← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. TSIKLAOURI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2260/16, 5/2/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. TSIKLAOURI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2260/16, 5/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2260/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον

  1. .... TSIKLAOURI
  2. .... TSIKLAOURI
  3. .... SARIDIS
  4. .... MAMEDOV
  5. ..... CHASIRIDOU
  6. .... CHASIRIDOU --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05.02.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Α. Δημοσθένους (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Π. Πίτσιλλου). Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Α. Καρεκλάς Κατηγορούμενος 2 : παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις κατηγορίες 2 και
  7. Η 2η κατηγορία αφορά διάρρηξη καταστήματος και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η 3η κατηγορία, η οποία σημειώνω προστέθηκε από το Δικαστήριο με την τελική του απόφαση δυνάμει του άρθρου 85

(4)του Κεφ.155, αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α) και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Τα γεγονότα που διέπουν τη διάπραξη των αδικημάτων αποτέλεσαν αντικείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.14/01/20, αναφέρονται εκεί και δεν θα τα επαναλάβω. Ο κατηγορούμενος όπως δηλώθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, ο οποίος σημειώνω είναι διαφορετικός από τον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο στην ακροαματική διαδικασία, παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. Σημειώνεται δε εδώ ότι ο συνήγορος κατά την ανάγνωση της αγόρευσης του προέβη σε μικρές προσθήκες, ενώ στο τέλος διευκρίνισε 2 θέματα για τα οποία ρωτήθηκε από το Δικαστήριο. Έχοντας δε υπόψη τη συνολική εικόνα της αγόρευσης αναφέρεται πως ο συνήγορος μέσω της αγόρευσης του αναγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων και αναφέρει πως ο κατηγορούμενος έχει μετανιώσει και αισθάνεται πολύ άσχημα για τα αδικήματα που διέπραξε. Στην συνέχεια αναφέρεται στις προσωπικές του συνθήκες και στο νεαρό της ηλικίας του εφόσον ως αναφέρει είναι 30 ετών. Επίσης αναφέρεται στο θέμα καθυστέρησης εκδίκασης της υπόθεσης, ζητώντας ουσιαστικά να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που παρήλθε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι σήμερα. Αναφέρει επίσης ότι η ποινή που θα επιβληθεί έχει μεγάλη σημασία γιατί μπορεί να επηρεάσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του κατηγορούμενου και την οικογενειακή του ζωή αλλά και της οικογένειας του. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι ο τρόπος που έδρασε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης οι εν γένει προσωπικές του συνθήκες, δεν φανερώνουν δράση σκληρού και αδίστακτου εγκληματία. Αποκαλύπτουν μάλλον πρόχειρο σχεδιασμό. Στη σελ.4 της γραπτής του αγόρευσης, υπό τον τίτλο υποκίνηση του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα, ο συνήγορος, αν και με κάθε σεβασμό λέω κατά τρόπο συγκεχυμένο, εξ' όσων αντιλαμβάνομαι εισηγείται να ληφθούν υπόψη η μη δίωξη του τρίτου προσώπου εις το οποίο το Δικαστήριο κάνει αναφορά στα ευρήματα του, ο μειωμένος ρόλος του κατηγορούμενου και ότι αυτός ενήργησε με προτροπή άλλου. Τέλος, ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου και την επιβολή τέτοιας ποινής ώστε να ξεκινήσει μια πιο ορθή κοινωνική συμπεριφορά, εισηγείται δε σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, ενόψει του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, της διαγωγής του από τη διάπραξη του αδικήματος με τη μη διάπραξη άλλου αδικήματος και τη μη παραβίαση οιουδήποτε όρου από αυτούς που επέβαλε το Δικαστήριο και των προσωπικών του περιστάσεων, αυτή ν΄ ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Περαιτέρω η σοβαρότητα στην παρούσα προκύπτει και από το συνολικό ποσό που κλάπηκε ήτοι €29.000.-, το οποίο δεν εντοπίστηκε και δεν επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του, ο οποίος υπέστη ανάλογη ζημιά, ενώ ο κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Σημειώνω επίσης εδώ τον προσχεδιασμό που αναμφίβολα υπήρξε στη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, στοιχείο που αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Παρεμβάλλω δε εδώ πως δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της υπεράσπισης περί πρόχειρου σχεδιασμού διότι τα γεγονότα δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Όμως από την άλλη δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ο ρόλος του κατηγορούμενου και ο βαθμός συμμετοχής του στη διάπραξη του αδικήματος, εφόσον ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που μετέφερε με το αυτοκίνητο του στην περιοχή που βρίσκεται το κατάστημα το άγνωστο πρόσωπο που μπήκε στο κατάστημα και έκλεψε το τσαντάκι με τα χρήματα. Ο μειωμένος βαθμός συμμετοχής του θα προσμετρήσει βεβαίως ανάλογα στον καθορισμό της ποινής. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου:
(1)Την μετάνοια του για την διάπραξη των αδικημάτων και τη δήλωση ότι νοιώθει άσχημα. Βεβαίως είναι αντιληπτό ότι δεν μπορεί να δοθεί στη μετάνοια του η βαρύτητα που θα μπορούσε να δοθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας συνδυαστικά με παραδοχή. Η δήλωση μετάνοιας γίνεται μετά που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και η αξία της είναι βεβαίως μειωμένη. Όμως θα ληφθεί υπόψη και θα της δοθεί ανάλογη βαρύτητα.
(2)Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν μέσα από όσα ο δικηγόρος του έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών σήμερα, ενώ τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 30 ετών. Μαζί με τους γονείς του και τις αδελφές του ήρθαν στην Κύπρο από την Γεωργία ως Έλληνες της διασποράς μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι ένα από τα τρία παιδιά που έχουν οι γονείς του ήτοι οι γονείς του έχουν 3 παιδιά, τον ίδιο και τις δύο αδελφές του οι οποίες είναι παντρεμένες και έχουν τις δικές τους οικογένειες. Η μια εκ των αδελφών του διαμένει στην Ελλάδα (πρώην κατηγορούμενη 1) και η δεύτερη στην περιοχή που διαμένουν οι γονείς του. Ό πατέρας του μετά από αυτό το συμβάν που βρέθηκαν κατηγορούμενοι τα δύο του παιδιά είχε συνέχεια προβλήματα με την υγεία του με σοβαρότερο το εγκεφαλικό που υπέστηκε τον Αύγουστο του 2018 και εκ τότε κατέστη ανίκανος για εργασία. Η μητέρα του εργάζεται περιστασιακά την θερινή περίοδο σε κατοικίες Ρώσσων τουριστών. Είναι παντρεμένος από το 2014 και η σύζυγος του δεν εργάζεται. Ο ίδιος εργάζεται ως οικοδόμος και ουσιαστικά είναι ο μόνος που φροντίζει τη δική του οικογένεια. Περαιτέρω στηρίζει οικονομικά και τους γονείς του. Από το 2016 που συνέβη το επίδικο περιστατικό μαζί με την σύζυγο του ανέμεναν να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή και προγραμμάτιζαν για να προχωρήσουν σε τεκνοποίηση.
(3)Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Όσον δε αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης το στοιχείο αυτό επίσης λαμβάνεται υπόψην και ανάλογα λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Πεγειώτη κ.ά. ανωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν 15-16 Αυγούστου του
  1. O κατηγορούμενος συνελήφθη στις 16/08/
  2. Έδωσε την τελευταία ανακριτική του κατάθεση στις 25/08/16 (τεκμ. 6), ενώ η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 29/08/
  3. Συνεπάγεται πως έγινε άμεση καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Από εκεί και πέρα από της καταχωρήσεως της στο Δικαστήριο μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή έχουν παρέλθει 3 χρόνια και 5 μήνες περίπου. Ανατρέχοντας στο φάκελο δε διαπιστώνονται τα εξής: - Κατά την 1η εμφάνιση στις 29/08/16, ζητήθηκε όπως η υπόθεση παραμείνει για απάντηση εν σχέση με όλους τους κατηγορούμενους. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 13/09/
  4. Την τελευταία αυτή ημερομηνία ζητήθηκε εκ νέου χρόνος για απάντηση και η υπόθεση ορίστηκε 21/09/
  5. - Την 21/09/16 οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 09/11/
  6. - Στις 09/11/16 ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους όλων των κατηγορούμενων. Ας σημειωθεί ότι μεταξύ άλλων λόγων προβλήθηκε και ότι ο δικηγόρος των κατηγορούμενων 1 και 2 ασθενούσε. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 01/02/
  7. - Την 01/02/17 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 13/03/
  8. - Στις 13/03/17 υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από την πλευρά όλων των κατηγορούμενων λόγω του ότι δεν είχαν λάβει μέρος του μαρτυρικού υλικού, αλλά και από την πλευρά του κατηγορούμενου 3 ειδικότερα λόγω ασθένειας του δικηγόρου του. Εγκρίθηκε το αίτημα και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13/06/17 και 15/06/
  9. - Στις 13/06/17 η υπόθεση αναβλήθηκε ένεκα απουσίας της φυσικής δικαστού της υπόθεσης και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 01/11/
  10. Η ημερ.15/06/17 ακυρώθηκε. - Την 01/11/17 η υπόθεση αναβλήθηκε επειδή υπήρξε σύγχυση αναφορικά με την παρουσία της κατηγορούμενης
  11. Συγκεκριμένα ήταν υπόψη της κατηγορούσας αρχής ότι δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί λόγω εγκυμοσύνης και δεν κάλεσε μάρτυρες, ενώ η κατηγορούμενη 1 κατάφερε να παρουσιαστεί. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27/11/
  12. - Στις 27/11/17 αναβλήθηκε πάλιν με αίτημα όλων των κατηγορούμενων γιατί τους έλειπε ως αναφέρθηκε μαρτυρικό υλικό. Ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 14/05/
  13. - Στις 14/05/18 αναβλήθηκε με αίτημα των κατηγορούμενων 1 και 2 για διάφορους λόγους που επικαλέστηκε η πλευρά τους. Ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 08/10/18 και 10/10/
  14. - Στις 08/10/18 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 18, 20, 21 και 22 Φεβρουαρίου
  15. Η ημερ.10/10/18 ακυρώθηκε. - Στις 18/02/19 ζητήθηκε αναβολή λόγω προβλήματος υγείας του δικηγόρου των κατηγορούμενων 4-6 και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 02, 03, 04 και 10 Απριλίου
  16. Οι ημερ. 20, 21 και 22 Φεβρουαρίου ακυρώθηκαν. - Στις 02/04/19 ζητήθηκε αναβολή από την κατηγορούσα αρχή λόγω απουσίας του μάρτυρα με τον οποίο επιθυμούσε να ξεκινήσει την υπόθεση της στο εξωτερικό. Για τούτο το λόγο αναβλήθηκε και παρέμεινε στις 04/04/
  17. Η ημερ.03/04/19 ακυρώθηκε. - Στις 04/04/19 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο διότι με βάση το πρόγραμμα του δεν μπορούσε να ξεκινήσει και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 24/09/
  18. Η ημερ.10/04/19 ακυρώθηκε. - Στις 24/09/19 ήταν η 1η ημερομηνία που επιλήφθηκε της υπόθεσης το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση και η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε. Στις 18/10/19 δε δόθηκε η απόφαση για το εκ πρώτης όψεως, με την οποία οι κατηγορούμενοι 3-6 σημειώνεται αθωώθηκαν, στις 14/11/19 έγιναν τελικές αγορεύσεις και στις 14/01/20 δόθηκε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Έχοντας δε υπόψη όλα τα δεδομένα θεωρώ πως το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι άλλο παρά ότι η ακρόαση ολοκληρώθηκε τον συντομότερο, υπό τις περιστάσεις, δυνατό χρόνο. Με βάση τα πιο πάνω σημειώνω πως είναι γεγονός ότι η πλευρά του κατηγορούμενου 2 φέρει και η ίδια σημαντική ευθύνη για τον χρόνο που παρήλθε ή για την καθυστέρηση που παρατηρείται από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι τις 24/09/19, οπότε η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε. Εν πάση περιπτώσει ο χρόνος που παρήλθε, σαν ένα δεδομένο, θα προσμετρήσει ανάλογα στον μετριασμό της ποινής, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα δεν προκύπτει να διέπραξε άλλο αδίκημα. Όσον αφορά την εισήγηση να ληφθεί υπόψη η υποκίνηση του κατηγορούμενου από άλλο/α πρόσωπο/α, τούτη ως γενική και αόριστη απορρίπτεται. Αναφορικά τώρα με το θέμα της μη δίωξης του προσώπου που εισήλθε στο κατάστημα και έκλεψε το τσαντάκι με το χρηματικό ποσό, αναφέρεται κατ' αρχήν πως δεν έχουμε ενώπιον μας την περίπτωση που το πρόσωπο αυτό ήταν γνωστό στην Αστυνομία και δεν διώχθηκε για οποιοδήποτε λόγο ή και άνισης μεταχείρισης του κατηγορούμενου. Όπως ήταν η περίπτωση για παράδειγμα στην Μιχαηλίδης κ.α. v. Δημοκρατίας, Πoινικές Εφέσεις αρ.125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, ημερ. 26/04/18, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι παλαιά διατυπωμένη αρχή στηρίζουσα τη νομολογία μας ότι η αρχή της ισότητας πρέπει να αντανακλάται με ουσιαστικό τρόπο στο θέμα της ποινής. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στη μη δίωξη συνεργών ή εμπλεκομένων σε εγκληματική δραστηριότητα. Οφείλει όμως να επέμβει αν η μη δίωξη οδηγεί σε έμπρακτη ανισότητα μεταχείρισης. ΄Αλλως πως η εφαρμογή του νόμου θα καθίστατο ανισομερής και επιλεκτική με άμεσο αντίκτυπο στην ίδια την έννοια του κράτους δικαίου. Όπως εύστοχα έχει αναφερθεί, η μη δίωξη συνεργών, επενεργεί ως μετριαστικός παράγοντας της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας. (Βλέπε σχετικά Georgiou & others v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σενέκκη κ.ά.,
(2012)2 Α.Α.Δ. 285, Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Νικήτας ν. Δημοκρατίας (2012 2 Α.Α.Δ. 156 και Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Στη Νικήτα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), αφού επαναλήφθηκε η προηγούμενη νομολογία επί του θέματος αναφέρεται: «Είναι γι' αυτό το λόγο που η νομολογία που ακολούθησε συνεχίζει να αναγνωρίζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης προκειμένου περί μη δίωξης συνεργού ή διακοπής δίωξης συγκατηγορουμένου, αρχή που όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Πικής, Π., στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, σελ. 152: «... έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο. Αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης»». Xρήσιμο είναι να παραθέσουμε τον τρόπο που αντίκρισε τη σχετική εισήγηση το Κακουργιοδικείο. «Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή επέλεξε την μη προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης διαφόρων προσώπων, των οποίων η εμπλοκή στην εξέλιξη των γεγονότων που άπτονται των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι αλλά και η συμμετοχή τους σε αυτά, ως τέθηκε τουλάχιστον υπόψη του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτό, ήταν εύκολα διακριτή. Τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των προσώπων, (εκπρόσωποι εταιρειών που εκτέλεσαν διάφορα κατασκευαστικά έργα) η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες κατηγορίας, κάτι που, ως εξηγήσαμε και στο σκεπτικό της απόφασης μας, ημερ. 21.04.2017, αποτελεί μια αναγνωρισμένη και κατ' επανάληψη ακολουθητέα διωκτική ενέργεια και πρακτική, υποκείμενη πάντα σε δικαστική αξιολόγηση (στο βαθμό που είναι συνταγματικώς τούτο επιτρεπτό). Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι τα ως άνω πρόσωπα αξιοποιήθηκαν από την Εισαγγελική Αρχή για την απόδειξη της υπόθεσης της, γεγονός που προφανώς κατέστη αναγκαίο ενόψει των εγγενών δυσχερειών ανίχνευσης και παρουσίασης ενώπιον της δικαιοσύνης παρόμοιων κακουργημάτων, όπως μεταξύ άλλων έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ανδρονίκου, (ανωτέρω) δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων όσον αφορά το αίσθημα αδικίας που δυνατό να δημιουργήσει στους κατηγορούμενους η άνιση μεταχείριση μεταξύ των τελευταίων και των προσώπων αυτών. Δεν μπορούμε εξάλλου παρά να σημειώσουμε πως αν το ως άνω αίσθημα αδικίας, κάποιος ήθελε ισχυριστεί ότι «αμβλύνεται» σε κάποιο βαθμό από το γεγονός ότι πρόσωπα που παρουσιάζονται να είχαν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων και να συνέδραμαν στη διάπραξη αδικημάτων, χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας κατά τρόπο που αναγνωρίζεται τούτο από τη νομολογία των Δικαστηρίων, τέτοια «άμβλυνση», ως εντοπίστηκε και από συνηγόρους υπεράσπισης, δεν δικαιολογείται στις περιπτώσεις ατόμων τα οποία παρουσιάζονται να είχαν ενεργό ρόλο στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, όπως ο Σαβέριος Βραχίμης, ως έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, σύμβουλος μηχανικός του ΣΑΠΑ για τα έργα της Β΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, πρόσωπο το οποίο, όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον της δικαιοσύνης αλλά η κατηγορούσα αρχή δεν εκδήλωσε οποιαδήποτε πρόθεση να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα για την απόδειξη της υπόθεσης της, αφού δεν τον περιέλαβε καν στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου της υπόθεσης. Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η απόφαση της Εισαγγελικής Αρχής, να μην κλητεύσει μάρτυρα τον οποίο αρχικά συμπεριέλαβε στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, (τον Γεώργιο Μπάφα) τον οποίο τελικά δεν παρουσίασε ούτε για σκοπούς αντεξέτασης ως ήταν το αίτημα της υπεράσπισης του κατηγορούμενου αρ. 2, με δεδομένο ότι, ως ήταν άλλωστε υποχρέωση της, εξηγήθηκαν από την πλευρά της οι λόγοι προς τούτο και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο κατά τον τρόπο που καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση του, ημερ. 24.06.2016, δεν φαίνεται ο χειρισμός της περίπτωσης του τελευταίου, να κατατάσσεται στην ίδια κατηγορία χειρισμού προσώπων όπως του ως άνω Σαβέριου Βραχίμη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, είναι η κατάληξη μας ότι και στην υπό συζήτηση περίπτωση, η μη δίωξη διαφόρων προσώπων που ως στην ετυμηγορία του Δικαστηρίου καταδεικνύεται, φαίνεται να είχαν ενεργό συμμετοχή στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, είτε αυτοί παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες στη διαδικασία είτε όχι, στη βάση καλά καθιερωμένων για το ζήτημα νομολογιακών αρχών, αποτελεί, για τους λόγους που πιο πάνω έχουν αναφερθεί και στην υπό εξέταση περίπτωση επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα συνυπολογιζόμενο προς όφελος των κατηγορουμένων.» Παρά το ότι το Κακουργιοδικείο επεσήμανε το θέμα, θεωρούμε ότι δεν έτυχε σχετικής αντανάκλασης στην ποινή. Υπό το πρίσμα της διάγνωσης των πιο πάνω, ιδιαίτερα δε του γεγονότος ότι πολλά πρόσωπα που φανερά είχαν εμπλοκή στα αδικήματα δεν διώχθηκαν αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Μαληκίδης και Βέργας τιμωρήθηκαν με ποινές 6 ετών φυλάκισης για ευρύτερη εγκληματική δραστηριότητα, κρίνουμε ότι η επιβολή ποινής στους Κ1, 3, 4 και 5, ως άνω, περιέχει σφάλμα και χωρεί επέμβαση μας στις αυστηρότερες ποινές, της νομιμοποίησης εσόδων. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι για αριθμό κατηγοριών υπήρξε αθώωση ως άνω...» Οι ανακριτικές αρχές εδώ προέβησαν στις έρευνες τους και οδήγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου 6 συνολικά πρόσωπα, κάποια εξ' αυτών με βάση προφορική μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, ο οποίος τελικά στις καταθέσεις του αναίρεσε όσα προφορικά ανέφερε και δεν συνεργάστηκε με την αστυνομία προς την κατεύθυνση καταδίκης και του προσώπου αυτού που εισήλθε στο κατάστημα ή και άλλων ίσως εμπλεκόμενων προσώπων. Όλοι όμως όσοι εμπλέκονταν με βάση τη μαρτυρία οδηγήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν είτε στο εκ πρώτης όψεως είτε με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Άρα στην παρούσα ότι μπορώ να λάβω υπόψη σαν ένα δεδομένο είναι πως τελικά για τα επίδικα αδικήματα καταδικάστηκε μόνον ο κατηγορούμενος και όχι και το πρόσωπο που μπήκε στο κατάστημα και έκλεψε, χωρίς όμως να μπορώ να αποδώσω σε αυτό το στοιχείο ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αναφορά επίσης ότι η ποινή που θα επιβληθεί έχει μεγάλη σημασία γιατί μπορεί να επηρεάσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του κατηγορούμενου και την οικογενειακή του ζωή αλλά και της οικογένειας του, ως γενική και αόριστη επίσης απορρίπτεται. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται πως με βάση την Νομολογία οι συνέπειες στην οικογένεια λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν είναι όμως ουσιαστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328). Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή εν σχέση με την 2η κατηγορία είναι αυτή της φυλάκισης και επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην 2η κατηγορίας ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Όσον αφορά την 3η κατηγορία της συνομωσίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, όπου κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε τέτοιες κατηγορίες και στις αντίστοιχες κατηγορίες ότι διέπραξαν τα αδικήματα για τα οποία συνωμότησαν, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής και στις κατηγορίες της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα στη συνέχεια αδικήματα (βλ. Χασσάν κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεσεις 196/2013 και 197/2013, ημερ. 10.10.14). Συνεπώς στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλω καμία ποινή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης επαναλαμβάνεται εδώ πως ο παραπονούμενος υπέστη σοβαρή ζημιά ύψους €29.000.- και ο κατηγορούμενος δεν έχει αποζημιώσει τον παραπονούμενο, ούτε και εξέφρασε τέτοια πρόθεση. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεση. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση την ποινή που επιβλήθηκε, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. €60 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.