Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χ'Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 2450/17, 3/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2450/17 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον ...... Χ'Κυριάκου Κατηγορούμενος --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 03.02.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κα Π. Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο : κ. Α. Πιττάτζης μαζί με κα Καλλένου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζει μία κατηγορία για δημόσια εκτέλεση μουσικού έργου η οποία ενέχει προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 6, 7, 7Δ, 7Ε, 10Γ, 11Ε, 13, 14
(3)και 15
(2)του Περί Δικαιώματος Πνευματικής ιδιοκτησίας Νόμου 59/76 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας στις 9/6/2016 στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου, στο υποστατικό DOME προέβει στη δημόσια εκτέλεση μουσικού έργου η οποία ενείχε προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας το οποίο υπάρχει σ' αυτό το έργο, δηλαδή μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων στο κοινό χωρίς άδεια από την διαχειρίστρια εταιρεία GRAMMO. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες και στα πλαίσια της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν συνολικά 13 τεκμήρια. Έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ προσεκτικά και παρόλο που η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου έγινε επί συγκεκριμένου λόγου, έχω την άποψη ότι ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να αθωωθεί ως εκ του ότι δεν υπάρχει οιαδήποτε μαρτυρία που να τον συνδέει με το επίδικο αδίκημα. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι την επίδικη ημερομηνία έγινε η δημόσια εκτέλεση μουσικού έργου που αφορά η κατηγορία, κάτι για το οποίο δεν αποφαίνομαι, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο ξενοδοχείο ή ότι ήταν παρών στο beach bar του ξενοδοχείου όπου κάθισε ο Σάββα (βλ. τεκμ.3, χωρίς να εξετάζω στο παρόν στάδιο αν η μαρτυρία του Σάββα ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία μπορεί να γίνει ή όχι αποδεκτή) ή ότι είχε σχέση με το συγκεκριμένο beach bar ή ότι γνώριζε ότι τη συγκεκριμένη μέρα έγινε εκτέλεση του συγκεκριμένου μουσικού έργου ή ότι με οποιοδήποτε τρόπο εξουσιοδότησε ή επέτρεψε την εν λόγω εκτέλεση. Επίσης έχει σημασία ν' αναφερθεί εδώ ότι ο κατηγορούμενος με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1 (Λοχία 1540) πληροφορήθηκε για την καταγγελία της GRAMMO υπό την ιδιότητα του διευθυντή του ξενοδοχείου DOME. Όμως εκ της αντεξέτασης του ΜΚ1 προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η εν λόγω αναφορά του ΜΚ1 για την ιδιότητα του κατηγορούμενου ήταν αυθαίρετη, αφού δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του πως γνωρίζει αυτό το πράγμα. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος όταν πληροφορήθηκε ότι θα κατηγορηθεί έδωσε συγκεκριμένη απάντηση, όμως αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα και την ιδιότητα του στο ξενοδοχείο ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη σχέση του με αυτό ή και με το ρηθέν beach bar. Στο σημείο αυτό δε κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αποσπάσματος των πρακτικών ημερ. 19/12/19, όταν δηλαδή αντεξετάστηκε ο ΜΚ1, προς επιβεβαίωση των πιο πάνω: « E. Είπατε στην κυρίως εξέταση, όχι στην κατάθεσή σας, ότι ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής του ξενοδοχείου. A. Μάλιστα. E. Από πού προκύπτει αυτό το πράγμα; Έχετε κάτι γραπτό, κάποιαν απόδειξη που το αποδεικνύει αυτό το πράγμα; A. Όχι. E. Κάνατε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών για να δείτε αν ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής στην εν λόγω εταιρεία; A. Όχι. E. Κάνατε έρευνα στον Δήμο Αγίας Νάπας για να δείτε αν είναι γραμμένος στην άδεια του ξενοδοχείου; A. Όχι. E. Κάνατε έρευνα στον Έπαρχο που εκδίδει την άδεια μουσικής και μεγαφώνων να δείτε αν είναι γραμμένη επ' ονόματι του η άδεια; A. Όχι. E. Άρα δεν έχετε κάτι να υποστηρίξετε. A. Όχι. » Με βάση αυτά είναι σαφές θεωρώ πως ήδη από αυτό το στάδιο προκύπτουν κενά τόσο όσον αφορά την ιδιότητα του κατηγορούμενου στο ξενοδοχείο, αν υπήρχε τέτοια, ή τη σχέση του με το ξενοδοχείο και ή το συγκεκριμένο beach bar, όσο και για την εμπλοκή του στο επίδικο αδίκημα. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ πως δεν χρειάζεται η εξέταση άλλων θεμάτων και πως η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε θεωρώ στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των ανωτέρω ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο