Έφορος Φορολογίας ν. D. CHRISTOFOROU (WATER SPORTS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2059/15, 29/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2059/15 Έφορος Φορολογίας εναντίον
- D. CHRISTOFOROU (WATER SPORTS) LTD
- XXX. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- XXX. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ -------------------------------------- Ημερομηνία: 29.9.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ' Γιάννη Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις 24 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορίες 1-19 αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(9), 20
(1), 46
(14)και 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί , καθώς και του κανονισμού 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π.314/01 και Κ.Δ.Π 51/2002), οι κατηγορίες 20-24 αδικήματα παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης με βάση την ίδια νομοθεσία. Τα αδικήματα αφορούν διάφορες περιόδους εντός των ετών 2005 μέχρι και
- Για την 1η κατηγορούμενη εταιρεία διεξήχθηκε διαδικασία απόδειξης και αυτή κρίθηκε ένοχη στις εναντίον της κατηγορίες. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι το αρχικό οφειλόμενο ποσό δυνάμει του κατηγορητηρίου ανερχόταν στις €9.775 και το οποίο έχει εξοφληθεί πλήρως σήμερα, όπως επίσης υποβλήθηκαν και οι φορολογικές δηλώσεις. Περαιτέρω ανέφερε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ανάφερε τα κάτωθι: · Εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου
- · Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 ασχολείται με τα θαλάσσια αθλήματα. · Ο Κατηγορούμενος 2 κατέβαλε όλο το οφειλόμενο ποσό. · Τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου
- · Δεν βαρύνεται με οιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη. · Επίσης ότι το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την οικονομική κρίση η οποία τον επηρέασε. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του και το χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, τα οποία τοποθετούνται από το έτος 2005 μέχρι και το
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα ο σχετικός περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος αρ.95
(1)2000, ως τροποποιήθηκε, προνοεί με το άρθρο 46 αυτού σωρεία φορολογικών αδικημάτων, τα οποία τιμωρούνται ανάλογα με το αδίκημα σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών μέχρι και τριών ετών ή και σε χρηματικές ποινές μεταξύ 850 ευρώ και 8543 ευρώ ή και ποινή ίση με το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α που οφείλεται. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-24 προβλέπεται χρηματική ποινή μέχρι 8.543 ευρώ ή σε φυλάκιση μέχρι 12 μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επηρεάζει το ύψος είσπραξης δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό το ύψος των δημοσίων εσόδων, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή όπου η οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρη την κοινωνία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την οικονομική άλλωτε ευρωστία του Κράτους. Παράλληλα, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων εμποδίζει το κράτος από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του και μάλιστα σήμερα που η ανάγκη της κοινωνίας για συμπαράσταση απο το Κράτος κατέστη πιο επιτακτική από ποτέ. Στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σολομωνίδη, Ποιν.Εφέσεις 323-325/15, 14.2.19 αναφέρθηκε ότι τα αδικήματα που σχετίζονται με τη νομοθεσία του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας θεωρούνται ως εκ της φύσεως τους σοβαρά εφόσον στην ουσία σχετίζονται με φορολογικές υποχρεώσεις φυσικού ή νομικού προσώπου προς το κράτος. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σ. Σπύρου, ποιν.εφέσεις 276 - 277/15, 18.9.17 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι: «ο επίδικος Νόμος είναι εξαιρετικής σημασίας εφόσον η μη τήρηση των προνοιών του πλήττει καίρια την εθνική οικονομία, κύρια πηγή εσόδων της οποίας είναι ο Φ.Π.Α. Όπως συναφώς τονίστηκε στην Μελάς κ.α. v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 412, η παράλειψη πληρωμής Φ.Π.Α ενέχει μεγάλη σημασία στο Δημόσιο, γι αυτό άλλωστε και η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας δεν είναι ασυνήθης επιλογή, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α, ο οποίος εισπράττεται και δεν καταβάλλεται στο κράτος. Η ιδιορρυθμία του πολύ σημαντικού για την εθνική οικονομία επίδικου Νόμου είναι η είσπραξη του από ιδιώτες που ενεργούν ως εντολοδόχοι του Κράτους και η παράλειψη πληρωμής του, όπως στην υπό κρίση περίπτωση συνιστά παράνομη οικειοποίηση χρημάτων που τους εμπιστεύτηκαν οι καταναλωτές για απόδοση του στα δημόσια ταμεία ώστε το Κράτος να μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Πρόκειται επομένως για πολύ σοβαρά αδικήματα και οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται στους παραβάτες θα πρέπει να ενέχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Κατά πάγια δε νομολογία, όπου εντοπίζεται τέτοια ανάγκη οι προσωπικές συνθήκες ενός παραβάτη ναι μεν λαμβάνονται υπόψη αλλά στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθ' ότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. μεταξύ άλλων Μαληκκίδης v Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.40/15 ημερ. 26.11.16). Με αυτονόητο βεβαίως, το στοιχείο ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο, που αποτελεί και την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής( βλ. Ασσιώτη v Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. 146/16 ημερ. 18.1.17 που παραπέμπει και σε προηγούμενη νομολογία)». Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει επίσης τονιστεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. A. Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν. Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)». Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος». Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σ. Σπύρου, ποιν.εφ. 276-277, ημερ.12.4.2017 αναφέρθηκε ότι: «αυτό το εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική οικονομία και ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση (Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. E. Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν δύναται να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα:
- Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο διευθυντής της πρώτης κατηγορούμενης εταιρείας.
- Το ύψος του οφειλόμενου ποσού αναφορικά με τις κατηγορίες 1-19 και το οποίο ήταν 9.775 ευρώ.
- Το χρονικό διάστημα διάπραξης των αδικημάτων δηλαδή από τα έτη 2005-2014, το οποίο δεν ήταν μικρό. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου:
- Την μη ύπαρξη προηγούμενων καταδικών.
- Την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης.
- Ότι πληρώθηκε όλο το οφειλόμενο ποσό και υποβλήθηκαν οι φορολογικές δηλώσεις.
- Ότι τα αδικήματα όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για τα οποία οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή έλαβαν χώρα σε διάφορες περιόδους για τα έτη 2005 μέχρι και 2014, ενώ από τη διάπραξη τους μέχρι σήμερα δεν αντιμετώπισαν άλλη ποινική υπόθεση.
- Ότι ο 2ος Κατηγορούμενος παρέμεινε μια ημέρα υπό κράτηση. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι παλαιοτέρα είχε καταχωρηθεί η υπόθεση 6481/13 εναντίον των Κατηγορουμένων η οποία και αποσύρθηκε λόγω αδυναμίας εξεύρεσης του 2ου Κατηγορούμενου. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί και τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους Κατηγορούμενους. Συνεκτιμώντας τώρα και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας της ποινής επιβάλλω τις κάτωθι χρηματικές ποινές: Στις κατηγορίες 1 - 19 κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α: 1η Κατηγορούμενη εταιρεία και 2ο Κατηγορούμενο €80 πρόστιμο έκαστος σε εκάστη κατηγορία. Στις κατηγορίες 20-24 οι οποίες αφορούν αδικήματα παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης: 1η Κατηγορούμενη εταιρεία και 2ο Κατηγορούμενο €40 πρόστιμο έκαστος σε εκάστη κατηγορία. .................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο