← Κύπρος

SHMIDT ν. Αμβροσίδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3819/16, 15/12/2020

SHMIDT ν. Αμβροσίδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3819/16, 15/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3819/16 XXXXX SHMIDT εναντίον

  1. ΧΧΧ TRADING LTD
  2. ΧΧΧ Αμβροσίδου
  3. ΧΧΧ Γεωργάκης --------------------------------- Ημερομηνία: 15.12.2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Ζανούππας Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Θεοφίλου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1-3 αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία, της παράνομης παραμονής σε ξένη περιουσία, της παράνομης κατοχής σε ξένη περιουσία, της παράνομης χρήσης και εκμετάλλευσης ξένης περιουσίας, της κλοπής και της απόπειρας εκβιασμού. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτoς συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους έτσι ώστε να κληθούν σε απολογία, καθ' ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, δηλαδή εν ολίγοις ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν ανήκε ιδιοκτησιακά στην παραπονούμενη κατά τους ουσιώδεις χρόνους αλλά σε άλλους. Αυτή το αγόρασε αλλά το συμβόλαιο τερματίστηκε λόγω μη πληρωμής ολόκληρου του τιμήματος. Ακόμη το συμβόλαιο μεταξύ τους δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο ώστε η παραπονούμενη να δικαιούται σε εκτέλεση. Ισχυρίζονται ότι ελλείπει η μαρτυρία της παραμονής των κατηγορουμένων σε αυτό πέραν του μικρού χρονικού διαστήματος που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι του το άνοιξαν για να δει τα έπιπλα. Σε σχέση με το αδίκημα δε της κλοπής του διαμερίσματος και του χώρου στάθμευσης δεν στοιχειοθετείται καθ' ότι αυτά δεν είναι δεκτικά κλοπής. Καταλήγοντας ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είχε αντίθετη άποψη και ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα υποστήριξε ότι η παραπονούμενη αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα από τους κατηγορούμενους πλήρωσε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό το οποίο είναι αποδεκτό από αυτούς τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του, αλλά επειδή τους οφείλονταν κάποια χρήματα αυτοί το κατέλαβαν και το χρησιμοποιούν. Ακόμη ότι οι κατηγορούμενοι έκλεψαν το εν λόγω διαμέρισμα και τον χώρο στάθμευσης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο ΧΧΧ Σάββα (ΜΚ1) και η ΧΧΧ Shmidt παραπονούμενη (ΜΚ2). Δεν θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί την μαρτυρία που δόθηκε ή/και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Όσα λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πλήρως καταγεγραμμένα στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί από το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Νίκου Κλεάνθους κ.α. ( 1999, 2, ΑΑΔ, 320), αφού έγινε αναφορά στην σχετική αγγλική και κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου εναντίον Αστυνομίας (πιο κάτω). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Οι κατηγορούμενοι με βάση την έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας κατηγορούνται για το αδίκημα της Παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία, δηλαδή στο διαμέρισμα με αρ.2Χ3 και στον χώρο στάθμευσης με αρ.PΧΧ στα οποία νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος είναι η ΧΧΧ Shmidt. Σύμφωνα με το Άρθρο 280: "Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». (έμφαση δική μου). Θεωρώ ορθό όμως, εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 280 έχει ως εξής: «Any person who enters into or upon property in the possession of another with intent to commit an offence punishable by this Code, or by any Law in force within the Colony, or to intimidate, insult or annoy any person in possession of such property; or having lawfully entered into or upon such property, unlawfully remains there with intent thereby to intimidate, insult or annoy any such person, or with intent to commit an offence punishable by this Code or by any Law in force within the Colony, is guilty of a misdemeanor and is liable to imprisonment for two years". (έμφαση δική μου) Η υπόθεση Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 354, είναι άκρως διαφωτιστική. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, «...το Άρθρο 280 του Κεφ.154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας...». Προς επίρρωση των ανωτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στον Ινδικό Ποινικό Κώδικα, όπου το S.441 δημιουργεί πανομοιότυπο αδίκημα με το αρ.280 (το 1961, το αδίκημα στον Ινδικό Κώδικα τροποποιήθηκε με την προσθήκη ενός επιπρόσθετου τρόπου διάπραξης του αδικήματος που δεν αφορά όμως την παρούσα). Σημειώνεται ότι στο Αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει παρόμοιο αδίκημα παρά μόνο το αδίκημα του «forcible entry» το οποίο όμως εδράζεται επί διαφορετικών προϋποθέσεων και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει βοηθητικό οδηγό για την παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Penal Law of India, 10th ed, στις σελ. 3785-3821, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) Παράνομη είσοδος ή παράνομη διαμονή σε περιουσία που κατέχει άλλος, β) Με σκοπό (πρόθεση) τη διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Το αδίκημα αυτό της «ποινικής επέμβασης» (criminal trespass), διότι περί τούτου πρόκειται, διαχωρίζεται από το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε περιουσία (civil trespass). Για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα, ο παραπονούμενος θα πρέπει να έχει πραγματική και φυσική κατοχή του ακινήτου η οποία και θα πρέπει να είναι αποκλειστική (exclusive). Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος, το αδίκημα «είναι σχεδιασμένο για να προστατέψει τον κάτοχο της περιουσίας και όχι τον ιδιοκτήτη, ενώ το ποιος έχει τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι θέμα άσχετο και «ξένο» με το αδίκημα, θέση που συνάδει πλήρως και με την κυπριακή νομολογία, (βλ. Κυριάκου ανωτέρω). Ως εκ τούτου, ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον ενοίκου, για «ποινική επέμβαση», από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, όταν ο πρώτος δεν εγκατέλειψε το ακίνητο παρά την υπόσχεση που έδωσε προς τούτο, απορρίφθηκε ως μη εμπίπτουσα στην εμβέλεια του ποινικού αδικήματος αλλά ως καθαρά αστική διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί στα αστικά Δικαστήρια. Με βάση την μαρτυρία των ΜΚ 1 και 2 κρίνω ότι στοιχειοθετείται η κατηγορία της παράνομης εισόδου στο επίδικο διαμέρισμα στο οποίο κάτοχος ήταν η ΜΚ2 η οποία αφού το επίπλωσε και εξόπλισε σχετικά, το επισκεπτόταν και διέμενε τα καλοκαίρια. Αυτή είχε υπογράψει με τους κατηγορούμενους 2 και 3 διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας την συμφωνία πώλησης του (Τεκμήριο 1) και μάλιστα αυτή μετέφερε ως αγοραστής και τους λογαριασμούς του ηλεκτρισμού και του νερού στο όνομα της. Η ΜΚ2 όταν το επισκέφθηκε τον Μάρτιο του 2015 με τον συνέταιρο της διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εισέλθει σε αυτό γιατί είχαν αλλάξει τις κλειδαριές και αυτό το διαπίστωσε και ο ΜΚ1 όταν μετέβη εκεί με τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος του άνοιξε. Ο ΜΚ1 έκανε καταγραφή των αντικειμένων που ήταν εντός του διαμερίσματος για να ενημερώσει την παραπονούμενη. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στο διαμέρισμα υπήρχαν μέσα άλλα άτομα. Η θέση της Υπεράσπισης για μη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας επειδή η ΜΚ2 δεν ήταν ο ιδιοκτήτης δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται, λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία η οποία αναφέρεται σε κάτοχο και όχι στον ιδιοκτήτη του χώρου. Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος της 2ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αδίκημα της παράνομης παραμονής σε ξένη περιουσία κατά παράβαση μεταξύ άλλων των άρθρων 255, 262, 280 και 293 του Ποινικού Κώδικα. Η έκθεση του αδικήματος δεν παραπέμπει σε κανένα αδίκημα. Τα αναφερόμενα άρθρα αφορούν τα αδικήματα της κλοπής και της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος. Πουθενά στον Ποινικό Κώδικα δεν υπάρχει αδίκημα της παράνομης παραμονής σε ξένη περιουσία. Οι λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας παραπέμπουν στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας, δηλαδή της παράνομης εισόδου στο διαμέρισμα με αρ. 203 η οποία ήδη περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καλέσει σε απολογία τους κατηγορούμενους σε αδίκημα το οποίο δεν υφίσταται σύμφωνα με τον νόμο. Στην 3η και 4η κατηγορία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης ξένης περιουσίας. Σε αυτήν αναφέρονται ως νομική βάση τα άρθρα 255, 260, 262, 280, 281
(1)και 293 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα το άρθρο 281
(1)το οποίο αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης αναφέρει τα εξής:
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. «Αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι να αποδειχθεί ότι γη την οποία κάποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο αυτή να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι άλλου ή γι' αυτήν να κατατέθηκε σύμβαση πώλησης στο Κτηματολογικό γραφείο από τον αγοραστή της». Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει διαφανεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι η ΜΚ2 παραπονούμενη ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω διαμερίσματος. Ο δε ΜΚ1 ανέφερε ότι η ΜΚ2 δεν γνωρίζει αν η συμφωνία πώλησης του (τεκ.1) καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο. Ούτε και η ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλά και ούτε αν το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο. Συνεπώς, τόσο για την 3η όσο και για την 4η κατηγορία δεν έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω αναφερθέντα συστατικά στοιχεία τους, και οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να κληθούν σε απολογία. Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 260 και 262 του Κεφ.154. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία, Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος µε καλή πίστη, Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Σε αντίθεση με όσα ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως είναι πάγια νομολογημένο αλλά προκύπτει και από το ίδιο το άρθρο 255 Κεφ.154, η ακίνητη ιδιοκτησία ή προσαρτήματα αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο κλοπής εκτός εάν διαχωριστούν από την ακίνητη ιδιοκτησία (βλ. πχ. Police v. Philippos Andreou Protopapas
(1973)JSC 1382). Η ερμηνεία του άρθρου 255
(3)έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην αυθεντία A. Anastasi and another v Police, CLR, 131. Ακόμη στο σύγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 38η έκδοση στην σελ.725, παράγραφο 1465 για το εν λόγω αδίκημα αναφέρονται τα εξής:
(1)« Property includes money and all other property, real or personal, including things in action and other instangible property.
(2)A person cannot steal land, or things forming part of land and severed from it by him or by his directions.». Ως εκ των άνω δεν δύναται να ευσταθεί η 5η κατηγορία η οποία αφορά την κλοπή του διαμερίσματος και του χώρου στάθμευσης στο εν λόγω κτηριακό συγκρότημα αφού δεν δύνανται να είναι αντικείμενα κλοπής. Επιπλέον, δεν έχει αποδειχθεί ως αναφέρθηκε πιο πάνω στην 3η και 4η κατηγορία κατά πόσο η ΜΚ2 ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος. Δεν κρίνεται αναγκαίο να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Ως εκ τούτου η εν λόγω κατηγορία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από αυτό το στάδιο και απορρίπτεται. Η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόπειρας εκβιασμού κατά παράβαση του Άρθρου 290 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα όπου αναφέρεται: «Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη». Οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι οι εξής: «Οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 κατά ή περί της 30/3/15 και ή μεταγενέστερα στην Γερμασόγεια, της Επαρχίας Λεμεσού αφού έκλεψαν το διαμέρισμα με αρ.2Χ3 και τον χώρο στάθμευσης με αρ. P.Χ2 τα οποία βρίσκονται εντός του κτηριακού συγκροτήματος με την ονομασία ΧΧΧ Residences και των οποίων νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχο πρόσωπο είναι η ΧΧΧ Shmidt αποπειράθηκαν μέσω της κλοπής του αναφερόμενου διαμερίσματος και του χώρου στάθμευσης να αποκομίσουν από την παραπονούμενη χρήματα». Με μία απλή ανάγνωση αυτών η κατηγορία είναι αλληλένδετη με την 5η κατηγορία της κλοπής η οποία δεν στοιχειοθετείται όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Συνεπώς είναι καταλυτική η απόρριψη και αυτής της κατηγορίας αφού δεν θα μπορούσαν οι κατηγορούμενοι να κληθούν σε απολογία για αδίκημα το οποίο αναφέρεται στην προηγηθείσα κλοπή του διαμερίσματος και του χώρου στάθμευσης και στη συνέχεια αυτοί αποπειράθηκαν, μέσω της κλοπής των να αποκομίσουν χρήματα από την παραπονούμενη. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε αυτήν. Σε κάθε περίπτωση οι θέσεις και οι υποβολές που έγιναν κατά την αντεξέταση των ΜΚ 1 και 2 δεν ισοδυναμούν με μαρτυρία και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ενταχθούν στο μαρτυρικό υλικό που καλείται το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να εξετάσει αντικειμενικά για να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση και των 3 Κατηγορουμένων σε απολογία. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε.» Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση των 3 Κατηγορούμενων σε απολογία στις κατηγορίες 2-6 και αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται σε αυτές. Σε αντίθετη περίπτωση ουσιαστικά θα δινόταν η ευχέρεια στην Παραπονούμενη να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. Οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία στην 1η κατηγορία. ................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.