← Κύπρος

Ψαραγορές Ερημίτες Λτδ ν. Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 7484/16, 22/10/2020

Ψαραγορές Ερημίτες Λτδ ν. Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 7484/16, 22/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7484/16 Ψαραγορές Ερημίτες Λτδ εναντίον XXX Σάββα Ημερομηνία: 22.10.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Χ' Νεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ξιναρή Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών από 12/2/2012 μέχρι και 19/5/14 και ενώ ήταν πτωχεύσας με διάταγμα παραλαβής ημερ.9/7/2004 στην αίτηση πτώχευσης με αρ.55/04 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 14/01/05 από τους πιστωτές και χωρίς να είχε αποκατασταθεί, εξασφάλισε πίστωση για το συνολικό ποσό των €3.840,30σ. από την Παραπονούμενη, από την Πάφο, χωρίς να πληροφορήσει την Παραπονούμενη ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία καθ' ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή η γνώση του Κατηγορούμενου ότι είναι πτωχεύσας. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι επιδόθηκε το διάταγμα της πτώχευσης στον Κατηγορούμενο. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονούμενης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η απόδειξη της επίδοσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου ή το διάταγμα πτώχευσης σε αυτόν και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο Χρ. Σωκράτους (ΜΚ1) και ο Α. Χατζιήκκος (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του υϊοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 την γραπτή δήλωση του το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης εταιρείας η οποία διατηρεί ψαραγορά στην Πάφο και διατηρεί διάφορα καταστήματα και ασχολείται με την χονδρική και λιανική εμπορία ψαριών και παρεμφερών ειδών. Ο Κατηγορούμενος διατηρούσε ψαρόβαρκα και ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας υπόθεσης ψαράς και πελάτης της Παραπονούμενης από την οποία αγόραζε με πίστωση δολώματα και δανειζόταν περιοδικά χρήματα με την προοπτική να προμηθεύει την Παραπονούμενη με ψάρια προς εξόφληση του χρέους του σε αυτήν. Ο Κατηγορούμενος διατηρούσε χρεωστικό λογαριασμό στην Παραπονούμενη για την πιο πάνω συμφωνία και η Παραπονούμενη διατηρούσε σχετική κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσίαζε υπόλοιπο από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη κατά το διάστημα από 12/2/12 μέχρι και 19/5/14 το ποσό των €3.840,30σ ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  2. Στο τεκμήριο 3 κατά διαστήματα ο Κατηγορούμενος έθετε την υπογραφή του δίπλα από το σημείο όπου παρουσιάζεται το χρεωστικό υπόλοιπο του προς την Παραπονούμενη, αναγνωρίζοντας το οφειλόμενο του υπόλοιπο. Ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση, δηλαδή το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, από την Παραπονούμενη, μεταξύ των συγκεκριμένων ημερομηνιών χωρίς να την ενημερώσει ότι είναι πτωχεύσας. Ακόμη αυτός ανέφερε ότι η Παραπονούμενη καταχώρησε πολιτική αγωγή στο Ε.Δ Πάφου εναντίον του Κατηγορούμενου για το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό (τεκμήριο 4), στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση αλλά σε κανένα στάδιο δεν του αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι είναι πτωχεύσας. Κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετά τεκμήρια μεταξύ αυτών και το Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου στην αίτηση 55/04, ημερομηνίας 9.7.2004 τεκμήριο 16 αλλά και το Διάταγμα Πτώχευσης του ημερομηνίας 14.1.05 τεκμήριο
  3. Στην αντεξέταση του επανέλαβε πώς γνωρίστηκαν με τον Κατηγορούμενο και πώς συνεργάστηκαν τα έτη 2012-
  4. Επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ότι είναι υπό πτώχευση και ότι εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και εάν το εγνώριζε δεν θα είχε καμία συναλλαγή μαζί του. Δεν αποδέχθηκε την θέση ότι ουδέποτε έδωσε μετρητά στον Κατηγορούμενο υπό μορφή δανείου. Ο ΜΚ2 εργαζόταν στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Πρώτος Εξεταστής και αναφέρθηκε στο Δικαστήριο για τα τεκμήρια 16 και
  5. Ακόμη ότι διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του κατηγορούμενου ο κος Λ. Κίμωνος καταθέτοντας το τεκμήριο
  6. Ο Κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 7.11.
  7. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Νίκου Κλεάνθους κ.α. ( 1999, 2, ΑΑΔ, 320), αφού έγινε αναφορά στην σχετική αγγλική και κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου εναντίον Αστυνομίας (πιο κάτω). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Ο Κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αντιμετωπίζει το αδίκημα ήτοι της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
  1. Το άρθρο 117(α) του Κεφ.5, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, είχε ως ακολούθως: «
  2. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε είναι ένοχος αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη.» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 117(α) είναι τα εξής: · Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10.00 ή πέραν του εν λόγου ποσού, · Από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, · Το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και · Να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Το αδίκημα του άρθρου 117 (α), του Κεφ. 5, αυτό που κατατάσσει ως ποινικά κολάσιμο, είναι την εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει περί του γεγονότος ότι τελεί υπό πτώχευση. Εκείνο που ουσιαστικά καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο στα πλαίσια του άρθρου 117(α), είναι η παρασιώπηση, δηλαδή η παράλειψη ανακοίνωσης γεγονότος, η οποία, όπως κάθε αξιόποινη παράλειψη, προϋποθέτει υποχρέωση του Κατηγορούμενου να ανακοινώσει το γεγονός και δυνατότητά του να το πράξει. Το αδίκημα του άρθρου 117(α) ουσιαστικά συνίσταται σε παράβαση νομικής υποχρέωσης του Κατηγορουμένου. Η μόνη υποχρέωση που τίθεται από το άρθρο 117(α), είναι θετική υποχρέωση, η οποία δεν τελεί υπό καμία αίρεση, προς το άτομο το οποίο είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, όπως πριν την εξασφάλιση πίστωσης πέραν του αναφερόμενου ποσού να ενημερώσει για το γεγονός της πτώχευσής του. Η μόνη πιθανή υπεράσπιση είναι η μη γνώση της έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης . Ο νόμος απαιτεί, όπως όταν άτομο υπό πτώχευση λαμβάνει πίστωση πέραν των ΛΚ10 να πληροφορεί ότι είναι πτωχεύσας. Τίθεται επομένως από το ίδιο το άρθρο 117(α) μια υποχρέωση από το νόμο, παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. Για να διαπραχθεί επομένως το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε θα πρέπει η Παραπονούμενη να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας. (Χριστοφόρου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ 145). Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδοση, στις παραγράφους 3683 και 3684 στις σελίδες 1338 και 1339 γίνεται αναφορά στο άρθρο 155 του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 117, και αναλύονται τα στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή ως εξής: «Prove that the prisoner was adjudged bankrupt, and that there is no order of discharge upon the file, and that he did not inform the person from who he obtained credit that he was an undischarged bankrupt. The obligation to disclose bankruptcy is absolute. » Και σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Να αποδείξει ότι ο υπόδικος κηρύχθηκε πτωχεύσας, και ότι δεν υπάρχει διαταγή αποκατάστασης στον φάκελο, και ότι δεν ενημέρωσε το άτομο από το οποίο εξασφάλισε πίστωση ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Η υποχρέωση αποκάλυψης της πτώχευσης είναι απόλυτη.» Όσον αφορά για την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος - το mens rea - σημειώνω ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση του γεγονότος της πτώχευσής του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Παραπονούμενης, εις απάντηση στη θέση της Υπεράσπισης κατά την αγόρευση του αναφορικά με το αν έλαβε γνώση ο Κατηγορούμενος για την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ανέφερε ότι ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας τον επίδικο χρόνο και ενημέρωσε την Παραπονούμενη. Επιπλέον ότι με τις υποβολές που τέθηκαν στον ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε η ιδιότητα του ως πτωχεύσας αλλά μάλιστα την υπέβαλε ως την θέση του. Γι' αυτό το θέμα η Κατηγορούσα Αρχή βεβαίως δεν συγκεκριμενοποίησε στο Δικαστήριο ποιές ήταν αυτές οι υποβολές και συνεπώς το Δικαστήριο υποθέτει ότι είναι οι πιο κάτω υποβληθείσες ερωτήσεις στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του ημερομηνίας 28.9.20: Ερ.: «Κανένας από τους ψαράδες με τους οποίους συναλλάσσεσουν δεν σου ανέφερε ποτέ, ούτε και ο κος Σάββα ότι εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του»; Απ. «Όχι, εγώ δεν γνώριζα ότι ο κατηγορούμενος ήταν κηρυγμένος..». Ερ.: «Oύτε κανένας άλλος ψαράς σου το ανέφερε ποτέ»; Απ.: «Όχι». Και πιο κάτω σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του: Eρ.: «Γνωρίζατε για όλο αυτό το χρονικό διάστημα εσείς προσωπικά και οι συνεργάτες σας ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής και πτώχευσης εναντίον του»; Απ.: «Όχι». Ερ.: «Και εσείς γνωρίζατε ότι παρήλθαν τα 4 έτη από την έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον του»; Απ.: «Όχι». Επιπλέον ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ισχυρίστηκε ότι δεν προκύπτει η αναγκαιότητα απόδειξης της επίδοσης στον Κατηγορούμενο του διατάγματος παραλαβής ή του διατάγματος κήρυξης του Κατηγορούμενου σε πτώχευση. Στην παρούσα υπόθεση εμφαίνεται απ' όσα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση ύψους €3.840,30σ. από την Παραπονούμενη, με τον τρόπο που περιέγραψε ο ΜΚ1. Ο ΜΚ1 παρέσχε την πιο πάνω πίστωση τελώντας εν αγνοία του γεγονότος της πτώχευσης του Κατηγορούμενου και έχοντας την πεποίθηση, βασιζόμενος στην συμπεριφορά του Κατηγορούμενου πώς πρόκειται για φερέγγυο οφειλέτη. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η Παραπονούμενη προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης εναντίον του Κατηγορούμενου. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι γεγονός ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου (τεκμήριο 16) στην παρουσία της συνηγόρου του και διάταγμα πτώχευσης (τεκμήριο 17). Παρ' όλα αυτά όμως δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή κατά πόσο αυτό το διάταγμα πτώχευσης επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο ούτως ώστε αυτός να λάβει γνώση ότι είναι πτωχεύσας. Το οποίο να σημειωθεί εκδόθηκε μονομερώς, στην απουσία του. Συνεπώς αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της γνώσης του Κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 3 και της κατ' ισχυρισμό λήψης του ποσού των Λ.Κ.€3.840,30σ. από την Παραπονούμενη, γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και παρά ταύτα δεν πληροφόρησε σχετικά την Παραπονούμενη. Ούτε ο ΜΚ1, ούτε ο ΜΚ2 αλλά ούτε και άλλος επιπρόσθετος μάρτυρας προσέφεραν μαρτυρία σε σχέση με το συγκεκριμένο βασικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ως ορθά υποστηρίζει η Υπεράσπιση. Ακόμη πέραν του γεγονότος ότι κατά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου ήταν παρούσα η συνήγορος του καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι αυτό επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο. Παρ' όλα αυτά εκείνο που είναι ουσιαστικής και καταλυτικής σημασίας είναι η μη παρουσίαση μαρτυρίας από την Παραπονούμενη για την επίδοση του διατάγματος πτώχευσης στον Κατηγορούμενο ούτως ώστε αυτός να λάβει γνώση και κατά συνέπεια να ενημερώσει την Παραπονούμενη ότι είναι πτωχεύσας. Ούτε επίσης μπορεί να εξαχθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε μία ποινική δίκη, ότι από τις πιο πάνω αναφερθείσες ερωτήσεις της υπεράσπισης προς τον ΜΚ1, προκύπτει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η γνώση του Κατηγορούμενου πως ήταν πτωχεύσας, δεν αποκαταστάθηκε και κατά συνέπεια ότι όφειλε να ενημερώσει την Παραπονούμενη. Μόνο σε υποθέσεις θα μπορούσε να προβεί το Δικαστήριο, είναι όμως γνωστό ότι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι δεν επιτρέπονται (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Σε κάθε περίπτωση οι υποβολές που έγιναν κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό που καλείται το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να εξετάσει αντικειμενικά για να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Επιπλέον οποιαδήποτε έγγραφα κατέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή πέραν της 19.5.14 (δηλαδή τα τεκμήρια 4 - 14), σε σχέση με την εγερθείσα υπό της παραπονούμενης αγωγής εναντίον του Κατηγορούμενου δεν αφορούν τους επίδικους χρόνους του αδικήματος. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή για να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτή ακριβώς η εξέταση του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τη γνώση του Κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ακόμη δεν έχει αποδειχθεί κατά πόσο το πιο πάνω Δικαστικό Διάταγμα πτώχευσης έχει γνωστοποιηθεί διά δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως αναφέρεται στο άρθρο 4
(4)του Κεφ.5, έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο αποτελεί γνώση του Κατηγορούμενου η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, ζήτημα το οποίο παρέμεινε ανοικτό στην υπόθεση Χριστόφορος Χριστοφόρου - ν- Φάνος Γιάγκου 2007
(2)Α.Α.Δ. σελ. 145, στην οποία αποφασίστηκε όμως ότι η γνώση του Δικαστικού Διατάγματος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ζήτημα για το οποίο δεν ύπαρχει ούτως ή άλλως ίχνος μαρτυρίας περί τούτου. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση λέχθησαν τα εξής: «Περαιτέρω, όπως σωστά επεσήμανε στο διάγραμμά του και ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου-κατηγορούμενου, θα ήταν αχρείαστο να απαιτείται να πληροφορηθεί ο συναλλαττόμενος από τον πτωχεύσαντα για την πτώχευσή του, εάν υπήρχε δικαστική γνώση και κατ' επέκταση γενική γνώση των συναλλαττομένων, αφού, σε τέτοια περίπτωση, θα θεωρείτο ότι και ο εφεσείων θα έπρεπε να γνωρίζει για την κήρυξη του εφεσίβλητου σε πτώχευση. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνουμε πως δεν εξετάζουμε και αφήνουμε ανοικτό το θέμα κατά πόσο, αν εθεωρείτο ότι υπήρχε δικαστική γνώση, αυτό θα ήταν αρκετό για να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε και την απαιτούμενη γνώση ως συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, ώστε να θεωρηθεί ότι είχε και την ένοχη πρόθεση (mens rea) διάπραξης των αδικημάτων». Ενόψει της απουσίας του πιο πάνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κατηγορίας, δηλαδή της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης εναντίον του Κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, δεν καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσον από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν, στον βαθμό που απαιτείται σ'αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε.» Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία, καθώς από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν στοιχειοθετείται συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τυχόν κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία ουσιαστικά θα έδιδε απλώς την ευχέρεια στην Παραπονούμενη να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. Ενόψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον της Παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.