← Κύπρος

Δημοκρατία ν. SIRRIEH, Αρ. Υπόθεσης: 6164/20, 10/11/2020

Δημοκρατία ν. SIRRIEH, Αρ. Υπόθεσης: 6164/20, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2020:3 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. Π. Παπαπέτρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6164/20 Δημοκρατία V ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ SIRRIEH Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 10.11.2020 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη παρούσα Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα ορκίζεται να εκτελέσει ο κ. Νχχχχχ Αχχχχ ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της Πρόκλησης Βαριάς Σωματικής Βλάβης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 231, Κεφ. 154 και της Βίας στην Οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4
(1)
(2)(i) του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων, Ν.119(Ι)/
  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως παρατέθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως: Ο Wχχχχ Sχχχχχ, βρετανός πολίτης, είναι ο παραπονούμενος και σύζυγος της κατηγορούμενης. Στις 04.08.2020, η κατηγορούμενη οδήγησε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και έλειψε από το σπίτι όπου διέμεναν, από το απόγευμα προς το βράδυ. Όταν αυτή επέστρεψε ο παραπονούμενος της έκανε παρατήρηση γιατί πήρε το αυτοκίνητο του, ακολούθησε συζήτηση και συμπλοκή με κτυπήματα και δαγκώματα μεταξύ των δύο. Σε κάποια στιγμή η κατηγορούμενη πήγε στην κουζίνα πήρε ένα κουζινομάχαιρο μυτερό, οπότε ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να βγει εκτός της οικίας και η κατηγορούμενη έκλεισε την πόρτα και τα παράθυρα του σπιτιού φωνάζοντας γι΄ αυτό το θέμα. Ακολούθως η κατηγορούμενη είπε στη μητέρα της, που ήταν στην οικία, ότι έπρεπε να φύγουν γι΄ αυτό πήραν πρόχειρα πράγματα και εξήλθαν της οικίας ενώ η κατηγορούμενη, κρατώντας το μαχαίρι, πήγε προς το αυτοκίνητο του παραπονούμενου έχοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Η κατηγορούμενη άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, ωστόσο ο παραπονούμενος της έκλεισε την πόρτα, φωνάζοντας της ότι δεν της επέτρεπε να πάρει το αυτοκίνητο, προκλήθηκε νέα αψιμαχία δίπλα στο αυτοκίνητο και εκεί η κατηγορούμενη κατάφερε δύο μαχαιριές στον παραπονούμενο, η μια μικρή και η δεύτερη βάθους 8cm-10cm. Η κατηγορούμενη τότε φώναζε «τον μαχαίρωσα, τον μαχαίρωσα» και πήγε στους γείτονες για να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο και αστυνομία, η δε κατηγορούμενη παρέμεινε στο μέρος. Οι γείτονες ειδοποίησαν τις αρχές, οπότε έφθασε ασθενοφόρο και αστυνομία. Ο παραπονούμενος διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου διαπιστώθηκε ότι δημιουργήθηκε αιμοθώρακας από το βαθύ τραύμα, έγινε παροχέτευση του συσσωρευθέντος αίματος και χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του τραύματος. Ο παραπονούμενος νοσηλεύθηκε για περίοδο 8 ημερών στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και θεραπεύθηκε, ωστόσο παρέμεινε σ΄ αυτόν 15 περίπου εκατοστά τομή στην περιοχή του στέρνου. Η κατηγορούμενη συνελήφθηκε ξημερώματα της 05.08.
  2. Κατά τη σύλληψη της ανάφερε «He was controlling me all the time, he should had let me go». Την ίδια μέρα, το πρωί, κατόπιν δικής της επιθυμίας, η κατηγορούμενη υπέδειξε τη σκηνή και το μαχαίρι που χρησιμοποίησε εναντίον του παραπονούμενου. Της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και απάντησε «That's where I stabbed my husband twice». Ο συνήγορος της κατηγορούμενης, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ενδιέτριψε επί των μετριαστικών παραγόντων που, κατά την εισήγηση του, διέπουν την υπόθεση, αναφερόμενος ειδικότερα στη συνεργασία της κατηγορούμενης με την αστυνομία, από την πρώτη στιγμή, αλλά και στην άμεση παραδοχή της, ως στοιχεία που αποτελούν απόδειξη πλήρους μεταμέλειας. Υπέδειξε δε ότι πρόκειται για άτομο, ηλικίας 53 ετών, το οποίο δεν απασχόλησε ποτέ τις αστυνομικές αρχές, είναι λευκού ποινικού μητρώου, και νομοταγής πολίτης, ενώ ως προς το χαρακτήρα της κατηγορούμενης, επισήμανε και το γεγονός ότι προ του περιστατικού είχε τη φροντίδα της μητέρας της η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Όσον αφορά στο περιστατικό από το οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προωθήθηκε η θέση, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι πάντοτε υπήρχαν προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού - παραπονούμενου και κατηγορούμενης - και πως στο παρελθόν η κατηγορούμενη ετύγχανε θύμα λεκτικής αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις σωματικής βίας από τον παραπονούμενο, φαινόμενο το οποίο ζούσαν και τα δύο ενήλικα πλέον παιδιά τους, τα οποία, ο μεν γιος τους δεν τους ακολούθησε όταν ήρθαν στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση, αλλά και η θυγατέρα τους έφυγε μετά το περιστατικό παίρνοντας μαζί και τη γιαγιά της - μητέρα της κατηγορούμενης. Τέλος υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε για προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Η πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α στη διαδικασία. Προκύπτει από αυτή ότι πριν το περιστατικό η κατηγορούμενη διέμενε με τον παραπονούμενο, σύζυγο της, σε ιδιόκτητη κατοικία στην Πάφο, ήταν άνεργη και συντηρούνταν από τον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη κατάγεται από την Ουαλία, είναι μοναχοπαίδι και ο πατέρας της απεβίωσε το 2016 ενώ η μητέρα της είναι συνταξιούχα, οικοκυρά. Οι σχέσεις της με τη μητέρα της είναι στενές και έχει αναλάβει τη φροντίδα της. Η κατηγορούμενη μετά την αποφοίτηση της από το λύκειο ολοκλήρωσε σπουδές σε κολλέγιο στον κλάδο Παιδαγωγικών και στη συνέχεια εργάστηκε για περίπου 30 χρόνια ως δασκάλα στην Ουαλία. Το 1994 είχε παντρευτεί τον παραπονούμενο ο οποίος σπούδασε στην Αγγλία, καταγόμενος από το Λίβανο και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά. Τον τελευταίο χρόνο το ζεύγος έμενε μαζί στην Κύπρο. Η κατηγορούμενη παρουσιάζει αλλεργία στο δέρμα και λαμβάνει αντισταμινικά φάρμακα, ενώ δεν αναφέρθηκε εθισμός σε ουσίες και αλκοόλ. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε η κατηγορούμενη συνιστά κακούργημα και είναι πολύ σοβαρό, αυτό εξάγεται από τις προβλεπόμενες ποινές στο νόμο, ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 7 ετών σύμφωνα με το άρθρο 231 του Κεφ. 154, ωστόσο όπως προνοείται στο άρθρο 4
(1)του Ν.119(Ι)/2000: «Όταν τα αδικήµατα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου
(2)διαπράττονται από ένα µέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου µέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόµου αυτού, αυξηµένης σοβαρότητας και το ∆ικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)δύναται να επιβάλει τις αυξηµένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη του ίδιου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα.» Στα αδικήματα που αναφέρονται στην προαναφερόμενη παράγραφο περιλαμβάνεται και η βαριά σωματική βλάβη του άρθρου 231 του Κεφ. 154, οπότε σ΄ αυτήν την περίπτωση η ποινή φυλάκισης αυξάνεται από 7 σε 10 χρόνια, συνεπώς καθίσταται αντιληπτή η επαυξημένη πρόθεση του νομοθέτη για αποτροπή τέτοιων αδικημάτων. Τα γεγονότα κάθε υπόθεσης είναι εύλογο να συναχθεί ότι επίσης καθορίζουν τη σοβαρότητα της, ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση, ο τραυματισμός του παραπονούμενου με μαχαίρι, και η ταλαιπωρία του τελευταίου, παρ΄ ότι δεν του έχει παραμείνει κάποιο κατάλοιπο στη λειτουργία του οργανισμού του. Έχουμε κατά νου, ως γενική αρχή, πως τα γεγονότα κάθε υπόθεσης είναι δυνατό να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος είτε προς το σοβαρότερο είτε και προς το ελαφρύτερο. Το απόσπασμα και το νόημα των ανωτέρω διατυπώνεται στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ότι: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Το νομοθετικά ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής βέβαια συνιστά τη βάση την οποία το Δικαστήριο οφείλει να έχει ως αφετηρία για την έναρξη της διαδικασίας επιμέτρησης της ποινής (βλέπε ενδεικτικά ως σχετικές τις υποθέσεις Ghafari ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Η αναζήτηση προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες ασχολήθηκαν με την επιβολή ποινής σε ίδιο ή παρόμοιο αδίκημα με αυτό που διέπραξε η κατηγορούμενη κρίνεται χρήσιμη και καθοδηγητική. Ωστόσο οι ποινές από προηγούμενες υποθέσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, δεδομένων των ξεχωριστών περιστάσεων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση αλλά και τον κάθε παραβάτη. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά κρίνουμε πως η παραπομπή στις πιο κάτω υποθέσεις συνιστά επαρκές υπόβαθρο για κατανόηση των όσων έχουμε προαναφέρει αλλά και του μέτρου που έχουμε συνυπολογίσει, μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες καθορισμού της ποινής, για τον προσδιορισμό της αρμόζουσας ποινής στην κατηγορούμενη. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, για το αδίκημα του άρθρου 231 του Κεφ. 154, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, ωστόσο κατ΄ έφεση κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σενέκκη
(2012)2 Α.Α.Δ. 285 για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 9 μηνών, το Εφετείο αν και έκρινε επιεική την ποινή δεν επενέβη εκτιμώντας ως καθοριστικούς τους ελαφρυντικούς παράγοντες που υπήρχαν, ήτοι (α) ότι δεν διώχθηκε από την αστυνομία άλλο πρόσωπο το οποίο είχε παραδεχθεί στην αστυνομία συμμετοχή στα γεγονότα της υπόθεσης, και (β) ότι είχαν παρέλθει 42 μήνες από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, και εν τω μεταξύ είχαν διαφοροποιηθεί οι προσωπικές συνθήκες του εφεσίβλητου. Στην πρόσφατη υπόθεση Αστυνομίας ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση αρ. 277/2018, ημερομηνίας 10.05.2019, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσίβλητο 18μηνη ποινή φυλάκισης για ίδιο αδίκημα, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, σε βάρος της συμβίας του, με αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Το Εφετείο παρότι έκρινε επιεική την 18μηνη ποινή φυλάκισης δεν επενέβη, ακύρωσε όμως τη διαταγή για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, καθότι ο Εφεσίβλητος βαρυνόταν με 5 προηγούμενες καταδίκες, κρίνοντας πως του είχε ήδη δοθεί στο παρελθόν η δεύτερη ευκαιρία να μην φυλακισθεί άμεσα, πλην όμως δεν την αξιοποίησε ορθά. Έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και το συνήγορο της κατηγορούμενης. Τα έχουμε αξιολογήσει και συνεκτιμήσει για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής. Όσον αφορά στα γεγονότα αφ΄ ενός αυτά προσδίδουν σοβαρότητα στο αδίκημα λόγω της χρήσης του μαχαιριού και του αποτελέσματος που αυτή είχε. Ταυτόχρονα επισημαίνεται πως η κατηγορούμενη μαχαίρωσε τον παραπονούμενο όχι αμέσως κατά την έξοδο της από την οικία, που εν πάση περιπτώσει η πρόθεση της ήταν να εγκαταλείψει το χώρο, αλλά στη συνέχεια όταν ο παραπονούμενος βρισκόταν δίπλα της και την εμπόδισε ενώ αυτή επιχείρησε να εγκαταλείψει την οικία με το αυτοκίνητο, συνεπώς δεν υπήρξε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην αντίδραση της κατηγορούμενης, την οποία κρίνουμε ως αντίδραση διαφυγής από τα γεγονότα του περιστατικού αλλά και την προηγηθείσα μεταξύ τους συμπλοκή. Συνεπώς ήταν μια στιγμιαία αντίδραση, εκτός ελέγχου βέβαια, λόγω των προγενέστερων περιστάσεων, αλλά και της παρεμπόδισης της από τον παραπονούμενο. Διαφαίνεται άλλωστε πως από την αρχή που αυτή πήρε στα χέρια της το μαχαίρι το πρότασσε για να κρατήσει τον παραπονούμενο μακριά της. Προφανώς έχοντας υπόψη τα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν, κατά το περιστατικό της 04.08.2020, αποδεχόμαστε ότι η κατηγορούμενη αισθάνθηκε ότι απειλείται η ζωή της ή ότι θα προστατευόταν παίρνοντας το μαχαίρι από την κουζίνα. Το ίδιο ένιωσε και όταν ο παραπονούμενος προσπάθησε να την εμποδίσει να φύγει με το αυτοκίνητο του. Φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή η κατηγορούμενη βρισκόταν υπό την επήρεια ισχυρών συναισθημάτων τα οποία δημιούργησαν μια παρόρμηση για αντίδραση, που το προϊόν της ήταν η τέλεση του αδικήματος που αυτή διέπραξε. Όσον αφορά στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης λαμβάνουμε υπόψη ως σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες, έχοντας υπόψη μας σχετική προς τούτο σχετική νομολογία (βλέπε Χατζηϊωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453), το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν νομοταγής πολίτης μέχρι τα 53 της και λευκού ποινικού μητρώου. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη μας ότι η κατηγορούμενη από την πρώτη στιγμή επέδειξε μεταμέλεια όταν φώναξε σε γείτονες, λέγοντας τη φράση «τον μαχαίρωσα, τον μαχαίρωσα» ώστε να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο και αστυνομία. Σημειώνουμε επίσης ότι επέδειξε πλήρη συνεργασία με την αστυνομία, καταδεικνύοντας τη μεταμέλεια της και στο Δικαστήριο, με άμεση παραδοχή. Η σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) επί του ζητήματος της παραδοχής είναι σαφής ως προς τη σημασία που έχει ο εν λόγω ελαφρυντικός παράγοντας, ως απόδειξη εκτίμησης της ορθής συμπεριφοράς ενός κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη αδικήματος, ενώ ταυτόχρονα διασώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη μας τις προσωπικές, οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορούμενης όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας - Τεκμήριο Α - και ως τις έχει αναπτύξει περαιτέρω ενώπιον μας ο συνήγορος της κατηγορούμενης περιλαμβανομένου προβλήματος υγείας κατά το τελευταίο διάστημα όπου λιποθύμησε 8 φορές και αναζητεί την αιτία. Αποκομίσαμε την εικόνα ότι πρόκειται για άτομο που δεν είχε στο παρελθόν συγκρούσεις με το νόμο και συνανθρώπους της, ζώντας στο περιβάλλον της οικογένειας της, όπως αυτό εξειδικεύθηκε από το συνήγορο της. Δεν αισθανόμαστε ότι έχουμε ενώπιον μας έναν παραβάτη ο οποίος χρήζει τέτοιας αντιμετώπισης που η τιμωρία του να λειτουργήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε, μέσω πολύ αυστηρής ποινής, να επιτευχθεί ο σκοπός της ειδικής πρόληψης. Εξάλλου φρονούμε πως το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν κατά τη διάρκεια της δίκης υπό κράτηση στις κεντρικές φυλακές αποτελεί επαρκές στοιχείο για την ίδια να αντιληφθεί τις συνέπειες που επιφέρει η διάπραξη παράνομης πράξης ή αδικήματος, παράγοντας που λαμβάνουμε υπόψη μας σοβαρά. Θεωρούμε επίσης πως οι πιθανότητες διάπραξης νέου αδικήματος μειώνονται σημαντικά λόγω του γεγονότος ότι πλέον η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος δεν ζούνε μαζί. Κύριο μέλημα σε κάθε περίπτωση είναι η εξεύρεση της αρμόζουσας ποινής καλύπτοντας έτσι το σκοπό του νόμου, διά της επίτευξης του στόχου της εξυπηρέτησης της γενικής πρόληψης αλλά και τις ειδικής πρόληψης. Αναφορικά με το είδος της αρμόζουσας ποινής κρίνουμε πως η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε η κατηγορούμενη, όπως την έχουμε εκτιμήσει πιο πάνω, δεν επιτρέπει την επιβολή άλλης ποινής εκτός από την ποινή φυλάκισης. Άλλωστε ως έχει διασαφηνιστεί (βλέπε υπόθεση Τηλεμάχου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701) η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί καθ΄ όλα θεμιτό μέτρο τιμωρίας και στις περιπτώσεις παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο, αν κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη. Η ανάγκη, μέσω της τιμωρίας, για αποτροπή της χρήσης μαχαιριών, είναι επιβεβλημένη, προφανώς λόγω της αυτόδηλης επικινδυνότητας τους. Παρά τους σοβαρούς ελαφρυντικούς παράγοντες που έχει η κατηγορούμενη, η εξατομίκευση της ποινής δεν έχει ούτε συνεπάγεται εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του εγκλήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για το αδίκημα που η κατηγορούμενη διέπραξε είναι η ποινή φυλάκισης την οποία καθορίζουμε σε 18 μήνες. Ως εκ τούτου επιβάλλουμε στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στο παρόν στάδιο εξετάζουμε το αίτημα του συνηγόρου της κατηγορούμενης για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Μιλτιάδους (ανωτέρω) ειπώθηκαν τα ακόλουθα για το θέμα της αναστολής: «Αναφορικά όμως με την αναστολή της ποινής, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προς τούτο δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις εκατέρωθεν θέσεις εφόσον το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής (ανωτέρω) αποκαλύπτει λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B90, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω καθοδηγητικές γραμμές της νομολογίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί ποινή φυλάκισης, κρίνουμε πως το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορούμενης, μας νομιμοποιεί να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια ώστε να διατάξουμε την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών. Προς τούτο ειδικότερα προσμέτρησαν η άμεση παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, η μεταμέλεια της και η πλήρης συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές, οι προσωπικές της περιστάσεις, συνυφασμένα όλα με την απουσία μόνιμων κατάλοιπων στην υγεία του παραπονούμενου. Θεωρούμε εξάλλου πως η περίοδος των 3 μηνών περίπου που η κατηγορούμενη παρέμεινε υπό κράτηση την έχει βοηθήσει να αντιληφθεί τη σοβαρότητα και τις συνέπειες της παράνομης πράξης της αλλά και ως στοιχείο που θα λειτουργεί αποτρεπτικά. Συνακόλουθα των προλεχθέντων διατάσσουμε όπως, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μη εκτελεσθεί εκτός αν διαρκούσης της περιόδου των 3 ετών από σήμερα, η κατηγορούμενη ήθελε διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. (Εξηγείται με απλά λόγια προς την κατηγορούμενη η σημασία της αναστολής). (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Π. Παπαπέτρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.