← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Τσίκκου, Αρ. Υπόθεσης : 303/17, 21/1/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Τσίκκου, Αρ. Υπόθεσης : 303/17, 21/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 303/17 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον ..... Τσίκκου Κατηγορούμενου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21.01.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κα. Π. Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής (ουδείς για ν' ακούσει την απόφαση) Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει μία κατηγορία και συγκεκριμένα για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 24/09/2010 - 27/09/2010 συμπεριλαμβανομένων στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου, διέρρηξε και εισήλθε εντός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και έκλεψε το χρηματικό ποσό των €314,98.- καθώς και διάφορα έντυπα του πιο πάνω γραφείου. Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πέντε

(5)μάρτυρες, ενώ μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρεται ότι η επιλογή του δικαιώματος της σιωπής από μέρους του κατηγορούμενου ήταν απόλυτο δικαίωμα του και δεν μπορεί εκ της επιλογής του αυτής να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι συνήγοροι και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η μαρτυρία Α. Δια ζώσης Ως ΜΚ1 κατάθεσε ο πρώην Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Γεωργίου Η μόνη του ενέργεια ήταν η παραλαβή από τον Αστ.XXXXX ενός σφραγισμένου φακέλου με 2 δειγματοληψίες παρειακού επιχρίσματος του κατηγορούμενου και η μεταφορά τους στον Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για εξέταση (βλ. την κατάθεση του τεκμ.1). Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο XXXXX Ευσταθίου Είναι ανώτερος ελεγκτής του ΤΟΜ στη Δερύνεια. Με βάση τις καταθέσεις που έδωσε για την παρούσα υπόθεση (τεκμ. 2 και 3) και την προφορική του μαρτυρία προκύπτει ότι στις 27/09/10 όταν πήγε στη δουλειά άνοιξε την κεντρική πόρτα και όταν πήγε στο διάδρομο πού ήταν τα γραφεία είδε ότι η συρτή πόρτα που ήταν το χρηματοκιβώτιο ήταν παραβιασμένη. Προχώρησε και είδε ότι (το χρηματοκιβώτιο) ήταν κατεστραμμένο και ανοιγμένο. Έλειπαν από μέσα 314 ευρώ και κάτι σεντς και ορισμένα έντυπα που χρησιμοποιούνται από τις κοπέλες για έκδοση νέων αδειών κυκλοφορίας, αδειών οδηγού και άλλα. Προχώρησε μπροστά στην πόρτα που συνδέει το γκαράζ με το γραφείο και αφού προχώρησε εκεί που υπάρχει μία μικρή κουζίνα είδε ότι η πόρτα ήταν παραβιασμένη και πάνω στον πάγκο της κουζίνας υπήρχε ένα σφυρί με χειρολαβή κίτρινου χρώματος. Αφού άνοιξε την πόρτα βγήκε στον περίβολο και είδε κομμένα τα συρματοπλέγματα της περίφραξης σε σχήμα στρογγυλό για να μπορεί να περάσει άνθρωπος μέσα. Επέστρεψε στο γραφείο και άρχισαν να έρχονται υπάλληλοι και έδωσε εντολές να μην αγγίξει κανένας πουθενά και να ανακοινώσουν στον κόσμο ότι το γραφείο θα παραμείνει κλειστό μέχρι να επιληφθεί η αστυνομία. Μετά τηλεφώνησε στην αστυνομία και στον διευθυντή του Τμήματος στη Λευκωσία και τους ενημέρωσε. Μετά από λίγη ώρα ήρθε η αστυνομία και ανέλαβε την εξιχνίαση της υπόθεσης. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Α/Αστ.XXXXX XXXXX Ιωάννου Οι ενέργειες στις οποίες προέβη (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.4) ήταν να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμ.5) και να κατηγορήσει γραπτώς τον τελευταίο (βλ. τεκμ.6). Επίσης ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 7 την συγκατάθεση του κατηγορούμενου για έρευνα της οικίας του. Ως ΜΚ4 κατέθεσε ο Α/Αστ.XXXXX XXXXX Μιχαήλ Κατόπιν της καταγγελίας που έγινε από τον ΜΚ2 στις 27/09/10, επισκέφθηκε την ίδια μέρα τη σκηνή και διενήργησε εξετάσεις. Διαπίστωσε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο στο τμήμα από τη νότια πόρτα την οποία παραβίασαν με αιχμηρό αντικείμενο, πιθανό λιβέρι, και ακολούθως με τη χρήση οξυγονοκόλλησης άνοιξαν το χρηματοκιβώτιο. Σχετική είναι η κατάθεση του τεκμ.8. Ως ΜΚ5 κατέθεσε ο Αστ.XXXXX XXXXX Βασιλείου Στις 27/09/10 επισκέφθηκε τη σκηνή της διάρρηξης και παρέλαβε συγκεκριμένα τεκμήρια (βλ. την κατάθεση του τεκμ.13), τα οποία στις 28/09/10 παρέδωσε στον Ινστιτούτο Γενετικής. Κατέθεσε δε στο Δικαστήριο το σκεπάρνι που παρέλαβε από τη σκηνή (τεκμ.14) και τρείς εκθέσεις του Ινστιτούτου Γενετικής (τεκμ.16, 17 και 18). Εκ της έκθεσης τεκμ.17 ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας μόνον το συμπέρασμα αρ. 2 στις σελ.7-8. Β. Εκ συμφώνου κατατεθείσα - Κατάθεση Αστ.XXXXX Μ. Μιχαήλ, ημερ.10/02/15 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) τεκμ.9 : Υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Αναφέρεται δε στην πληροφόρηση του κατηγορούμενου στις 10/02/15 για το ένταλμα που εκκρεμούσε εναντίον του (βλ. τεκμ.10) όταν αυτός παρουσιάστηκε για να αναχωρήσει στο εξωτερικό και ακολούθως στη σύλληψη του. - Κατάθεση Αστ.XXXXX Α. Χατζηκακού (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) τεκμ.11 : Στις 10/02/15 αφού έλαβε τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου (βλ. τεκμ.12), έλαβε από τον τελευταίο δύο παρειακά επιχρίσματα. Τα συσκεύασε σε φάκελο ο οποίος σφραγίστηκε και τα έθεσε υπό τη φύλαξη του, ενώ στις 16/02/15 τα παρέδωσε στον Αστ.XXXXX για μεταφορά στο ινστιτούτο Γενετικής για εξέταση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ήτοι τα τεκμήρια 9 και 11, δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και το άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα σημειώνω πως είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής έκαναν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Περαιτέρω αναφέρω πως ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε και δεν προκύπτει για κανέναν οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία του. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Όπως γίνεται αντιληπτό τα ευρήματα του Δικαστηρίου πηγάζουν από την αποδεκτή μαρτυρία, την οποία δεν χρειάζεται θεωρώ να επαναλάβω και εδώ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 291 (ορισμός της διάρρηξης), 294(α) και 255 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το άρθρο 294(α) : « 294. Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά ή ............., είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Το αδίκημα της κλοπής δε εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναμφίβολα η κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της σε περιστατική μαρτυρία γενετικού υλικού. Με βάση αυτό δε είναι αναγκαίο να γίνει υπενθύμιση της αρχής ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (βλ. Σεργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.172/15, ημερ.13/03/18, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55). Στο σύγγραμμα των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ. 555, αναφέρεται ότι : «Όταν τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι επαρκώς πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής». Σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη μαρτυρίας από γενετικό υλικό, στην Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 τονίστηκε ότι η επιστημονική μαρτυρία που προβάλλεται ως αποδεικτική ορισμένου γεγονότος είναι δυνατό να θεμελιώσει εκείνο το γεγονός σε βαθμό ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να κυμαίνεται από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το εγγενές στην φύση της μαρτυρίας από γενετικό υλικό που να το καθιστά μη αποδεκτό αφ' εαυτού ή που να δικαιολογεί ειδικό, ιδιαίτερο κανόνα, ότι μαρτυρία που εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δεν είναι δυνατό να στηρίξει καταδίκη στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Ως λέχθηκε δε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 Α.Α.Δ 525, περιστατική μαρτυρία που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο γενετικού υλικού είναι ιδιαίτερα σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή (γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις R. v. Melias, The Times 14.11.87, Ιωάννου ανωτέρω και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Αναφέρεται όμως ότι παρά τη δυναμική της δεν έχει οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. Μαρτυρία γενετικού υλικού, η οποία συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται λοιπόν και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Vedad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 1). Αυτό προκύπτει σαφώς και από τις πιο κάτω υποθέσεις στις οποίες η μόνη μαρτυρία σύνδεσης του κατηγορουμένου με την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ο εντοπισμός του γενετικού του υλικού σε αντικείμενα. Από τη νομολογία συνάγεται ότι ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης, όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση (βλ. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225). Ως δε προκύπτει από τη νομολογία είναι πιο πιθανή η καταδίκη εάν, πέραν της ανεύρεσης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου πάνω ή γύρω από αντικείμενα μιας υπόθεσης ή στην σκηνή, υπάρχει και πρόσθετη ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του, η οποία θεμελιώνει σύνδεση μεταξύ αυτού και του εγκλήματος (βλ. Παντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 216/2013, ημερ. 20.1.16, στην οποία γίνεται παραπομπή στις R. v. Ogden
(2013)EWCA Crim 1294 και Doheny and Adams
(1997)1 Cr. App. R. 369 καθώς και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 807 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 231). Στην προκειμένη περίπτωση η σύνδεση του κατηγορούμενου με το επίδικο αδίκημα βασίζεται ουσιαστικά στις εκθέσεις του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής τεκμ.17 (συμπέρασμα αρ.2) και 18. Πιο συγκεκριμένα, από το σκεπάρνι που εντοπίστηκε στη σκηνή ήτοι στον πάγκο του ΤΟΜ απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα γενετικού υλικού (επίχρισμα από τη χειρολαβή) που παρουσιάζει μικτό γενετικό προφίλ που προέρχεται τουλάχιστον από τρία άτομα και χρησιμοποιώντας το Λόγο των Πιθανοτήτων το συμπέρασμα έχει ως εξής: το μικτό γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο σκεπάρνι, στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό, είναι 5.400.000 φορές πιο πιθανό να παρατηρηθεί εάν είναι μίγμα που προέρχεται από τον XXXXX Τσίκκο (κατηγορούμενο) και δύο άγνωστα πρόσωπα, παρά από τρία άγνωστα άτομα (η στατιστική εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό με το στατιστικό πρόγραμμα LRmix που λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες πτώσης και πρόσθεσης αλληλίων με το σύστημα Pplex16). Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι κατά πόσο το πιο πάνω μοναδικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκετό για να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και με τη βεβαιότητα που χρειάζεται σε ποινικές υποθέσεις η εμπλοκή του κατηγορούμενου στο επίδικο αδίκημα και κατ' επέκταση η ενοχή του. Η απάντηση είναι κατά την κρίση μου αρνητική. Εξηγώ. Με βάση το πιο πάνω στοιχείο το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή ήρθε σε επαφή με το σκεπάρνι ή και το γενετικό του υλικό με κάποιο τρόπο, κάποια στιγμή, εναποτέθηκε στο σκεπάρνι. Πότε έγινε τούτο ή και κάτω από ποιες συνθήκες είναι άγνωστο. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτό να χρησιμοποιήθηκε στη διάρρηξη από τα δύο άλλα άγνωστα άτομα που αναφέρονται στο συμπέρασμα πιο πάνω ή από κάποιο εξ' αυτών, χωρίς εμπλοκή του κατηγορούμενου. Παρεμβάλλω πως το σκεπάρνι είναι ένα μεταφερόμενο αντικείμενο και η ύπαρξη του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου μπορεί να συμβιβαστεί με επαφή του κατηγορούμενου με το σκεπάρνι σε κάποιο άλλο, άσχετο με τη διάρρηξη, χρονικό σημείο. Όμως σε κάθε περίπτωση αναφέρεται πως δεν υπάρχει σύνδεση του συγκεκριμένου σκεπαρνιού με το αδίκημα της διάρρηξης. Προκύπτει συνεπώς με βάση αυτά υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την εμπλοκή του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. κατ' αναλογία, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 428 και Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 687). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όσα αναφέρθηκαν κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου και αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.