← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. NAJEEP κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1559/18, 21/2/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. NAJEEP κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1559/18, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1559/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον 1. ........... NAJEEP, κ.α. Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21.02.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κα Π.Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο 1: κα. Ρ. Πεκρή Κατηγορούμενος 1 : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση εκκρεμεί μόνον για τον κατηγορούμενο 1, αφού οι άλλοι κατηγορούμενοι έχουν παραδεχτεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και τους έχουν επιβληθεί ποινές. Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ήτοι για παράβαση των όρων της άδειας εισόδου του (1η κατηγορία) και για άσκηση επαγγέλματος χωρίς άδεια (2η κατηγορία). Αμφότερα τα αδικήματα εδράζονται στα άρθρα 2 και 19

(1)(ι)(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, καθώς επίσης στους σχετικούς κανονισμούς. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι πρόκειται για αιτητή πολιτικού ασύλου. Αφίχθηκε στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2017 από τις κατεχόμενες περιοχές και στις 09/03/17 αποτάθηκε για απόκτηση άδειας παραμονής ως πολιτικός πρόσφυγας. Η αίτηση του απορρίφθηκε και στις 03/08/17 υπέβαλε έφεση στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων η οποία εκκρεμεί (βλ. τα τεκμ.4 και 5 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους). Η κατηγορούσα αρχή πέραν των πιο πάνω παραδεκτών εγγράφων, για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε ένα μάρτυρα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής δε, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει για ένα μοναδικό λόγο. Με βάση τον Νόμο περί Αλλοδαπών ο αιτητής πολιτικού ασύλου δεν χρειάζεται, σύμφωνα πάντα με τη θέση της, να εξασφαλίσει κάποια άδεια και το δικαίωμα του για πρόσβαση στην αγορά εργασίας διέπεται από το Νόμο Περί Προσφύγων (αρ.6(Ι)/2000). Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτό Νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς 11 και 12 των περί Προσφύγων (Συνθήκες Υποδοχής Αιτητών) Κανονισμών, έχει εκδοθεί διάταγμα δυνάμει του Κανονισμού 12
(2)στο οποίο προβλέπεται ότι αιτητές ασύλου μπορούν να εργοδοτηθούν σε συγκεκριμένους τομείς, μεταξύ αυτών η διανομή διαφημιστικού υλικού εφόσον εξασφαλίσουν συμβόλαιο απασχόλησης σφραγισμένο από το τμήμα απασχόλησης. Το σχετικό άρθρο του Νόμου περί Προσφύγων που ενδιαφέρει διευκρίνισε πως είναι το 9(Θ). Πουθενά δεν αναφέρεται ότι χρειάζεται άδεια από τον Διευθυντή. Κάλεσε συναφώς το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον πελάτη της σε αυτό το στάδιο. Σε επόμενη δικάσιμο όταν ζητήθηκαν από την κα Πεκρή κάποιες διευκρινίσεις, ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εκδοθεί οποιαδήποτε ΚΔΠ, όπως συνέβη αργότερα με τις ΚΔΠ 168/19 και 228/19, που να επέτρεπε στους αιτητές να εργαστούν σε συγκεκριμένους τομείς, οι Κανονισμοί 11 και 12 στους οποίους αναφέρθηκε πιο πάνω είχαν καταργηθεί μέχρι την έκδοση διατάγματος το 2019 και είχε παραμείνει ένα κενό, ενώ ανεξάρτητα της ύπαρξης νομοθεσίας ακολουθείτο μια συγκεκριμένη πρακτική ως προς το θέμα. Παρεμβάλλω ότι όσα αναφέρθηκαν γενικότερα προς υποστήριξη της εισήγησης είναι ομολογουμένως, με κάθε σεβασμό λέω, κάπως συγκεχυμένα. Σε κάθε περίπτωση η πιο πάνω θέση δεν βρήκε σύμφωνη την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι ο Νόμος περί Αλλοδαπών εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς εισηγήθηκε πως αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τους Νόμους και τους Κανονισμούς που έχουν σχέση με την πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης και κατά την κρίση μου είναι σαφές ότι η εισήγηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο Περί Προσφύγων Νόμος δίδει δικαίωμα στους αιτητές πολιτικού ασύλου να έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας υπό κάποιες προϋποθέσεις που καθορίζει ο Υπουργός, αλλά σε καμία περίπτωση οι αιτητές αυτοί δεν εξαιρούνται κατά την κρίση μου από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που έχουν ως αλλοδαποί με βάση τον Νόμο Περί Αλλοδαπών ή για εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή. Προσθέτω δε πως ο Περί Προσφύγων Νόμος είναι σαφές πως ρυθμίζει κάποια ειδικά θέματα για τους αιτητές αλλά δεν τον απασχολεί ειδικά το θέμα της εργοδότησης ή της παράνομης εργοδότησης και αυτό για ευνόητους λόγους θεωρώ αφού υπάρχει σχετική νομοθεσία για τούτο. Το γεγονός δε πως το εδάφιο 4 του άρθρου 9Θ του Περί Προσφύγων Νόμου προνοεί πως αιτητής ή εργοδότης που απασχολεί αιτητή κατά παράβαση του συγκεκριμένου άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα, δεν αλλάζει θεωρώ την ουσία του πράγματος. Εξάλλου στην Αριστείδου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 212, εις την οποία επικυρώθηκε η ποινή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του Κεφ.105 (ο αλλοδαπός κατόπιν διεξαγωγής διαδικασίας τύπου Newton κρίθηκε πως ήταν παράνομος στη Δημοκρατία), αναφέρθηκαν και τα εξής: " Παρατηρούμε όμως ότι ακόμα και αν ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είτε διότι ήταν φοιτητής, είτε διότι ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και η αίτηση του δεν είχε απορριφθεί ακόμα, αυτό δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την παραδοχή του εφεσείοντα και τη διάπραξη απ' αυτόν του αδικήματος το οποίο παραδέχθηκε. Το Άρθρο 14Β του Κεφ. 105, στο οποίο βασιζόταν η κατηγορία, προνοεί την ποινικοποίηση της εργοδότησης αλλοδαπού, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι £5.000,- (σήμερα το ισόποσο σε ευρώ) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ούτε η ιδιότητα του φοιτητή, ούτε και η ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου παρέχει αυτόματο δικαίωμα ή άδεια εργασίας στην Κύπρο στο φοιτητή ή τον αιτητή πολιτικού ασύλου. Το Άρθρο 9
(1)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000)προνοεί ότι αιτητής πολιτικού ασύλου έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης για άδεια εργασίας, δυνάμει των σχετικών νόμων, αλλά εάν δεν υποβάλει τέτοια αίτηση και δεν εξασφαλίσει τέτοια άδεια, νοείται ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει να εργοδοτείται στην Κύπρο. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο πρώην δεύτερος κατηγορούμενος υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση για άδεια εργασίας ή ότι εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια εργασίας στην Κύπρο. Αντίθετα, είναι προφανές ότι αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε οποιαδήποτε άδεια εργασίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα για να εργαστεί στο υποστατικό του εφεσείοντα. " Κατά την κρίση μου με βάση αυτά επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές. Από εκεί και πέρα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, συμπεριλαμβανομένης της παραδοχής του κατηγορούμενου 1 στην κατάθεση του τεκμ.2 ότι εργάστηκε για συγκεκριμένο πρόσωπο για 2 μήνες με συγκεκριμένο μισθό, και έχοντας βεβαίως κατά νουν τις αρχές που διέπουν το εκ πρώτης όψεως (βλ. Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448), Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9), βρίσκω ότι : Εν σχέση με την 1η κατηγορία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οιαδήποτε άδεια εισόδου και παραμονής, ούτε και προκύπτει εκ της λοιπής μαρτυρίας ποιοι ήταν συγκεκριμένα οι όροι της άδειας εισόδου και παραμονής του στη Δημοκρατία και άρα το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει τυχόν παράβαση όρων ως εκ του ότι αυτός εργαζόταν χωρίς άδεια του Διευθυντή. Είναι σαφές ότι σε μια ποινική δίκη δεν μπορούν να γίνουν υποθέσεις όσον αφορά γεγονότα, όσο εύλογες και αν είναι, και συνεπώς θεωρώ πως δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Διαφορετική είναι όμως η κατάληξη μου για την 2η κατηγορία, εις την οποία βρίσκω πως έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και θα καλέσω τον κατηγορούμενο 1 να προβάλει σε αυτήν την υπεράσπιση του. Ως εκ των ανωτέρω ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει και καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.