Έφορος Φορολογίας ν. ANDREAS CHRISTODOULOU & SONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:4458/16, 9/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4458/16 Έφορος Φορολογίας εναντίον
- ANDREAS CHRISTODOULOU & SONS LTD
- ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ -------------------------------------- Ημερομηνία: 09.10.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ' Γιάννη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις 30 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορίες 1-2 αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(9), 20
(1)και 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί , καθώς και του κανονισμού 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π.314/01 και Κ.Δ.Π 51/2002), οι κατηγορίες 3-28 αδικήματα παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης με βάση την ίδια νομοθεσία και οι κατηγορίες 29-30 αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου κατά παράβαση των άρθρων 46(9, και 10Α), 20
(1), και 48 του ίδιου νόμου. Τα αδικήματα αφορούν διάφορες περιόδους εντός των ετών 2009 μέχρι και
- Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 ασχολείτο με μεταφορές οικοδομικών υλικών και εκτέλεση χωματουργικών εργασιών. Το αρχικό οφειλόμενο ποσό ήταν €13.294,51 και τώρα ανέρχεται στις €12.646,12 αφού πριν την καταχώρηση πληρώθηκε ποσό ύψους €
- Η ίδια δήλωσε ότι υπήρξε συμμόρφωση αναφορικά με την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων (κατηγορίες 3 -28) και ζήτησε την έκδοση σχετικών διαταγμάτων είσπραξης των οφειλομένων ποσών, εναντίον της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με την 1η, 2η, 29η και 30η κατηγορία, δυνάμει του άρθρου 46
(12)της σχετικής νομοθεσίας, ως το συνημμένο έγγραφο «Α» το οποίο και καταχώρησε. Περαιτέρω ανέφερε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 σε μια εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή, συμφωνώντας μάλιστα ότι πρόκειται για σοβαρής φύσεως αδικήματα. Ο κος Σιαηλής υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας τεκμήριο «Β» και επικεντρώθηκε στα πιο κάτω: - Στην παραδοχή και απολογία του κατηγορούμενου
- - Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 διατηρούσε εταιρεία που ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες. - Στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 οι οποίες περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. - Υποστήριξε ότι θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο πριν την επιβολή της ποινής το τεκμήριο Γ' ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Τ. Θεοδοσίου με τα επισυναπτόμενα έγγραφα για τον κατηγορούμενο
- - Ο κ. Σιαηλής αναφέρθηκε στην ηλικία του κατηγορούμενου 2, στην εργατικότητα του, στον πρότερο έντιμο βίο του και ειδικότερα στο ότι υπήρξε ένας ευυπόληπτος και νομοταγής πολίτης, ο οποίος βρέθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης σε αυτή τη θέση σήμερα. - Στην καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου το 2016 λαμβανομένου υπόψη του χρόνου διάπραξης των αδικημάτων τα οποία τοποθετούνται από το έτος 2009, χρόνο διάπραξης των σοβαρότερων κατηγοριών. - Τέλος ο κ. Σιαηλής εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο εάν επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας αυτή δύναται να ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα ο σχετικός περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος αρ.95
(1)2000, ως τροποποιήθηκε, προνοεί με το άρθρο 46 αυτού σωρεία φορολογικών αδικημάτων, τα οποία τιμωρούνται ανάλογα με το αδίκημα σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών μέχρι και τριών ετών ή και σε χρηματικές ποινές μεταξύ 850 ευρώ και 8543 ευρώ ή και ποινή ίση με το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α που οφείλεται. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-28 προβλέπεται χρηματική ποινή μέχρι 8.543 ευρώ ή σε φυλάκιση μέχρι 12 μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Για δε τα αδικήματα που αφορούν την μη καταβολή πρόσθετου φόρου και τόκων η προβλεπόμενη απο το Νόμο ποινή είναι η χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Κατά το άρθρο 46
(12)το Δικαστήριο δικαιούται εκτός από την επιβολή της ποινής να εκδώσει και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως ο καταδικασθείς καταβάλει στον Έφορο Φ.Π.Α, το εν λόγω ποσό. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επηρεάζει το ύψος είσπραξης δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό το ύψος των δημοσίων εσόδων, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή όπου η οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρη την κοινωνία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την οικονομική άλλοτε ευρωστία του Κράτους. Παράλληλα, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων εμποδίζει το κράτος από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του και μάλιστα σήμερα που η ανάγκη της κοινωνίας για συμπαράσταση απο το Κράτος κατέστη πιο επιτακτική από ποτέ. Στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σολομωνίδη, Ποιν.Εφέσεις 323-325/15, 14.2.19 αναφέρθηκε ότι τα αδικήματα που σχετίζονται με τη νομοθεσία του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας θεωρούνται ως εκ της φύσεως τους σοβαρά εφόσον στην ουσία σχετίζονται με φορολογικές υποχρεώσεις φυσικού ή νομικού προσώπου προς το κράτος. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σ. Σπύρου, ποινικές εφέσεις 276 - 277/15, 18.9.17 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι: «ο επίδικος Νόμος είναι εξαιρετικής σημασίας εφόσον η μη τήρηση των προνοιών του πλήττει καίρια την εθνική οικονομία, κύρια πηγή εσόδων της οποίας είναι ο Φ.Π.Α. Ακόμη ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». Όπως συναφώς τονίστηκε στην Μελάς κ.α. v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 412, «Η παράλειψη πληρωμής Φ.Π.Α ενέχει μεγάλη σημασία στο Δημόσιο, γι αυτό άλλωστε και η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας δεν είναι ασυνήθης επιλογή, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α, ο οποίος εισπράττεται και δεν καταβάλλεται στο κράτος. Η ιδιορρυθμία του πολύ σημαντικού για την εθνική οικονομία επίδικου Νόμου είναι η είσπραξη του από ιδιώτες που ενεργούν ως εντολοδόχοι του Κράτους και η παράλειψη πληρωμής του, όπως στην υπό κρίση περίπτωση συνιστά παράνομη οικειοποίηση χρημάτων που τους εμπιστεύτηκαν οι καταναλωτές για απόδοση του στα δημόσια ταμεία ώστε το Κράτος να μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Πρόκειται επομένως για πολύ σοβαρά αδικήματα και οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται στους παραβάτες θα πρέπει να ενέχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Κατά πάγια δε νομολογία, όπου εντοπίζεται τέτοια ανάγκη οι προσωπικές συνθήκες ενός παραβάτη ναι μεν λαμβάνονται υπόψη αλλά στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθ' ότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. μεταξύ άλλων Μαληκκίδης v Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.40/15 ημερ. 26.11.16). Με αυτονόητο βεβαίως, το στοιχείο ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, που αποτελεί και την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής( βλ. Ασσιώτη v Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. 146/16 ημερ. 18.1.17 που παραπέμπει και σε προηγούμενη νομολογία)». Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει επίσης τονιστεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. A. Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν. Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)». Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: «Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος». «ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». «Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. E. Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194] ». Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν δύναται να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση των κατηγορουμένων 1 και 2: α. Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. β. Το ύψος του οφειλόμενου ποσού αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2, 29, 30 και το οποίο μέχρι σήμερα ανέρχεται στις €12.646,12 για το οποίο έχει καταβληθεί ένα μικρό μόνο χρηματικό ποσό ύψους €
- γ. Το χρονικό διάστημα διάπραξης των αδικημάτων δηλαδή από τα έτη 2009-2016, το οποίο δεν ήταν μικρό. Το επιχείρημα του Συνηγόρου Υπεράσπισης ότι παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης αφού οι σοβαρότερες κατηγορίες διαπράχθηκαν το έτος 2009, δεν με βρίσκει σύμφωνη, καθ' ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται και οι κατηγορίες 3-28 για αδικήματα που διαπράχθηκαν το έτος 2009-
- Ακόμη ως διαφαίνεται από τα πρακτικά στο φάκελλο του Δικαστηρίου ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 συνέβαλε στην καθυστέρηση της υπόθεσης λόγω των απουσιών του στο Δικαστήριο. Εν πάσει περιπτώσει το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη του ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν τα έτη 2009 -2016 και αυτό καλείται να επιβάλει ποινή το
- Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου: α. Τη μη ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. β. Την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. γ. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης αλλά και όσα περιέχονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί. Ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 67 ετών, ο οποίος μέχρι σήμερα διένυσε έντιμο βίο χωρίς να βαρύνεται με οιαδήποτε άλλη καταδίκη. Επιπλέον το τεκμήριο «Γ» ιατρικό πιστοποιητικό του προσωπικού Ιατρού του κατηγορούμενου 2 το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αυτός πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια, από υπέρταση, σαγχαρώδη διαβήτη, αναπνευστική δυσχέρεια και αναιμία. Επίσης αναφέρεται σε αυτό ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπισε διάφορα προβλήματα υγείας στο παρελθόν. Συνεπεία όλων αυτών των προβλημάτων αυτός κατέστη μόνιμα ανίκανος για κάθε εργασία. δ. Ότι ένα μέρος του ποσού αφορά τόκους και επιβαρύνσεις σε σχέση με την 29η και 30η κατηγορία. ε. Ότι τα αδικήματα όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για τα οποία οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή έλαβαν χώρα σε διάφορες περιόδους για τα έτη 2009 μέχρι και 2016, ενώ από τη διάπραξη τους μέχρι σήμερα δεν αντιμετώπισαν άλλη ποινική υπόθεση. στ. Ότι οι φορολογικές δηλώσεις έχουν υποβληθεί (σε σχέση με την 3η - 28 κατηγορία). Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί και τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορούμενους. Περαιτέρω, ως μετριαστικός παράγοντας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής στους κατηγορούμενους, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει 4 διατάγματα είσπραξης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας για πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει πως ο κατηγορούμενος 2, ως ο τότε διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης, με τις παραλείψεις του αλλά και γενικότερα με τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει που αν υπήρχε θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος των Κυπρίων πολιτών. Αντίθετα, με τις παραλείψεις του ο κατηγορούμενος 2 προκάλεσε ζημιά στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε βαθμό ίσο με το ύψος του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, που βέβαια μόνο αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να επιφέρει στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Συνεκτιμώντας τώρα και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτήν. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής κρίνω ότι θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης. Θα έδινε περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορούμενη 1: 1η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €1100 2η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €500 3η - 28η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €30 σε κάθε κατηγορία 29η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €250 30η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €90 Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδονται 4 διατάγματα εναντίον της 1ης κατηγορούμενης ως αυτά εμφαίνονται στο επισυνημμένο Έγγραφο «Α» που κατατέθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, το οποίο θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι της παρούσας απόφασης. Στον κατηγορούμενο 2: 1η, 2η, 29,30η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 μηνών, σε κάθε κατηγορία 3η-28η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 1 μηνός, σε κάθε κατηγορία Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορούμενου 2, κρίνω ότι υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την ηλικία του και τον πρότερο έντιμο βίο του αλλά και τα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει δύναμαι να ασκήσω τις εξουσίες που ο νόμος μου παρέχει και να αναστείλω την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω ανέφερα καταλήγω ότι δύναμαι να δώσω στον κατηγορούμενο 2 μια δεύτερη ευκαιρία, λόγω του λευκού του ποινικού μητρώου, της παραδοχής και της μεταμέλειας του και της σωρείας των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Συνεπώς η εκτέλεση της επιβληθείσας ως ανωτέρω ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον κατηγορούμενο 2 η έννοια της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). .................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο