Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6749/2016, 3/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6749/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Και
- XXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- XXX ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 03 Φεβρουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ι. Τηλεμάχου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δια του παρόντος κατηγορητηρίου τις κάτωθι κατηγορίες: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 1η και 2η: 1η κατηγορία: Παράλειψη να δώσουν το όνομα τους σε θηροφύλακα κατά παράβαση των άρθρων 2, 77
(1)
(3)(α) και 88 του Ν. Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και θηραμάτων, 152
(1)/2003. 2η κατηγορία: Παρεμπόδιση θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων του κατά παράβαση των άρθρων 77
(1)(ε) 3 (γ) και 88 του Ν. Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και θηραμάτων, 152
(1)/2003. Ο 1ος κατηγορούμενος επιπλέον αντιμετωπίζει την 3η κατηγορία: 3η κατηγορία: Παρεμπόδιση για διεξαγωγή έρευνας σε όχημα από θηροφύλακα κατά παράβαση των άρθρων των άρθρων 77
(1)
(3)(β) και 88 του Ν. Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και θηραμάτων, 152
(1)/
- Από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αυτό που προκύπτει ως εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι στις 11/02/2016 αμφότεροι οι κατηγορούμενοι σε αγροτικό δρόμο στην Αργάκα της Επαρχίας Πάφου, παρέλειψαν να δώσουν τα ονόματα τους για έλεγχο στους Ε/Α XXXXX XXX Γεωργίου και Ε/Α XXXXX XXX Χαραλάμπους του Ταμείου Θήρας. Παράλληλα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρεμπόδισαν τους πιο πάνω Ε/Α στη ν εκτέλεση των καθηκόντων τους ή εξουσιών τους ήτοι δεν έδωσαν τα ονόματα τους για έλεγχο και δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή έρευνας. Τέλος ότι ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως ανωτέρω παρεμπόδιζε τη διεξαγωγή έρευνας στο όχημα που οδηγούσε με αριθμό XXXXX
- Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή στο σύνολο των κατηγοριών που έκαστος αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής προσήλθαν συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστ. XXXXX XXX Κλεάνθους (ΜΚ1), ο Ε/Α XXXXX XXX Γεωργίου (ΜΚ2) και ο Ε/ΑXXXXX XXX Χαραλάμπους (ΜΚ3) ενώ συνολικά κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, αμφότεροι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση την οποία παρουσίασαν εγγράφως και ανέγνωσαν - Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα. Δεν παρουσίασαν δε οιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση τους. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι προς στήριξη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ισχυρίστηκαν ότι αφού έκαναν σήμα στο όχημα που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος με συνοδηγό τον 2ο και αφού αυτοί σταμάτησαν, ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους ζήτησαν τα στοιχεία των κατηγορούμενων και όπως διεξάγουν έρευνα. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να δώσουν τα στοιχεία τους παρεμποδίζοντας το έργο τους ενώ ο 1ος δεν έδωσε άδεια για διεξαγωγή έρευνας στο όχημα του. Προς τούτο κλήθηκε η αστυνομία ήτοι ο ΜΚ1 ο οποίος έκανε έρευνα χωρίς να εντοπισθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Από την πλευρά τους οι κατηγορούμενοι μέσα από την αντεξέταση των ΜΚ2 και ΜΚ3 αρνήθηκαν τα όσα τους απέδωσαν οι μάρτυρες, αρνήθηκαν την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας για άσκηση έρευνας και λήψη στοιχείων ενώ ισχυρίστηκαν ότι οι ίδιοι κάλεσαν την αστυνομία λόγω προηγούμενων διαφορών με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 και έλλειψη εμπιστοσύνης. Ενόψει των σημείων της μαρτυρίας που αμφισβητήθηκαν, μέρος των οποίων άπτεται συστατικών στοιχείων των αδικημάτων απαιτείται αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας με σκοπό την κατάληξη σε ευρήματα γεγονότων που με τη σειρά τους θα εξεταστούν με τη νομική υπόσταση των αδικημάτων. Η ενώπιον μου μαρτυρία επομένως έχει ως ακολούθως: O ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του - Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι Υπηρετεί στην ΑΔΕ Πάφου στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς. Την 11/02/2016 και περί ώρα 23:50 ενώ βρισκόταν καθήκον δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Ε/Α XXXXX της υπηρεσίας Θήρας ότι χρειάζεται την παρουσία την αστυνομίας για να ερευνηθεί το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX40 και οι δύο επιβαίνοντες σε αυτό. Την 12/02/2016 και ώρα 00:00 μαζί με τον συνάδελφο του Αστ.XXXXX μετέβηκαν στο μέρος. Εκεί διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τους XXX Παναγιώτου, Υγειονομικό υπάλληλο και οδηγό του αυτοκινήτου και για τον XXX Πέτρου, άνεργο οποίος ήταν ο συνοδηγός. Μέσα στα επόμενα 15 λεπτά ερευνήθηκε το όχημα από τον ίδιο και τον συνάδελφο του μετά από γραπτή συγκατάθεση για έρευνα που έδωσε ο Παναγιώτου και στην παρουσία των υπόλοιπων προσώπων. Από την έρευνα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι και το όχημα μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Ενημερώθηκαν οι κατηγορούμενοι για τα δικαιώματά τους δεν επιθυμούσαν δικηγόρο και υπέγραψαν τα σχετικά έντυπα. Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν ήθελα να του γίνει έρευνα από την υπηρεσία Θήρας καθότι υπήρξε παλιά παρεξήγηση με τον έναν εκ των δύο θυροφυλάκων και δεν τους είχε εμπιστοσύνη να τον ερευνήσουν και γι' αυτό ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας και παρέμεινε μέσα στο όχημα του μέχρι την άφιξη της. Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα αδικήματα που διέπραξε και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται και ότι είχε να πει το είπε στην κατάθεσή του. Ομοίως έλαβε κατάθεση και από τον δεύτερο κατηγορούμενο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι αν και στην αρχή είχε κατέβει από το όχημα μετά τις υποδείξεις των ΜΚ2 και 3 ακολούθως με υποδείξεις του πρώτου κατηγορουμένου εισήλθε εκ νέου στο όχημα μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Στην γραπτή κατηγορία απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια στο δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου τεκμήριο 2, την γραπτή κατηγορία τεκμήριο 3, την ανακριτική κατάθεση του δεύτερου κατηγορουμένου τεκμήριο 4, και την γραπτή κατηγορία προς τον 2ο τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ως εξεταστής της υπόθεσης και με βάση τις καταθέσεις των παραπονούμενων συναδέλφων του φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να δώσουν κάποια στοιχεία, ήτοι τα ονόματα και την ταυτότητα τους. Οι θηροφύλακες δεν είχαν κάνει προηγουμένως έρευνα και η έρευνα στο όχημα έγινε στην παρουσία του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ίδιο βράδυ υπηρεσία στο σταθμό βρισκόταν με ακόμη ένα άτομο. Εξ' όσων θυμάται και ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε το ίδιο βράδυ στο σταθμό και συνομίλησε με τον συνάδελφο του. Ο 1ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι ανακόπηκε από την υπηρεσία Θήρας έξω από το χωριό Αργάκα και πλησίον του κυρίου δρόμου και οι θηροφύλακες ήθελα να κάνουν έρευνα αλλά ο ίδιος δεν ήθελε παρά μόνο όταν παραστεί και η αστυνομία πράγμα το οποίο και έγινε. Όταν ο ίδιος μετέβηκε στο χώρο οι κατηγορούμενοι ήταν εντός του αυτοκινήτου και οι θηροφύλακες δίπλα από το υπηρεσιακό τους όχημα . Όταν ο ίδιος πλησίασε το όχημα αναγνώρισε τους κατηγορούμενους έλαβε την γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οχήματος και έκανε έρευνα. Δεν εντόπισε οτιδήποτε παράνομο στο όχημα από την πείρα του όταν ανακόπτεται ένα όχημα συνήθως ζητούν προφορική συγκατάθεση για έρευνα αναλόγως και του αδικήματος και της περίπτωσης. Τέλος στην προκειμένη περίπτωση στο ερώτημα εάν είχε διαπραχθεί οποιοδήποτε αδίκημα ο μάρτυρας απάντησε όχι. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην υπηρεσία Θήρας και Πανίδας στην Πάφο. Στις 11 Φεβρουαρίου 2016 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία για πάταξη της λαθροθηρίας με τον συνάδελφο του στις περιοχές του χωριού Αργάκα. Κατά την περιπολία είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται σε αγροτικούς δρόμους του κρατικού δάσος. Αμέσως το έθεσαν σε παρακολούθηση και σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το περίμεναν σε μια στροφή του δρόμου που ερχόταν κοντά στο χωριό. Η ώρα 23.30 το πιο πάνω όχημα ήρθε προς το μέρος τους ενώ ο ίδιος ήταν κάτω από το υπηρεσιακό του όχημα όπου και έκανε σήμα στο αυτοκίνητο να σταματήσει πράγμα και το οποίο έκανε. Ανέφερε την μάρκα και τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος και ότι σε αυτό επενέβαιναν δύο άτομα. Πλησίασε το όχημα από το μέρος του οδηγού, του απεκάλυψε την ιδιότητα του και του ζήτησε να κατέβει από το όχημα για να κάνει έλεγχο. Το πρόσωπο αυτό απάντησε όχι δεν θα κάνεις έλεγχο και ο μάρτυρας του ζήτησε τα στοιχεία του και αυτός δεν του τα έδωσε. Τον πληροφόρησε ότι η άρνηση του συνιστά αδίκημα και θα καταγγελθεί και αυτός δεν ανέφερε κάτι. Τότε ο συνάδελφος του τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Πόλης οπόταν και έφτασε ένα περιπολικό με δύο αστυφύλακες οι οποίοι έκαναν έλεγχο στο όχημα και τους οδήγησαν στο αστυνομικό σταθμό. Περαιτέρω αναφέρει ότι όταν ακινητοποίησαν το όχημα ο ίδιος μιλούσε με τον οδηγό και ο συνάδελφος του πλησίασε τον συνοδηγό και του ζήτησε να κατέβει και να δώσει και τα στοιχεία του αυτός όμως αρνήθηκε. Στον αστυνομικό σταθμό έμαθε ότι ο οδηγός ονομάζεται XXX Παναγιώτου και ο συνοδηγός XXX Πέτρου. Όταν ο συνάδελφος του επέστησε την προσοχή στους κατηγορούμενους στον νόμο και τους είπε ότι είναι υπό σύλληψη ο συνοδηγός κατέβηκε και του φώναζε και τον ρωτούσε ποιος είναι αυτός που θα τον συλλάβει. Οι δύο αστυφύλακες τους οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό. Στην προφορική του μαρτυρία ο μάρτυρας αναγνώρισε τους δύο κατηγορούμενους ως τα πρόσωπα που αφορά το επεισόδιο που περιέγραψε. Η αστυνομία μετέβηκε στο μέρος 10 με 15 λεπτά μετά το τηλεφώνημα του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την παρακολούθηση που έθεσαν το όχημα αυτό είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα. Μόλις του έκανε σήμα να σταματήσει αυτό σταμάτησε. Από τη θέση που βρισκόταν ο ίδιος μέχρι το αυτοκίνητο των κατηγορουμένων υπήρχε μία απόσταση 30 με 40 μέτρων και ο ίδιος πλησιάζοντας είδε ότι εντός του οχήματος βρίσκονταν δύο άτομα. Όταν πλησίασε το αυτοκίνητο ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβασε το παράθυρο του οχήματος του και ο ίδιος τον είδε. Στο ερώτημα εάν τον κατάλαβε απάντησε θετικά αναφέροντας ότι είναι ο XXX Παναγιώτου. Τον δεύτερο κατηγορούμενο τον είδε αλλά το όνομα του δεν το γνώριζε και το έμαθε μετά στην αστυνομία. Στο ερώτημα για ποιο λόγο του ζήτησε να κατέβει για να γίνει έλεγχος απάντησε ότι κυκλοφορούσε σε αγροτικούς δρόμους και μπορεί να διεξήγαγε λαθροθηρία. Επισήμανε ότι ο λόγος που ήθελε να ελέγξει το όχημα ήταν γιατί αυτό κινείτο σε αγροτικούς δρόμους του κρατικού δάσος. Στο ερώτημα εάν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι επιθυμεί να του κάνει έλεγχο γιατί κινείται σε αγροτικούς δρόμους του κρατικού δάσους ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Ανάφερε ότι του ζήτησε να κατέβει από το όχημα για να του κάνει έλεγχο υποδεικνύοντας και την ταυτότητα του επίσης του ζήτησε και τα στοιχεία του. Στο ερώτημα γιατί είναι δεχθεί έλεγχο αφού δεν ενημερώθηκε για το λόγο της έρευνας ο μάρτυρας απάντησε ότι από την στιγμή που γύριζε σε αγροτικούς δρόμους σε κρατικό δάσος τη νύχτα είχε δικαίωμα να τον ελέγξει. Στο μάρτυρα υποβλήθηκε ότι κανένα δικαίωμα είχε να διεξάγει έρευνα και ο μάρτυρας επέμεινε ότι δύναται να διεξάγει έρευνα καθότι είχε υπόνοια ότι μπορεί να διεξήγαγε λαθροθηρία. Αρνήθηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε υπόνοια και ότι είναι άλλοι λόγοι που τον σταμάτησε. Δέχτηκε ότι υπήρχε κι άλλη υπόθεση που αφορούσε τον κατηγορούμενο λαθροθηρίας και τον γνωρίζει από πριν τον κατηγορούμενο
- Δεν γνωρίζει όμως το αποτέλεσμα. Δεν αμφισβήτησε την υποβολή ότι στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος αθωώθηκε. Με αναφορά στα επίδικα γεγονότα συμφώνησε ότι μόλις έκανε σήμα το αυτοκίνητο σταμάτησε και δεν έγινε καταδίωξη. Συμφώνησε επίσης ότι έγινε έλεγχος του οχήματος και των στοιχείων των κατηγορουμένων από την αστυνομία. Επίσης συμφώνησε ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε παράνομο από τον έλεγχο αυτό. Δεν θυμάται εάν ο κατηγορούμενος ζήτησε την παρουσία της αστυνομίας για την διεξαγωγή έρευνας. Δεν του ανέφερε επίσης ποιος ο λόγος που δεν δεχόταν τον έλεγχο από τον ίδιο. Πρώτη φορά άκουσε στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τον έλεγχο επειδή υπήρχαν μεταξύ τους προηγούμενα. Ανέφερε ότι κατά το στάδιο που εντοπίστηκε το όχημα εν κινήσει δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι επιβαίνοντες σε αυτό και το σταμάτησε καθότι αυτό βρισκόταν και περιφερόταν σε αγροτικούς δρόμους εντός κρατικού δάσος. Τέλος ανέφερε ότι ακόμα και στην περίπτωση που εντός του οχήματος βρισκόταν ο κατηγορούμενος με μία κοπέλα πάλι θα ζητούσε να γίνει έλεγχος. Τελευταίος μάρτυρας (ΜΚ3) προσήλθε ο δεύτερος θηροφύλακας που μαζί με τον πρώτο ενεπλάκησαν στο επίδικο περιστατικό. Ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 7 την κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία και ώρα βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία έξω από το χωριό Αργάκα προς το δάσος για πάταξη λαθροθηρίας μαζί με τον ΜΚ
- Στην εν λόγω περιοχή αντιλήφθηκε ένα άγνωστο όχημα να κινείται μέσα στο δάσος και το οποίο έθεσε σε παρακολούθηση. Το όχημα αυτό αντιλήφθηκε ότι ερχόταν από ένα χωματόδρομο και προχώρησε σε αυτόν και ο ίδιος. Περί ώρα 23.30 ο συνάδελφος του, έκανε σήμα στο όχημα να σταματήσει πράγμα που έκανε. Ο συνάδελφος του πλησίασε τον οδηγό και του ανέφερε ότι είναι από την υπηρεσία Θήρας και ζήτησε να γίνει έρευνα στο αυτοκίνητο. Άκουσε τότε τον οδηγό με έντονη φωνή να φωνάζει στο συνάδελφο του ότι δεν κατεβαίνει από το αυτοκίνητο ούτε για να κάνει έρευνα ούτε του δίνει τα στοιχεία του και ζήτησε να έρθει αστυνομία γιατί αυτούς δεν τους είχε εμπιστοσύνη. Ο ίδιος πλησίασε το συνοδηγό και του ζήτησε να κατέβει από το αυτοκίνητο για να κάνει έρευνα αλλά αυτός δεν κατέβηκε και ο οδηγός φώναζε και στον ίδιο ότι δεν θα κατέβει κανένας από τους δύο μέχρι να έρθει αστυνομία. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι έλαβε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος και τους ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο συνοδηγός κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο τον πλησίασε και του φώναζε ότι δεν μπορεί να τον συλλάβει. Ο ίδιος αμέσως πήρε τηλέφωνο στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και τους ανέφερε ότι ανέκοψαν ένα όχημα και συνέλαβε τους επιβαίνοντες για το λόγο ότι δεν τους άφησαν να κάνουν έρευνα και τους ζήτησε να έρθουν για βοήθεια. Μετά από 10 με 15 λεπτά έφτασαν οι δύο αστυφύλακες έκαναν έρευνα στο όχημα και ακολούθησε η μεταφορά των κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί πήρε τα στοιχεία τους από τον επί καθήκοντι αστυφύλακα. Στην προφορική του μαρτυρία αναγνώρισε τους δύο κατηγορούμενους ως τα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εντόπισαν το όχημα να κινείται δεν ήταν αρκετά μέσα από τον κύριο δρόμο προς το δάσος και τα φώτα πορείας του ήταν αναμμένα. Δεν έγινε κάποια καταδίωξη και ο οδηγός υπάκουσε στις οδηγίες τους να σταματήσει. Ο ίδιος οδηγούσε το υπηρεσιακό όχημα και όταν σταμάτησε το επίδικο όχημα είδε τον συνάδελφο του να πλησιάζει και άκουσε την άρνηση να δώσουν στοιχεία και να επιτρέψουν έρευνα. Το αυτοκίνητο της υπηρεσίας τους βρισκόταν σε απόσταση 7 με 8 μέτρα από το όχημα του κατηγορουμένου. Ο ίδιος βρισκόταν μέσα στο όχημα και συνάδελφος του πιο μπροστά για να του κάνει σήμα και όταν πλησίασε το όχημα του κατηγορουμένου με αναμμένα φώτα ο συνάδελφος του κατέβηκε πήγε μπροστά από το υπηρεσιακό όχημα και του έκανε σήμα να σταματήσει. Αποκλείει το ενδεχόμενο η απόσταση μεταξύ τους να ήταν 30 με 40 μέτρα. Άκουσε από το σημείο αυτό τον οδηγό να αρνείται να δώσει στοιχεία και να επιτρέψει την έρευνα. Όταν ο ίδιος δε πλησίασε το όχημα και προσέγγισε το συνοδηγό είδε τον οδηγό του οχήματος και τον αναγνώρισε. Γνώριζε το όνομα του όχι το επίθετο και τον ήξερε ως κυνηγό. Είδε και τον συνοδηγό του οποίου ζήτησε να κάνει έλεγχο απάντησε όμως ο οδηγός ότι δεν δίνουν τίποτα. Συμφώνησε ότι ο οδηγός τους ανέφερε ότι δεν θα δεχτεί το οτιδήποτε μέχρι να έρθει η αστυνομία. Στο ερώτημα εάν ο ίδιος ανέφερε στους κατηγορούμενους γιατί ζητούσαν να κάνουν έρευνα ισχυρίστηκε ότι τους ανέφερε ότι είχαν εύλογη υποψία από τη στιγμή που ένα αυτοκίνητο κινείται μέσα στο δάσος. Επέμεινε ότι αυτό το ανέφερε και αυτή είναι η δουλειά του και την κάνει για 29 χρόνια. Επέμεινε ότι το ανέφερε ο ίδιος και όχι ο συνάδελφος του. Είχε υποψία γιατί όταν το όχημα ήταν εν κίνηση γύριζε τα φώτα δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και αυτή ήταν η εύλογη υποψία και ο λόγος που το σταμάτησαν. Στο ερώτημα τι εννοεί ότι γύριζαν δεξιά κι αριστερά απάντησε ότι ο δρόμος μέσα στο δάσος πάει δεξιά κι αριστερά και συμφώνησε ότι είναι φυσιολογικό να έβλεπε τα φώτα να γυρνούν. Επέμεινε ότι ο ίδιος ειδοποίησε την αστυνομία όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε αυτή. Επέμεινε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να κατέβουν από το όχημα τους από τη στιγμή που τους ενημέρωσε για την ταυτότητα του και την ιδιότητα του επίσης είχαν υποχρέωση να δώσουν ταυτότητα και να επιτρέψουν την έρευνα. Αρνήθηκε ότι δεν υπήρχε εύλογη υποψία και επέμεινε ότι ο ίδιος είχε μια τέτοια υπόνοια. Δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 έδωσε συγκατάθεση στον αστυφύλακα οποίος έφτασε στο μέρος και ερεύνησε το όχημα του χωρίς να εντοπίσει κάτι επιβαρυντικό. Αρνήθηκε ότι τα περί εύλογης υπόνοιας είναι κατασκεύασμα της στιγμής και επέμεινε στις θέσεις του. Η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί την ένορκη μαρτυρία που το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει συμφώνως των νομολογιακά καθορισμένων αρχών. Πέραν τούτου, που θα λάβει χώρα κατωτέρω, ενώπιον μου οι κατηγορούμενοι προχώρησαν σε ανώμοτη δήλωση ενώ ενώπιον μου κατατέθηκαν και οι ανακριτικές τους καταθέσεις. Τόσο οι ανώμοτες δηλώσεις όσο και οι ανακριτικές καταθέσεις θα αξιολογηθούν με βάση τις αρχές που προσδίδουν ή όχι βαρύτητα σε αυτές. Ως εκ τούτου και πριν την αξιολόγηση παραθέτω και το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων. Ο 1ος κατηγορούμενος στην κατάθεσή του αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία και περί ώρα 2300 πήρε το αυτοκίνητο του και τον κουνιάδο του κατηγορούμενο 2 για να πάνε έναν περίπατο στο δάσος της Αργάκας για να ησυχάσουν και για να ξεχάσει τα προσωπικά του προβλήματα. Στην επιστροφή πέντε σχεδόν μέτρα πριν τον κύριο δρόμο πλησίον του σπιτιού του μακαρίτη «Μάππουρα» είδε απέναντί του ένα αυτοκίνητο σταματημένο με τα φώτα ανοιχτά και κατάλαβε ότι ήταν της θήρας και ένα θηροφύλακα να του κάνει σήμα να σταματήσει. Όταν σταμάτησε τον πλησίασε ο XXXXX ο θηροφύλακας και του είπε ότι θα κάνουν έρευνα στο αυτοκίνητο του. Ο ίδιος τους είπε ότι δεν θα κάνουν έρευνα γιατί δεν τους έχει εμπιστοσύνη αφού με το πιο πάνω πρόσωπο είχε προηγούμενα μαζί του σε άλλη υπόθεση στα πλαίσια της οποίας αθωώθηκε και ζήτησε να γίνει έλεγχος μόνο εάν έρθει αστυνομία. Ο ίδιος έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο χωρίς να κάνει κάτι άλλο. Ο κουνιάδος του κατέβηκε από το αυτοκίνητο αφού προηγουμένως ο XXXXX άλλος θηροφύλακας του ζήτησε να κατέβει. Ο κουνιάδος του ζήτησε και από τον ίδιο να κατέβει κάτω για να τελειώνουν και να μην έχουν φασαρίες αλλά ο ίδιος του είπε να μπει μέσα στο αυτοκίνητο και δεν θα γίνει έρευνα. Ακολούθως ο XXXXX του είπε ότι είναι υπό σύλληψη. Παρέμεινε στο αυτοκίνητο μέχρι που έφτασε η αστυνομία η οποία έκανε έρευνα χωρίς να εντοπίσει κάτι παράνομο. Δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει πρόβλημα και ο λόγος που δεν δέχτηκε την έρευνα είναι γιατί με τον Κωστή είχε προηγούμενη υπόθεση και με το XXXXX είχε παρεξηγηθεί παλαιότερα και δεν τους έχει εμπιστοσύνη. Στη συνέχεια η αστυνομία του ζήτησε να δώσει κατάθεση. Επίσης ανέφερε ότι δεν τους ζήτησαν τα στοιχεία τους και απλά ήθελαν να κάνουν έρευνα. Για την ταλαιπωρία που πιθανόν προκάλεσε απολογήθηκε ενώ ανέφερε ότι αυτός απλά ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας. Η ανώμοτη τώρα δήλωση τώρα του 1ου κατηγορουμένου έχει το εξής περιεχόμενο: «Εγώ ο XXX Παναγιώτου, κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση, δηλώνω ότι, είμαι αθώος και κανένα αδίκημα δεν διέπραξα. Οι θηροφύλακες με γνώριζαν τόσο εμένα όσο και τον συνοδηγός στο αυτοκίνητο. Είχαν προηγούμενα μαζί μου. Ιδιαίτερα ο μάρτυρας κατηγορίας 2, με κατήγγειλε και σε άλλη περίπτωση στο παρελθόν, για την οποία τελικά αθωώθηκα από το Δικαστήριο. Δεν μου ανέφερε κανένας από τους θηροφύλακες για ποιο λόγο ήθελαν να μου κάμουν έλεγχο. Στους συγκεκριμένους δεν είχα καμία εμπιστοσύνη γι' αυτό ζήτησα την συνδρομή της αστυνομίας, όπως και έγινε. Τίποτε παράνομο δεν βρέθηκε στην κατοχή μου, ούτε εντός του αυτοκινήτου.» Ο κατηγορούμενος 2 τώρα επίσης έδωσε κατάθεση τεκμήριο 4, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία και ώρα πήγε στο σπίτι του ο πρώτος κατηγορούμενος για να πάνε με το αυτοκίνητο ένα περίπατο στο δάσος. Γνωρίζει ότι αντιμετωπίζει πολλά προσωπικά προβλήματα τα οποία επηρεάζουν ψυχολογικά και τον ίδιο. Την ώρα που τελείωσαν την βόλτα τους και ηρέμησαν κοντά στον κύριο δρόμο του χωριού ένα αυτοκίνητο βρισκόταν σταματημένο απέναντι τους με τα φώτα αναμμένα και κατάλαβε ότι ήταν της υπηρεσίας θήρας. Ο θηροφύλακας έκανε σήμα να σταματήσουν και αυτό έκαναν. Στη θέση του οδηγού ένας θηροφύλακας ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να γίνει έρευνα και αυτός τους είπε ότι δεν θα κάνουν γιατί δεν τους έχει εμπιστοσύνη και μόνο όταν έρθει αστυνομία θα γίνει έρευνα. Ο 1ος κατηγορούμενος έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο χωρίς να κάνει κάτι. Στη δική του πλευρά πλησίασε ένας άλλος θηροφύλακας και του ζήτησε να κατέβει κάτω για έρευνα. Ο ίδιος αμέσως κατέβηκε για να γίνει έρευνα και είπε και στον 1ο κατηγορούμενο να κατέβει κι αυτός για να τελειώνουν και δεν θέλει φασαρίες εκεί. Ο 1ος κατηγορούμενος του ζήτησε να μπει ξανά στο αυτοκίνητο και επέμεινε χωρίς να ξέρει τον λόγο ότι δεν θα κάνουν έρευνα. Ακολούθως ο θηροφύλακας που ήταν στη δική του πλευρά τους ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο ίδιος παρέμεινε στο αυτοκίνητο μέχρι που έφτασε η αστυνομία και στην παρουσία του αλλά και των υπολοίπων έγινε έρευνα χωρίς να εντοπιστεί κάτι το παράνομο. Αργότερα τον ενημέρωσε ο 1ος κατηγορούμενος ότι είχε προηγούμενα με τους δύο θηροφύλακες για μια υπόθεση με τον πρώτο θηροφύλακα στην οποίαν αθωώθηκε και με το δεύτερο θηροφύλακα γιατί έχουν παρεξηγηθεί. Ο ίδιος αναφέρει ότι είχε καλή διάθεση να συνεργαστεί μαζί τους και δεν ήθελε και δεν ήταν σκοπός του να προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Η ανώμοτη τώρα δήλωση τώρα του 2ου κατηγορουμένου έχει το εξής περιεχόμενο: «Εγώ ο XXX Πέτρου, κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση, δηλώνω ότι, είμαι αθώος και κανένα αδίκημα δεν διέπραξα. Οι θηροφύλακες με γνώριζαν τόσο εμένα όσο και τον οδηγό στο αυτοκίνητο. Είχαν προηγούμενα μαζί με τον οδηγό. Ο μάρτυρας κατηγορίας 2, κατήγγειλε τον κατηγορούμενο 2 και σε άλλη περίπτωση στο παρελθόν, για την οποία τελικά αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Δεν μου ανέφερε κανένας από τους θηροφύλακες για ποιο λόγο ήθελαν να μου κάμουν έλεγχο. Στους συγκεκριμένους δεν είχαμε καμία εμπιστοσύνη γι' αυτό ζητήσαμε την συνδρομή της αστυνομίας, όπως και έγινε. Τίποτε παράνομο δεν βρέθηκε στην κατοχή μου, ούτε εντός του αυτοκινήτου». Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ΜΚ1, 2 και 3 οι οποίοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε επί της ουσίας της αναντίλεκτη και δεν αμφισβητήθηκε επί των γεγονότων. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στο τηλεφώνημα που έλαβε από τους θηροφύλακες στο σταθμό και στην ανταπόκριση του στο αίτημα τους να μεταβούν στην περιοχή. Ομοίως αποδέχθηκε και ανάφερε ότι και ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε και ζήτησε από το συνάδελφο του τη συνδρομή της αστυνομίας. Οι ενέργειες του να μεταβεί με το συνάδελφο του στη σκηνή, να ζητήσει και να λάβει γραπτή συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο για έρευνα και να διεξαγάγει αυτήν χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή παράνομο δεν έτυχαν καμίας αμφισβήτησης. Πέραν τούτου η όλη εικόνα που απεκόμισα ήταν θετική. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι προσήλθε και με ειλικρίνεια αναφέρθηκε στα γεγονότα χωρίς να θέσει έντονες θέσεις ή να προσπαθήσει να πείσει για την ενοχή των κατηγορούμενων. Αντίθετα δέχθηκε ότι κατηγόρησε αυτούς με βάση τη μαρτυρία των συναδέλφων του ΜΚ2 και ΜΚ
- Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της ως πλήρως αξιόπιστη. Από αυτήν προκύπτει ότι κατά την 11/2/2016 έλαβαν τηλεφώνημα στον αστυνομικό σταθμό να μεταβούν για σκοπούς έρευνας στο επίδικο σημείο το οποίο βρίσκεται σε χωμάτινο δρόμο στην Αργάκα. Τηλεφώνημα έλαβα τόσο από τους θηροφύλακες όσο και από τον 1ο κατηγορούμενο. Αφού αφίχθηκε έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο και ερεύνησε το όχημα του χωρίς να εντοπίσει κάτι παράνομο. Μετέφερε τους κατηγορούμενους στο σταθμό έλαβε ανακριτικές καταθέσεις και ακολούθως με βάση τη μαρτυρία και κατάθεση των ΜΚ2 και ΜΚ3 τους κατηγόρησε γραπτώς. Από την άλλη η μαρτυρία του ΜΚ2 οφείλω να αναφέρω ότι προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο και τούτο γιατί παρά το ότι σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα ως έλαβαν χώρα δεν αμφισβητηθήκαν οι ουσιώδεις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο αυτά έλαβαν χώρα και τα όσα φαίνεται να λέχθηκαν μεταξύ ΜΚ2 και κατηγορουμένων διαφοροποιούνται ουσιωδώς και από την μαρτυρία του ΜΚ
- Καταρχήν η εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΚ2 ήταν αυτή της προσπάθειας να πείσει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός ενήργησε καθόλα νόμιμα και εντός των καθηκόντων του χωρίς όμως να αναφερθεί με ειλικρίνεια στα όσα έλαβαν χώρα και αναφέροντας στοιχεία και θέσεις που δεν στηρίζονται από άλλη μαρτυρία αλλά αντίθετα διαφοροποιούνται και από τα όσα ο συνάδελφος του επίσης παρών στη σκηνή ανέφερε ήτοι ο ΜΚ
- Την πιο πάνω κατάληξη μου επί της αξιοπιστίας του μάρτυρα και αυτό παρά το ότι μεγάλο μέρος των γεγονότων δεν αμφισβητήθηκε την βασίζω στα κάτωθι: Από την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο μάρτυρας προκύπτει ότι την επίδικη ημερομηνία είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται σε αγροτικούς δρόμους. Το έθεσε σε παρακολούθηση και το περίμενε συμφώνως της πορείας που αυτό ακολουθούσε σε μια στροφή. Σημειώνεται ότι από η ώρα 11 που το έθεσε υπό παρακολούθηση το αυτοκίνητο κινήθηκε πλησίον του στις 11:30 μισή ώρα δηλαδή μετά. Ο ίδιος ήταν κάτω από το όχημα του και πλησίασε το μέρος του οδηγού του οποίου αποκάλυψε την ιδιότητα του και του ζήτησε να κατέβει από αυτό για έλεγχο. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει στοιχεία και να επιτρέψει τον έλεγχο ακολούθησε η ενημέρωση του Αστυνομικού Σταθμού η άφιξη των αστυφυλάκων και η μεταφορά τους στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί ενημερώθηκε για τα ονόματα των κατηγορουμένων. Αυτή είναι η ουσία της μαρτυρίας του. Στην προφορική του τώρα μαρτυρία δέχτηκε ότι κατά την παρακολούθηση του οχήματος αυτό είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα και μόλις του έκαναν σήμα αυτό σταμάτησε και έθεσε τη θέση που βρισκόταν ο ίδιος μέχρι το όχημα των κατηγορουμένων στα 30 με 40 μέτρα. Η θέση του αυτή διαφοροποιείται από την θέση του ΜΚ3 ο οποίος καθόρισε αυτή την απόσταση στα 7 - 8 μέτρα ενώ απέκλεισε το ενδεχόμενο η απόσταση να ανέρχεται σε 30 με 40 μέτρα. Παράλληλα σε αντίθεση με τα όσα έθεσε στην γραπτή του μαρτυρία και κατάθεση περί του ότι ενημερώθηκε για τα ονόματα των κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πλησιάζοντας τον οδηγό και βλέποντας αυτόν τον αναγνώρισε γνωρίζοντας μάλιστα και το όνομα του. Αντεξεταζόμενος ως προς το λόγο που ζήτησε να διεξάγει έρευνα επί του οχήματος του κατηγορουμένου περιορίστηκε να αναφέρει ότι το όχημα κινητό σε αγροτικούς δρόμους και μπορεί να διεξήγαγε λαθροθηρία. Σημειώνω ότι οι απαντήσεις του αυτές τέθηκαν όταν πλέον αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση έντονα η ύπαρξη οιασδήποτε εύλογης υποψίας που του έδιδε την δυνατότητα να ανακόψει το όχημα για έλεγχο. Παρόλα αυτά πέραν της κίνησης σε αγροτικό δρόμο και της σύνδεσης του γεγονότος αυτού ως περίσταση που δημιουργεί υποψία λαθροθηρίας ουδέν άλλο στοιχείο έθεσε ως προς την εύλογη υποψία. Αντίθετα δεν δίστασε να αναφέρει ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για το λόγο της έρευνας και μάλιστα ότι του επεξήγησε ότι οι κινήσεις σε αγροτικούς δρόμους σε κρατικό δάσος τη νύχτα του έδιδε αυτό το δικαίωμα. Τις λεπτομέρειες αυτές όμως περί ενημέρωσης του κατηγορουμένου ουδόλως τις αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση η οποία δόθηκε την ίδια ημέρα αντίθετα τις έθεσε όταν πλέον τα σημεία αυτά έντονα αμφισβητήθηκαν. Ο ίδιος άλλωστε δεν αρνήθηκε αλλά επιβεβαίωσε ότι το όχημα είχε καθ' όλη την πορεία του αναμμένα τα φώτα πορείας και μόλις του έκανε σήμα να σταματήσει, το έπραξε. Περαιτέρω προβληματισμό εγείρει η θέση του ότι δεν λέχθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ότι ο λόγος άρνησης της έρευνας είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης και ενημερώθηκε περί τούτου στον αστυνομικό σταθμό. Η μαρτυρία του αυτή και η θέση του αυτή συγκρούεται με την θέση του συναδέλφου του ο οποίος ανέφερε, και κρίνω επομένως ότι μπορώ να αποδεχθώ από την μαρτυρία του τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, εντοπίζοντας ένα όχημα να κινείται σε αγροτικούς δρόμους και αφού το έθεσε υπό παρακολούθηση του έκανε σήμα να σταματήσει και αυτό σταμάτησε και ότι ακολούθως ζήτησε να γίνει έρευνα με τον κατηγορούμενο 1 να αρνείται να επιτρέψει αυτήν. Πέραν τούτων των μη αμφισβητούμενων γεγονότων το τι ακριβώς έχει διαμειφθεί μεταξύ του μάρτυρα και των κατηγορούμενων και οι ακριβείς λόγοι που στοιχειοθετούσαν την εξουσία του να τους σταματήσει δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια από την μαρτυρία του μάρτυρα ενόψει των όσων έχω ανωτέρω αναφέρει και τα οποία άπτονται της αξιοπιστίας. Σε σχέση τώρα με τον ΜΚ3 οφείλω να αναφέρω ότι από το μάρτυρα αυτό αποκόμισα την εικόνα ότι ήταν πιο πρόθυμος να αναφέρει τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό απ' ότι ο ΜΚ
- Ο μάρτυρας αυτός την μαρτυρία του οποίου έχω ανωτέρω καταγράψει επιβεβαιώνει τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ήτοι ότι έθεσαν το όχημα σε παρακολούθηση και ανέκοψαν αυτό μετά από σήμα στο οποίο ο οδηγός συμμορφώθηκε. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρει στα πλαίσια της κατάθεσης του ότι κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία και να επιτρέψει έρευνα ζητώντας να έρθει η αστυνομία και επικαλούμενος έλλειψη εμπιστοσύνης. Αυτή η θέση εκφράζεται και στις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων η βαρύτητα των οποίων θα εξεταστεί κατωτέρω, συνάδει όμως, πέρα με τα όσα θέτουν οι κατηγορούμενοι, και με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος επιβεβαίωσε ότι πέραν του θηροφύλακα τηλεφώνημα στο σταθμό και αίτημα για παρουσίαση της αστυνομίας έκανε και ο κατηγορούμενος 1 αναφερόμενος μάλιστα σε έλλειψη εμπιστοσύνης. Θεωρώ επομένως ότι τα όσα ανέφερε για τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του ΜΚ2 και του 1ου κατηγορουμένου ορθώς μεταφέρονται και γίνονται αποδεκτά στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Ο ίδιος μάρτυρας επιβεβαιώνει ότι ο συνοδηγός δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 αρχικά κατέβηκε από το όχημα και εισήλθε εκ νέου σε αυτό όταν ο 1ος κατηγορούμενος του είπε να μπει ξανά μέσα μέχρι να έρθει αστυνομία. Ομοίως οι ισχυρισμοί αυτοί συνάδουν και με τις θέσεις και των δύο κατηγορουμένων και δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ενόψει και του τρόπου με τον οποίο τα μετέφερε και την όλη εικόνα του. Στην αντεξέταση του τώρα και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα δεν ήταν αρκετά μακριά από τον κύριο δρόμο τα φώτα πορείας του ήταν αναμμένα, δεν έγινε καταδίωξη και ο οδηγός υπάκουσε στις οδηγίες τους. Ανέφερε ότι η απόσταση από το δικό τους όχημα με το όχημα του κατηγορουμένου ήταν γύρω στα 7 με 8 μέτρα, θέση που συνάδει και με την λογική εφόσον ο ίδιος άκουσε ως ισχυρίζεται και έγινε δεκτό τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του συναδέλφου του και του 1ου κατηγορουμένου απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο η απόσταση αυτή να ήταν περί τα 30 με 40 μέτρα, ως η θέση του ΜΚ2 που και δεν έγινε αποδεκτή. Βεβαίως τα πιο πάνω έχουν κριθεί ως αποδεκτά γεγονότα και κρίνω ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής παρά το ότι παρουσιάζει κάποιες αντιφάσεις οι οποίες όμως δεν θεωρώ ότι πλήττουν επί της ουσίας την αξιοπιστία του. Τέτοια σημεία είναι για παράδειγμα οι θέσεις στην κατάθεσή του ότι έλαβε τα στοιχεία των κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό από τον επί καθήκοντι αστυνομικό σε αντίθεση με την προφορική του μαρτυρία ότι πλησιάζοντας και ο ίδιος το όχημα των κατηγορουμένων αναγνώρισε τον οδηγό ως κυνηγό και ήξερε και το όνομα του. Ομοίως και η θέση του ότι ανάφερε στους κατηγορούμενος το λόγο που επιθυμεί να κάνει έρευνα και συγκεκριμένα ότι τους ανάφερε για εύλογη υποψία. Η θέση του αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του όταν μάλιστα αμφισβητήθηκε η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας. Ουδόλως αυτό αναφέρεται στην κατάθεση του ενώ κρίνω ότι τέθηκε με σκοπό να επιβεβαιώσει ότι ενήργησε εντός των εξουσιών του. Δεν κρίνω ότι σε αυτό το σημείο μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του, ενόψει και του τρόπου με τον οποίο τέθηκε. Σε ό,τι αφορά τώρα την εύλογη υποψία που ενεργοποιεί την εξουσία να προβεί σε έλεγχο η μαρτυρία του περιορίζεται στο ότι το όχημα κινείτο νύχτα σε αγροτικό δρόμο. Πέραν τούτου η αναφορά του ότι κινείτο με τα φώτα να γυρνούν δεξιά και αριστερά αργότερα επιβεβαίωσε ότι αυτό οφείλεται στο ότι είναι τέτοια η φυσιολογία του δρόμου και αυτό ήταν φυσιολογικό. Το κατά πόσο εν τέλει η αποδεκτή μαρτυρία του περί των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανακοπή για έλεγχο συνιστά εύλογη υπόνοια για την διάπραξη αδικημάτων του επίδικου νόμου θα εξεταστεί κατωτέρω. Επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 πλην τω σημείων που ανωτέρω ανέφερα. Σε ότι αφορά τώρα τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων και τις ανώμοτες δηλώσεις τους. Για την κατάθεση ενός κατηγορούμενου υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε αυτήν. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τους κατηγορούμενους, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική τους αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης των κατηγορουμένων και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα των κατηγορουμένων. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση των κατηγορούμενων μπορώ να προσδώσω βαρύτητα πέραν των όσων προκύπτουν από άποψη γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος, τη θέση τους ότι αρνήθηκαν το έλεγχο και ζήτησαν τη συνδρομή της αστυνομίας. Αυτό άλλωστε συνάδει και με τη θέση του ΜΚ3 αλλά και του ΜΚ1 ο οποίος επιβεβαίωσε ότι και ο κατηγορούμενος 1 τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό. Ομοίως ότι με τον ΜΚ2 υπήρχαν και στο παρελθόν διαφορές ενόψει και της θέσης του ΜΚ1 ότι υπήρχε μεταξύ των και άλλη υπόθεση για την οποία πήγαν Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τώρα τους λόγους που αυτοί κινούντο στον επίδικο δρόμο αυτοί δεν μπορούν να έχουν οιαδήποτε βαρύτητα, δεν αποτελούν θέσεις που δόθηκαν ενόρκως και ως τέτοιες ενόψει κα του ότι δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή ένορκη μαρτυρία δεν θα ληφθούν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι οι κατηγορούμενοι εν προκειμένω δεν διώκονται για την διάπραξη αδικήματος που σχετίζεται με τον επίδικο νόμο όπως για παράδειγμα καταδίωξη θηράματος ή άλλα σχετικά αλλά διώκονται για την παράλειψη ή πράξη τους να αρνηθούν έλεγχο και να δώσουν στοιχεία. Επίσης μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στις θέσεις τους ότι γνωρίζονταν με τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Σε ότι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις τους αναφέρω ότι αυτή η επιλογής τους κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλαδή με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλαδή η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως η ανώμοτη δήλωση να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται και στην πιο πρόσφατη απόφαση στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία τέτοιας δήλωσης είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή αδιαμφισβήτητα (βλ. επίσης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 106, 126, 127/15, ημερ. 17.5.18 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 191/16, ημερ. 6.11.18). Με βάση τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήωσης εκάστου αναφέρω ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο μέρος που αφορά τη σειρά γεγονότων και τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Σε ότι αφορά όμως τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι έγινε η ανακοπή με δεδομένο ότι αυτές οι θέσεις δεν δόθηκαν ενόρκως αλλά ούτε και προέκυψε κατά την αντεξέταση των ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι κατά την ανακοπή ήδη γνώριζαν ποιοι είναι οι κατηγορούμενοι και το έπραξαν αυτό εκδικητικά οι θέσεις των δεν μπορούν να έχουν βαρύτητα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Την 11/02/2016 και περί ώρα 23:00 οι ΜΚ2 και ΜΚ3, θηροφύλακες της αρμόδιας υπηρεσίας βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην περιοχή του χωριού Αργάκα όταν εντόπισαν ένα όχημα να κινείται σε αγροτικό δρόμο με τα φώτα πορείας του αναμμένα. Η κίνηση ήταν κανονική. Μετά παρόδου 30 περίπου λεπτών σταμάτησαν το υπηρεσιακό τους όχημα στο δρόμο που κινείτο το ιδιωτικό όχημα και ο ΜΚ2 κατέβηκε και έκανε σήμα σε αυτό να σταματήσει. Ο οδηγός - κατηγορούμενος 1 συμμορφώθηκε με τις οδηγίες και ακινητοποίησε το όχημα του. Ο ΜΚ2 ζήτησε από το οδηγό τα στοιχεία τους αλλά και να κατέβουν από το όχημα του για να γίνει έλεγχος κάτι που ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε επικαλούμενος έλλειψη εμπιστοσύνης και ζητώντας της συνδρομή της αστυνομίας. Ο ΜΚ3 πλησίασε το συνοδηγό και του ζήτησε να κατέβει πράγμα που ο κατηγορούμενος 2 αρχικά έπραξε μέχρι που ο 1ος κατηγορούμενος του ζήτησε να εισέλθει εκ νέου στο όχημα αρνούμενος τον έλεγχο. Ο ΜΚ3 αφού ανέφερε στους κατηγορούμενους ότι είναι υπό σύλληψη ειδοποίησε τον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς και ο ΜΚ1 με ένα συνάδελφο του μετέβηκαν στη σκηνή. Ο κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε και ο ίδιος με τον αστυνομικό σταθμό αιτούμενος την συνδρομή της αστυνομίας. Ο ΜΚ1 όταν έφτασε στη σκηνή ζήτησε και έλαβε από τους κατηγορούμενους συγκατάθεση για έρευνα την οποία διεξήγαγε χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε το παράνομο. Ακολούθως μετέφερε τους κατηγορούμενους στον αστυνομικό σταθμό όπου έλαβε τις καταθέσεις τους και τους κατηγόρησε γραπτώς. Ουδείς εξ' αυτών παραδέχθηκε ενοχή. Νομική Πτυχή: Τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν εδράζονται αποκλειστικά στον Νόμο Περί Προστασίας και Διαχείρισης αγρίων πτηνών και θηραμάτων Νόμο 152
(1)/2003 και ειδικότερα στο άρθρο 77 τούτου το οποίο έχει ως ακολούθως: Εξουσία θηροφυλάκων προς επιθεώρηση αδειών και έρευνα μεταφορικών μέσων «77.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 73, 74, 75 και 76, οι θηροφύλακες έχουν και τα πιο κάτω καθήκοντα και εξουσίες: (α) Να καταγγέλλουν οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο βρίσκουν κάτω από συνθήκες που δημιουργούν εύλογα την υποψία ότι προκάλεσε, κατά την καταδίωξη θηραμάτων ή άγριων πτηνών, οποιαδήποτε ζημιά σε οποιαδήποτε καλλιέργεια ή ιδιοκτησία στην περιοχή· (β) να ερευνούν και να ανακρίνουν οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκουν κάτω από συνθήκες που εγείρουν εύλογα την υποψία ότι έχει παραβεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού· (γ) να προβαίνουν, για ανακριτικούς σκοπούς, στην κράτηση κάθε αντικειμένου που βρίσκεται στην κατοχή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα και το οποίο συμβάλλει ή μπορεί να συμβάλει στην απόδειξη διάπραξης αδικήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού και να καλούν τα πιο πάνω πρόσωπα να τους ακολουθήσουν στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό· (δ) να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που κατέχει κυνηγετικό όπλο να παρουσιάσει την άδεια κυνηγιού, την άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου, το δελτίο ταυτότητας και το θήραμα, τα άγρια πτηνά ή οποιοδήποτε είδος άγριας πανίδας που κατέχει· (ε) να σταματούν και να ερευνούν οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο το οποίο βρίσκουν σε περιοχή το οποίο εύλογα δημιουργεί την υποψία ότι το πρόσωπο που επιβαίνει σε αυτό παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού· (στ) να καλούν οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκουν κάτω από συνθήκες που εγείρουν εύλογα την υποψία ότι έχει παραβεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού να τους συνοδεύσει στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό· (ζ) να εισέρχονται ελεύθερα και χωρίς προειδοποίηση σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία ή ιδιοκτησία η οποία εμπίπτει σε ζώνη ειδικής προστασίας ή σε οικότοπο εκτός ζώνης ειδικής προστασίας αναφορικά με τον οποίο έχει εκδοθεί διάταγμα με βάση το εδάφιο
(6)του άρθρου 7, για σκοπούς εποπτείας, επιθεώρησης, ελέγχου και εφαρμογής του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι η είσοδος σε κατοικία γίνεται μόνο μετά την εξασφάλιση της συγκατάθεσης του ενοίκου της ή με δικαστικό ένταλμα· (η) να εκτελούν κάθε άλλο παρόμοιας φύσης καθήκον το οποίο ανατίθεται σε αυτούς.
(2)Κάθε θηροφύλακας ή μέλος της αστυνομικής δύναμης δύναται, χωρίς δικαστικό ένταλμα, να εισέλθει σε οποιοδήποτε υποστατικό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού εντός του οποίου έχει λόγους να πιστεύει ότι οποιοδήποτε θήραμα, άγριο πτηνό ή άλλο είδος άγριας πανίδας μαγειρεύεται, πωλείται ή προσφέρεται κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και να κατάσχει και να παραλάβει τέτοιο θήραμα, άγριο πτηνό ή άλλο είδος άγριας πανίδας.
(3)Πρόσωπο το οποίο, όταν καλείται από θηροφύλακα: (α) παραλείπει να δώσει το όνομά του ή δίδει ψεύτικο όνομα, (β) παραλείπει να σταματήσει το όχημα που οδηγεί ή παρεμποδίζει τη διεξαγωγή έρευνας σε αυτό, (γ) με οποιοδήποτε τρόπο, παρεμποδίζει θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων ή εξουσιών του, ή (δ) με οποιοδήποτε τρόπο προβάλλει αντίσταση ή εσκεμμένα παρακωλύει θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων του, είναι ένοχο αδικήματος.» Το άρθρο 77 ανωτέρω καθορίζει τα καθήκοντα και εξουσίες που έχουν οι θηροφύλακες. Το άρθρο 77
(1)(α) (γ) και (ε) δίδει εξουσία στους θηροφύλακες να σταματούν και να ερευνούν οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο το οποίο βρίσκουν σε περιοχή που εύλογα δημιουργεί την υποψία ότι το πρόσωπο που επιβαίνει σε αυτό παραβαίνει τις διατάξεις του Νόμου, να καταγγέλλουν οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο βρίσκουν κάτω από συνθήκες που δημιουργούν εύλογα την υποψία ότι προκάλεσε, κατά την καταδίωξη θηραμάτων ή άγριων πτηνών, οποιαδήποτε ζημιά σε οποιαδήποτε καλλιέργεια ή ιδιοκτησία στην περιοχή και να ερευνούν και να ανακρίνουν οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκουν κάτω από συνθήκες που εγείρουν εύλογα την υποψία ότι έχει παραβεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Το δε άρθρο 77
(3)(α) και (γ) δημιουργεί αδίκημα σε περίπτωση που πρόσωπο καλείται από θηροφύλακα να δώσει το όνομα του και παραλείπει να το πράξει η δίδει λανθασμένο όνομα ή με οιοδήποτε τρόπο παρεμποδίζει τον θηροφύλακα στην άσκηση των εξουσιών και καθηκόντων του. Επί της ουσίας της υπόθεσης δεν αμφισβητείται ότι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν έρευνα τόσο στους ίδιους όσο στο όχημα στο οποίο επέβαιναν. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ και η παραδοχή άρνησης από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει καταδίκη. Με βάση την νομοθεσία και τις πρόνοιες των επίδικων άρθρων η εξουσία των θηροφυλάκων να αιτούνται και διεξάγουν έρευνα γεννάται και απορρέει όταν από τις περιστάσεις δημιουργείται εύλογα υποψία ότι πρόσωπο παραβαίνει τις πρόνοιες του νόμου και διαπράττει αδίκημα σχετιζόμενο με αυτές. Με βάση την απόφαση Αγαθοκλέους κ.α ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316, η οποία βέβαια βασιζόταν σε παλαιότερη νομοθεσία, η οποία όμως περιλάμβανε επίσης πρόνοια για εύλογη υπόνοια, επιβεβαιώνεται ότι η εξουσία των θηροφυλάκων για ανακοπή και έρευνα συναρτάται ρητά προς ύπαρξη συνθηκών από τις οποίες εγείρεται εύλογη υποψία για παράβαση του Νόμου. Αντίθετα για την λήψη στοιχείων δεν απαιτείται η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ως σημειώνεται στην ίδια απόφαση Αγαθοκλέους ανωτέρω: «.Αντίθετα προς τις αναφερόμενες σε ανακοπή για έρευνα, η εξουσία τους να ζητούν τα στοιχεία προσώπου (βλ.Άρθρο 24
(3)(δ), δεν συναρτάται προς τέτοια εύλογη υποψία.». Οι πρόνοιες του άρθρου 24
(3)(δ) του Νόμου ομοιάζουν στη σύνταξη με τον ισχύον νόμο. Σε αντίθεση με το άρθρο 77 1 (β) και
(3)το εδάφιο 3 (α) και (γ) δεν προνοεί και δεν απαιτεί την ύπαρξη εύλογης υποψίας. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας με βάση τα ευρήματα και με αναφορά στις κατηγορίες 2 και 3 που αφορούν την έρευνα αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι εάν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 με βάση την άρνηση τους να επιτρέψουν έρευνα τόσο στους ίδιους όσο και ο 1ος στο όχημα του διέπραξαν αδίκημα. Οι περιστάσεις που αναφέρθηκαν από τον ΜΚ2 και ΜΚ3 και οι οποίες κατά τους ίδιους ήγειραν εύλογη υπόνοια συνίστανται στο ότι το όχημα κινείτο σε αγροτικό δρόμο τη νύχτα. Είμαι της άποψης ότι τα στοιχεία αυτά από μόνα τους, απογυμνωμένα από οιαδήποτε άλλη μαρτυρία για ύποπτη κίνηση, για είσοδο ή έξοδο σε χωράφια, για κλειστά φώτα πορείας αλλά και με βάση τις αναφορές περί κανονικής κίνησης σε δρόμο πλησίον του χωριού και άμεση συμμόρφωση με το σήμα ανακοπής δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα περί ύπαρξης εύλογης υπόνοιας ότι το όχημα αυτό και οι επιβαίνοντες εντός αυτού διέπρατταν αδίκημα που αφορά τον επίδικο νόμο. Η κατάληξη σε απουσία περιστάσεων που να δημιουργούσαν εύλογη υπόνοια αφαιρεί τη δυνατότητα ελέγχου τόσο σε όχημα όσο και στους κατηγορούμενους και η άρνηση περί τούτου δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Σε ότι αφορά τώρα την 1η κατηγορία η οποία περιορίζεται στην άρνηση των κατηγορούμενων να δώσουν τα στοιχεία τους. Με βάση τη νομολογία ανωτέρω η εξουσία για λήψη στοιχείων δεν συναρτάται με την εύλογη υπόνοια. Συναρτάται όμως με το άρθρο 77
(1)και ειδικότερα το εδάφιο (δ). Το εδάφιο 3 του άρθρου 77 δεν δημιουργεί αδικήματα ανεξάρτητα από το βασικό εδάφιο για τις εξουσίες των θηροφυλάκων, άρθρο 77
(1). Το 77
(1)(δ) προνοεί ότι οι θηροφύλακες έχουν εξουσία: «(δ) να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που κατέχει κυνηγετικό όπλο να παρουσιάσει την άδεια κυνηγιού, την άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου, το δελτίο ταυτότητας και το θήραμα, τα άγρια πτηνά ή οποιοδήποτε είδος άγριας πανίδας που κατέχει·» Παράλειψη δε της συμμόρφωσης με το εδάφιο (δ) αποτελεί ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(3)(α). Εν προκειμένω δεν τέθηκε οιαδήποτε μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι κατείχαν κυνηγετικό όπλο επομένως γεννάται δικαίωμα και εξουσία των θηροφυλάκων ακόμα και χωρίς εύλογη υπόνοια να ζητήσουν από τα πρόσωπα αυτά να παρουσιάσουν τα στοιχεία τους. Επομένως προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε ότι αφορά το σύνολο των κατηγοριών στις οποίες οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) .............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο