Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. L.F, Αρ. Υπόθεσης: 2466/19, 7/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2466/19 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον L.F --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 07.01.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. A. Δημοσθένους Για την κατηγορούμενη : κα. Ρ. Πεκρή μαζί με κ. L.Powel και Ν.Χαραλαμπίδου Κατηγορούμενη : παρούσα ΠΟΙΝΗ H κατηγορούμενη έχει κριθεί ένοχη, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία της δημόσιας βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Πιο συγκεκριμένα, με βάση το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, κατά τη στιγμή που η κατηγορούμενη έδιδε τις καταθέσεις της στους αστυνομικούς στις 17/07/19 και 27/07/19 (ΜΚ2 και ΜΚ1 ανάλογα) εν σχέση με τoν ισχυριζόμενο βιασμό της, γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν είχε επισυμβεί οποιοσδήποτε βιασμός και πως οι καταθέσεις που έδωσε ήταν ψευδείς. Δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω με λεπτομέρεια στα γεγονότα που πλαισιώνουν το επίδικο αδίκημα, αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου και αναφέρονται εκεί. Η κατηγορούμενη όπως αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι λευκού ποινικού μητρώου. Επισημαίνω από την αρχή ότι κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση της για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης, αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη πελάτιδα της κατόπιν ακρόασης, δήλωσε ότι η τελευταία έχει μετανιώσει για την πράξη στην οποία προέβη και για την οποία έχει καταδικαστεί και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως θεωρήσει την αξιόποινη πράξη της κατηγορούμενης ουσιαστικά ως ένα εσφαλμένο χειρισμό του θέματος λόγω ψυχολογικής φόρτισης και νεανικής ανωριμότητας. Ζήτησε συναφώς η συνήγορος όπως το Δικαστήριο δεχτεί προς όφελος της κατηγορούμενης αυτή της τη μετάνοια καθώς επίσης και τους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες της ψυχολογικής φόρτισης και της νεανικής ανωριμότητας υποστηρίζοντας ότι, ως νεαρό άτομο που έχει μετανιώσει, η κατηγορούμενη δικαιούται και θα πρέπει να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι γνωστό βέβαια ότι «η έκφραση μεταμέλειας κατ΄αρχήν, εν τοις πράγμασι, ισοδυναμεί με έστω και εκ των υστέρων παραδοχή» (βλ. xxx John v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D290, Ποιν. Έφ. Αρ. 201/13, 17.6.2016) και ως τέτοια εξασφαλίζει έκπτωση στην ποινή που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, έστω και αν τηρήθηκε αντίθετη στάση καθ' όλη τη διαδικασία (βλ. TABRAZV v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 8/2017, ημερ. 4 Μαΐου 2018, Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 325, Τρικωμίτης ν. Ανδρέου
(2003)2 Α.Α.Δ. 487, Κ. ν. Θ., Αίτ. Οικ. Δικ 2/13, 7.5.2014, Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 140/10, 14.9.2015, Mukhabbat ν. Αστυνομίας, Πoιν. Εφ. 136/15, 8.5.2016, και xxx John v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D290, Ποιν. Έφ. Αρ. 201/13, 17.6.2016 Wu Chun-piu v. The Queen (P.C.)
(1966)1 W.L.R. 1113). Είναι λοιπόν υπό αυτή τη σκοπιά που θα προσεγγίσω το θέμα της επιβολής ποινής στην κατηγορούμενη και θα δώσω στη δήλωση της συνηγόρου της, όπως βέβαια και σε όλους τους άλλους παράγοντες που αναφέρω στην απόφαση μου, την ανάλογη βαρύτητα που υποδεικνύει η νομολογία. Πέραν της μεταμέλειας της κατηγορούμενης, η ευπαίδευτη συνήγορος της τελευταίας πρόβαλε και τα εξής για σκοπούς μετριασμού: · Ανεξάρτητα της σοβαρότητας του αδικήματος αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί σε εξατομίκευση της ποινής. · Κατά την τέλεση του αδικήματος η κατηγορούμενη μόλις είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας της ή και μόλις είχε ενηλικιωθεί. · Κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο και είναι μόνιμη κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, ήρθε δε στην Κύπρο στις 10/7/2019 για διακοπές και για προσωρινή απασχόληση πριν ξεκινήσει τις σπουδές της σε πανεπιστήμιο στο Ηνωμένο Βασίλειο που έκανε ήδη εγγραφή. · Είναι παιδί χωρισμένων γονέων και διαμένει με τη μητέρα της. Πριν έρθει στην Κύπρο είχε γίνει δεκτή σε πανεπιστήμιο στην Αγγλία και τον Σεπτέμβριο θα ήταν πρωτοετής φοιτήτρια όμως λόγω της παρούσας υπόθεσης έχασε το ακαδημαϊκό έτος. Δεν εργάζεται και τα έξοδα της καλύπτονται από τη μητέρα της, η οποία όμως τους τελευταίους τρεις μήνες διαμένει με την κατηγορούμενη στην Κύπρο με αποτέλεσμα να μην εργάζεται και να μην έχει εισοδήματα. Για κάλυψη των εξόδων της ίδιας και της μητέρας της για διαμονή τους στην Κύπρο αλλά και για τα δικηγορικά έξοδα συστάθηκε διαδικτυακά φιλανθρωπικό ταμείο που έγινε γι΄ αυτό το σκοπό. · Από 27/7 μέχρι 28/8 ευρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές και την τελευταία ημερομηνία αφέθηκε ελεύθερη με όρους. Έκτοτε διαμένει στη Δημοκρατία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης της. Έχει περιοριστεί στην Κύπρο τους τελευταίους πέντε μήνες μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης της, σε μια χώρα με την οποία δεν έχει δεσμούς ενώ περαιτέρω έχασε τους φίλους της, την κοινωνική ζωή της και το ακαδημαϊκό έτος όπως προαναφέρθηκε και ακόμη πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα σύμφωνα με το Έγγραφο Α, και είναι κατά κάποιο τρόπο φυλακισμένη στην Κύπρο και η ζωή της αποδιοργανώθηκε εντελώς. Σύμφωνα με το Έγγραφο Α, θα πρέπει να επιστρέψει στην Αγγλία για αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. · Κατά το 2018 λάμβανε αντικαταθλιπτικά φάρμακα και σχετικό είναι το Έγγραφο Β που κατατέθηκε ενώ μετά την παρούσα υπόθεση άρχισε πάλι να λαμβάνει τέτοια φάρμακα με σύσταση ψυχιάτρου. · Τέλος, ζητείται από το Δικαστήριο να δείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια και σε περίπτωση που αποφασίσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή μιας τέτοιας ποινής εφόσον υπάρχουν πολλοί λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή και την παροχή στην κατηγορούμενη μιας δεύτερης ευκαιρίας. Όσα πέρασε στην Κύπρο τους τελευταίους μήνες, περιλαμβανομένης και της φυλάκισης της για περίοδο ενός μηνός, ήταν μεγάλη τιμωρία για την ίδια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχήν από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης ενός χρόνου ή χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τα €1708.-. Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι αποσπά την προσοχή των ανακριτικών αρχών από τα σοβαρά τους καθήκοντα, εκθέτει σε κίνδυνο αθώους και σε τελική ανάλυση δεν είναι ασύνδετο προς τους ευρύτερους μηχανισμούς που απολήγουν στην απονομή της δικαιοσύνης (Riley ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335 και Γρηγορίου και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 688). Επισημαίνεται δε εδώ ότι αν και από τα παλαιότερα αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα
(1948), ο σκοπός του είναι διαχρονικός. Εμπίπτει δε στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης - Offences relating to the Administration of Justice. (βλ. τίτλο του σχετικού μέρους του Κεφ.154). Επίσης αναφέρεται πως το σχετικό αδίκημα στην Αγγλία, το οποίο αρχικά ήταν το ίδιο - public mischief - και εφαρμοζόταν ως καθαρά αδίκημα του κοινοδικαίου (common law offence) που δεν έβρισκε τότε έρεισμα σε κανένα νομοθέτημα, αν και περιέπεσε σε αχρησία εντούτοις ουσιαστικά αντικαταστάθηκε το 1967 με το αδίκημα του Wasteful Employment of the Police (βλ. S.5
(2)Criminal Law Act 1967 (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2007 ed. παρ. παρ.28-223) ώστε ακριβώς να διασφαλίσει νομοθετικά τη διαχρονικότητα του σκοπού του, ήτοι την ποινικοποίηση της άσκοπης σπατάλης του αστυνομικού χρόνου για το σκοπό διερεύνησης ψευδών καταγγελιών εφόσον τέτοια συμπεριφορά βλάπτει άμεσα το δημόσιο συμφέρον. Για μια ιστορική αναδρομή στο αδίκημα παραπέμπω στην απόφαση του αδελφού Δικαστή Λ. Πασχαλίδη ημερ.01/07/16, υπόθεση 8735/14, Αριστείδου v. Ιωάννου. Θεώρηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με την επιβολή αυστηρών ποινών σε μια προσπάθεια να μεταφέρουν το μήνυμα στην κοινωνία ότι το έργο και η αποστολή των αστυνομικών αρχών δεν θα πρέπει να τυγχάνει εκμετάλλευσης από επιτήδειους για την επίτευξη εκδικητικών σκοπών ή εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων τους εις βάρος αθώων πολιτών με τη συνήθη ποινή που επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο να είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας του, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο είδος ποινής αναλόγως της περίπτωσης. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα έθετε την αποστολή των ανακριτικών αρχών, ενός από τους κυριότερους μηχανισμούς που οδηγεί στην απονομή της δικαιοσύνης, στον κίνδυνο συχνών ορέξεων ατόμων που στοχεύουν στην πρόκληση ταλαιπωρίας σε συνανθρώπους τους όποτε αυτοί το επιθυμούν γνωρίζοντας ότι η τιμωρία δεν είναι τέτοια που να τους υποχρεώνει σε αποτροπή (βλ. Ducay και άλλες v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 125, και Γρηγορίου και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 688). Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως δεν μπορεί να μην τονιστεί ότι τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη ως πολύ σοβαρό. Διότι με βάση τις ψευδείς καταθέσεις της κατηγορούμενης 12 νεαρά πρόσωπα συνελήφθησαν και στερήθηκαν την ελευθερία τους, κάποια εξ' αυτών μάλιστα και συγκεκριμένα 7 στον αριθμό για περίοδο 10 ημερών περίπου. Η Αστυνομία δε ήταν έτοιμη να καταχωρήσει εναντίον των προσώπων αυτών υπόθεση στο Κακουργιοδικείο. Θεωρώ σκόπιμο εδώ να παραθέσω και τα όσα χαρακτηριστικά και εμφατικά λέχθηκαν από την Αντιπρόεδρο του Αγγλικού Court Of Appeal (Criminal Division) Lady Justice Hallett DΒΕ στην πρόσφατη αγγλική υπόθεση Beale, R v [2019] EWCA Crim 665 (28 March 2019) όπου εξετάστηκε και επικυρώθηκε η επιβολή πρωτόδικα ποινής φυλάκισης 10 χρόνων σε κατηγορούμενη η οποία κρίθηκε ένοχη για επαναλαμβανόμενες ψευδείς καταγγελίες βιασμού. Επισημαίνω και τονίζω βέβαια ότι σε εκείνη την υπόθεση τα γεγονότα ήταν πολύ πιο σοβαρά από αυτά της παρούσας όπως σοβαρότερα ήταν και τα αδικήματα που εξετάζονταν, ψευδορκία και εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης (perverting the course of justice), αφού κάποιες από τις καταγγελίες της εκεί κατηγορούμενης κατέληξαν σε πλήρη δίωξη των υποτιθέμενων βιαστών της. Τα όσα όμως λέχθηκαν υπό την Έντιμη Lady Justice Hallett DΒΕ στις παρ. 73-100 της ομόφωνης απόφασης του Αγγλικού Εφετείου όπου έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας (βλ. R v Vine [2011] EWCA Crim 1860, R v Costin [2018] EWCA Crim 138, R v Palmer [2018] EWCA Crim 1972) συνοψίζουν εύστοχα θεωρώ το πώς και τα αγγλικά Δικαστήρια αντιμετωπίζουν ενέργειες παρόμοιας φύσης με την υπό κρίση περίπτωση: «.On the one hand, the victims of the appellant's crimes have suffered incalculable harm, the system of justice has suffered significant harm, and very considerable resources have been expended investigating and prosecuting crimes that never happened. On one occasion the false allegation of rape was motivated by financial gain. The idea that a woman, whatever her difficulties, could send an innocent man to prison for years solely so she could obtain compensation beggars belief. Yet knowing that fact, the appellant persisted in her lies and inflicted injuries on herself to support them. She caused other men to suffer the consequences of being accused of rape, albeit fortunately they did not go to prison. She identified them knowing that they might. Mr Shahzad was charged, and when he appeared at the magistrates' court the appellant deliberately drove past to gloat at his misfortune - a misfortune that was entirely of her making, as the CCTV footage eventually proved. On the other hand, the appellant undoubtedly has significant mental health difficulties. She has herself been a victim of a grave crime. We have considerable sympathy for her as the victim of rape as a child and for the difficulties she has suffered as a consequence. She was young at the time of the offending. » Στην παρούσα λοιπόν λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος ως αυτή διαφαίνεται με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν της κατηγορούμενης στην παρούσα λαμβάνω υπόψη μου: · Ως ανέφερα πιο πάνω, την μετάνοια που εκφράζει για την πράξη της εξηγώντας ότι ο λόγος που το έκαμε ήταν λόγω της ψυχολογικής της φόρτισης και της ανωριμότητας λόγω του νεαρού της ηλικίας της και τη σημασία που η εν λόγω μετάνοια έχει στο αίτημα της για επίδειξη επιείκειας από το Δικαστήριο. Παρεμβάλλω ότι η αναφορά σε ψυχολογική/συναισθηματική φόρτιση συνάδει θα έλεγα με το περιεχόμενο της κατάθεσης της τεκμ.13 ημερ. 28/07/19 όπου εξήγησε ότι ο λόγος που έκανε την ψευδή κατάθεση ήταν επειδή αντιλήφθηκε πως την βιντεογραφούσαν να προβαίνει σε σεξουαλική πράξη και ήρθε σε δύσκολη θέση/ντράπηκε. · Το ότι η κατηγορούμενη δεν ενήργησε με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. · Το λευκό της ποινικό μητρώο. · Το νεαρό της ηλικίας της δηλ. 19 ετών. Παρεμβάλλω ότι με βάση κάποιες αναφορές στη μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκαν (βλ. για παράδειγμα τεκμ.23) και την ημερομηνία γέννησης που αναφέρεται στο έγγραφο Β, το οποίο παρουσίασε η υπεράσπιση, η κατηγορούμενη δεν είναι 18 ετών όπως αναφέρθηκε αλλά 19 ετών. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές της περιστάσεις όπως τις εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτη συνήγορος της και αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επίσης το πρόβλημα υγείας που φαίνεται να αντιμετωπίζει (έγγραφο Α) και το γεγονός ότι λαμβάνει αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Τέλος, ένας παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να αγνοηθεί και ο οποίος θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος της κατηγορούμενης, είναι η προέκταση των κοινωνικών συνεπειών που η μεγάλης έκτασης δημοσιότητα που έχει δοθεί στην υπόθεση συνεπάγεται σε βάρος της κατηγορούμενης, η οποία ας μη διαφεύγει είναι νεαρή κοπέλα 19 ετών. Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα του αδικήματος, κρίνω ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής και ότι μόνη αρμόζουσα ποινή εν σχέση με την κατηγορία είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλω στην κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση της κατηγορούμενης ή αν δύναται ν' ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην προκειμένη περίπτωση έχω ομολογουμένως προβληματιστεί πάρα πολύ. Συνεκτιμώντας και πάλιν όλα τα στοιχεία που ευρίσκονται ενώπιον μου και με ιδιαίτερη έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, στο νεαρό της ηλικίας της, στη μετάνοια της και στη συναισθηματική φόρτιση που βρισκόταν όταν προέβη στην ψευδή κατάθεση, στις προσωπικές τις περιστάσεις και το περιεχόμενο του εγγράφου Α, αλλά κυρίως το γεγονός της παραμονής της στη φυλακή για ένα μήνα περίπου στα αρχικά στάδια της υπόθεσης, την παραμονή της στην Κύπρο τους τελευταίους μήνες μετά την αποφυλάκιση της με όρους, μακριά από την πατρίδα της, τους φίλους της και την κανονική της ζωή γενικότερα και την απώλεια του ακαδημαϊκού έτους, έχοντας υπόψη ότι θα άρχιζε σπουδές σε πανεπιστήμιο που έγινε δεκτή αλλά αυτό δεν έγινε λόγω ακριβώς της παρούσας υπόθεσης, αναφέροντας βεβαίως παρενθετικά ότι όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της δικής της συμπεριφοράς, έχω αποφασίσει να της δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Συνεπώς διατάσσεται η αναστολή της ποινής φυλάκισης πιο πάνω για περίοδο 3 ετών. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). €140.- έξοδα να καταβληθούν άμεσα από την κατηγορούμενη. Οι όροι που επιβλήθηκαν προς εξασφάλιση της παρουσίας της ακυρώνονται. Ίσως εκ του περισσού, δίδονται οδηγίες όπως το ποσό που κατατέθηκε σε μετρητά να επιστραφεί. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο