Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10160/15, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10160/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v
- XXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΧXX ΦΩΤΙΟΥ Κατηγορούμενοι ----------------------- Ημερομηνία: 13/01/2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα. Πατσαλίδου Για τον Κατηγορούμενο 2: κος. Δημοσθένους Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ.154 (1η κατηγορία), την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 243, 20 και 21 του Κεφ.154 (2η κατηγορία) και την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση των άρθρων 91Α, 20 και 21 του Κεφ.154 (3η κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενου κατηγορούνται ότι την 26/08/2015 συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα ήτοι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας ήτοι επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη στον ΧXX Χαραλάμπους στο εστιατόριο «ΠΛΑΖ» που βρίσκεται στο XXX της επαρχίας XXX. Παράλληλα ότι κατά την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο απείλησαν το ίδιο πρόσωπο ότι δηλαδή θα επαγάγουν βλάβη στο πρόσωπο του με την φράση ότι «θα σε σκοτώσουμε εσέναν τζαι την οικογένεια σου». Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες και η υπόθεση προωθήθηκε για ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο ΧXX Χαραλάμπους (ΜΚ1) ενώ επιπλέον κατατέθηκαν από κοινού 4 τεκμήρια (1 - 4) με επιφυλάξεις ως κατωτέρω. Οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων (Τεκμήρια 1 και 2), η ιατρική έκθεση του Δρ. Θεοδώρου (Τεκμήριο 3) και την κατάθεση του XXX Κουτσοχέρα (μάρτυρα 3 επί του κατηγορητηρίου - Τεκμήριο 4). Με το πέρας της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να τηρήσουν και ασκήσουν το δικαίωμα τους στη σιωπή ενώ δεν κάλεσαν οιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα τον παραπονούμενο, ΧXX Χαραλάμπους - Μ.Κ.1 ενώ κατατέθηκαν και παραδεκτά έγγραφα και τεκμήρια. Για σκοπούς καλύτερης πληρότητας παραθέτω τη μαρτυρία ξεκινώντας από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον μου ως μη αμφισβητούμενα αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα. Κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε ως τέτοιο ότι ο κατηγορούμενος ΧXX Φωτίου στις 27/8/2015 έδωσε μια ανακριτική κατάθεση στον Αστ. 2464, XXX Κλεάνθους, στην οποία αναφέρει κάποιους ισχυρισμούς επίσης κατηγορήθηκε γραπτώς και έδωσε τον ισχυρισμό του. Ομοίως παραδεκτό κατατέθηκε το γεγονός και εγκρίθηκε ως τέτοιο ότι και ο κατηγορούμενος XXX Γεωργίου έδωσε ανακριτική κατάθεση στις 27/8/2015 στον Αστ.2464 XXX Κλεάνθους, κατηγορήθηκε γραπτώς και έδωσε τον ισχυρισμό του. Ακολούθως κατατέθηκε ως παραδεκτό για την ετοιμασία του και το περιεχόμενο του και εγκρίθηκε ως τέτοιο το τεκμήριο 3 που αποτελεί την ιατρική έκθεση του Δρ. Θεοδώρου του τμήματος ΤΑΕΠ του Νοσοκομείου Πόλεως Χρυσοχούς. Αναφέρεται σε αυτό ότι «Αναφερ. ξυλοδαρμό. Φέρει εκχύμωση ΔΕ ώμου - κλείδας, εκδορές γόνατος άμφω. Μώλωπας τριχωτού κεφαλής (Αρ.κροταφικής χώρας). Αναφέρει ζάλη. ΑΠ.135/84, Pulse 84/min, S.P.O2: 96% PERLA GSC 15/15.» Σε σχέση με αυτό οι συνήγοροι υπεράσπισης δήλωσαν επιφύλαξη για τη σύνδεση των ευρημάτων με οιεσδήποτε ενέργειες των πελατών τους. Ως παραδεκτό εγκρίθηκε και το Τεκμήριο 4, κατάθεση του Δημήτρη Κουτσοχέρα, με δήλωση ότι παραδεκτό είναι το γεγονός της λήψης της και όχι το περιεχόμενο της. Ο παραπονούμενος - ΜΚ1 τώρα έδωσε γραπτή κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι είναι γεωργός και διαμένει με τους γονείς του. Στις 26/8/2015 περί ώρα 15:30 πήγε μαζί με φίλους του στο εστιατόριο «XXX» στο XXX και με τον XXX Κουτσοχέρα. Αφού συνάντησαν τον Κουτσοχέρα, μετά από 15-20 λεπτά και καθώς έτρωγαν ήρθαν οι κατηγορούμενοι και πισώπλατα άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια στο κεφάλι του, τα πόδια και την πλάτη. Αναφέρει ότι προηγουμένως δεν είχε καμία επαφή και δεν γνώριζε ότι οι δύο κατηγορούμενοι ήταν στο εστιατόριο. Από τα κτυπήματα που δέχθηκε έπεσε στο πάτωμα και άλλα άτομα επενέβησαν και σταμάτησαν τους δύο από το να τον κτυπούν. Καθώς τους τραβούσαν πίσω φώναζαν μεγαλοφώνως ότι «θα σε σκοτώσουμε και εσένα και την οικογένεια σου». Αμέσως κάλεσε την αστυνομία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με την βοήθεια της Αστυνομίας. Υποβλήθηκε σε εξετάσεις και αναφέρει ότι διαπιστώθηκαν κτυπήματα στο δεξιό ώμο και εκδορές στο γόνατο. Από τα κτυπήματα είχε ζάλη και τάση λιποθυμίας. Στην μαρτυρία του ενώπιον μου ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αναγνώρισε τους κατηγορούμενους ως τα άτομα που αναφέρει στην κατάθεση του. Αναφέρθηκε σε προηγούμενα επεισόδια με τον κατηγορούμενο 1 και συγκεκριμένα ότι ένα μήνα πριν το επεισόδιο αυτός πήγε στο σπίτι του και κτύπησε τον ίδιο και τον πατέρα του που είναι θείος του και την θεία του ενώ ο ίδιος αθωώθηκε σε δίκη και έκτοτε έψαχνε να τον κτυπήσει. Αναφέρθηκε επίσης στις βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τον ξυλοδαρμό και στο πιστοποιητικό που έλαβε και παρέδωσε στην αστυνομία. Μαζί του στο εστιατόριο εκτός από τον Κουτσοχέρα ήταν και άλλα 2 άτομα από το XXX. Οι κατηγορούμενοι εισήλθαν και τον κτύπησαν ενώ αναφέρει ότι εκκρεμούν και άλλες υποθέσεις μεταξύ των. Είχε πόνους μετά το επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν θυμάται εάν ο 2ος κατηγορούμενος φορούσε καπέλο μπορεί να φορούσε. Ο Κουτσοχέρας ήταν το άτομο που τον βοήθησε όταν τον κτυπούσαν καθώς έτρωγε πάνω στο κεφάλι. Ανάφερε ότι ο 2ος κατηγορούμενος τον κτυπούσε και τον 1ο τον έβλεπε απέναντι που απειλούσε κόσμο να μην πλησιάσει και σταματήσει τον ξυλοδαρμό, εκφόβιζε κόσμο για να μπορεί ο άλλος να τον κτυπά. Ο 1ος κατηγορούμενος ως χαρακτηριστικά ανέφερε δεν σήκωσε χέρι πάνω του. Ισχυρίστηκε ότι μετέφερε τον δεύτερο κατηγορούμενο για να τον κτυπήσει. Αρνήθηκε ότι καθώς ο ίδιος έβγαινε από το εστιατόριο και είδε τον πρώτο κατηγορούμενο του είπε ότι μετέφερε τον 2ο να τον κτυπήσει και θα τον κανόνιζε. Επέμεινε ότι δεν είδε τους κατηγορούμενους να εισέρχονται και μετά τους είδε που τον κτυπούσαν ο μεν 2ος και ο 1ο απομάκρυνε τον κόσμο και τον απειλούσε. Περιέγραψε το επεισόδιο ως κατά τον ίδιο έλαβε χώρα και επέμεινε ότι αμφότεροι τον απείλησαν ότι θα σκοτώσουν τον ίδιο και την οικογένεια του. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όταν τους χώρισαν φώναξαν την απειλή. Ισχυρίστηκε ότι από τη πρώτη στιγμή τον κτύπησαν και αυτός κατάφερε και γλίστρησε και έφυγε. Τον κρατούσε από την φανέλα και τον κτυπούσε ενώ ο ίδιος έτρεψε γύρω από το τραπέζι μέχρι που σκίστηκε η φανέλα και βγήκε και τότε γλύτωσε και κατάφερε να μην τον κτυπήσει άλλο. Εκεί ενεπλάκησαν και άλλοι όπως τα γκαρσόνια και αυτοί έφυγαν και τον ανέμεναν στο αυτοκίνητο του για να τον ξανακτυπήσουν και τότε ήρθε η αστυνομία. Ο αστυνομικός προσπάθησε να επιλύσει τις διαφορές του και επειδή πονούσε τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Όταν αναφέρεται στην κατάθεση του ότι τον κτύπησαν και οι δύο είναι χάρη του λόγου και λέει την αλήθεια ότι τον κτύπησε μόνο ο 2ος. Οι αστυνομικοί έκαναν τη δουλειά τους και κατέγραψαν στην κατάθεση του ότι τους είπε. Επέμεινε ότι λέει την αλήθεια και αρνήθηκε ότι έχουν διαφορές με τον 2ο κατηγορούμενο. Στην υποβολή ότι λίγες ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό ο ίδιος απείλησε τον 2ο ότι θα κάψει τα παιδιά του αλλά και ότι θα επαγάγει άλλες πράξεις στην οικογένεια του και προς τούτο τον κατήγγειλε ο παραπονούμενος αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος τον απείλησε πρώτος τηλεφωνώντας στη μητέρα του και ανάφερε ότι μετά από αυτά είπε και ο ίδιος κουβέντες αφού θύμωσε που απείλησαν τους γονείς του. Το όλο περιστατικό διήρκησε περί τα 10 λεπτά με συνεχή κτυπήματα σε αυτά τα λεπτά. Στην υποβολή ότι όταν είδε τους κατηγορούμενους σηκώθηκε από το τραπέζι και τους πλησίασε ζητώντας τους να φύγουν και τότε ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να μην απειλήσει ξανά τη γυναίκα του και τα παιδιά του ο μάρτυρας απάντησε διερωτώμενος γιατί δεν έφεραν τον Κουτσοχέρα να τα πει και ότι λέει την αλήθεια. Αρνήθηκε ότι έγινε ότι του υπέβαλε ο συνήγορος και επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος μόνο τον έβριζε και τον απειλούσε και για δέκα λεπτά τον κτυπούσε χωρίς να πλησιάσει κανένας κοντά του προς βοήθεια. Ο μόνος που ενεπλάκη για να τον βοηθήσει ήταν ο Κουτσοχέρας. Για να μπορέσει να τους τραβήξει πίσω έπρεπε να βγει η φανέλα του μετά που έπεσε και σηκώθηκε έτρεχε και τον τραβούσαν από τη φανέλα και αφού αυτή σκίστηκε κατάφερε να ξεφύγει. Τότε έτρεχαν γύρω από το τραπέζι ώσπου και στο τέλος επειδή υπήρχε πολύς κόσμος έκαναν και οι κατηγορούμενοι πίσω και κατάλαβαν το λάθος τους και πήγαν και τον ανέμεναν στο αυτοκίνητο του για να τον ξανακτυπήσουν. Επέμεινε ότι τον κτυπούσαν, έπεσε κάτω και τον κτυπούσαν μέχρι που βγήκε η φανέλα του. Οι φίλοι του που ήταν μαζί του στο τραπέζι δεν έδωσαν κατάθεση καθότι τους απειλούσαν. Ακολούθως είπε ότι πως θα έρχονταν αφού τους ήξερε πολύ λίγο καιρό. Στην ταβέρνα πριν το επεισόδιο δεν πρόλαβε ούτε να φάει ούτε να πιει. Καθώς έτρωγε τον κτύπησαν. Από το νοσοκομείο τον παρέλαβε η οικογένεια του και τον μετέφερε και πήρε το αυτοκίνητο του. Παρά τις σωματικές του βλάβες κατάφερε να οδηγήσει και έκανε την καρδιά του πέτρα. Δεν πήγε σε άλλους γιατρούς να πάρει χαρτιά να κίνησε αγωγή και ζητά να τιμωρηθούν. Αρνήθηκε ότι ζήτησε λεφτά για να αποσύρει το παράπονο του και ότι θέλει να τους εκδικηθεί. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας η οποία θα αξιολογηθεί με βάση τις νομολογικά καθιερωμένες αρχές ενώπιον μου κατατέθηκαν και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων. Σημειώνω ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μετά την κλήση τους σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου τήρησαν και άσκησαν το δικαίωμα τους στη σιωπή. Οι ανακριτικές τους καταθέσεις που εκ συμφώνου κατατέθηκαν θα εξεταστούν με δεδομένο ότι δεν δόθηκαν ενόρκως και με βάση τις αρχές που διέπουν τη βαρύτητα που μπορεί αυτές να έχουν. Σε αυτές οι δύο κατηγορούμενοι αναφέρουν τα κάτωθι: Ο μεν πρώτος κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 2 αναφέρει ότι στις 26/8/2015 πήγε με τον XXXXX - κατηγορούμενο 2 μια βόλτα στη πλάζ στο XXX. Ο XXXXX είδε το αυτοκίνητο του ξάδελφου του, του XXXXX και κατέβηκαν. Με τον XXXXX έχουν προηγούμενα και εξετάζει υπόθεση η αστυνομία. Όταν είδε το αυτοκίνητο του θόλωσε το μυαλό του γιατί στις 15/08/15 ο κατηγορούμενος 2 κατήγγειλε τον XXXXX ο οποίος τον απείλησε ότι θα κάψει τα μωρά του και κατέβηκε να τον ρωτήσει γιατί είπε αυτά τα πράγματα. Ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έμεινε στο δρόμο περιμένοντας το XXXXX. Ο ίδιος ούτε μίλησε ούτε και κτύπησε τον παραπονούμενο γιατί είχαν προηγούμενα και δεν ήθελε να εμπλακεί. Ο Χρίστος πήγε εκεί που ήταν ο XXXXX για να εξηγηθούν. Είδε από μακριά ότι τελικά τσακώθηκαν αλλά δεν πήγε κοντά λόγω των προηγούμενων που είχαν. Την καταγγελία την έκανε ο παραπονούμενος για να τον εκδικηθεί. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι την 26/8/2015 πήγε μια βόλτα στο XXX. Εκεί είδε το αυτοκίνητο του ανιψιού του, του XXXXX και κατέβηκε. Με το πρόσωπο αυτό έχει διαφορές και τον κατήγγειλε στην Αστυνομίας στις 15/8/
- Όταν είδε το αυτοκίνητο θόλωσε το μυαλό του γιατί στις 15/8/2019 ο XXXXX τον απείλησε ότι θα κάψει τα μωρά του αλλά απείλησε και τη σύζυγο και τους γονείς του και όποτε τον βλέπει τον εξυβρίζει. Μαζί του στη πλάζ πήγε και ο XXX ο ανιψιός τους. Όταν τον είδε θόλωσε το μυαλό του λόγω αυτών που του είπε για τα μωρά του και τον κτύπησε. Τα κύρια ζητήματα πραγματικών γεγονότων τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν και για τα οποία υπήρξε διάσταση από τους διαδίκους, είναι κατά πόσο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι επιτέθηκαν στον παραπονούμενο και τον κτύπησαν ενώ παράλληλα είχαν συνωμοτήσει προς τούτο ενώ επίσης απείλησαν αυτόν με βιαιοπραγία με τη φράση που αποδίδεται στη 3η κατηγορία. Για την διαπίστωση των πιο πάνω απαιτείται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ολοκληρωμένα ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον ένα και μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 724). Περαιτέρω, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439, Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Από τα ενώπιον μου παραδεκτά τεκμήρια και στοιχεία προκύπτει και δεν αμφισβητήθηκε ότι μετά από επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 26/8/2015 στη πλάζ στο Λατσί επενέβη η αστυνομία η οποία εν τέλει έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ1 αλλά και τρίτο πρόσωπο και ανακριτικές καταθέσεις από τους δύο κατηγορούμενους ως υπόπτους για συνομωσία προς επίθεση και απειλή βιαοπραγίας προς τον ΜΚ
- Οι κατηγορούμενοι έθεσαν τη δική τους εκδοχή. Ο ΜΚ1 εξετάστηκε από κυβερνητικό ιατρό την ίδια ημέρα ο οποίος εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Σε σχέση με αυτό σημειώνω ότι αμφότεροι οι συνήγοροι υπεράσπισης ως ανέφεραν και στις τελικές τους αγορεύσεις δεν αμφισβήτησαν τα όσα αναφέρονται σε αυτό αλλά ότι αυτά προκλήθηκαν από τη συμπεριφορά και πράξεις των κατηγορουμένων. Επομένως με δεδομένο ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτό δεν αμφισβητήθηκαν πέραν της σύνδεσης των με πράξεις των κατηγορούμενων το αποδέχομαι. Σε ότι αφορά δε το τεκμήριο 4, την κατάθεση του φερόμενου ως παριστάμενου στη σκηνή του επεισοδίου XXX Κουτσοχέρα σημειώνω ότι αυτή κατατέθηκε ως παραδεκτή ως προς τη λήψη της ως μέρος των ενεργειών της αστυνομίας και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Πέραν του γεγονότος ότι η κατάθεση αυτή λήφθηκε από την αστυνομία στα πλαίσια της διερεύνησης δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της. Το πρόσωπο αυτό δεν κλήθηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να καταθέσει από οποιαδήποτε πλευρά. Επίσης, δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος που το πρόσωπο αυτό δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να κριθεί η αξιοπιστία του. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης και δεν θα δοθεί. Ξεκινώ την αξιολόγηση από τη ένορκη μαρτυρία του παραπονούμενου, βασικότερου μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση με δεδομένη τη φύση αυτής. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν από το εδώλιο του μάρτυρα και γενικά όλες τις αντιδράσεις του. Έλαβα επίσης υπόψη μου και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και το περιεχόμενο τoυ ιατρικού πιστοποιητικού. Ο παραπονούμενος παρόλο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και επέμεινε ότι οι κατηγορούμενοι τον κτύπησαν με συγκεκριμένο τρόπο και ενέργειες εντούτοις μου έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς τα ακριβή γεγονότα και συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο. Και τούτο, διότι μελετώντας την μαρτυρία του και όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω διαπιστώσει κάποιες σοβαρές αδυναμίες σε αυτή, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, που καθιστούν επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επίσης η όλη του στάση στο εδώλιο του μάρτυρα προκάλεσε εύλογες αμφιβολίες ως προς την αλήθεια της μαρτυρίας του ενόψει της σωρείας αντιφάσεων που διαπίστωσα, της εναλλαγής θέσεων και εκδοχών, της μεταβολής θέσεων αλλά και της παράθεσης σωρείας λεπτομερειών που θυμήθηκε μετά παρόδου 4 και πλέον ετών και οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονταν στην κατάθεση του η οποία δόθηκε αυθημερόν με το επεισόδιο. Επίσης εντύπωση προκάλεσε ότι σε κάθε ερώτηση της αντεξέτασης που τον έθετε προ αυτών των αντιφάσεων και των υποβολών ότι δεν λέει την αλήθεια δεν απαντούσε ολοκληρωμένα και με σταθερότητα αλλά περιοριζόταν να παραπέμψει στο Δικαστήριο ως το αρμόδιο να κρίνει την αλήθεια. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης μου, θα αναφερθώ κατωτέρω σε συγκεκριμένες αναφορές του και μέρος της μαρτυρίας του. Σημειώνω βεβαίως εκ προοιμίου ότι δεν αμφισβητήθηκε αλλά απορρέει ως κοινό έδαφος ότι την επίδικη ημερομηνία στο συγκεκριμένο χώρο ένα περιστατικό έλαβε χώρα με εμπλεκόμενους τουλάχιστον τον 2ο κατηγορούμενο και τον ΜΚ
- Προς τούτο δεν μπορώ να παραβλέψω τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων οι οποίες τέθηκαν ενώπιον μου και των οποίων η αξιολόγηση της βαρύτητας ακολουθεί κατωτέρω. Συγκεκριμένα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δέχονται ότι έχοντας δει το όχημα του ΜΚ1 στο κέντρο αυτό κατέβηκαν. Ο δε 1ος κατηγορούμενος αναφέρεται σε τσακωμό μεταξύ 2ου και ΜΚ1 ενώ ο 1ος προβαίνει σε ομολογία και/ή τουλάχιστον δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του περί του ότι κτύπησε τον ΜΚ
- Κατ' αρχή ο ΜΚ1 στην κατάθεση του αναφέρει μια εκδοχή συγκεκριμένη ως προς τον τρόπο συμπεριφοράς των κατηγορούμενων η οποία όμως διαφοροποιείται από την εκδοχή που εν τέλει προώθησε προφορικά ενώπιον μου. Στην γραπτή του κατάθεση τεκμήριο 5 αναφέρει ότι καθώς έτρωγαν στο εστιατόριο ήρθαν στο τραπέζι τους οι κατηγορούμενοι και πισώπλατα άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους στο κεφάλι τα πόδια και την πλάτη. Καμία επαφή δεν είχε πριν με αυτούς και δεν γνώριζε ότι ήταν και αυτοί στο κέντρο. Από τα κτυπήματα αυτά έπεσε στο πάτωμα και με την συμβολή των άλλων απετράπησαν οι κατηγορούμενοι από του να συνεχίσουν να τον κτυπούν. Καθώς τους τραβούσαν πίσω φώναζαν μεγαλοφώνως ότι θα σκοτώσουν αυτόν και την οικογένεια του. Αμέσως κάλεσε αστυνομία. Από την άλλη πλευρά στην ενώπιον μου μαρτυρία έθεσε μια διαφοροποιημένη εκδοχή περί του ότι αφού του επιτέθηκαν και τον κτυπούσαν ο μόνος που επενέβηκε ήταν ο Κουτσοχέρας και όχι οιοσδήποτε άλλος. Μάλιστα δεν δίστασε να αναφέρει ότι εάν δεν ήταν αυτός θα τον κτυπούσαν αρκετή ώρα ακόμη. Στην γραπτή του κατάθεση όμως αναφέρεται σε συμβολή άλλων προσώπων που μετά την πτώση του στο έδαφος απέτρεψαν τους κατηγορούμενους από το να τον κτυπούν. Ουσιώδης αντίφαση και διαφοροποίηση των όσων αναφέρει στην κατάθεση του είναι και η εμπλοκή των δύο κατηγορούμενων στο επεισόδιο. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πισώπλατα τον κτυπούσαν καθώς έτρωγε στην ενώπιον μου μαρτυρία αναφέρει ότι είδε τον Γιώργο - 1ο κατηγορούμενο, απέναντι του να εκφοβίζει τον κόσμο. Διευκρίνισε μάλιστα ότι ο 2ος κατηγορούμενος τον κτυπούσε και ο 1ος εκφόβιζε τους παριστάμενους χωρίς όπως χαρακτηριστικά ανέφερε να απλώσει χέρι πάνω του. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι καθώς έτρωγαν και χωρίς να δει οποιοδήποτε ξαφνικά και αναίτια οι κατηγορούμενοι άρχισαν να τον κτυπούν πισώπλατα, στην μαρτυρία του ενώπιον μου αναφέρει ότι, με το που εισήλθαν οι κατηγορούμενοι στο χώρο ο 1ος άρχισε να εκφοβίζει κόσμο και ο 2ος να τον κτυπά. Μάλιστα δεν δίστασε να αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος μετέφερε τον 2ο από την Πάφο στο χώρο αυτό με σκοπό να τον κτυπήσουν καθότι κάποιοι τους είπαν ότι ο ίδιος είναι εκεί. Αυτές οι θέσεις πέραν από αόριστες και βασιζόμενες σε πιθανολόγηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ουδεμία άλλη μαρτυρία τέθηκε ή στοιχεία από τον ίδιο τον ΜΚ1 περί του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχοντας γνώση ότι ο ΜΚ1 ήταν στο συγκεκριμένο χώρο ξεκίνησαν και μάλιστα από την Πάφο με σκοπό να τον κτυπήσουν σε ένα δημόσιο χώρο εστιατορίου. Εν τέλει όμως ανέφερε ότι ο ρόλος του 1ου κατηγορούμενου περιορίστηκε στο να μεταφέρει τον 2ο και ίσως να το ευχαριστήθηκε καθότι είχε και δικά του συμφέροντα. Παράλληλα με τα πιο πάνω και ενώ ο ΜΚ1 αντεξεταζόταν επί της ουσίας της επίθεσης αλλά και της απειλής έθεσε μια άλλη εκδοχή με λεπτομέρειες οι οποίες πρώτη φορά τέθηκαν μέσα από την αντεξέταση του. Ότι τον κτυπούσαν κρατώντας τον από τη φανέλα μέχρι που κατάφερε και έφυγε, «ως τζιαμαί που τους έγλιασα τζιαί έφυα», ως χαρακτηριστικά ανέφερε και συνέχισε αναφέροντας ότι ακολούθως που τους γλίστρησε και έφυγε έτρεχαν γύρω από το τραπέζι και τον κτυπούσαν. Η εκδοχή αυτή ουδεμία σχέση έχει με την θέση που κατέγραψε στη κατάθεση του περί του ότι καθήμενος ο ίδιος κτυπήθηκε πισώπλατα έπεσε στο έδαφος και επενέβησαν άλλοι για να τους σταματήσουν. Η εκδοχή που τώρα έθεσε περιλαμβάνει τράβηγμα από τη φανέλα, σκίσιμο αυτής, καταδίωξη γύρω από το τραπέζι και καμία αναφορά σε πτώση του στο έδαφος. Παρόλο δε που σταθεροποίησε τη θέση του περί μη εμπλοκής του κατηγορούμενου 1 στο κτύπημα που δέχτηκε συνέχισε να απευθύνεται κατά την περιγραφή του επεισοδίου και στους δύο κατηγορούμενους. Σημειώνω ότι δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει ότι στην πρώτη του κατάθεση αναφέρθηκε σε ξυλοδαρμό από αμφότερους τους κατηγορούμενους «τρόπος του λέγειν». Στα πλαίσια της όλης ασαφούς μαρτυρίας του ο ΜΚ1 δεν δίστασε να αναφέρει ότι το όλο περιστατικό διήρκησε περί τα 10 λεπτά με συνεχή κτυπήματα σε αυτά τα λεπτά. Η θέση του αυτή θεωρώ ότι δεν συνάδει ούτε με την λογική. Πως είναι δυνατό να γίνει από δεκτό ότι ένα άτομο υπέστη ξυλοδαρμό σε ένα έντονο επεισόδιο ως το περιέγραψε για ένα χρονικό διάστημα 10 λεπτών και ουδείς επενέβη να το σταματήσει νωρίτερα και μόνο έστω ο 1ος κατηγορούμενος κατάφερε να εκφοβίσει όλο αυτό τον κόσμο που ως ο ΜΚ1 ανάφερε ότι βρισκόταν εκεί. Παράλληλα επέμεινε ότι ο μόνος που ενεπλάκη για να τον βοηθήσει ήταν ο Κουτσοχέρας ο οποίος για να μπορέσει να τους τραβήξει πίσω έπρεπε να βγει η φανέλα του μετά που έπεσε και σηκώθηκε έτρεχε και τον τραβούσαν από τη φανέλα και αφού αυτή σκίστηκε κατάφερε να ξεφύγει. Αντίθετα στην κατάθεση του αναφέρεται σε παρέμβαση παρισταμένων. Αυτή τη παρέμβαση είτε των παρισταμένων γενικά είτε του Κουτσοχέρα αργότερα διαφοροποίησε αναφέροντας ότι όταν τον κυνηγούσαν γύρω από το τραπέζι ώσπου στο τέλος επειδή υπήρχε πολύς κόσμος έκαναν και οι κατηγορούμενοι πίσω και κατάλαβαν το λάθος τους και πήγαν και τον ανέμεναν στο αυτοκίνητο του για να τον ξανακτυπήσουν. Επίσης ουδεμία λογική απορρέει από τη θέση του ότι οι φίλοι του που ήταν στο τραπέζι μαζί του δεν έδωσαν κατάθεση καθότι τους απειλούσαν. Ουδεμία σαφής θέση τέθηκε περί τέτοιων απειλών που απέτρεψαν τα πρόσωπα αυτά να δώσουν κατάθεση και να ενισχύσουν την εκδοχή του ΜΚ1 ή έστω να θέσουν τη δική τους εκδοχή για ένα τόσο έντονο συμβάν ως ο ΜΚ1 περιέγραψε. Παρά τη θέση του αυτή δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι διαφοροποίησε τη θέση του αυτή διερωτηθείς πως θα έρχονταν να δώσουν κατάθεση τα άτομα αυτά τα οποία ήξερε πολύ λίγο καιρό. Ομοίως η θέση του ΜΚ1 ότι αμφότεροι εκτόξευσαν προς αυτόν απειλή περί του ότι θα σκοτώσουν αυτόν και την οικογένεια του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν έχει τεθεί με σαφήνεια πως ακριβώς μετά το συμβάν οι κατηγορούμενοι ταυτόχρονα φώναζαν στον ΜΚ1 ότι θα τον σκοτώσουν. Η όλη του μαρτυρία εδώ είναι ασαφής ομοίως λόγω των όσων προκύπτουν ουσιωδώς να διαφοροποιούνται από την γραπτή του κατάθεση με την προφορική του μαρτυρία. Στο σημείο αυτό προβληματισμό εγείρει και η όλη αναφορά του στα τραύματα και στο πως αυτά προκλήθηκαν αλλά και τις συνέπειες και έκταση αυτών. Υπενθυμίζω ότι τα ευρήματα του ιατρού δεν αμφισβητήθηκαν παρόλα αυτά η έκταση τούτων και οι συνέπειες δεν επεξηγήθηκαν. Ο ίδιος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ένιωθε έντονη ζάλη παρά ταύτα αφού οι συγγενείς τους τον μετέφεραν στο όχημα του μετά το νοσοκομείο αυτός οδήγησε. Στο ερώτημα πως το κατάφερε αυτό ανάφερε ότι έκανε την καρδιά του πέτρα ενώ δεν πήγε σε άλλους γιατρούς να πάρει χαρτιά. Ουδεμία άλλη αναφορά βέβαια έκανε σε άλλες συνέπειες ή κατάλοιπα των βλαβών που να δικαιολογούσαν τη μετάβαση σε άλλο γιατρό ή ότι αυτός επανεξετάστηκε ή ότι έχρηζε μιας τέτοιας επανεξέτασης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι ανασφαλές και επικίνδυνο να βασιστώ ενόψει των αντιφάσεων και ασαφειών στην μαρτυρία του ΜΚ1 για να εξάγω συμπεράσματα ως προς τα επακριβή γεγονότα και λεπτομέρειες του επεισοδίου που έλαβε χώρα μεταξύ του ιδίου και των κατηγορούμενων. Από τη μαρτυρία του η οποία επί των λεπτομερειών δεν γίνεται αποδεκτή δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος ενεπλάκη σε επεισόδιο τουλάχιστον με τον κατηγορούμενο 2 που περιλάμβανε τσακωμό και κτύπημα. Οι διάδικοι έχουν μεταξύ τους διαφορές και υπήρχαν καταγγελίες στην αστυνομία και πριν το επίδικο συμβάν. Οι ακριβείς όμως συνθήκες όμως κάτω από τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, η έκταση του και οι συνέπειες του δεν μπορούν να προκύψουν με ασφάλεια μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τη βαρύτητα και να αξιολογήσω σχετικά τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων. Καταρχήν ως προανέφερα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μετά την κλήση τους σε απολογία επέλεξαν και τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής. Σε σχέση με την επιλογή των κατηγορούμενων να τηρήσουν σιωπή μετά που αυτοί κλήθηκαν σε απολογία, από αυτή δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις Charalambous v. The Republic,
(1985)2 C.L.R 97, Ποινική Έφεση 5286, ημερομηνίας 5.6.1990, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου ν. Της Αστυνομίας και Υπόμνημα αριθμ. 352, ημερομηνίας 4.2.2004, Δημοκρατία ν.
- Μαρίνας Αβρααμίδου
- Μιχάλη Γεωργίου
- Χαράλαμπου Χαραλάμπους). Όπως δε τονίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο Υπόμνημα 352 ανωτέρω, το τεκμήριο αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης και ότι αυτό έχει αναγνωριστεί τόσο από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Ακόμη και όταν με την γραπτή κατάθεση του κάποιος κατηγορούμενος ενοχοποιεί τον εαυτό του, το να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής δεν είναι αρκετό, αν από την λοιπή μαρτυρία δεν αποδεικνύεται η κατηγορία, για να αναιρέσει την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για απόδειξη της κατηγορίας και την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ποινική Έφεση 161/2007, ημερομηνίας 22.11.2007, Charles Rodney v. Αστυνομίας). Επισημαίνω στο στάδιο αυτό ότι όπως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναφερθεί, το κάθε μέρος του περιεχομένου της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των ισχυρισμών και γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα η έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Το Δικαστήριο δε είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης [βλέπε Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν. Της Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ 190]. Έχω ανωτέρω αναφέρει το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων. Αμφότεροι αναφέρουν ότι ευρισκόμενοι σε βόλτα κοντά στη πλαζ στο XXX είδαν το όχημα του ΜΚ1 και σταμάτησαν καθότι ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος κατήγγειλε τον ΜΚ1 στην αστυνομία για φερόμενες πράξεις του στις 15/08/2015 ήθελε να κατέβει και να ζητήσει το λόγο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι θόλωσε όταν τον είδε και τον κτύπησε. H θέση του αυτή αποτελεί ομολογία συγκεκριμένης πράξης η οποία μπορεί να έχει βαρύτητα και να ληφθεί υπόψη. Τα όσα επίσης αναφέρει για το λόγο που σταμάτησε στο συγκεκριμένο χώρο για τα όσα προηγήθηκαν με τον ΜΚ1, τις υπάρχουσες διαφορές τους και ότι κατέβηκε γιατί θόλωσε. Σε ότι αφορά τώρα το ιατρικό πιστοποιητικό έχω ανωτέρω αναφέρει ότι αποδέχομαι ότι αυτό περιλαμβάνει τα ευρήματα και διαπιστώσεις του γιατρού μετά από εξέταση στον ΜΚ
- Αυτό που δεν μπορεί όμως να προκύψει ενόψει του ότι ο εν λόγω γιατρός δεν προσήλθε ως μάρτυρας είναι η έκταση των τραυμάτων αυτών και η σύνδεση τους με τη συμπεριφορά των κατηγορούμενων και δη του κατηγορούμενου
- Ακόμα και η αποδοχή και ομολογία ότι ο 2ος κατηγορούμενος κτύπησε τον ΜΚ1 δεν μπορεί από μόνη της να ταυτιστεί με ασφάλεια στην έκταση των τραυμάτων και στη φύση τους ενόψει αφενός της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ1 ως προς τις ακριβείς συνθήκες του επεισοδίου και την έκταση της επίθεσης και αφετέρου της ταύτισης συγκεκριμένης συμπεριφοράς πράξεων και ενεργειών με τα τραύματα αυτά από τον ιατρό. Έχοντας προβεί στην ανωτέρω αξιολόγηση καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Στις 26/08/2015 ο ΜΚ1 βρισκόταν σε ταβέρνα με την επωνυμία «Πλαζ» στο Λατσί και έτρωγε με άλλα πρόσωπα. Οι κατηγορούμενοι ευρισκόμενοι εντός του οχήματος τους στην ίδια περιοχή αφού είδαν το όχημα του ΜΚ1 κατέβηκαν και ο κατηγορούμενος 2 εισήλθε στο χώρο έχοντας ήδη διαφορές με τον ΜΚ
- Εκεί τον κτύπησε. Στο μέρος κλήθηκε η αστυνομία και ο ΜΚ1 μετέβηκε στο νοσοκομείο όπου αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε εκχύμωση δεξιού ώμου - κλείδας, εκδορές γόνατος άμφω. και μώλωπα τριχωτού κεφαλής (αρ. κροταφικής χώρας). Ακολούθως ο ΜΚ1 έδωσε κατάθεση ενώ από τους κατηγορούμενους λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις και κατηγορήθηκαν γραπτώς. Οι κατηγορούμενοι με τον ΜΚ1 έχουν διαφορές και προς τούτο εκκρεμούν και άλλες υποθέσεις αλλά και καταγγελίες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με την 1η κατηγορία που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αυτή αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Άκρως διαφωτιστική ως προς το πότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της συνομωσίας είναι η αποφαση στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, από την οποία προκύπτουν τα εξής: - Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. - Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους (βλ. Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216). - Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328 O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, σελ. 2035 παρ. 28-4). - Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, τούτο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633). - Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Έτσι, στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9). - Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. - Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι, λοιπόν, άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. - Είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). - Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. - Τέλος, πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης με σχετικό το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποία αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη είναι ένοχος πλημμελήματος και προνοείται ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Το αδίκημα τώρα της 3ης κατηγορίας αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154. Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στη νομική πτυχή των κατηγοριών 2 και 3 περιλαμβάνεται το άρθρο 20 με δεδομένο ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αυτές. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συµµετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συµβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος». Στην Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 λέχθηκε, με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία, ότι, στις περιπτώσεις που πρόσωπα διώκονται ως συνεργοί δυνάμει του άρθρου 20, πρέπει να αποδειχθεί: - η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και - η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες, δηλ. γνώση των ουσιωδών περιστάσεων που συνιστούν την διάπραξη του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού (βλ. και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 5). Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Συναυτουργός είναι αυτός ο οποίος γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος και με δική του οικειοθελή πράξη βοηθεί τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, ακόμη και στην περίπτωση που η δική του συμβολή αφορά μέρος, μόνο, των ενεργειών του αυτουργού (βλ. Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 544). Εκείνοι που «παρέχουν βοήθεια» ή «παρακινούν» (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι, σύμφωνα με τον Archbold 2009, σελ. 1886, παρ. 18-10, εκείνοι που είναι «παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος» και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Από την άλλη, η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση. Από την National Coal Board v. Gamble
(1959)1Q.B. 11 προκύπτει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εντούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων, όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία, κατά πόσο υπάρχει συνέργεια πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό, υποκίνηση, υποβοήθηση κ.λ.π. (βλ. R. v. Clarkson and other
(1971)55 Cr. App. R. 445, R. v. Coney,
(1882)8 Q.B.D. 534 και R. v. Allan [1965] 47 Cr. App. Rep. 243). Τα συστατικά στοιχεία της συνέργειας προσδιορίζονται στην απόφαση R. v. Calhaem
(1985)2 All E.R. 266, υιοθετήθηκαν στην Αλ Χάματ και άλλων v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, 135 και είναι:
- Επαφή μεταξύ του παροτρύνοντα και του αυτουργού κατά την οποία εξωθείται ο τελευταίος να διαπράξει το έγκλημα.
- Αιτιώδης σχέση μεταξύ της προτροπής για τη διάπραξη του εγκλήματος και της διάπραξής του, και
- Διάπραξη του εγκλήματος μέσα στα πλαίσια της παρότρυνσης και όχι ανεξάρτητα από αυτή. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω που άπτονται των συστατικών στοιχείων εκάστης κατηγορίας θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τα ευρήματα επί γεγονότων κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή των κατηγορούμενων. Σε ότι αφορά την εμπλοκή, συμμετοχή και ρόλο του κατηγορούμενου 1 έχω ανωτέρω καταλήξει σε εύρημα ότι ο 2ος κατηγορούμενος κτύπησε τον ΜΚ
- Πέραν τούτου που προέκυψε από τη ανακριτική κατάθεση του ιδίου του κατηγορούμενου και την παραδοχή του που για τους λόγους που ανέφερα έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 απορρίφθηκε. Ουδεμία άλλη μαρτυρία αποδεκτή έχει τεθεί και περιλήφθηκε στα ευρήματα περί εμπλοκής του κατηγορούμενου 1 είτε σε πράξεις απευθείας εναντίον του ΜΚ1 είτε με τη μορφή συνέργιας με βάση το 20 ή συνομωσίας με βάση το άρθρο
- Τα όσα ο ΜΚ1 τελικά ανέφερε περί του ότι ο κατηγορούμενος 1 εκφόβιζε κόσμο για να μπορέσει ο 2ος ανενόχλητος να τον κτυπήσει δεν έγιναν αποδεκτά. Παράλληλα ουδεμία μαρτυρία και συνεπακόλουθα εύρημα περί του ότι οι κατηγορούμενοι μεταξύ τους μετέβηκαν στο εν λόγω εστιατόριο με σκοπό να βρουν τον ΜΚ1 είτε ότι κινήθηκαν προς τη περιοχή έχοντας γνώση ότι αυτός βρίσκεται εκεί. Προκύπτει επομένως ότι η πρώτη κατηγορία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί για κανένα από τους κατηγορούμενους. Ομοίως και η 3η κατηγορία σε σχέση με αμφότερους τους κατηγορούμενους δεν έχει αποδειχθεί. Σημειώνω ότι η εκδοχή του ΜΚ1 περί του ότι αμφότεροι αναφώνησαν σε αυτόν και εκτόξευσαν την εν λόγω απειλή δεν έγινε αποδεκτή. Πέραν τούτου όμως ακόμη και αν ήθελε γίνει αυτό αποδεκτό ουδεμία μαρτυρία τέθηκε περί του τρόπου που εξέλαβε ο ΜΚ1 τη φράση αυτή, εάν ένιωσε φόβο, ανησυχία ή άλλο συναίσθημα ως είναι το προαπαιτούμενο ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Για τους ίδιους λόγους που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3 ούτε και η 2η κατηγορία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον του 1ου κατηγορούμενου. Ουδεμία πράξη η ενέργεια του προέκυψε από την αποδεκτή μαρτυρία ή έστω από την κατάθεση του περί του ότι αυτός είτε ως αυτουργός είτε ως συνεργός επιτέθηκε στον ΜΚ1 και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ1 για τον ρόλο που τελικά του απέδωσε δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας. Παραμένει επομένως να εξεταστεί κατά πόσο έχει πετύχει η στοιχειοθέτηση της 2ης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου
- Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι o κατηγορούμενος 2 κτύπησε τον ΜΚ
- Με βάση τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν από την επίθεση θα πρέπει να προκύψουν και τραύματα τα οποία να συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον παραπονούμενο. Αυτό αναμφίβολα συνιστά επίθεση εν τη εννοία του νόμου συνδυαζόμενη μάλιστα με την άφιξη του κατηγορούμενου στο χώρο και την απόφαση του να κατέβει για να ζητήσει το λόγο. Από την άλλη τα όσα αναφέρονται περί εκχυμώσεων και εκδορών στο ιατρικό πιστοποιητικό συνιστούν επίσης εν τη εννοία της πραγματικής σωματικής βλάβης μια τέτοια βλάβη. Αυτό όμως που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν τα πιο πάνω είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα υπό την έννοια ότι το χτύπημα που επέφερε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο συνδέεται με τις βλάβες που καταγράφονται στο πιστοποιητικό. Η απουσία ευρημάτων ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως προς τις ακριβείς συνθήκες του όλου επεισοδίου και τον τρόπο που ο κατηγορούμενος τον χτύπησε δεν μπορούν να συνδεθούν με ασφάλεια με τα τραύματα από αυτό το κτύπημα στο σώμα του παραπονούμενου και μάλιστα στην έκταση που αυτά περιγράφονται στο εν λόγω πιστοποιητικό. Η απουσία ευρήματος αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η επίθεση σε συνδυασμό με την απουσία ιατρικής μαρτυρίας που να μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξακρίβωση του ακριβούς μηχανισμού κάκωσης και σχετικών ευρημάτων αφαιρεί τη δυνατότητα κατάληξης σε ασφαλές συμπέρασμα ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ καθότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει ότι αποτελεί εύρημα του ότι ο κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον παραπονούμενο και τούτο ότι συνιστά επίθεση. Με βάση τη νομολογία το Δικαστήριο έχει την εξουσία από μόνο του να καταδικάσει, στην περίπτωση κατηγορίας επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εφόσον αποδειχθεί μόνον μια τέτοια σωματική βλάβη ή ακόμη και για κοινή επίθεση αν δεν αποδειχθεί καθόλου σωματική βλάβη (βλ. ARCHBOLD 2009, para. 19-203 κάτω από τον τίτλο «
(4)Αlternative verdicts» και para. 4-453 - 4-464 και Μιχάλης Ανδρέα «Ψύλλας» v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 353). Η ενέργεια του κατηγορούμενου 2 να κτυπήσει τον ΜΚ1 και το συναφές εύρημα στην απουσία σύνδεσης με τα ευρήματα επί του ιατρικού πιστοποιητικού δύναται να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της κοινής επίθεσης σύμφωνα με το άρθρο 242 του Κεφ.154. Με δεδομένο ότι το αδίκημα της επίθεσης, περιλαμβάνεται στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (βλ. Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, Mohamed
(1998)1 Α.Α.Δ. 1304, Ψύλλας v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353 και Yo Hong Bo κ.α. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 293), ο κατηγορούμενος, στη βάση όλων όσων έχουν γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο αλλά και της δικής του παραδοχής, καταδικάζεται στο αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 αφού στο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 2η κατηγορία επιτέθηκε και κτύπησε τον ΜΚ1 - παραπονούμενο. Ενόψει όλων των πιο πάνω ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 κατ' εφαρμογή του άρθρου 85
(1)του Κεφ. 155 ήτοι στην κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ειδικότερα πιο πάνω έχει αναφερθεί. Αντίθετα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 1 και 3 και περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 στην κατηγορία 2. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο