησε τον μάρτυρα επί τούτου και επομένως δεν μπορεί να την επικαλείται ως σημείο κρίσης της αξιοπιστίας του μάρτυρα .». Ουδέ και με αυτό συγκλίνουμε. Δεν πρόκειται εδώ περί ασυμβίβαστης δήλωσης stricto sensu. Ο μάρτυς δεν αμφισβήτησε τη δήλωση του προς τον XXXXX Χριστοφόρου (ΜΚ2), ούτε και διισχυρίστηκε πως υπήρξε μια έτερη, παράλληλη ή επάλληλη, αλήθεια για όσα κατέγραψε στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 7 για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε, ως είπε, με τον κατηγορούμενο κατά τους επίδικους χρόνους. Το τι εκπηγάζει από τις δύο μαρτυριακές τοποθετήσεις του μάρτυρα, είναι μια ουσιώδης ανακολουθία στην εκδοχή του, την οποία κάλλιστα μπορούσε να ξεκαθαρίσει, αλλά δεν το έπραξε. Τίποτα, υπό τις συνθήκες, θα μπορούσε να αποστερήσει τη δυνατότητα μας να αποτιμήσουμε την ανακολουθία αυτή ως στοιχείο κρίσης της μαρτυριακής αξιοπιστίας ή και εκδοχής του μάρτυρα, τη στιγμή που η ασυνέπεια αυτή αναδύεται πασιφανώς από τη μαρτυρία. Εν προκειμένω, ο αντεξεταστικός υπερασπιστικός χειρισμός δεν εξοβελίζει την ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβεί σε ό,τι τούτο είναι επωμισμένο εκ καθήκοντος να πράξει - κατεξοχήν αυθεντικώς - και δη στην κρίση για την αξιοπιστία της μαρτυρίας και των μαρτύρων, ως ο μόνος τελικός κριτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, ημ. 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Όλα αυτά και προπάντων το συνονθύλευμα θέσεων και εκδοχών τού μάρτυρα ως προς την ύπαρξη ή όχι - και σε ποια έκταση και πότε - των τηλεφωνικών επαφών του με τον κατηγορούμενο, συνέδραμαν (πέραν και της αρνητικής εντύπωσης που μας προκάλεσε τούτος με τον τρόπο που έδινε τη μαρτυρία του απαντώντας υποτονικώς και σχεδόν αδιάφορα, αντανακλώντας μια διάθεση που δεν φαινόταν να έχει ως βλέψη την παράθεση της όλης της αλήθειας και τη λεπτομέρεια που τη συγκροτούσε), στην κρίση μας πως ο μάρτυς δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ευαγγέλου (ΜΚ3). Ο κατηγορούμενος XXXXX Ανδρέου (ΜΥ1), ανέπτυξε τη μαρτυρία του για τα επίδικα γεγονότα με τον δικό του ξεχωριστό (ίσως και ιδιάζοντα) αυθόρμητο, πηγαίο και ενίοτε έντονο τρόπο. Έδωσε εξηγήσεις, ως επί το πλείστον ατράνταχτες για όσα η Κατηγορούσα Αρχή τον ρώτησε (παραδείγματος χάριν) για τις όποιες επαφές είχε με τους πρώην συγκατηγορουμένους του κατά τους επίμαχους χρόνους, για το ταξίδι του στην Αθήνα με τον XXXXX Καρταμπή στις 10.7.17, για τη χρήση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου και του κινητού του τηλεφώνου για τη διαδικτυακή αγορά του αεροπορικού του εισιτηρίου από Λάρνακα προς Αθήνα (για την πτήση της 10.7.17), ως και για την πτήση από Αθήνα προς Λάρνακα (ημερομηνίας 11.7.17), αλλά και τη διαδικτυακή αγορά του αεροπορικού εισιτηρίου τού XXXXX Καρταμπή για την πτήση Λάρνακα-Αθήνα στις 10.7.17, για την αποστολή χρηματικού ποσού ύψους €300,00 από τον μάρτυρα προς τον XXXXX Καρταμπή (ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στο Άμστερνταμ), για την ανεύρεση του ποσού ύψους €23.485,00 στο αυτοκίνητο του στις 3.10.17, όταν ο κατηγορούμενος είχε στο τέλος συλληφθεί (όντας καταζητούμενος από την 14.7.17 για την υπόθεση), για τον εντοπισμό στο αυτοκίνητο του μιας κάρτας επιβίβασης/εισιτηρίου στάθμευσης ημερομηνίας 11.7.17 στο όνομα του XXXXX Καρταμπή και για τη διαφυγή του πεζή στις 14.7.17, όταν ανακόπηκε το αυτοκίνητο του στον Πρωταρά, με παρεπόμενο να εγκαταλείψει στο αυτοκίνητο την έγκυο συμβία του αλλά και για όσα επακολούθησαν με την κήρυξη του ως καταζητούμενου προσώπου μέχρι που εντοπίστηκε και συνελήφθη στις 3.10.
- Ο μάρτυς, διασαφηνίζοντας αυτές (και πολλές άλλες) πτυχές των γεγονότων της υπόθεσης, απεκάλυψε πολύ νωρίς στη μαρτυρία του, ανεπιτήδευτα (και δίχως αμφισβήτηση), τη στενή φιλική και συγγενική του σχέση με τον XXXXX Καρταμπή με τον οποίον, ως είπε ο μάρτυς, είναι «. συγχωριανοί, μεγαλώσαμε μαζί, τα σπίτια μας είναι δίπλα-δίπλα και είναι και κουμπάρος μου, εβάφτισεν μου, εβάφτισεν η γυναίκα του την κόρη μου». Αυτό, συνιστά στοιχείο που προσεγγίσαμε με την ανάλογη προσοχή και αυτοπροειδοποίηση, με κατά νουν και τη σχετική νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Η Κατηγορούσα Αρχή δοκίμασε να ανατρέψει αξιολογικώς τα όσα ο μάρτυς ισχυρίστηκε για την κατά καιρούς οικονομική του ευρωστία (ή και ανέχεια). Πράττοντας το αυτό, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε πως ο μάρτυς περιέπεσε σε αντιφάσεις ή και ανακολουθίες προωθώντας συνάμα και παράδοξες εκδοχές. Λόγου χάριν, η Κατηγορούσα Αρχή πρότεινε ότι, από τη μια, ο κατηγορούμενος έλεγε πως κέρδαινε χρήματα από δικά του στοιχήματα και από την άλλη, πως αποκόμιζε κέρδη ασχολούμενος με στοιχήματα ποδοσφαίρου και αλόγων ως μεσάζοντας και ότι, μολαταύτα, δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να αγοράσει ή να ενοικιάσει σπίτι διαμένοντας έτσι με τους γονείς του και χρησιμοποιώντας για τη διακίνηση του ένα αυτοκίνητο αξίας χιλίων τόσων ευρώ. Δεν είδαμε αυτά που εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή. Ο μάρτυς παρουσίασε μια γενική εικόνα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων λέγοντας κατ' ουσίαν ότι, αναλόγως της χρονικής στιγμής, μπορούσε να κερδίζει ή να χάνει χρήματα, ή ακόμη κερδίζοντας χρήματα, να τα ξοδεύει σε «. κουμάρκα .» και όλα αυτά έχοντας να αντιμετωπίσει επιπροσθέτως και διάφορες άλλες υποχρεώσεις έναντι τραπεζών και ούτω καθεξής. Τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυς, με τον τρόπο που τις έδωσε, δεν θα τις κατατάσσαμε αντικειμενικώς ως παλινδρομήσεις (ως η θέση του κ. Αντωνίου), αλλά ως το απαύγασμα μόχθου του μάρτυρα να προσφέρει τις όποιες μεταβολές, ανατροπές και αβεβαιότητες στην προσωπική και επιχειρηματική του ζωή, με αυτό το εγχείρημα να προκύπτει (γνησίως θεωρούμε) και από το σύνολο της συμπεριφοράς του στο εδώλιο του μάρτυρα. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδωσε και αποτυχία (για να πούμε το λιγότερο) στον μάρτυρα να παράσχει διευκρινίσεις για την πηγή των χρημάτων που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του, με αυτόν να περιορίζεται (κατά την εισήγηση) «. σε γενικότητες και αοριστίες». Δεν συμβαδίζει η εντύπωση μας με όσα ανέπτυξε περί τούτου η Κατηγορούσα Αρχή. Αντιθέτως, ο μάρτυς, με τον δικό του απλοϊκό (και πολλές φορές συναισθηματικό λόγο μετ' εξάρσεων), έδωσε συγκεκριμένες εξηγήσεις για τα συζητούμενα, οι οποίες (υπό το πρίσμα που τώρα απασχολεί), ήσαν, ως είδαμε, ειλικρινείς και αντικατοπτριστικές των δικών του πραγματικοτήτων ως τις ξετύλιξε κατ' επανάληψιν (δίχως κιόλας να αμφισβητηθεί ιδιαίτερα επ' αυτών κατά την αντεξέταση). Είναι χαρακτηριστική μια εκ των απαντήσεων του μάρτυρα για όσα τώρα πραγματευόμαστε (περί των πηγών εισοδήματος του) - στην αντεξεταστική ερώτηση «. Δηλαδή για παράδειγμα, τούτην την περίοδο που συνολικά τα κουπόνια σου έβγαιναν 27.000 net κέρδος, μπορεί να χάθηκαν 50.000, αφού δεν θυμάσαι αν σε κρατούσε τότε η ροή;» - και την οποία επιλέγουμε να παραθέσουμε αυτούσια για να μεταφερθεί (διά πρωτογενούς περιγραφής), τα όσα προσπαθούμε να εξεικονίσουμε: «Α. Ένα λεπτό να σου πω, θα σου ξαναπώ. Τη συγκεκριμένη περίοδο εκείνη, εκράταν με η ροή, αλλά θα ξαναεπαναλάβω. Στο Δικαστήριο δαμέ, δεν τα έφερα για να δικαιολογήσω το συγκεκριμένο ποσό που βρέθηκε στην κατοχή μου. Σου ξαναείπα, έφερα το γιατί έχει αρκετό καιρό που μου λαλείς, έχει 3 χρόνια που ακούω από την αρχή όταν επροσπάθουν να βγω που υπόδικος, που αγόρευες και ελάλες τούτο το πράγμα, ότι ήρθαν τα κέρδη από τα ναρκωτικά. Εγώ αυτό που προσπαθώ να δείξω του Δικαστηρίου, είναι ότι δεν ασχολήθηκα ποτέ με εκείνο το πράγμα και οι δουλειές μου ήταν με τα στοιχήματα και είναι πολλά λογικό εμείς όλοι όσοι ασχολούμαστε Εντιμότατε με τα κουμάρκα, πάντα κρατούμε ειδικά έτσι ποσά πάνω μας πάντα. Δηλαδή δεν μπορείς να κάμνεις τούτην τη δουλειά χωρίς να κρατάς ένα άλφα ποσό. Πώς θα πληρώσεις; Άτε και κρέμασε με ο μπούκκης μου και δεν με πλήρωσε. Τι θα πω τους παίκτες μου; Θα σταματήσει η δουλειά μου; Δεν μπορείς να κάμνεις τούτην τη δουλειά χωρίς να κρατείς ένα ποσό. Δεν μπορείς, δεν ήρτα δαμέ να σου δικαιολογήσω. Γι' αυτό νευρίασα πριν και φώναζα και συγγνώμη, απολογούμαι πραγματικά. Γιατί εγώ είμαι δαμέ Εντιμότατε για ναρκωτικά και ασχολούμαστε με κουμάρκα. Δεν ήρτα να σου δικαιολογήσω τίποτε. Ο φίλος μου ο Εισαγγελέας, εξηγώ του, είπαμε τα και έξω. Δεν είναι θέμα τα κουπόνια για τούτον τον σκοπό και δεν μπορώ να θυμηθώ 1.000.000 κουπόνια που έκαμα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός. Δεν ήρτα δαμέ να δικαιολογήσω εκείνα τα λεφτά. Η δικηγόρος μου συνέταξε τα, η Άντρη έκαμε τα τζιείνα τζιαμέ που βαστάς, Τεκμήριο 9 και δεν ήρτα να σε περιπαίξω εσένα, ούτε το Δικαστήριο. Είπα σας εν η δουλειά μου. Σπούδασα». Η απάντηση αυτή, απάρτισε συνέχεια άλλης τοποθέτησης του μάρτυρα (στην κυρίως εξέταση) όπου χωρίς αξιοσημείωτες διακυμάνσεις τούτος διασάφησε τα περί εκπόρευσης του ποσού των €23.485,00 (που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του στις 14.7.17). Συγκεκριμένως, ο μάρτυς προέβαλε πως «. Επειδή κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ακριβώς για το κάθε σεντ που πιάνει, δούλευα και ασχολούμαι με... Βρέθηκαν άλλα 6 τηλέφωνα στο αυτοκίνητο μου και τους προκαλώ, βρέθηκαν, τα έπιασε η Αστυνομία, δεν ξέρω γιατί δεν τα παρουσιάζουν αυτά τα πράγματα. Με εκείνα τα τηλέφωνα έκαμνα στοιχήματα, δηλαδή διούσα παιχνίδια. Επιάναν με τηλέφωνο, είχα το σαν έξτρα δουλειά, με έπιαναν τηλέφωνα, τα τηλέφωνα αυτά άνοιγαν κάθε Τετάρτη και Παρασκευή γιατί επαίζαν μου στοιχήματα, έδινα στοιχήματα, είχα υπαλλήλους, εγώ τα έδινα σε νόμιμο αντιπρόσωπο που πιάνει 8% και επειδή του έδινα αυτό το παιχνίδι μου έδινε commission πίσω και έκαμνα αυτή τη δουλειά σαν έξτρα δουλειά κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και έπιανα τα έξτρα μου. Δεν ήξερα ότι θα γίνει αυτό το πράμα. Τα λεφτά που κερδούσα εγώ προσωπικά ήταν που στοιχήματα στον ιππόδρομο και παίζουμε και ποδοσφαιρικά. Αυτή είναι η δουλειά που ασχολούμαι και η μόνη φορά που ενόχλησα ποτέ την Αστυνομία εγώ, αν δείτε τις υποθέσεις μου, είναι για κυβεία, 5 φορές επιάσαν με για κυβεία, δηλαδή για ποκεριζέ και για τούντα πράματα. Αυτή είναι η δουλειά μου, με αυτά εργάζομαι». Η Κατηγορούσα Αρχή επέμεινε πολύ επί της θεματικής που αφορά στο ποσό των €23.485,00, με αποτέλεσμα να επανέρχεται συχνώς και να αντεξετάζει - επιμελώς - τον μάρτυρα επί των όσων έλεγε. Σε μια από αυτές τις περιπτώσεις, ο κ. Αντωνίου κάλεσε τον μάρτυρα να πει «. συγκεκριμένα πόσα λεφτά προήλθαν από κάθε πηγή που λαλείς .», με αυτόν να απαντά (αμεταβλήτως και ειλικρινώς ως είχαμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε ενώ κατέθετε), πως δεν μπορούσε να απαντήσει «. τούτο το πράγμα μετά που 3 χρόνια. Δεν μπορώ να σου απαντήσω συγκεκριμένα, γιατί δεν θέλω να περιπαίξω το Δικαστήριο. Εσείς ήταν να θυμάστουν με τούτα ούλλα; Ρωτώ αν είναι λογικό. Ήταν να θυμάσουν πόσα έπιασες συγκεκριμένα που εκείνα, πόσα έφαες στο take away, πόσα ξόδεψες; Γέννησε η γυναίκα μου, πόσα έφαες πάνω στα πράγματα του μωρού; Να κάνω τις σούμες κύριε Εισαγγελέα; Η υποβολή που μου έκαμες εν τέλεια εσφαλμένη. Σου ξαναλέω η υπόθεση τούτη εν για 15 κιλά που μιλούμε, για απίστευτα ποσά και δαμέ μιλάς μου για 23.000; Που ήταν ό, τι είχα και δεν είχα και καταστράφηκα και πιάτε μου τα ούλλα. Έχασα τες δουλειές μου, δεν με βάλλει κανένας να καλλικώνω. Ξέρετε το; Χώρισα από τη γυναίκα μου. Έφυε άφηκε με. Ξέρετε ότι σαν ήμουν φυλακή, επαίξαν το σπίτι μου; Για τούτα όλα που κάμνεις; Ότι είμαι εγώ, είμαι εγώ, είμαι εγώ; Πήγα φυλακή. Γιατί, τι έκαμα; Τι έκαμα;». Έγινε επίσης λόγος από την Κατηγορούσα Αρχή - και τούτο έχει και κάποια συνάφεια προς τα όσα έχουμε ήδη μιλήσει περί των οικονομικών δυνατοτήτων και τρόπου ζωής του μάρτυρα (αλλά όχι μονάχα με αυτά) - για το ότι ο μάρτυς, μετά που επέστρεψε από την Αθήνα, έστειλε στον XXXXX Καρταμπή (στις 13.7.17) και ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στην Ολλανδία, ποσό €300,00 με την Western Union. Ο μάρτυς ήταν καθαρός και απαρασάλευτος σε όσα δήλωσε για τούτο, ισχυριζόμενος άνευ αμφισβήτησης, ότι ήταν ο Σάββας Καρταμπής που είχε στείλει μήνυμα (στη δική του σύζυγο) πως είχε ξοδέψει τα λεφτά του στην Ολλανδία και πως δεν είχε χρήματα να επιστρέψει στην Κύπρο. Τότε, η σύζυγος του XXXXX Καρταμπή, κουμπάρα ούσα με την συμβία του κατηγορουμένου, τηλεφώνησε στην τελευταία για να της πει, να πει στον κατηγορούμενο να στείλει προς τον XXXXX Καρταμπή το ποσό των €300,
- Ο κατηγορούμενος χωρίς να αποδοκιμαστεί αντεξεταστικώς, είπε (ακλονήτως) πως εισάκουσε την παράκληση και έστειλε τα λεφτά στον XXXXX Καρταμπή «. για να στραφεί γιατί μια ζωή κάμνει έτσι τούτος . Όπου σ' έβρω και όπου μ' έβρεις. Δεν πήγε δουλειά, δεν τέλειωσε σχολεία, πίνει τα, κάμνει τα, φτιάζει τα. Ούλλη μέρα ζητά λεφτά, φέρε 5 ευρώ, φέρε 10 ευρώ και δεν κανεί εκείνα ούλλα εμπέρτεψεν με». Ως παρένθεση, απογράφουμε ότι για το ίδιο θέμα, ο μάρτυς (νοιώθοντας προφανώς πολύ έντονα και για το ζήτημα αυτό), άδραξε την ευκαιρία εξ αφορμής ερώτησης που του τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση και είπε τα ακόλουθα, δίχως αυτά (από απόψεως ύφους και περιεχομένου) να τύχουν ουσιαστικής αντεξεταστικής αντίδρασης: «. Άκου, έχει που το 2017 που ακούω τον Εισαγγελέα να λέει για 300 ευρώ και κάθουμαι δαμέ και σπάζουν τα νεύρα μου. Γιατί; Πρώτον και κύριο είναι γείτονας μου, βρεθούμαστεν καθημερινά, αν είναι δυνατό να με κατηγορούν ότι εγώ βρέθηκα έξω που το χωριό με τον κουμπάρο μου και να υποβάλλει ότι είμαι εγώ τούτος που βρέθηκε έξω που το χωριό σαν βρέθουμαι κάθε μέρα μαζί του. Είμαστε γειτόνοι, για ποιο λόγο να είμαι εγώ εκείνο το άτομο που βρέθηκε έξω που το χωριό για να του δώσω 300 ευρώ ενώ ταξιδέψαμε και πήγαμε και Ελλάδα; Αυτά τα πράγματα που άκουγα που τον Γενικό Εισαγγελέα που είναι σπουδασμένος δεν έχουν καμιά λογική, καμιά απολύτως λογική και με κρατούν 3 χρόνια. Εκείνος καταδικάστηκε, έφερε έναν μάρτυρα δαμέ ο οποίος ήταν ξανά καταδικασθέντας για ναρκωτικά, έφερε έναν κύριο δαμέ που έστελνε λεφτά στην Ολλανδία, άρα όποιος και να έρκεται και να λέει είναι περιστασιακή μαρτυρία, το ότι έστειλα εγώ του κουμπάρου 300 ευρώ πριν να έρθει μέσω western union, που βρέθηκε έξω που το χωριό μαζί του και του έδωσε 300 ευρώ...Έλεος, είναι άτιμο αυτό το πράμα και το μόνο πράμα που άκουσα και η μόνη μαρτυρία σε αυτήν την υπόθεση ούλλη που άκουσα εγώ είναι ότι παρανόμησε γιατί έφερε τον μάρτυρα δαμέ και είπε όμως ότι έκλεισε τη συμφωνία ο δικηγόρος του XXXXX του Ευαγγέλου που ήταν πρώην κατάδικος για ναρκωτικά και του είπε η Αστυνομία να έρθει να μαρτυρήσει και ήβραν τον με 160 γραμμάρια σπίτι του, παραδέχεται κατοχή με σκοπό την προμήθεια και είμαι εγώ δαμέ για ποιο λόγο; Δεν άκουσα τίποτε ούτε η Αστυνομία με γνώριζε ούτε με γνωρίζει ούτε ασχολήθηκα μετά με έτσι πράγματα και απαλλάσσει τον κύριο που ξανακαταδικάστηκε και φέρνει με εμένα δαμέ που δεν έκαμα ποτέ τίποτε. Έλεος! Εγώ ήρθα Εντιμότατε, ήρθα δαμέ και καρτερούσα, σας το είπα ξανά ότι έχω εμπιστοσύνη σε σας και είδα το, εντάξει και έρκουμαι δαμέ για να διαλευκανθεί η υπόθεση τούτη και μόνο σκευωρίες έχει. Περιπαίζουν το Δικαστήριο σας Εντιμότατε, έτσι το θωρώ εγώ, όχι μόνο εμένα, το Δικαστήριο σας». Περιπλέον, αναδείχθηκε στη μαρτυρία και το ότι είχε εντοπιστεί στο αυτοκίνητο του μάρτυρα μια κάρτα επιβίβασης του XXXXX Καρταμπή. Ο μάρτυς, με τρόπο συγκροτημένο, είπε πως τούτο ήταν πολύ λογικό γιατί «. είναι με το αυτοκίνητο μου που πήγαμε, είναι πολύ λογικό να έβγαλε την ετικέτα γιατί μπήκε με τη βαλίτσα στο αυτοκίνητο μου που ταξιδέψαμε, ήταν πολύ λογικό να έβγαλε την παλιά και έβαλε την καινούργια και έτσι βρέθηκε τζιαμέ, έτσι το φαντάζομαι τωρά, δεν μπορώ να ξέρω, δεν το είδα με τα μάτια μου». Μηδέ και επί αυτής της τοποθέτησης υπήρξε εξειδικευμένη αντεξεταστική αντίδραση. Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να ιχνηλατήσει (εκτός των όσων συνέθεσαν στην παρουσία του XXXXX Μάγκα στο επεισόδιο) και τα όσα περιστοίχισαν τη διαφυγή του μάρτυρα στις 14.7.17, μετά την ανακοπή του αυτοκινήτου του στον Πρωταρά (κατά τον τρόπο που προλέχθηκε). Ο μάρτυς είπε πως τη μέρα εκείνη επέστρεφε από τον Πρωταρά (με τον XXXXX Μάγκα σε άλλο αυτοκίνητο). Ο XXXXX Μάγκας, ως δήλωσε ο μάρτυς, δούλευε για αυτόν υπό την έννοια ότι απαντούσε σε τηλεφωνήματα πελατών τού μάρτυρα που ήθελαν να στοιχηματίσουν σε ιπποδρομιακές συναντήσεις (κάθε Τετάρτη και Παρασκευή). Ήταν Παρασκευή και ο μάρτυς (μαζί με τον XXXXX Μάγκα), έπρεπε να φύγουν για «. να πάμε Λευκωσία δουλειά». Στο δρόμο έγινε η ανακοπή του αυτοκινήτου του μάρτυρα από την Αστυνομία. Σταμάτησε και ο XXXXX Μάγκας. Ο μάρτυς εξήγησε την επίμαχη συμπεριφορά του, αποδίδοντας την στο ότι «. μάλωνα με τη γυναίκα μου, ότι πίνω ναρκωτικά. Ήταν να γεννήσει, ήρτα πίσω και ήξερα είχα ναρκωτικά μέσα στο αυτοκίνητο και βούρησα, έφυα απηύδησα. Είχαμε πολλά προβλήματα ... Απηύδησα, είπα εν κανεί που μαλώναμε, έπρεπε να γίνει και τούτο; Και βούρησα και έφυα . Τι; Ήταν να σκοτώσει η Αστυνομία τη γυναίκα μου; Τι εννοείς; Τι ήταν να κάμει;». Ο μάρτυς είπε και το ότι, εξ όσων θυμόταν, είχε στο αυτοκίνητο έξι γραμμάρια ναρκωτικών. Η αντίδραση του θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, ίσως να κατατασσόταν και ως αντικειμενικώς υπερβολική, πλην όμως τούτη - και δεν κρίνουμε τώρα τη βαρύτητα τού πράγματος - εκφράστηκε από τον μάρτυρα χωρίς διαθλάσεις (ασχέτως αν επακολούθησαν και άλλες ερωτήσεις). Εκείνο που ενέχει περισσότερης σημασίας σε αυτό το στάδιο, είναι η ανάλυση των αναφορών του μάρτυρα μέσα από τη δική του οπτική και περιστάσεις παρά βάσει εδραίων παραμέτρων λελογισμένης ανθρώπινης συμπεριφοράς (από τις οποίες, στον βαθμό που καθίσταται διά δικαστικής γνώσης θεμιτό να λεχθεί, δεν απέκλινε ο μάρτυς). Η συμβία του μάρτυρα (XXXXX Hupal) - για την οποία αφέθηκε κάποια αντεξεταστική νύξη για το ότι ο μάρτυς την εγκατέλειψε δίχως δεύτερη σκέψη εκεί διαφεύγοντας - παρευρισκόταν στην έρευνα του αυτοκινήτου (όπως και ο XXXXX Μάγκας), με αυτήν να λέγει πως τα εκεί ευρεθέντα ανήκαν στον μάρτυρα. Ο μάρτυς, κατά την επανεξέταση, δήλωσε ότι έτρεξε και έφυγε (μετά την ανακοπή) και πως φοβήθηκε από την αστυνομική αυτή ενέργεια. Αν και δεν προβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή - και ορθώς ίσως - πως προκύπτει αντίφαση ή ασυνέπεια μεταξύ των δύο εκδοχών του μάρτυρα για τον λόγο που τούτος τράπηκε σε φυγή (ότι είχε καβγαδίσει με την συμβία του αλλά και πως φοβήθηκε), στρέψαμε την προσοχή και σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του καταλήγοντας αμέσως στο ότι, περιγράφοντας την αντίδραση του, ο μάρτυς εξέφραζε μια σύμμειξη συναισθημάτων, θυμού, απόγνωσης και φόβου (με το τελευταίο αυτό συναίσθημα να αφορά στο ότι η Αστυνομία πιθανώς να εντόπιζε τα ναρκωτικά που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο κάτι που συνταιριαζόταν και με το αντικείμενο της αντιμαχίας που είχε με την συμβία του [κατά την εκδοχή του]). Ουδέν μεμπτόν λοιπόν και επί αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του μάρτυρα. Η Κατηγορούσα Αρχή αντεξέτασε και για τη μετάβαση (και βραχεία διαμονή) τού μάρτυρα στην Ελλάδα μαζί με τον XXXXX Καρταμπή στις 10.7.17 (με τον μάρτυρα να επιστρέφει στην Κύπρο την 11.7.17). Είπε ότι το ταξίδι αυτό δεν το είχε προσχεδιάσει και πως ήταν έκτακτο. Ως επεξήγησε «. Τσιάτισε, μάλωνα με τη γυναίκα γιατί έπινα ναρκωτικά. Ήταν να γεννήσει η γυναίκα μου. Έπρεπε να φύω να ξεσκάσω γιατί ήταν έντονοι οι τσακωμοί μας. Ήταν να φύει είπε μου τούτος, ήταν να φύει γιατί ο XXXXX διατηρούσε δεσμό με την κολλητή της, με την κάμερα μου. Βαφτίσαν μου το μωρό, η κουμέρα μου και είπε μου εν να φύω να πάω ταξίδι και τραγούδαν ο Βέρτης στην Ελλάδα και είπα του αρέσκει μου, θέλω να πάω σε τραγουδιστή, να φύω που σπίτι. Να φύει λίγο η ένταση, έτσι και έκαμε». Η θέση του μάρτυρα, ως εκφράστηκε, μας έδωσε την εντύπωση ατόμου το οποίο δεν απέβλεπε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και που χωρίς να αμφισβητηθεί - καίτοι δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες για αυτό - προέτασσε συνεχώς τις εντάσεις στη σχέση του με την συμβία του οι οποίες πήγαζαν κατά κύριο λόγο από τη δική του χρήση ναρκωτικών. Τούτη, συνιστούσε μια σταθερά σε ποικίλες εκφάνσεις της μαρτυρίας του μάρτυρα, που δεν μπορεί να αποτμηθεί από το σύνολο της μαρτυριακής του συμπεριφοράς, ιδίως όταν συναρτάται και προς τις προβαλλόμενες από αυτόν εκδοχές. Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα (ή ακόμη και να ταυτίσει ποινικώς τη συμπεριφορά του με εκείνη του XXXXX Καρταμπή), ρωτώντας τον στην αντεξέταση για τις ασχολίες του XXXXX Καρταμπή κατά το χρόνο που πήγαν στην Ελλάδα. Ρώτηξε ο κ. Αντωνίου, τι «. δουλειά έκαμνε ο XXXXX ο Καρταμπής τότε;» με τον μάρτυρα να απαντά στα ίσια και καθέτως «. [π]ροφανώς για εκείνο που καταδικάστηκε», εννοώντας - και τούτο είναι μια εύλογη υπόθεση που μπορούσαμε να κάνουμε κατά το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου - την ποινή 9 ετών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον XXXXX Καρταμπή από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στις 27.2.
- Σε επακόλουθη ερώτηση, αν ήξερε ό,τι είναι που έπραττε ο XXXXX Καρταμπής (εν σχέσει προς εκείνο για το οποίο καταδικάστηκε), ο μάρτυς απάντησε, εξίσου ευθέως και αποστομωτικώς, πως δεν είχε τέτοια γνώση, μόλο που ξέροντας τον XXXXX Καρταμπή από τα παιδικά τους χρόνια, ήξευρε ότι ο XXXXX Καρταμπής «. ασχολείτουν με ναρκωτικά, έπινε, έκαμνε, ήταν ένα φτωχόπαιδο. Ποτέ δεν είχε λεφτά ο άνθρωπος και ο XXXXX και κακώς λόγω τούτου του πραγμάτου και πήγε, έφερε 15 κιλά, κατέστρεψε τη ζωή του. Πήγε καταστράφηκε, τι έκαμε το κοπελλούι αφού δεν εβάσταν λεφτά. Έχει κανέναν που εν να πάει να φέρει 15 κιλά μέσα στες βαλίτσες επειδή κρατά λεφτά; Σημαίνει εν έκαμνε τίποτε, ασχολείτουν δεν εκράταν λεφτά. Αφού ήταν το πιόνι που έφερε τη βαλίτσα». Ο μάρτυς είπε ότι γνώριζε για την πρόθεση του XXXXX Καρταμπή «. να πάει Ολλανδία», ο ίδιος όμως (ο μάρτυς) δεν ήθελε να μεταβεί εκεί αφού «. εν να γεννήσει η γυναίκα μου, εν να πάω να ακούσω τον Βέρτη και να στραφώ και κάμε ό, τι θέλεις». Η ερμηνευτική αυτή του μάρτυρα (για τη διαγωγή του XXXXX Καρταμπή), ήταν ότι ο τελευταίος θα πήγαινε στην Ολλανδία «. όπως πάει ούλλος ο κόσμος, γιατί εν νόμιμα ποτζιεί τα ναρκωτικά, να πίνεις πράγμα όπως κάνουν και οι υπόλοιποι. Ήταν να πάει να μαστουρώσει». Επεξεργαστήκαμε και αυτή τη θέση του μάρτυρα - μ' όλο που δεν αναπτύχθηκε ως προβληματικό αξιολογικό σημείο από την Κατηγορούσα Αρχή - παραβάλλοντας την εκδοχή του με προηγούμενη απάντηση που είχε δώσει για το ότι ο XXXXX Καρταμπής, την εποχή που πήγαν και οι δύο στην Αθήνα, ενασχολούνταν με εκείνο για το οποίο ο XXXXX Καρταμπής είχε καταδικαστεί (όπως γλαφυρώς είπε ο μάρτυς). Δεν εντοπίσαμε αμφισημία μεταξύ των δύο απαντήσεων αφού η μια απάντηση δεν αναιρεί την άλλη (και αναστρόφως). Καμιά από τις ερωτήσεις ή υποβολές της Κατηγορούσας Αρχής κατόρθωσε να ανατρέψει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του κατηγορουμένου XXXXX Ανδρέου (ΜΥ1). Ο XXXXX Αυγουστή (ΜΥ2), επιχείρησε να επεξηγήσει το περιεχόμενο της δέσμης εγγράφων/Τεκμήριο 9, η οποία αποτελούνταν από στοιχηματικά κουπόνια, με αυτόν να δηλώνει ωστόσο πως δεν είχε διεξέλθει τού συνόλου του τεκμηρίου, εκτός της πρώτης σελίδας, καταλήγοντας ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο παίκτης των κουπονιών αυτών. Ανεξαρτήτως αν πλείστα όσα είπε ο μάρτυς αφορούν στη βαρύτητα της μαρτυρίας, τα όσα εξέφρασε ήσαν ανυστερόβουλα και χωρίς διάθεση αθέμιτης στήριξης του κατηγορουμένου. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Αυγουστή (ΜΥ2), στην έκταση που είπαμε. Ο XXXXX Παντελίδης (ΜΥ3), είπε για την αποδοχή ιπποδρομιακών στοιχημάτων από τον κατηγορούμενο στο σωματείο ΘΟΙ Λακατάμιας στην Λευκωσία. Ο μάρτυς, ενώ ανέδειξε κάποια ανεπαίσθητη (εντούτοις ανιχνεύσιμη) προστατευτική τάση προς τον κατηγορούμενο, ήταν αταλάντευτος στις θέσεις του, με τον προλεχθέντα προστατευτισμό να οφείλεται μάλλον, ως παρατηρήσαμε, σε μια ευρύτερη εναντιωματική (και κακώς εχθρική) στάση προς τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (και το τι αντιπροσώπευε), με τη συμπεριφορά του μάρτυρα να ξεφεύγει κάποτε και από το αναμενόμενο μέτρο δεκτής μαρτυριακής συμπεριφοράς. Ο μάρτυς, ως παραδέχθηκε, είναι εθισμένος στον τζόγο και γνωστός με τον κατηγορούμενο για 15 περίπου έτη, αφού συνεργαζόταν μαζί του και ως πεταλωτής αλόγων μια και ο ίδιος (ο μάρτυς) είναι ιδιοκτήτης αλόγων. Ο μάρτυς - τον οποίον δεν θα κρίνουμε για τον χαρακτήρα του και τις προσωπικές του αντιδράσεις προς το πρόσωπο του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής (παρόμοιες δυσανασχετήσεις επέδειξε άλλωστε και ο κατηγορούμενος και άλλοι μάρτυρες υπεράσπισης) - έδωσε γενικώς τη μαρτυρία του άνευ ιδιαίτερων αποκλίσεων. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Παντελίδη (ΜΥ3). Ο XXXXX Κωνσταντινίδης (ΜΥ4), κατέθεσε ως συνεργάτης του κατηγορουμένου στα ιπποδρομιακά στοιχήματα. Διευκρίνισε πτυχές που αφορούσαν και στον αριθμό των κινητών τηλεφώνων που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος στην περί ης ο λόγος ενασχόληση του, λέγοντας ότι αυτός εξαρτιόταν από τις περιστάσεις και πως μπορούσε να κυμαίνεται από δύο μέχρι και επτά κινητά τηλέφωνα αναλόγως. Δεν είδαμε κάτι που να ανησυχεί αντικειμενικώς ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυς έδινε τη μαρτυρία του ή ακόμη και για τη συνοχή της μαρτυρίας αυτής ως έκφραση θέσεων ή και γεγονότων και τούτο λόγω και της γενικότερης εξήγησης που, ως συνάγεται, προσπάθησε να δώσει για τη στοιχηματική λειτουργία του κατηγορουμένου, λέγοντας ουσιαστικώς πως ο τρόπος αυτός ήταν κατά συνθήκην ρευστός και εναλλασσόμενος. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Κωνσταντινίδη (ΜΥ4). Ο XXXXX Νεοφύτου (ΜΥ5), επί δεκαετίες προπονητής αλόγων και ασχολούμενος με τον ιππόδρομο, αναφέρθηκε στην ενασχόληση του κατηγορουμένου ως πεταλωτή - οδηγώντας στο παρατσούκλι του κατηγορουμένου ως καλλικά - τοποθετούμενος ο μάρτυς και για το ότι κατά την περίοδο που ο κατηγορούμενος παρείχε προς αυτόν σχετικές υπηρεσίες ως πεταλωτής (2013-2017), τούτος πληρωνόταν μηνιαίως από τον μάρτυρα για τις υπηρεσίες αυτές με ποσό €1.500,00-€2.000,
- Υποσημειώνουμε, για όποια σημασία θα μπορούσε να έχει (μια και η τελική κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων εναπόκειται, ως ήδη τονίσαμε, στο Δικαστήριο), ότι η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε κατά τις αγορεύσεις πως τα όσα ανέφερε ο μάρτυς ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Νεοφύτου (ΜΥ5). Ο κ. Αντωνίου, για το πλατύτερο θέμα της γνώσης του κατηγορουμένου περί εισαγωγής των επίδικων ναρκωτικών στην Κύπρο - αλλά και για τον «. εξ αποστάσεως έλεγχο στην ποσότητα κάνναβης από την στιγμή που περιήλθε στην κατοχή του Καρταμπή .» (που ο ευπαίδευτος συνήγορος πρότεινε πως υπάρχει εδώ) - εισηγήθηκε ότι το «. ελάχιστον που μπορεί να αποδεικτεί σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου στην εισαγωγή των ναρκωτικών είναι ότι κατόπιν συνεννόησης με τον Καρταμπή, συνέβαλε στην εκτέλεση του σχεδίου της εισαγωγής της κάνναβης .». Δεν συμφωνούμε. Επεξηγούμε. Δεν υπάρχει ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει την εκδοχή αυτή της Κατηγορούσας Αρχής, έστω και στην περιορισμένη μορφή που αναπτύχθηκε τελικώς από τον κ. Αντωνίου. Έχουμε ήδη δεχθεί τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορουμένου, ως λογική και αληθή, κάτι που συμπαρασύρει εκ των πραγμάτων και όλα όσα η Κατηγορούσα Αρχή προβάλλει ως θεμέλιο για τις εναπομείνασες θέσεις της. Έτσι κι αλλιώς - έστω και ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής γινόταν αποδεκτή στο απόγειο της - κανένα στοιχείο της μαρτυρίας αυτής δεν θα ήταν επαρκώς πειστικό για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 687), αφού, τούτη η μαρτυρία, πόρρω θα απείχε από το να μπορούσε να καταταχθεί ως ευλόγως συμβιβαζόμενη, μόνον με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 166/15, ημ. 8.7.16, Fournides v The Republic
(1986)2 CLR 73). Στην καλύτερη των περιπτώσεων - και μετουσιώθηκε αυτό σε πραγματικότητα με την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία βάσει του άρθρου 74
(1)(γ) τού Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 - η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή (δίχως αυτό να θεραπεύεται από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ή και των μαρτύρων του), δεν καταδεικνύει τίποτε άλλο παρά υπόνοιες και υποψίες για ποινική συμμετοχή του κατηγορουμένου στα επίδικα αδικήματα. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Τους λόγους τους αναπτύξαμε κατά την ανάλυση της μαρτυρίας (κυρίως) του XXXXX Ευαγγέλου (ΜΚ3) και του κατηγορουμένου (ΜΥ1). Καμία πράξη ή ενέργεια του κατηγορουμένου συνδέθηκε επαρκώς με τις πράξεις και ενέργειες του XXXXX Καρταμπή (ή οιουδήποτε άλλου φερόμενου συνωμότη), ώστε να οδηγήσει τα πράγματα αλλού (ήτοι σε υποστήριξη και επίρρωση της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής). Ο κατηγορούμενος ήταν παιδιόθεν στενός φίλος με τον XXXXX Καρταμπή, με τους δύο να συνδέονται και οικογενειακώς και να έχουν συχνές επαφές, με τον κατηγορούμενο να αναγνωρίζει και τα τρωτά τού χαρακτήρα του XXXXX Καρταμπή (σε σχέση προς τα ναρκωτικά), όπως και τα δικά του (για τον ίδιο λόγο). Τούτο βεβαίως από μόνον του δεν αναιρεί στην κάθε περίπτωση την πιθανότητα τέτοια πρόσωπα να δύνανται να συνωμοτήσουν για τη διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος. Το ζήτημα δεν προσεγγίζεται αλγοριθμικά. Αποτελεί θέμα γεγονότων. Εδώ, τα γεγονότα δεν δείχνουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αυτά που με πολλή προσπάθεια και σθένος προσπάθησε να αποδείξει ο κ. Αντωνίου. Το χρηματικό ποσό που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στις 14.7.17, παρέμεινε ασύνδετο με τα ναρκωτικά που εισήχθησαν από τον XXXXX Καρταμπή στην Κύπρο (ως ελέχθη). Δεν ακούσαμε κάτι που να αρμολογεί τα δύο γεγονότα. Μήτε και ακούσαμε κάτι περισσότερο πέραν του ότι είχε ληφθεί πληροφορία από τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές για την ύπαρξη σπείρας διακίνησης ναρκωτικών στην οποία μέλος ήταν, ως ειπώθηκε (και) ο κατηγορούμενος. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν φίλος, συνεργάτης και γνωστός των πρώην συγκατηγορουμένων δεν συνθέτει απαρεγκλίτως (και εκ συμπαθείας) ποινικώς κολάσιμη σύμπραξη του σε όσα έκαναν οι συγκατηγορούμενοι αυτοί. Οπωσδήποτε δεν είναι η ενεστώσα, περίπτωση όπου η ποιότητα, το συμπαγές και δυναμική της μαρτυρίας θα μπορούσε να δρομολογήσει (και απολήξει) σε εύρημα περί συμβολής του κατηγορουμένου στην εκτέλεση του σχεδίου εισαγωγής των επίδικων ναρκωτικών, ή περί της εξ αποστάσεως ελέγχου τούτων από τη στιγμή που τα ναρκωτικά αυτά περιήλθαν στην κατοχή του XXXXX Καρταμπή. Αντί άλλων σχολίων - και εκτός των όσων επεκτείναμε παραπάνω - θεωρούμε χρήσιμη την παραπομπή σε μια εκτενή περικοπή από τα όσα συνέθεσαν το σκεπτικό στην Γρηγορίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 123/15, ημ. 10.9.18, όπου η πλειοψηφία του Εφετείου (διά της Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.), υπογράμμισε και αυτά για ό,τι εδώ μέλει: «.............................................. Ως προς το εύρημα κατοχής, θα πρέπει να λεχθεί πως η έννοια της κατοχής δεν περιορίζεται στην άμεση φυσική κατοχή αλλά περιλαμβάνει και τη δυνατότητα ελέγχου (έστω και αν φυλάσσεται από το τρίτο πρόσωπο) (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Ο κ.Βραχίμης ισχυρίζεται πως μόλις το επίδικο φορτίο εισήχθη στην Κύπρο, ετέθη υπό τη φύλαξη και έλεγχο των τελωνειακών αρχών. Σημειώνει ο ευπαίδευτος συνήγορος πως η πληροφορία υπήρχε πριν την άφιξη του φορτίου στην Κύπρο και στη συνέχεια κατασχέθηκαν τα βαρέλια και περιήλθαν στην κατοχή της Δημοκρατίας. Δεν ακολουθήθηκε ελεγχόμενη παράδοση, ως ο περί Kαταστολής του Eγκλήματος Eλεγχόμενη Παράδοση και ΄Αλλες Ειδικές Διατάξεις Νόμος Ν.3(Ι)/1995 επιτάσσει και συνεπώς καταλήγει, ο εφεσείων δεν κατείχε το επίδικο φορτίο. Για το εύρημα κατοχής εν προκειμένω, είχαν σημασία τα κάτωθι: (α) Η ιδιοκτησία του φορτίου. Η ιδιοκτησία κατά πάντα χρόνο ήταν επ΄ονόματι του εφεσείοντα, έστω και αν αναφερόταν εικονικά το όνομα του Κ2 για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Η φορτωτική είναι αδιαμφισβήτητο τεκμήριο κυριότητας αλλά και παρέχει δυνατότητα ελέγχου δια της επιλογής που ασκήθηκε από τον ίδιο, να διατάξει την περαιτέρω μεταφορά του φορτίου στην Αγγλία. (β) Εξ αποστάσεως δυνατότητα ελέγχου. Ως ορθά υποδεικνύει το Κακουργιοδικείο στη σελ.29 της απόφασης του, «ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε κατοχή και έλεγχο του επίδικου φορτίου (και της μεθεδρόνης που περιελάμβανε), όταν τούτο εισήχθη στην Κύπρο στις 24.5.14, ασχέτως εάν δεν περιήλθε αυστηρώς υπό τη φυσική του φύλαξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Queiss ν The Republic
(1987)2 CLR 49). 0 κατηγορούμενος 1 διατηρούσε δυνατότητα επέμβασης επί του επίδικου φορτίου αμέσως μετά την εισαγωγή του στην Κύπρο όπως και μετά την καταβολή των απαιτούμενων τελωνειακών χρεώσεων (βλ. Τεκμήριο 10) για σκοπούς επανεξαγωγής του φορτίου (με τα ναρκωτικά), στο Ηνωμένο Βασίλειο την 27.5.14 (βλ. Τεκμήριο 9[7]), με την εξ αποστάσεως εμπλοκή του να μην αμβλύνει υπό τις περιστάσεις την αξιόποινη εμπλοκή του στα πράγματα (βλ, κατ' αναλογίαν Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 AAΔ 256).» (γ) Μη ανάληψη κατοχής από τρίτον. Όπως επίσης ορθά επισημαίνει το Κακουργιοδικείο στις σελ.27 και 28 της απόφασης του, το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές εξασφάλισαν πρόσβαση στα επίδικα βαρέλια δεν σημαίνει ανάληψη κατοχής και έλεγχο του επίδικου φορτίου εφόσον η παρέμβαση αυτή επεσυνέβη αναγκαστικώς και για λόγους δημοσίου συμφέροντος ώστε να διερευνηθεί και διαπιστωθεί το περιεχόμενο του επίδικου φορτίου. Οι ενέργειες της Δημοκρατίας δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν παράνομη συμπεριφορά. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία περί του περιεχομένου των βαρελιών με τα ναρκωτικά παρέμεινε ακλόνητη. Η κατοχή πρέπει βεβαίως να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49). To άρθρο 32 του Νόμου είναι σχετικό. «32.—
(1)Το παρόν άρθρον εφαρµόζεται εις αδικήµατα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόµου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήµατος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούµενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλοµένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκηµα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήµατος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούµενος δέον όπως ή κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόµενον µέ το προσαπτόµενον αδίκηµα ήτο το ελεγχόµενον φάρµακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόµενον φάρµακον — (α) ο κατηγορούµενος δεν απαλλάσσεται του αδικήµατος λόγω µόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόµενον φάρµακον περί ου ο ισχυρισµός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήµατος— (
- i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υπόπτευηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ή το ελεγχόµενον φάρµακον· ή (
- ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω, προϊόν ήτο ελεγχόµενον φάρµακον, ή ελεγχόµενον φάρµακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγµατι το εν λόγω ελεγχόµενον φάρµακον ή ελεγχόµενον φάρµακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκηµα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαµβανοµένων θέλει επηρεάσει δυσµενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούµενον δι' αδίκηµα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται». Στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016 (paras. B19.23, B19.24) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Lord Hope in the House of Lords in Lambert [2002] 2 AC 545, stated that there are two elements to possession. There is the physical element, and there is the mental element.' The approach of Lord Hope is reflected in the other judgments delivered in that case. It confirms the approach taken by the Court of Appeal in McNamara
(1988)87 Cr App R 246 (see B 19.25), and is settled law (consider also DPP v Brooks [1974] AC 862 at B19.29). Custody or Control 'The physical element involves proof that the thing is in the custody of the defendant or subject to his control', per Lord Hope in Lambert [2002] 2 AC 545 (see also Lord Scarman in Boyesen [ 1982] AC 768). This is enlarged by the MDA 1971, s. 37
(3): 'For the purposes of this Act the things which a person has in his possession shall be taken to include anything subject to his control which is in the custody of another'. The ability to demand that the property in question be removed (or the ability to remove it oneself) is no more than evidence of knowledge and acquiescence: it is not to be equated with control {Kousar [2009] 2 Cr App R 88, a case decided in the context of the Trade Marks Act 1994 but which, it is submitted, has relevance here).The description of possession given by Lord Wilberforce in Warner v Μetropolitan Police Commissioner [1969] 2 AC 256, at pp. 310-11, remains relevant: The question, co which an answer is required, and in the end a jury must answer it, is whether in the circumstances the accused should be held to have possession of the substance, rather than mere control. In order to decide between these two, the jury should, in my opinion, be invited to consider all the circumstances — to use again the words of Pollock and Wright — the 'Modes or events' — by which the custody commences and the legal incident in which it is held. By these I mean relating them to typical situations, that they must consider the manner and circumstances in which the substance, or something which contains it, has been received, what knowledge or means of knowledge or guilty knowledge as co the presence of the substance, or as to the nature of what has been received, he had at the time of receipt or thereafter up to the moment when he is found with it; his legal relation to the substance or package (including his right of access to it). On such matters as these (not exhaustively stated) they must make the decision whether, in addition to physical control, he has, or ought to have imputed to him the intention to possess, or knowledge that he does possess, what is in fact a prohibited substance. If he has this intention or knowledge, it is not additionally necessary chat he should know the nature of the substance.» Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 256 και στη Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 αναφέρεται μεταξύ άλλων πως η κατοχή στα πλαίσια του ΄Αρθρου 2
(3)του Νόμου 29/77, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί αντικείμενο της κατοχής. Έχει αναφερθεί πως η έννοια της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών, ακόμα και σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον φυσικό έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης. Στη Σιβιτανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 υπήρξε ισχυρισμός και θέση πως οι εφεσείοντες δεν είχαν φυσική κατοχή των ναρκωτικών. Κρίθηκε πως το Κακουργιοδικείο ορθά θεώρησε πως, παρά το ότι δεν υπήρξε ελεγχόμενη παράδοση σύμφωνα με το Ν.3(Ι)/95 (ανωτέρω) και η Αστυνομία ανακάλυψε τα ναρκωτικά, ο εφεσείων είχε έλεγχο των ναρκωτικών ως εκ της προηγούμενης γνώσης του. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα εντάσσεται στη δύναμη και την ισχύ της περιστατικής μαρτυρίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η γνώση του εφεσείοντα η οποία προϋπήρχε προκύπτει βεβαίως συμπερασματικά αλλά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία που το Κακουργιοδικείο έχει δεχθεί. Η εκδοχή του πως δεν γνώριζε το τι περιείχε το φορτίο παρέμεινε μέχρι τέλους, όπως χαρακτηριστικά το θέτει το Κακουργιοδικείο «απογυμνωμένη αξιόπιστης ή έστω πειστικής επίρρωσης». Συμφωνούμε δε με το πρωτόδικο Δικαστήριο πως επειδή η προηγούμενη συναλλαγή που έγινε από τον εφεσείοντα δεν ήταν παράνομη, αυτό δεν επιδρά άνευ ετέρου επί της θέσης για ύπαρξη (ή μη) γνώσης για τα ναρκωτικά. Μερικά ενδεικτικά σημεία που οδήγησαν στην πρωτόδικη κρίση, θα αναφέρουμε πιο κάτω: η αναφορά του εφεσείοντα στον πρώην κατηγορούμενο 2 «να φέρνουν κάρβουνα από το εξωτερικό και να τα πωλούν στην Κύπρο». Η αναφορά αυτή είχε προκύψει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 για συνομιλία του πρώην κατηγορούμενου 2 για τον εφεσείοντα. Περαιτέρω ο ίδιος μάρτυρας ΜΚ1 αναφέρθη σε άλλη συνομιλία του Κ2 με τον εφεσείοντα ότι δηλαδή ο τελευταίος τον πήρε στη Λάρνακα στην εταιρεία Five Continents και «υπέγραψε κάτι χαρτιά για να έρχονται τα φορτία στο όνομα του επειδή ο ίδιος (ο κατηγορούμενος 2) ήταν εγγεγραμμένος στο ΦΠΑ». (βλ. σελ.14 της επίδικης απόφασης). Τονίζεται επίσης ότι επί των σημείων αυτών δεν υπήρξε αντεξέταση του ΜΚ
- O MK2 (XXXXX Κοτσονιάς) αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε στο γραφείο του με τον εφεσείοντα περί τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη του
- Στη συνάντηση ο εφεσείων του είχε πει πως ήθελε να εκτελεί εισαγωγές με αερομεταφορές από την Ινδία προς την Κύπρο και ακολούθως να προβαίνει σε επανεξαγωγή τους προς το Ηνωμένο Βασίλειο, προβαίνοντας σε εξειδικευμένη αναφορά σε κάποια πρώτη ύλη για την κατασκευή καλλυντικών προσθέτοντας ότι δεν επιθυμούσε να το γνωρίζουν οι παραλήπτες των εμπορευμάτων. Αυτό έχει τη σημασία του σε συνάρτηση με άλλη συνομιλία του εφεσείοντα στην οποία αναφέρθηκε για εισαγωγές-εξαγωγές σε «κάρβουνα» και όχι σε πρώτη ύλη για κατασκευή καλλυντικών. Ακόμη ο ίδιος ο Κ2 είπε ότι η συμφωνία τους ήταν για εισαγωγή κάποιων οικοδομικών προϊόντων και ούτε επ΄ αυτών των θέσεων υπήρξε αντεξέταση. Περαιτέρω, σημασία έχει και η μαρτυρία του ΜΚ6 XXXXX Κούσουλου ότι ο εφεσείων του έδωσε οδηγίες όπως προχωρήσει «με τον σύντομο τρόπο» για την αποστολή του επίδικου φορτίου προς το Ηνωμένο Βασίλειο. ΄Οντως, την επομένη της συζήτησης, δηλαδή στις 27.5.2014 η ώρα 9.00π.μ. μετέβη στο γραφείο του ΜΚ6 και κατέβαλε σ΄αυτόν σε μετρητά το ποσό των €810 που αφορούσε στην εκτελώνιση και εξαγωγή του επίδικου φορτίου σε συγκεκριμένη διεύθυνση και τηλέφωνο στο Ηνωμένο Βασίλειο βλ. τεκμ.9[7]. Ο ΜΚ6 εξέδωσε απόδειξη-τεκμ.10 στο όνομα "Theodorou Neofitos" διότι έτσι επέβαλλαν οι Κανονισμοί ως εκ του περιεχομένου της φορτωτικής-τεκμ.23, με πραγματικόν όμως παραλήπτη-εισαγωγέα-εξαγωγέα-πληρωτή και ενδιαφερόμενο πρόσωπο, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τον εφεσείοντα. Εξ ου η αναφορά στο όνομα «"ANDREAS" και στην απόδειξη-τεκμήριο
- Χρήσιμο είναι επίσης να εντοπίσουμε αυτά που και το Δικαστήριο θεώρησε ως ενδεικτικά της τάσης του εφεσείοντα να αποσυνδεθεί από το επίδικο φορτίο και από οποιαδήποτε γνώση μπορούσε να του αποδοθεί σε σχέση με αυτό. Ανακρινόμενος από την Αστυνομία στις 27.5.2014 ανέφερε αρχικώς πως την ημέρα εκείνη είχε μεταβεί στα γραφεία της Five Continents Logistics Co Ltd, στη Λάρνακα για να πάρει . κάτι λεφτά», πληρώνοντας προς τούτο το ποσό των €
- Όταν ρωτήθηκε από τον ανακριτή (ΜΚ3), για ποιο λόγο είναι που πλήρωσε τα λεφτά αυτά, ο εφεσείων απάντησε πως του τα είχε δώσει κάποιος David, τον οποίον δεν γνώριζε και που είχε βρει «... στες φοινικούδες και έδωκε μου τα λεφτά ... εχτές κατά τις μια το μεσημέρι ... σε μια στάση λεωφορείου λίγο πριν τα MCDONALD'S ..εγώ πήγα με το αυτοκίνητο μου τους οποίους τους αριθμούς εγγραφής δεν θυμάμαι και ο DAVID ήρθε με ένα Ζ του οποίου δεν θυμάμαι ούτε τους αριθμούς εγγραφής ούτε τι μάρκα ήταν.» Όταν ρωτήθηκε από τον ανακριτή, από πού καταγόταν ο υπό αναφορά David, απάντησε πως προερχόταν από την Πολωνία και ότι, όταν του είχε δώσει το ποσό των €810, το πρόσωπο αυτό του είπε «Πιάσε αυτά τα λεφτά και πάρτα στην FIVE CONTINENTS". Στην ίδια ανακριτική κατάθεση ο εφεσείων είπε ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο θα έπρεπε να πάρει τα λεφτά αυτά στην υπό αναφορά εταιρεία και πως δεν ρώτησε σχετικά τον David. Θα πρέπει να πούμε ότι τέτοια παραδείγματα δίδονται πολυάριθμα και με διαφορετικό περιεχόμενο το καθένα στις σελ.18-20 της απόφασης. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Διαπιστώνεται ότι ο εφεσείων κατά την αφετηρία της ανακριτικής του κατάθεσης και σε σωρείαν ερωτήσεων σε αυτή έδωσε εντελώς διαφορετική εκδοχή απ΄ αυτή που μεταγενέστερα ανέφερε. Στην πραγματικότητα δημιούργησε ένα εντελώς φανταστικό σενάριο με ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, τον David ο οποίος και κατά επίσης φανταστικό τρόπο του δίνει τα λεφτά για την εκτελώνιση ενός φορτίου για το οποίο ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση. Μάλιστα, σε σχετική ερώτηση για τον Κ2, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει πότε μίλησε για τελευταία φορά με αυτόν. Το Κακουργιοδικείο εξηγεί ότι στη συνέχεια της ίδιας ανακριτικής κατάθεσης πώς ο εφεσείων, μετά από ολιγόλεπτο διάλειμμα αφού είχε προηγουμένως μιλήσει με τον ΜΚ5 (αστυνομικό) συγχωριανό και γνωστό του, επανήλθε εκφράζοντας την επιθυμία να συνεχίσει δηλώνοντας ότι όλα όσα είχε πει μέχρι εκείνη τη στιγμή (δηλ. μέχρι την ερώτηση 28) ήταν ψέματα. Όμως αυτό το αποδίδει ότι έγινε για να προστατεύσει το φίλο και πρώην συνέταιρο του - κατηγορούμενο
- Σε αυτή τη φάση της ανακριτικής κατάθεσης δίδει άλλη εκδοχή στην οποία καθιστά πρωταγωνιστή πλέον τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο ο εφεσείων εμπλέκει διατεινόμενος πως αυτός του έδωσε και τα λεφτά της εκτελώνισης. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περαιτέρω. Συμφωνούμε απόλυτα με το Κακουργιοδικείο ότι τα αναφερόμενα στην ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα, τεκμ.15, ορθά κρίθηκαν ως σκόπιμα ψεύδη και ως σχετιζόμενα με ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης, έχοντας ως κίνητρο τον φόβο του εφεσείοντα για την αλήθεια. Ως αποτέλεσμα, ορθά θεωρήθηκαν ότι συνιστούν ενισχυτική μαρτυρία εναντίον αυτού σύμφωνα με τη νομολογία. (βλ. R. v. Lucas
(1981)2 All E.R. 1008, Tσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563). Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε πως το Κακουργιοδικείο ορθά έκρινε πως η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της και πως ο εφεσείων δεν απέσεισε το βάρος να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες πως δεν γνώριζε για το περιεχόμενο του επίδικου φορτίου. (Βλ. R. v. Lambert [2001]UKHL 37 [2001]3 All E.R. 577, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87). Να υπομνήσουμε βεβαίως πως δεν πρόκειται για νομικό βάρος αφού με την εφαρμογή του αρθ.32 του Νόμου 29/77 απλώς είχε σχετικό βάρος να δημιουργήσει στο μυαλό του Κακουργιοδικείου κάποια αμφιβολία πως δεν γνώριζε το περιεχόμενο (Βλ. Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει δεν παρέχεται κανένα πεδίο επέμβασης μας στην πρωτόδικη κρίση, η οποία υπήρξε ορθή και πλήρως αιτιολογημένη ...». Εν κατακλείδι. Αποδεχόμαστε την εκδοχή της Υπεράσπισης και απορρίπτουμε την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην καθεμιά από τις κατηγορίες που συνέθεσαν το αντικείμενο της δίκης (βλ. κατηγορίες 13, 14, 15, 16 και 18). (Υπ.) ............. Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο