Δημοκρατία ν. Ismet, Αρ. Υπόθεσης: 7053/18, 16/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2020:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7053/18 Δημοκρατία ν XXXXX Ismet Κατηγορουμένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Θ. Θωμά. Κατηγορούμενος: Παρών. (Η διερμηνέας XXXXX Τοντικίδου ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστώς και αληθινώς από την Ελληνική γλώσσα στην Τουρκική γλώσσα και αντιστρόφως, όσον καλύτερα μπορεί). ΑΠΟΦΑΣΗ (Μετά από Σύντομο Διάλειμμα) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν στην παραβίαση αντίστοιχων άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (αλλά και του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), ήτοι στην παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορίες 2 και 6), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορίες 3 και 7), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορίες 4 και 8), παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (βλ. κατηγορία 9) και παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό και την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορίες 10 και 11). Στην εκτύλιξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε την 13.2.20 τις κατηγορίες 1 και 5 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος), με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί στην καθεμιά από αυτές. Η ουσία της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, στην έκταση που εξυφαίνεται στις λεπτομέρειες του κάθε αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, σύγκειται στη θέση ότι ο κατηγορούμενος την 17.7.18 παρανόμως εισήγαγε στη Δημοκρατία και κατείχε με σκοπό και την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 963,1 γραμμάρια καννάβεως (βλ. κατηγορίες 2-4), ενώ την 20.7.18 παρανόμως εισήγαγε στη Δημοκρατία, 1 κιλό και 861,4 γραμμάρια καννάβεως και 916 δισκία και σκόνη MDMA συνολικού βάρους 276,2 γραμμαρίων (βλ. κατηγορίες 6-11). Εκδοχή του κατηγορουμένου, στη βασική της μορφή, είναι ότι τούτος δεν εμπλέκεται στα όσα του καταλογίζονται και πως, στην καλυτέραν των περιπτώσεων, το τι θα μπορούσε να συμπεραθεί είναι ότι εξαπατήθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς ο κατηγορούμενος να γνωρίζει, να συμμετέχει, να συνδράμει (έμμεσα ή άμεσα), στα όσα του αποδίδονται. Κάποιες άλλες αποφυάδες εκδοχής του κατηγορουμένου, που αφορούν στο ανακριτικό έργο, συναπαρτίζουν και τούτες μέρος της πλατύτερης Υπερασπιστικής θέσης, με απαύγασμα το ότι η Αστυνομία επιχείρησε να στήσει την υπόθεση ή να καταδιώξει κατ' ουσίαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος (κατά την εκδοχή) ευθύς εξ αρχής αρνείτο οποιαδήποτε συμμετοχή και ιδίως γνώση του αξιόποινου περιεχομένου των επίδικων δεμάτων (με τα ναρκωτικά). Αυτά ως σύνοψη. Διατυπώθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και την Υπεράσπιση, σειρά παραδεκτών γεγονότων - γραπτώς και προφορικώς - τα οποία εγκρίναμε και εντάξαμε στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερεις μάρτυρες, ήτοι τους XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2), XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3) και XXXXX Kerlo (MK4). Ο κατηγορούμενος, κληθείς σε απολογία επί όλων των κατηγοριών, έδωσε μαρτυρία ενόρκως. Περνούμε στην πολύ συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων και του κατηγορουμένου. Ο XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), με σταθεράν τη γραπτή κατάθεση/Τεκμήριο 7, αναφέρθηκε στη σύλληψη του κατηγορουμένου στο Ταχυδρομείο Λάρνακας την 17.7.18 από την τελωνειακή λειτουργό Κατερίνα Στυλιανού, αλλά και στο ότι ο ίδιος ο μάρτυς, πληροφορώντας τον κατηγορούμενο για την αστυνομική ιδιότητα του, του είπε ξανά για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, με τον κατηγορούμενο να απαντά στον μάρτυρα «Ι make mistake». Είπε περιπλέον πως ανέκρινε προφορικώς τον κατηγορούμενο σχετικώς προς την υπόθεση στα γραφεία του Ταχυδρομείου Λάρνακας, με αυτόν να λέγει διάφορα, μεταξύ των οποίων και το ότι το δέμα με τα ναρκωτικά δεν ήταν δικό του και πως τον είχαν στείλει εκεί κάποια πρόσωπα για να το παραλάβει. Ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να πει κάτι για τα πρόσωπα τούτα αφού (όπως ανέφερε στον μάρτυρα), αυτά ήσαν επικίνδυνα και φοβόταν για την οικογένεια του (περί της οποίας μίλησε προηγουμένως στον μάρτυρα λέγοντας ότι η σύζυγος του είχε αποβιώσει και πως έχει πέντε παιδιά τα οποία μεγαλώνει μόνος). Προσθέτως, δήλωσε ο κατηγορούμενος πως τα άτομα που τον είχαν στείλει να παραλάβει το δέμα, τον εφοδίασαν με τον αριθμό τηλεφώνου (συσκευή και κάρτα) που αναγραφόταν στο δέμα. Ο μάρτυς αναφέρθηκε και σε άλλες ανακριτικές ενέργειες που έγιναν στην υπόθεση, όπως στην εκτέλεση εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 17.7.18/Τεκμήριο 9 (διά της διερμηνευτικής επικουρίας της XXXXX Kerlo [MK4]) - με τον κατηγορούμενο να απαντά «Δεν θέλω να πω τίποτε» - στη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο την 17.7.18/Τεκμήριο 11 (την οποία ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει) και όπου ο κατηγορούμενος είπε ότι διέμενε «. στην Αμμόχωστο στην πλευρά της Τουρκοκυπριακής διοίκησης με την οικογένεια μου, δηλαδή με την γυναίκα μου και τα πέντε μου παιδιά. Σχετικά με το πακέτο που παρέλαβα σήμερα από το Ταχυδρομείο στην Λάρνακα και είχε μέσα ναρκωτικά δεν θέλω να πω τίποτε αυτή την στιγμή γιατί φοβάμαι για την ασφάλεια των παιδιών μου. Τα ναρκωτικά δεν είναι δικά μου και απλά εγώ θα τα παραλάμβανα για λογαριασμό άλλων. Δεν θέλω να πω κάτι και να πάθουν κακό τα παιδιά μου. Θα σκεφτώ τι θα κάνω και θα μιλήσω ξανά με την Αστυνομία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα ναρκωτικά δεν είναι δικά μου» και στην εξασφάλιση ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο την 23.7.18/Τεκμήριο 13 (την οποία ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει), όπου ο κατηγορούμενος δεν προσέφερε σχόλια ή απαντήσεις στις 24 ερωτήσεις που του είχαν τεθεί. Όλες οι επικοινωνίες και ανακριτικές διεργασίες με τον κατηγορούμενο γίνονταν, ως διασαφήνισε ο μάρτυς, μέσω της διερμηνέως XXXXX Kerlo (MK4). Ο XXXXX Σιημητράς (ΜΚ2), με παραπομπή και στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 14, επικεντρώθηκε στα γεγονότα της 20.7.18, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος (που τελούσε υπό κράτηση για το περιστατικό ημερομηνίας 17.7.18), μεταφέρθηκε από την Αστυνομία στο Ταχυδρομείο Λάρνακας όπου η τελωνειακή λειτουργός XXXXX Στυλιανού υπέδειξε σε αυτόν ένα σφραγισμένο με κολλητική ταινία χάρτινο κιβώτιο στο οποίο αναγραφόταν το όνομα XXXXX Ismet, ο τηλεφωνικός αριθμός XXXXX76 και η διεύθυνση «Αραδίππου, Ταχυδρομικός Κώδικας XXXXX, Λάρνακα, Κύπρος», χωρίς ο κατηγορούμενος να απαντήσει σε οτιδήποτε. Το κιβώτιο ανοίχθηκε μπροστά στον κατηγορούμενο. Υπήρχαν μέσα εκεί τέσσερα διαφανή σακούλια που περιείχαν ξηρή φυτική ύλη καννάβεως και ένα πλαστικό σακούλι στο οποίο υπήρχε τεμάχιο από αλουμινόκολλα και πλαστικό σακούλι στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός
- Εντοπίστηκαν εκεί δισκία χρώματος γαλάζιου με λογότυπο κορόνα. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ούτε και για αυτό κάποια απάντηση. Ο μάρτυς εξήγησε επέκεινα και κάποια άλλα ανακριτικά διαβήματα στην υπόθεση όπως το ότι με τη βοήθεια της διερμηνέως XXXXX Kerlo (MK4), παρέδωσε στον κατηγορούμενο έντυπο δικαιωμάτων συλληφθέντος προσώπου στην τουρκική γλώσσα/Τεκμήριο 8, το οποίο ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει. Αναφέρθηκε ο μάρτυς και στην εκτέλεση σχετικού εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου ημερομηνίας 20.7.18 (από τον ίδιον τον μάρτυρα) και στην απάντηση που του έδωσε ο κατηγορούμενος «Όπως σας είπα και την άλλη φορά φοούμαι να πω οτιδήποτε για τα ναρκωτικά γιατί κινδυνεύει η οικογένεια μου». Ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3), γραφολόγος, έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας (με σχετικό και το βιογραφικό του σημείωμα/Τεκμήριο 16), για τις καταγραφές επί των επίδικων δεμάτων, υπό την έννοια της αναφοράς του ονόματος του κατηγορουμένου αλλά και άλλων αναγραμμένων επ' αυτών στοιχείων εκφράζοντας τη γνώμη, με παραπομπή στα πορίσματα έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε ως το Τεκμήριο 17, πως τα αναγραφόμενα επί των δεμάτων φαίνεται να προέρχονται από το ίδιο άτομο (όχι όμως από τον κατηγορούμενο). Η XXXXX Kerlo (ΜΚ4) και διά της γραπτής της κατάθεσης/Τεκμήριο 18, έδωσε μαρτυρία για τους διερμηνευτικούς χειρισμούς της κατά την ανακριτική διεργασία και για τα δυο περιστατικά που αφορούν στον κατηγορούμενο (17.7.18 και 20.7.18). Ο κατηγορούμενος παρέθεσε ενόρκως τη δική του εκδοχή και οπτική περί των πραγμάτων, διακηρύσσοντας την αθωότητα του και ξεκαθαρίζοντας πτυχές που η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ενοχοποιητικές για τον ίδιον, καταλήγοντας τούτος, ότι το όλον οικοδόμημα της Κατηγορούσας Αρχής, καταρρίπτεται αφού ο ίδιος δεν εμπλέκεται με όσα του καταμαρτυρούνται, με πολλά μάλιστα από αυτά να προκύπτουν και από επιλήψιμους ανακριτικούς χειρισμούς. Εννοείται πως η περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων που μόλις επιχειρήσαμε - σύντομη ως είναι για πρακτικούς κυρίως σκοπούς - δόθηκε για να μπορεί κανείς, κατά το ελάσσον, να παρακολουθήσει το δικαστικό σκεπτικό που έπεται και όχι βεβαίως για να αποτυπώσει εντελώς την κάθε πτυχή και αναφορά στη μαρτυρία. Διεξήλθαμε τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή και το ίδιο πράξαμε και για τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει - παρακολουθήσαμε και ακούσαμε με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων μιλούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (με υπόψιν και τη μεσολαβούσα διερμηνεία), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ κατέθεταν και άλλα. Ήμασταν προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει, μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης. Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας. Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης. Για τον (παραδεκτώς) πραγματογνώμονα μάρτυρα XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3), δεν θεωρήσαμε τη συμπεριφορά του στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολογήσαμε τον XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3), εκτός των καθιερωμένων αρχών ή ότι τον είδαμε αλλιώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, αφού αυτό θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο. Κάποια τεκμήρια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια προς αναγνώριση και παρέμειναν ως τέτοια χωρίς να μετατραπούν σε κανονικά (ούτω καλούμενα) τεκμήρια, αγνοήθηκαν. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή ήσαν, ως κρίνουμε, μαρτυριακώς αξιόπιστοι, όντας σαφείς, συνεπείς και καθαροί στη μαρτυρία τους. Παρέμειναν ακλόνητοι κατά την αντεξέταση και παρουσίασαν την εκδοχή τους μακράν ιδιοτελών συμφερόντων ή ύποπτων κινήτρων. Ο κατηγορούμενος, μας δημιούργησε πολύ κακή εντύπωση. Ήταν συχνώς γενικός, αόριστος, αντιφατικός και ανακόλουθος στα όσα είπε. Κλονίστηκε συθέμελα από την ικανή αντεξέταση του κ. Αριστείδη. Αιτιολογούμε και άλλο την αξιολογική μας κρίση για τους μάρτυρες. Αρχίζουμε από τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1) και XXXXX Σιημητράς (ΜΚ2), παρέθεσαν όσα βίωσαν και έπραξαν, με ειλικρίνεια και επαγγελματισμό. Στην αντεξέταση του XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1) είχε υποβληθεί προς αυτόν από τον κ. Θωμά ότι είχε κατ' ουσίαν στήσει την υπόθεση (τούτος είναι ο όρος που επιστρατεύτηκε από τον συνήγορο) και πως - κατά τα συμφραζόμενα των τοποθετήσεων του κ. Θωμά - το καθετί που περιλαμβάνεται στη μη υπογραφθείσα κατάθεση του κατηγορουμένου, ως τα Τεκμήρια 10-11, αποτελεί βασικώς την προσωπική μεταφορά και αντίληψη του μάρτυρα για γεγονότα και καταστάσεις τα οποία, κατά τη θέση του, ήσαν αρκετά για να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο. Το μεδούλι των θέσεων της Υπεράσπισης για τον μάρτυρα, συμπυκνώνεται στην τελευταία υποβολή του κ. Θωμά προς αυτόν («Ε. Σου υποβάλλω ότι λες και τις 2 φορές ψέματα και τα λες μόνος σου για να στήσεις υπόθεση ότι αυτός ο άνθρωπος γνώριζε ότι μέσα στο πακέτο είχε ναρκωτικά παρά το ότι σου είπε σαφώς τι πίστευε ότι είχε»). Ο μάρτυς, χωρίς παλινδρομήσεις, αρνήθηκε την υποβολή. Εκείνο που αναδύεται ως αξιοσημείωτο (και το οποίο πηγάζει από υποβολές σε άλλους μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα προς τον XXXXX Σιημητρά [ΜΚ2]), είναι πως, εάν πρόθεση του XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), αλλά και του XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2) ήταν, τωόντι, να στήσουν την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, τότε, για ποιο λόγο (έχοντας έτσι προαποφασίσει), οι μάρτυρες περιορίστηκαν στην απόσπαση δηλώσεων/καταθέσεων από τον κατηγορούμενο, οι οποίες, στοιχειωδώς και αντικειμενικώς, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν, ολοσχερώς και καθαρώς σε ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο μαρτυρία και αντ' αυτού περιορίστηκαν αμφότεροι (οι μάρτυρες) στο να γράψουν τα όσα δήλωσαν ότι τους είχε πει ο κατηγορούμενος κατά τους αφορώντες χρόνους. Επί του θέματος, είχαμε ζητήσει από τον κ. Θωμά στο στάδιο των αγορεύσεων να εκφράσει τη δική του άποψη ούτως ώστε να αδράξει τούτος την ευκαιρία και να επεκταθεί επί του σοβαρού αυτού θέματος (ως ο ίδιος διάλεξε να το προτάξει και προωθήσει). Δεν ακούσαμε κάτι από τον ευπαίδευτο δικηγόρο που να δομεί καλύτερα, ή και καθόλου, την αναλυόμενη έκφανση. Ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3), ήταν εναργής και λεπτομερής στα όσα είπε, ενεργώντας συνετώς και ορθώς ως πραγματογνώμονας, μιλώντας για τον γραφικό χαρακτήρα όσων εντυπώθηκαν στα δύο δέματα σε σχέση προς τον κατηγορούμενο, παρέχοντας συνάμα στο Δικαστήριο πληροφορίες και κριτήρια με βάση τα οποία το τελευταίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει - και έτσι έγινε - για να φθάσει στα δικά του αντικειμενικά συμπεράσματα. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3). Ξεψαχνίζοντας τη μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων - των XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2) και XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3) - είχαμε κατά νουν, ως ορίζει μέχρι στιγμής και η νομολογία μας, πως η μαρτυρία τους, ως προερχόμενη από αστυνομικά όργανα, πρέπει να αντιμετωπίζεται με περισσή προσοχή καθότι τέτοιοι μάρτυρες μπορεί κάποιες φορές να εμφορούνται από υπερβολικό ζήλο, με συνακόλουθο να ενυπάρχει κίνδυνος τούτοι να καταθέτουν με οδηγό ελατήρια άλλα από την αλήθεια. Υπό αυτό το φάσμα - ή και υπό αυτό το φάσμα - η μαρτυρία των προειρημένων μαρτύρων δεν υπήρξε ύποπτη ή επιλήψιμη. Ακριβώς το αντίθετο. Επεξηγήσαμε γιατί. Δεχόμαστε τη μαρτυρία των XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2) και XXXXX Χρυσάνθου (ΜΚ3). Για την XXXXX Kerlo (ΜΚ4), λέμε πως υποβλήθηκαν σε αυτήν θέσεις που αφορούσαν στην ύπαρξη από μέρους της κινήτρων ή και συμπεριφοράς θετικώς, πλην όμως αθεμίτως, προσκείμενης προς τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές και ταυτοχρόνως, αρνητικώς διακείμενης προς τον κατηγορούμενο. Τέθηκε στην μάρτυρα ότι ένας από τους λόγους που δεν αναδύθηκε η πλήρης αλήθεια των πραγμάτων (κατά τον κατηγορούμενο), ήταν η διερμηνευτική συμπεριφορά της μάρτυρος, κάτι που οδήγησε τον κατηγορούμενο σε παραπλανητικώς ενοχοποιητικές ατραπούς. Κάθε άλλο. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η μάρτυς υπήρξε συμπαγής στην εκδοχή της, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, μήτε και σε ανακολουθίες, μηδέ και καταδείχθηκε κάτι που να δικαιολογεί τα όσα τις αποδόθηκαν. Οι αναφορές της Υπεράσπισης περί διαπλοκής και διεφθαρμένης, σε τελευταία ανάλυση, συμπεριφοράς της μάρτυρος - και αυτά που θα πούμε αφορούν και σε ανάλογες θέσεις που τέθηκαν στους XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1) και XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2) - παρότι δικαιωματικώς μπορεί να υποβάλλονται, αναμένεται πως, ως εκ της σοβαρότητας τους, θα πρέπει να έχουν και μία κατ' ελάχιστον συγκρότηση και συνοχή (για να μην πούμε και συνέχεια εξ απόψεως πρόσθετης μαρτυρίας). Τούτο δεν επράχθη. Τίποτε από όσα υπερασπιστικώς υποβλήθηκαν προς την μάρτυρα δεν κατάφερε να μιάνει την αξιοπιστία της. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της XXXXX Kerlo (MK4). Ο κατηγορούμενος, εκτός των άλλων που είπαμε αδρομερώς για τη μαρτυριακή του αναξιοπιστία, προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί με κάθε τρόπο (προκατασκευασμένως και προφασιστικώς ως παρατηρήσαμε), από όσα του επιμαρτυρούνταν από την Κατηγορούσα Αρχή. Λέγοντας το αυτό, ποσώς διέφυγε την προσοχή μας ότι ευλόγως αναμένεται πως ένας κατά τεκμήριον αθώος κατηγορούμενος πιθανόν να προτάσσει, με ζήλο και αποφασιστικότητα, τα όσα θεωρεί ότι αντικρούουν και εξανδραποδίζουν υπερασπιστικώς τη μαρτυρία και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Η περί ης ο λόγος αναφορά μας δεν αφορά στην ενάσκηση του συζητούμενου δικαιώματος του κατηγορουμένου να εκφράζει εκδοχές και μαρτυρία αντίθετες από εκείνες της Κατηγορούσας Αρχής. Αντιθέτως. Η μνεία, έχει να κάνει με τις δικές μας πρωτογενείς και διά ζώσης παρατηρήσεις από την Έδρα αλλά και την εξονύχιση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αυτοτελώς αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη έγγραφη και προφορική μαρτυρία. Επεκτείνουμε την κρίση μας επί της θεματολογίας αυτής, τονίζοντας πως πλείστα όσα θα απογράψουμε αξιολογικώς εντοπίστηκαν ευστόχως και από τον κ. Αριστείδη στη γραπτή του αγόρευση/Έγγραφο Β. Ο κατηγορούμενος, προέτασσε αλληλοαναιρούμενες και ενίοτε ασυνάρτητες θέσεις και εκδοχές. Για παράδειγμα, από τη μια, έλεγε ότι δεν είχε την ευκαιρία δικηγορικής αντιπροσώπευσης κατά τις κρίσιμες στιγμές (ασχέτως αν είχε ζητήσει ή όχι τέτοια υποστήριξη), ενώ από την άλλη, δήλωνε πως είχε ζητήσει δικηγόρο, αλλά αντιμετωπίστηκε επί του θέματος με ανακριτική απαξία, πόσω δε μάλλον με αισθαντικότητα και δικαιότητα, λησμονώντας προφανώς ο κατηγορούμενος ότι είχε εγκαίρως και καταλεπτώς εξηγηθεί και παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα δικηγορικής βοήθειας και παρουσίας, με αυτόν όμως να αρνείται να υπογράψει καν τα σχετικά δικαιώματα, ως του είχαν επεξηγηθεί ανακριτικώς, μέσω της XXXXX Kerlo (MK4), στις 17.7.18 - με σχετικό το Τεκμήριο 8 - με πρόφαση πως τούτος δεν ήθελε να υπογράψει οτιδήποτε. Είχε ρωτηθεί ο κατηγορούμενος αν είχε ποτέ επισκεφθεί τις ελεύθερες, μη κατεχόμενες και ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Απάντησε αρνητικώς κατά την αντεξέταση. Σε άλλο στάδιο (σε ερώτηση εάν «. είναι πρώτη φορά που ήρθες στις ελεύθερες περιοχές τη μέρα που μετέβηκες στο Ταχυδρομείο Λευκωσίας;»), ο κατηγορούμενος απάντησε καταφατικώς («Ναι»). Σε επόμενη ερώτηση (αν είχε περάσει ξανά στα σημεία ελέγχου, ως προσδιορίστηκαν, για να έρθει στις ελεύθερες περιοχές), η θέση του κατηγορούμενου μεταβλήθηκε κατά το ελαστικότερον, με αυτόν να εισφέρει στην απάντηση του και τη μεταβλητή της μνήμης ή και της γνώσης, απαντώντας πως «Απ' ότι ξέρω όχι, δεν έχω περάσει». Αλλού στην αντεξέταση, ερωτώμενος ως προς τις προηγούμενες αντιφατικές ή και ανακόλουθες (κατά την Κατηγορούσα Αρχή) τοποθετήσεις του για το όλον ζήτημα («Ε. Άρα δεν είναι η πρώτη φορά που ήρθες στις ελεύθερες περιοχές τη μέρα που σε συνέλαβαν; Ξαναήρθες και πιο παλιά;»), αυτός απάντησε αποφατικώς, υποδεικνύοντας ότι οι προηγούμενες αναφορές του ως προς την παρουσία του στις ελεύθερες περιοχές είχαν να κάνουν με κάποιους συνειρμούς και σκέψεις που είχε διαρθρώσει στο μυαλό του περί του ακριβούς νοήματος των ερωτήσεων που του είχαν τεθεί από τον κ. Αριστείδη και δη πως «. νόμιζα ότι με ρωτούσες πόσες φορές ήρθα για να πάρω κουτιά». Ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυς απάντησε (και) σε αυτή την πτυχή, ήταν ενδεικτικός μάρτυρα ο οποίος, με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο του, ήθελε εσκεμμένως, να παραπλανήσει. Δεν παραλείψαμε να αξιολογήσουμε μικροσκοπικώς - και προς όφελος του κατηγορουμένου - απάντηση του σε άλλη ερώτηση του κ. Αριστείδη - αν δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε ξαναέρθει στις ελεύθερες περιοχές και αυτό γιατί η ερώτηση τούτη, ως είχε αρχικώς τεθεί (και παρόλο που δεν υπήρξε ένσταση από την Υπεράσπιση) πιθανώς να κατατασσόταν και ως πολυσύνθετη και κατ' επέκτασιν, κατά το σκεπτικό στην Libke v The Queen
(2007)HCA 30
(127), ως δυνητικώς παραπλανητική για τον κατηγορούμενο («Ε. Στην Αμμόχωστο, πες μου αν ήρθες ξανά πριν τις 17/07/2018 στις ελεύθερες περιοχές και συγκεκριμένα στη Λάρνακα»). Η απάντηση του ήταν «Όχι»). Ακολούθησε δεύτερη ερώτηση («Ε. Ποτέ;»), με αυτόν να απαντά («Α. Όχι ποτέ»). Γιατί το λέμε τούτο; Διότι η απάντηση του κατηγορουμένου θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αφορά στις ελεύθερες περιοχές γενικώς και όχι μονάχα στην Λάρνακα. Ωστόσο, ο μάρτυς, όταν απαντούσε, ουδέποτε περιορίστηκε, ή άφησε να νοηθεί, ότι εννοούσε κατιτί άλλο από την εν γένει παρουσία του στις ελεύθερες περιοχές (και όχι μόνον στην Αμμόχωστο, στην Λάρνακα ή και στην Λευκωσία). Εν πάση περιπτώσει, σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης, ο μάρτυς απάντησε πως, εξ όσων γνώριζε - ό,τι και αν σημαίνει τούτο - δεν είχε περάσει ποτέ ξανά «. το σημείο ελέγχου για να έρθει στις ελεύθερες περιοχές .». Ούτε και παρανόμως. Μολαταύτα - εξ αφορμής προφανώς αναφορών του κατηγορουμένου κατά την κυρίως εξέταση σε κατοχή από αυτόν κυπριακού δελτίου ταυτότητας - όταν ρωτήθηκε για το κατά πόσον ήρθε στις ελεύθερες περιοχές «. για να πιάσεις την ταυτότητα .», αυτός απάντησε ότι πράγματι είχε έλθει «. από τα κατεχόμενα εδώ και πήρα την ταυτότητα μου πριν 2 χρόνια», προτάσσοντας (σε ακόλουθη ερώτηση/υποβολή), πως όταν δήλωσε προηγουμένως ότι δεν είχε έλθει ξανά στις ελεύθερες περιοχές εννοούσε την έλευση του στις ελεύθερες περιοχές «. για να πάρω το κουτί .» και όχι ότι δεν ήρθε για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που απάντησε έδειξε εναργώς πως διασκεύαζε αναλόγως της περίπτωσης και της ρύμης της αντεξέτασης τις εκδοχές του οι οποίες χαρακτηρίζονταν από εγγενή αντιμαχία και συμφυρμό και αυτό γιατί δεν έλεγε την αλήθεια. Η σημαντικότερη όμως αντίφαση - και ψεύδος - του κατηγορουμένου (χωρίς υποβιβασμό των υπολοίπων), έγκειται στην αναφορά του για το πώς βρέθηκε στην κατοχή του κατά τους κρίσιμους χρόνους το κινητό τηλέφωνο με τον τηλεφωνικό αριθμό που εντοπίστηκε εντυπωμένος στα δύο επίδικα δέματα τα οποία παρέλαβε. Ήταν θέση του κατηγορουμένου πως είχε αγοράσει τον τηλεφωνικό αριθμό στις ελεύθερες περιοχές, μετά που ήρθε σε αυτές για να μεταβεί στο Ταχυδρομείο Λάρνακας. Όταν ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος πώς ήταν δυνατόν ο τηλεφωνικός αυτός αριθμός να βρίσκεται αποτυπωμένος στα επίμαχα δέματα τη στιγμή που ως είπε τον είχε αγοράσει μετά που αποστάλθηκαν ταχυδρομικώς τα δέματα, ο κατηγορούμενος ενέμεινε ότι τα πράγματα είχαν ως είπε. Εψεύσθη. Αντί άλλης ανάλυσης, παραπέμπουμε σε περικοπή από τη γραπτή αγόρευση του κ. Αριστείδη, ως το Έγγραφο Β, χωρίς να θεωρούμε πως είναι ανάγκη να προσθέσουμε ή να διευκρινίσουμε οτιδήποτε περισσότερον επί του ζητήματος (με αναφορά πάντοτε στον κατηγορούμενο): «Κατά την αντεξέταση τελικά ισχυρίστηκε ότι τον εν λόγω αριθμό τον αγόρασε στις 17.7.18 από περίπτερο, όταν πέρασε στις ελεύθερες περιοχές για να μεταβεί στο ταχυδρομείο. Μάλιστα το νούμερο του δόθηκε τυχαία. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν γνωστοποίησε τον αριθμό στο πρόσωπο που, σύμφωνα με τον ίδιο, τον έστειλε να παραλάβει το πακέτο. Δεδομένου ότι το εν λόγω νούμερο μαζί με τον διεθνή κωδικό της Κύπρου αναγραφόταν εξωτερικά στο χαρτοκιβώτιο Τεκμήριο 1, κάτω από το όνομα του κατηγορουμένου, είναι προφανές ότι η προαναφερθείσα δήλωσή του, αναφορικά με την αγορά του τηλεφωνικού αριθμού αυθημερόν, δεν συνιστά απλά μια αντίφαση αλλά ψεύδος, στο οποίο κατέφυγε σκόπιμα». Υπήρξαν και άλλα μαρτυριακά τρωτά αλλά και ανακολουθίες - εκδοχής - του κατηγορουμένου (και της Υπεράσπισης). Ως ορθώς ανέδειξε ο κ. Αριστείδης, κατά την αντεξέταση του XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1), υπεβλήθη σε αυτόν η θέση πως η άρνηση του κατηγορουμένου να υπογράψει τη γραπτή κατάθεση/Τεκμήριο 10 και τα δικαιώματα συλληφθέντος προσώπου/Τεκμήριο 8, οφειλόταν στο ότι δεν είχε επιτραπεί στον κατηγορούμενο να μιλήσει πρότερα με δικηγόρο και πως ο κατηγορούμενος είπε προς τον μάρτυρα ότι «θέλω δικηγόρο και μετά να σου υπογράψω οτιδήποτε» (με τον μάρτυρα να το αρνείται). Κατά την αντεξέταση της XXXXX Kerlo (MK4), η άρνηση του κατηγορουμένου να υπογράψει τα υπό ανάλυσιν έγγραφα αποδόθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος τον φερόμενα επιλήψιμο ρόλο της μάρτυρος, κατέστησε σαφές προς αυτήν πως «. δεν θέλω καν να σου μιλώ ούτε να μεταφράζεις γιατί είσαι και ελέγχεσαι και συνεργάζεσαι με την Αστυνομία». Η ανακολουθία εκπηγάζει σαφώς. Υπήρξαν και έτερες μαρτυριακές αποκλίσεις στη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Μια τέτοια, ήταν και τα περί της γνώσης του ή της δυνατότητας του να καταλαβαίνει την ύπαρξη κάνναβης. Ο μάρτυς, καίτοι δεν είχε «. ξαναμυρίσει κάνναβη .», όταν ανοίχθηκε ένα από τα επίδικα κιβώτια στο Ταχυδρομείο Λάρνακας είπε πως είχε καταλάβει πως ό,τι βρισκόταν περιτυλιγμένο (και του είχε σχετικώς επιδειχθεί κατά την κρίσιμη στιγμή), ήταν κάνναβη «. από την μυρωδιά του .» αλλά και από την πράσινη του όψη που «. δεν μοιάζει με τσάι .» και ότι, μολονότι δεν είχε μυρίσει ξανά κάνναβη, είχε «. πολύ δυνατά αισθήματα και κατάλαβα ότι αυτό είναι κάνναβη». Μπορεί η διάσταση αυτή να φαίνεται ασήμαντη ως αξιολογική νύξη, ή κατά το απόγειο της, ως δευτερεύουσας σημασίας, δείχνει εντούτοις (και αυτή), τη γενικότερη στάση του κατηγορουμένου να μένει μακριά από οτιδήποτε θα μπορούσε, στη δική του αντίληψη, να τον ενοχοποιήσει ή να τον τοποθετήσει στις παραμέτρους εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, με σημείο αναφοράς την εμπλοκή του σε αυτά που η τελευταία του καταγιγνώσκει. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Πριν προχωρήσουμε με τα τελικά ευρήματα, επισημαίνουμε τρεις πτυχές. Η πρώτη πτυχή, αφορά στο ανακριτικό έργο. Τούτο ήταν άμεμπτο. Ως συντρέχουσα αιτιολογία παραπέμπουμε στη μαρτυρία και αξιολόγηση των αστυνομικών μαρτύρων. Το ίδιο αψεγάδιαστη, πέραν από τη συμπεριφορά της XXXXX Kerlo (MK4), ήταν και η διερμηνεία της επί κάθε αστυνομικής και ανακριτικής πτυχής που αφορούσε στον κατηγορούμενο. Όσα καταγράφηκαν (ανάμεσα σε άλλα) στην κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 17.7.18/Τεκμήριο 11 αλλά και όσα συναπαρτίζουν μέρος της γραπτής κατάθεσης του ημερομηνίας 21.7.18/Τεκμήριο 7, ως και τις αντίστοιχες απαντήσεις του κατά την εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του την 17.7.18 και 20.7.18 (ως τα Τεκμήρια 9 και 15), εξεικονίζουν την πραγματικότητα και τα όσα αληθώς είπαν οι αντίστοιχοι μάρτυρες πως ο κατηγορούμενος ανέφερε, δήλωσε ή και εκστόμισε προς αυτούς ανά περίπτωσιν. Η δεύτερη πτυχή, σχετίζεται με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής - περί της οποίας δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος από την Υπεράσπιση - ότι μία ανυπόγραφη κατάθεση, ή γραπτή δήλωση, εξακολουθεί να αποτελεί, ως ζήτημα αρχής, αποδεκτή κατά τα άλλα κατάθεση ή δήλωση τού περί ου ο λόγος καταθέσαντος ή δηλώσαντος (εδώ του κατηγορουμένου), εκτός και αν καταδειχθεί πως όντως το τι γράφεται ή αναφέρεται εκεί συνθέτει θέση ή περιεχόμενο εκπορευόμενο από παράνομη ή άλλη μη αποδεκτή κατά νόμον ή ουσίαν συμπεριφορά του καταγράψαντος την κατάθεση ή δήλωση (εδώ των αφορώντων ανακριτών). O κ. Αριστείδης παρέπεμψε σε νομολογία επί του ζητήματος, όπως στην απόφαση του Καναδικού Ποινικού Εφετείου στην Regina v Perry and Franks
(1977)36 CCC
(2d)209, 214 (με το κείμενο της οποίας μας εφοδίασε), όπου αναφέρονται και αυτά (στον βαθμό που ενεστώτως μέλει): «.................................................. With respect to the appeal by Franks, in my opinion, the situation is quite different. As part of the Crown's case against Franks, the police officer testified as to an unsigned statement made by him. His statement amounted to a confession. Franks denied making any statement to the police, and that issue was clearly left with the jury. Having regard to the details of the statement and the time that it was given, when viewed in light of all the other evidence, I am satisfied that the jury must have concluded that the statement in fact was made by Franks and was true. I do not see how they could have arrived at any other conclusion. ...................................................». Τα υιοθετούμε. Συμπληρώνουμε, ότι με τον ίδιο τρόπο που μία ανυπόγραφη κατάθεση ή δήλωση μπορεί να θεωρηθεί ως ακριβής/αληθινή (ή όχι), με τον ίδιο τρόπο μια υπογραμμένη κατάθεση ή δήλωση ενός κατηγορουμένου μπορεί, πραγματικώς, να αντικατοπτρίζει ένα πλασματικό και ψευδές, περιεχόμενο, για να μην πούμε και φυόμενο από πιέσεις, υποσχέσεις και άλλα τινά, τα οποία η νομολογία αποδέχεται ως κατ' αρχήν απαράδεκτα. Έτσι, δεχόμαστε ως αξιολογικώς και αποδεικτικώς αποδεκτές τις δηλώσεις του κατηγορουμένου προς τους XXXXX Ανδρέου (ΜΚ1) και XXXXX Σιημητρά (ΜΚ2). Η τρίτη πτυχή, συνδέεται με το ζήτημα της εισαγωγής και κατοχής των επίδικων ναρκωτικών, ως τούτα εντοπίστηκαν στα δύο δέματα (βλ. Τεκμήρια 1 και 5). Στην Χρίστου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/17, ημ. 19.7.19, το Εφετείο (διά της Σταματίου, Δ.), επικρότησε και αυτά (με υιοθέτηση της πρωτόδικης προσέγγισης), τα οποία βοηθούν εδώ στην επίρρωση των πραγμάτων ως ζήτημα εμπεδωμένης αρχής (και ανεξαρτήτως της όποιας διαφοροποίησης των ισχυόντων με τα παρόντα): « ................................................... Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή [R. ν. Blake 68 Cr. R. 1, R. v. Peaston 69 Cr. App. R. 203 και Χαράλαμπου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 388]. Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση ότι αφού ο Εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από τη στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού. .................................................». Στην Γρηγορίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 125/15, ημ. 10.9.18, το Εφετείο (διά της Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.), απορρίπτοντας κατά πλειοψηφίαν την έφεση του κατηγορουμένου, είπε και αυτά για όσα τώρα απασχολούν κατ' αναλογίαν: «.................................................... Ως προς το εύρημα κατοχής, θα πρέπει να λεχθεί πως η έννοια της κατοχής δεν περιορίζεται στην άμεση φυσική κατοχή αλλά περιλαμβάνει και τη δυνατότητα ελέγχου (έστω και αν φυλάσσεται από το τρίτο πρόσωπο) (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.256). Ο κ.Βραχίμης ισχυρίζεται πως μόλις το επίδικο φορτίο εισήχθη στην Κύπρο, ετέθη υπό τη φύλαξη και έλεγχο των τελωνειακών αρχών. Σημειώνει ο ευπαίδευτος συνήγορος πως η πληροφορία υπήρχε πριν την άφιξη του φορτίου στην Κύπρο και στη συνέχεια κατασχέθηκαν τα βαρέλια και περιήλθαν στην κατοχή της Δημοκρατίας. Δεν ακολουθήθηκε ελεγχόμενη παράδοση, ως ο περί Kαταστολής του Eγκλήματος Eλεγχόμενη Παράδοση και ΄Αλλες Ειδικές Διατάξεις Νόμος Ν.3(Ι)/1995 επιτάσσει και συνεπώς καταλήγει, ο εφεσείων δεν κατείχε το επίδικο φορτίο. Για το εύρημα κατοχής εν προκειμένω, είχαν σημασία τα κάτωθι: (α) Η ιδιοκτησία του φορτίου. Η ιδιοκτησία κατά πάντα χρόνο ήταν επ΄ονόματι του εφεσείοντα, έστω και αν αναφερόταν εικονικά το όνομα του Κ2 για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Η φορτωτική είναι αδιαμφισβήτητο τεκμήριο κυριότητας αλλά και παρέχει δυνατότητα ελέγχου δια της επιλογής που ασκήθηκε από τον ίδιο, να διατάξει την περαιτέρω μεταφορά του φορτίου στην Αγγλία. (β) Εξ αποστάσεως δυνατότητα ελέγχου. Ως ορθά υποδεικνύει το Κακουργιοδικείο στη σελ.29 της απόφασης του, «ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε κατοχή και έλεγχο του επίδικου φορτίου (και της μεθεδρόνης που περιελάμβανε), όταν τούτο εισήχθη στην Κύπρο στις 24.5.14, ασχέτως εάν δεν περιήλθε αυστηρώς υπό τη φυσική του φύλαξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Queiss ν The Republic
(1987)2 CLR 49). 0 κατηγορούμενος 1 διατηρούσε δυνατότητα επέμβασης επί του επίδικου φορτίου αμέσως μετά την εισαγωγή του στην Κύπρο όπως και μετά την καταβολή των απαιτούμενων τελωνειακών χρεώσεων (βλ. Τεκμήριο 10) για σκοπούς επανεξαγωγής του φορτίου (με τα ναρκωτικά), στο Ηνωμένο Βασίλειο την 27.5.14 (βλ. Τεκμήριο 9[7]), με την εξ αποστάσεως εμπλοκή του να μην αμβλύνει υπό τις περιστάσεις την αξιόποινη εμπλοκή του στα πράγματα (βλ, κατ' αναλογίαν Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 AAΔ 256).» (γ) Μη ανάληψη κατοχής από τρίτον. Όπως επίσης ορθά επισημαίνει το Κακουργιοδικείο στις σελ.27 και 28 της απόφασης του, το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές εξασφάλισαν πρόσβαση στα επίδικα βαρέλια δεν σημαίνει ανάληψη κατοχής και έλεγχο του επίδικου φορτίου εφόσον η παρέμβαση αυτή επεσυνέβη αναγκαστικώς και για λόγους δημοσίου συμφέροντος ώστε να διερευνηθεί και διαπιστωθεί το περιεχόμενο του επίδικου φορτίου. Οι ενέργειες της Δημοκρατίας δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν παράνομη συμπεριφορά. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία περί του περιεχομένου των βαρελιών με τα ναρκωτικά παρέμεινε ακλόνητη. Η κατοχή πρέπει βεβαίως να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49). To άρθρο 32 του Νόμου είναι σχετικό. «32.—
(1)Το παρόν άρθρον εφαρµόζεται εις αδικήµατα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόµου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήµατος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούµενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλοµένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκηµα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήµατος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούµενος δέον όπως ή κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόµενον µέ το προσαπτόµενον αδίκηµα ήτο το ελεγχόµενον φάρµακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόµενον φάρµακον — (α) ο κατηγορούµενος δεν απαλλάσσεται του αδικήµατος λόγω µόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόµενον φάρµακον περί ου ο ισχυρισµός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήµατος— (
- i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υπόπτευηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ή το ελεγχόµενον φάρµακον· ή (
- ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω, προϊόν ήτο ελεγχόµενον φάρµακον, ή ελεγχόµενον φάρµακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγµατι το εν λόγω ελεγχόµενον φάρµακον ή ελεγχόµενον φάρµακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκηµα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαµβανοµένων θέλει επηρεάσει δυσµενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούµενον δι' αδίκηµα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρµόζεται». Στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016 (paras. B19.23, B19.24 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Lord Hope in the House of Lords in Lambert [2002] 2 AC 545, stated that there are two elements to possession. There is the physical element, and there is the mental element.' The approach of Lord Hope is reflected in the other judgments delivered in that case. It confirms the approach taken by the Court of Appeal in McNamara
(1988)87 Cr App R 246 (see B 19.25), and is settled law (consider also DPP v Brooks [1974] AC 862 at B19.29). Custody or Control 'The physical element involves proof that the thing is in the custody of the defendant or subject to his control', per Lord Hope in Lambert [2002] 1 AC 545 (see also Lord Scarman in Boyesen [ 1982] AC 768). This is enlarged by the MDA 1971, s. 37
(3): 'For the purposes of this Act the things which a person has in his possession shall be taken to include anything subject to his control which is in the custody of another'. The ability to demand that the property in question be removed (or the ability to remove it oneself) is no more than evidence of knowledge and acquiescence: it is not to be equated with control {Kousar [2009] 2 Cr App R 88, a case decided in the context of the Trade Marks Act 1994 but which, it is submitted, has relevance here).The description of possession given by Lord Wilberforce in Warner v Μetropolitan Police Commissioner [1969] 2 AC 256, at pp. 310-11, remains relevant: The question, co which an answer is required, and in the end a jury must answer it, is whether in the circumstances the accused should be held to have possession of the substance, rather than mere control. In order to decide between these two, the jury should, in my opinion, be invited to consider all the circumstances — to use again the words of Pollock and Wright — the 'Modes or events' — by which the custody commences and the legal incident in which it is held. By these I mean relating them to typical situations, that they must consider the manner and circumstances in which the substance, or something which contains it, has been received, what knowledge or means of knowledge or guilty knowledge as co the presence of the substance, or as to the nature of what has been received, he had at the time of receipt or thereafter up to the moment when he is found with it; his legal relation to the substance or package (including his right of access to it). On such matters as these (not exhaustively stated) they must make the decision whether, in addition to physical control, he has, or ought to have imputed to him the intention to possess, or knowledge that he does possess, what is in fact a prohibited substance. If he has this intention or knowledge, it is not additionally necessary chat he should know the nature of the substance.» Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 256 και στη Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 αναφέρεται μεταξύ άλλων πως η κατοχή στα πλαίσια του ΄Αρθρου 2
(3)του Νόμου 29/77, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί αντικείμενο της κατοχής. ΄Εχει αναφερθεί πως η έννοια της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών, ακόμα και σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον φυσικό έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης. Στη Σιβιτανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 υπήρξε ισχυρισμός και θέση πως οι εφεσείοντες δεν είχαν φυσική κατοχή των ναρκωτικών. Κρίθηκε πως το Κακουργιοδικείο ορθά θεώρησε πως, παρά το ότι δεν υπήρξε ελεγχόμενη παράδοση σύμφωνα με το Ν.3(Ι)/95 (ανωτέρω) και η Αστυνομία ανακάλυψε τα ναρκωτικά, ο εφεσείων είχε έλεγχο των ναρκωτικών ως εκ της προηγούμενης γνώσης του. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα εντάσσεται στη δύναμη και την ισχύ της περιστατικής μαρτυρίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η γνώση του εφεσείοντα η οποία προϋπήρχε προκύπτει βεβαίως συμπερασματικά αλλά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία που το Κακουργιοδικείο έχει δεχθεί. Η εκδοχή του πως δεν γνώριζε το τι περιείχε το φορτίο παρέμεινε μέχρι τέλους, όπως χαρακτηριστικά το θέτει το Κακουργιοδικείο «απογυμνωμένη αξιόπιστης ή έστω πειστικής επίρρωσης». ..................................................... ». Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία για την πρόθεση του κατηγορουμένου και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που αντιμετωπίζει (mens rea) αλλά και για τη γνώση του ως προς το παράνομο περιεχόμενο των δεμάτων σε ναρκωτικά (τα συγκεκριμένα εδώ ναρκωτικά). Τα δέματα αυτά, πάλι εις γνώσιν του κατηγορουμένου, είχαν σταλθεί προς αυτόν προσωπικώς. Το ότι τούτος μεταφέρθηκε στο Ταχυδρομείο Λάρνακας ενώ τελούσε υπό κράτηση για το πρώτο περιστατικό (ημερομηνίας 17.7.18), για να παραλάβει το δεύτερο δέμα με τα ναρκωτικά (στις 20.7.18), δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο (στη βάση των όσων συνθέτουν την κρινόμενη περίπτωση), τη δυνατότητα εξ αποστάσεως κατοχής και ελέγχου του παράνομου περιεχομένου και του δεύτερου δέματος από αυτόν, κατά την προαναφερθείσα νομολογία και γεγονότα (βλ. κατ' αναλογίαν, Γρηγορίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 125/15, ημ. 10.9.18, Χρίστου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/17, ημ. 19.7.19). Δεν ήταν απαρεγκλίτως αναγκαίο τα επίδικα δέματα - και εντάσσουμε στη συζήτηση και όσα αφορούν στο πρώτο περιστατικό - να τοποθετούνταν, φερ' ειπείν, στο γραμματοκιβώτιο του κατηγορουμένου, ή να του παραδίδονταν διά χειρός υπό άλλες ομαλότερες συνθήκες και ούτω καθεξής. Δεν είναι μονάχα αυτές που αναφέραμε οι μέθοδοι παράδοσης δεμάτων με ναρκωτικά. Τούτες οι μέθοδοι εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης. Προχωρούμε στα (υπόλοιπα) τελικά μας ευρήματα. Μέρος αυτών είναι και άπαντα τα εγκριθέντα παραδεκτά γεγονότα, ως και πάντα όσα καταγράψαμε κατά την περιγραφή της μαρτυρίας των αξιόπιστων μαρτύρων ή κατά τις αναλύσεις που ξεδιπλώσαμε πιο πάνω. Παραθέτουμε (αυτουσίως) τα ουσιωδέστερα των παραδεκτών γεγονότων (ως απογράφονται στο Έγγραφο Παραδεκτών Γεγονότων Β): « .................................................................................................................................................................................
- Στις 17.7.18 παραλήφθηκε από λειτουργό του τμήματος Data Post του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Λάρνακας το δέμα με αριθμό ανίχνευσης αντικειμένου XXXXX
- Συγκεκριμένα, επρόκειτο για ένα κλειστό χαρτοκιβώτιο μπλε χρώματος, επάνω στο οποίο αναγραφόταν η λέξη «DALTEX CITRUS» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) και το οποίο στάλθηκε στην Κύπρο από το Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Ως παραλήπτης του ως άνω δέματος, σύμφωνα με τα στοιχεία αποστολής, ήταν ο κατηγορούμενος.
- Την ίδια ημέρα και περί ώρα 1200, ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Λάρνακας για να παραλάβει το εν λόγω χαρτοκιβώτιο, υπογράφοντας παράλληλα σχετικό έντυπο. Κατά την παραλαβή, η τελωνιακή λειτουργός XXXXX Στυλιανού άνοιξε στην παρουσία του κατηγορουμένου το προαναφερθέν χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 1), εντός του οποίου εντόπισε μια μαύρη πλαστική σακούλα, μέσα στην οποία υπήρχε μια γαλάζια πλαστική τσάντα, η οποία περιείχε μια πλαστική συσκευασία εντός της οποίας υπήρχαν δύο νάιλον διαφανείς συσκευασίες, που αμφότερες περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη. Στη συνέχεια η προαναφερθείσα τελωνιακή λειτουργός κατάσχεσε το εν λόγω χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 1) μαζί με το περιεχόμενό του. Εν τω μεταξύ κλήθηκαν και μετέβηκαν στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας οι Α/Αστ.XXXXX Α. Ανδρέου και Αστ.XXXXX Λ. Ανδρονίκου.
- Ακολούθως και περί ώρα 1220 της ίδιας μέρας η XXXXX Στυλιανού παρέδωσε το αναφερθέν στην παράγραφο αρ. 1 χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 1), μαζί με το ως άνω αναφερόμενο περιεχόμενό του, στον Α/Αστ. XXXXX Α. Ανδρέου, ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στην Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου.
- Περί ώρα 1225 στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας η Αστ. XXXXX. Ανδρονίκου παρέλαβε από την κατοχή του κατηγορουμένου, ως τεκμήρια, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αρ. ΙΜΕΙ 352804097832892 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), εντός του οποίου ήταν τοποθετημένη η κάρτα με αριθμό κλήσης XXXXX76 και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αριθμούς ΙΜΕΙ 35209309637478 και XXXXX46 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), εντός του οποίου ήταν τοποθετημένες οι κάρτες με αριθμούς κλήσης XXXXX18 και XXXXX
- Μεταξύ του κινητού τηλεφώνου μάρκας SAMSUNG (Τεκμήριο 3) και της θήκης, όπου αυτό ήταν τοποθετημένο, η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου εντόπισε και παρέλαβε, ως τεκμήριο, ένα κομμάτι χαρτιού επάνω στο οποίο υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4).
- Ακολούθως την ίδια μέρα, η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας όλα τα προαναφερθέντα Τεκμήρια 1 - 4, τα οποία φωτογραφήθηκαν, στη παρουσία του κατηγορουμένου, από τον Α/Αστ. XXXXX Κ. Κωνσταντίνου.
- Αργότερα στα γραφεία της ΥΚΑΝ και στη παρουσία του κατηγορουμένου, η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου αφαίρεσε από το αναφερόμενο στην παράγραφο αρ.1 χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 1) τις δύο νάιλον συσκευασίες, που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη και τις συσκεύασε ως δύο ξεχωριστά τεκμήρια
- Στις 18.7.18 και περί ώρα 1200 η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου μετέφερε και παρέδωσε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου τα Τεκμήρια 1, 5 και 6 μαζί με τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων.
- Στις 20.7.18 στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας κατά τον έλεγχο δεμάτων, που διενεργούσε η τελωνιακή λειτουργός XXXXX Στυλιανού, εντοπίστηκε πακέτο, το οποίο είχε αφιχθεί στην Κύπρο από το Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για ένα κλειστό χαρτοκιβώτιο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Κατόπιν σχετικής ενημέρωσης, αφίχθηκε στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας, περί ώρα 1250, ο Αστ. XXXXX Δ. Σιημητρά μαζί με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήδη τελούσε υπό κράτηση.
- Ακολούθως και περί ώρα 1255 η τελωνιακή λειτουργός XXXXX Στυλιανού άνοιξε στην παρουσία του κατηγορουμένου το αναφερθέν στην παράγραφο αρ. 8 χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 7), εντός του οποίου εντόπισε μια χάρτινη σακούλα, η οποία περιείχε μια ασημένια αεροστεγή συσκευασία. Μέσα στην εν λόγω ασημένια συσκευασία υπήρχαν: i. 4 νάιλον διαφανή σακούλια, που το κάθε ένα περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη. ii. ένα νάιλον σακούλι, εντός του οποίου υπήρχε ένα άλλο νάιλον σακούλι, που περιείχε 916 δισκία γαλάζιου χρώματος μαζί με σκόνη.
- Τόσο το αναφερθέν στην παράγραφο αρ. 8 χαρτοκιβώτιο (Τεκμήριο 7) όσα και τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν εντός αυτού, ως αναφέρεται στην παράγραφο αρ. 9, παραδοθήκαν από την XXXXX Στυλιανού στον Αστ. XXXXX Δ. Σιημητρά, ο οποίος ακολούθως τα μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας.
- Την ίδια ημέρα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας ο Αστ. XXXXX Δ. Σιημητρά συσκεύασε ως ένα τεκμήριο τα αναφερόμενα στην παράγραφο αρ. 9 τέσσερα νάιλον διαφανή σακούλια, που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη. Επίσης συσκεύασε ως τεκμήριο και το νάιλον σακούλι, που περιείχε 916 δισκία γαλάζιου χρώματος μαζί με σκόνη.
- Στις 23.7.18 και περί ώρα 0800 ο Αστ. XXXXX Δ. Σιημητρά παράδωσε στην Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου τα Τεκμήρια 7, 8 και 9, τα οποία η προαναφερθείσα μετέφερε και παρέδωσε περί ώρα 1140 της ίδιας ημέρας στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου.
- Στις 24.7.18 και περί ώρα 1035 η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου μετέφερε και παρέδωσε τα Τεκμήρια 2 και 3 στην Αστ. XXXXX Χ. Χαρίτου του τμήματος Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας.
- Την ίδια μέρα και περί ώρα 1115 η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου μετέβη στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από όπου παρέλαβε τα Τεκμήρια 1, 5 και 6 και στη συνέχεια, περί ώρα 1145, παρέδωσε στο Γενικό Κρατικό Χημείο τα Τεκμήρια 5 και 6 για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων, ενώ έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή της το Τεκμήριο
- Κατά την προαναφερθείσα επιστημονική εξέταση που έλαβε χώρα στο Γενικό Κρατικό Χημείο το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων διαχωρίστηκε από την κάθε νάιλον συσκευασία.
- Στις 25.7.18 περί ώρα 1240 ο Α/Αστ. XXXXX Α. Ανδρέου μετέβη στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από όπου παρέλαβε τα Τεκμήρια 7, 8 και
- Τη ίδια μέρα ο προαναφερθείς παρέδωσε τα Τεκμήρια 8 και 9 στο Γενικό Κρατικό Χημείο για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων. Κατά την εν λόγω επιστημονική εξέταση το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων διαχωρίστηκε από την κάθε νάιλον συσκευασία. Την ίδια μέρα, ο Α/Αστ. XXXXX Α. Ανδρέου παρέδωσε στην Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου το Τεκμήριο 7, το οποίο η τελευταία έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή της.
- Στις 27.7.18 και περί ώρα 1050 η Αστ.3761 Λ. Ανδρονίκου μετέβη στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, όπου παρέδωσε τα Τεκμήρια 1 και 7 στον Λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου για διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων.
- Στις 9.8.18 ο Αστ. XXXXX Γ. Κουνούσιης μετέβη στο τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας, όπου παρέλαβε τα Τεκμήρια 2 και 3, τα οποία ακολούθως μετέφερε και τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων της ΥΚΑΝ Λάρνακας.
- Στις 14.8.18 η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου μετέβη στο Εργαστήριο Γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας, όπου παρέλαβε τα Τεκμήρια 1 και 7, τα οποία ακολούθως μετέφερε και τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων της ΥΚΑΝ Λάρνακας.
- Στις 28.8.18 και περί ώρα 1230 η Αστ. XXXXX Λ. Ανδρονίκου παρέλαβε από το Γενικό Κρατικό Χημείο τα Τεκμήρια 5 και 6, τα οποία ακολούθως μετέφερε και τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων της ΥΚΑΝ Λάρνακας.
- Στις 27.3.19 και περί ώρα 1215 ο Αστ. XXXXX Δ. Σιημητρά παρέλαβε από το Γενικό Κρατικό Χημείο τα Τεκμήρια 8 και 9, τα οποία ακολούθως μετέφερε και τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων της ΥΚΑΝ Λάρνακας.
- Όλα τα αναφερόμενα στο παρόν έγγραφο αντικείμενα από τον εντοπισμό και την παραλαβή τους ως Τεκμήρια μέχρι την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου διακινήθηκαν νομότυπα και καμία επέμβαση ή μεταβολή ή προσθήκη ή αλλοίωση έγινε σε αυτά. ....................................................». Προσθέτουμε (ή και επαναλαμβάνουμε), ως τελική εικόνα πια, ότι ο κατηγορούμενος - που διαμένει στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (στην κατεχόμενη Αμμόχωστο) - ήταν ο παραλήπτης των επίδικων δεμάτων που έφθασαν στο Ταχυδρομείο Λάρνακας και παραδόθηκαν σε αυτόν (αντιστοίχως) την 17.7.18 (βλ. Τεκμήριο 1) και την 20.7.18 [βλ. Τεκμήριο 5] (βλ. και δέσμη φωτογραφιών/Τεκμήριο 6). Στα δέματα υπήρχε αναγραμμένο το όνομα του κατηγορουμένου και ο αριθμός κινητού τηλεφώνου XXXXX76, που βρέθηκε στην κατοχή του κατά τη σύλληψη (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Την 17.7.18, βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου, κομμάτι χαρτιού επί του οποίου ήταν καταγεγραμμένος και ο κωδικός ανίχνευσης του πρώτου δέματος/Τεκμήριο 1 (XXXXX52). Ο κατηγορούμενος είχε κατά τους ουσιώδεις χρόνους έλεγχο και κατοχή των δεμάτων εντός των οποίων περιέχονταν, εν γνώσει του, τα επίδικα (και αποδειχθέντα ως παράνομα ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Α και Β) ναρκωτικά, ως οι λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο. Στις 17.7.18 εισήγαγε παρανόμως στην Δημοκρατία μέσω του Ταχυδρομείου Λάρνακας ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή 963,1 γραμμάρια καννάβεως (βλ. κατηγορία 2). Κατά την ίδια ημερομηνία, είχε παρανόμως στην κατοχή του την εν λόγω ποσότητα καννάβεως (βλ. κατηγορία 3) με σκοπό την, κατά μη ανατραπέν μαχητό νομοθετικό τεκμήριο, προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορία 4). Την 20.7.18, ο κατηγορούμενος εισήγαγε παρανόμως στην Δημοκρατία μέσω του Ταχυδρομείου Λάρνακας ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή 1.861,4 γραμμάρια καννάβεως (βλ. κατηγορία 6). Την ίδια μέρα είχε παρανόμως στην κατοχή του την ποσότητα αυτή (βλ. κατηγορία 7) - και στην κατηγορία αυτή θα επιστρέψουμε για κάτι το δικονομικό - με σκοπό την, κατά μη ανατραπέν μαχητό νομοθετικό τεκμήριο, προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορία 8). Πάλι στις 20.7.18, ο κατηγορούμενος εισήγαγε παρανόμως στην Δημοκρατία ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή 916 δισκία και σκόνη MDMA συνολικού βάρους 276,2 γραμμαρίων (βλ. κατηγορία 9). Την ίδια ημερομηνία είχε παρανόμως στην κατοχή του τα εν λόγω ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Α (βλ. κατηγορία 10), με σκοπό την, κατά μη ανατραπέν μαχητό νομοθετικό τεκμήριο, προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο (βλ. κατηγορία 11). Επιστρέφουμε στην κατηγορία 7, για να πούμε πως στις λεπτομέρειες αδικήματος που τη συνοδεύουν, αναφέρεται ως ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος η 17.1.18 αντί (πασιφανώς και αναντιρρήτως), της ορθής ημερομηνίας (20.7.18), ως τούτο συνάγεται με απόλυτη και ύψιστη ασφάλεια από το σύνολο του κατηγορητηρίου, την αξιόπιστη μαρτυρία και τις τοποθετήσεις της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης. Παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν τέθηκε το αναλυόμενο ζήτημα από την Υπεράσπιση. Η ορθή ημερολογιακή αναφορά στην κατηγορία 7 είναι η 20.7.18 και όχι η 17.1.
- Ως εκ της φύσης - τυπικής ως εκτυλίχθηκαν τα πράγματα - του υπό αναφοράν λάθους, εκείνο που χρειάζεται να γίνει τώρα είναι η αυτεπάγγελτη από εμάς ενεργοποίηση του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, για διπλή τροποποίηση/μεταβολή του κατηγορητηρίου διά προσθήκης νέας κατηγορίας (ως Κατηγορίας 7Α) στην οποία θα καθορίζεται ως ο κρίσιμος χρόνος η «20.7.18» και (ως εκ των εκείθεν αναφορών) για την κατηγορία 8, μια που οι λεπτομέρειες της παραπέμπουν «. στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην έβδομη κατηγορία .». Η (δεύτερη) νέα κατηγορία, θα αναφέρεται ως κατηγορία 8Α. Δεν λησμονούμε ότι την 21.9.18 (ενώπιον της προηγούμενης σύνθεσης του Κακουργιοδικείου), το κατηγορητήριο είχε μεταβληθεί εν σχέσει και προς τις κατηγορίες 8 και 10 ώστε η αναφορά στη διάπραξη των εκεί διατυπωμένων εγκλημάτων στην 20.7.18 αντί στην 17.1.18. Οι χειρισμοί μας καθόλου δεν παραβλάπτουν τα συνταγματικά ή άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου υπό τις συνθήκες που διασαφηνίσαμε (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Χρυσάνθου, Ποιν. Έφ. 137/15, ημ. 2.6.16). Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις επίδικες κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται ως το κατηγορητήριο (με τις μεταβολές που προείπαμε). (Υπ.) ............. Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο