Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. MAZLOUMIDIS, Aρ. Υπόθεσης: 4256/19, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 4256/19 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον ....... MAZLOUMIDIS Κατηγορούμενος --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 08.01.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους. Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Ταμπούρλας μαζί με κ. Ν. Θωμά Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα για παρέμβαση σε αστυνομική έρευνα, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και για απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 5/11/19 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου διενήργησε πράξη η οποία ενδέχετο να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγετο με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή απείλησε τον XXXXX Μαγκαφά από Δερύνεια, ο οποίος είναι συγκατηγορούμενος του σε υπόθεση κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια με τη φράση «να επανορθώσεις για να μην θωρείς συνέχεια πίσω σου όταν περπατάς. Επειδή την επόμενη φορά εθθα έρτω εγιώ, εννά έρτουν κάποιοι άλλοι. Να δώκεις τα 400 ευρώ που εν τα χρωστούμενα τζιαι να φύεις τις καταγγελίες προς τα πάνω μου». Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον XXXXX Μαγκαφά από τη Δερύνεια απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό, λέγοντας του «Να επανορθώσεις για να μην θωρείς συνέχεια πίσω σου όταν περπατάς. Επειδή την επόμενη φορά εθθα έρτω εγιώ, εννά έρτουν κάποιοι άλλοι» και «είτε μέσα είτε έξω, πάλε εννα σε έβρουν να σε κανονίσουν». Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε δύο μάρτυρες, έγινε δε ένα παραδεκτό γεγονός που ήταν το εξής: «Aπο την ΥΚΑΝ Αμμοχώστου είχε ξεκινήσει στις 26/10/19 διερεύνηση υπόθεσης με στοιχεία ΥΚΑΝ serious XXXXX/19, που αφορούσε διερεύνηση υπόθεσης κατοχής, διακίνησης ναρκωτικών με ύποπτους τόσο τον νυν κατηγορούμενο όσο και τον μάρτυρα κατηγορίας 1 σε αυτήν την υπόθεση.». Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου. Όσα ανέφεραν δε έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω, εάν και εφόσον χρειαστεί δε θα γίνει αναφορά σε σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 XXXXX Μαγκαφάς Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 5/11/19, Τεκμήριο 1 και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει τα εξής (αυτούσια): " Είμαι μαθητής της Γ' τάξης της Τεχνικής Σχολής Παραλιμνίου. Την 27/10/19 συνελήφθηκα από την ΥΚΑΝ Αμμοχώστου γιατί είχα στην κατοχή μου 19 σακουλάκια με κοκαΐνη και 10 σακουλάκια κάνναβη. Επίσης στην κατοχή μου είχα 630 ευρώ τα οποία έπιασε η αστυνομία ως τεκμήριο γιατί σχετίζονταν με την υπόθεση. Για την υπόθεση αυτή ήμουν υπό κράτηση και αφέθηκα ελεύθερος την Πέμπτη 31/10/
- Κατά τες εξετάσεις που έκανε η Αστυνομία τους κατονόμασα γραπτώς σε κατάθεση μου ότι προμηθευτής μου για τα ναρκωτικά αυτά ήταν ο XXXXX Μαζλουμίδης ο οποίος είναι συμμαθητής μου στην ίδια τάξη στη Τεχνική Σχολή, ηλικίας 18 χρονών. Νομίζω ότι την ίδια ή την επόμενη μέρα συνελήφθηκε και ο Νίκος για την ίδια υπόθεση. Σήμερα 05/11/19 εγώ πήγα πρώτη μέρα στο σχολείο μετά από τη σύλληψη μου. Κατά τη διάρκεια του πρώτου διαλείμματος, γύρω στις 0915 καθόμουν στο κιόσκι του σχολείου μαζί με άλλα παιδιά της δευτέρας τάξης. Όταν ήμουν εκεί είδα τον XXXXX να έρχεται προς το μέρος μου και αφού με πλησίασε μου είπε να πάμε λίγο δίπλα για να μου μιλήσει. Πήγα μαζί του κοντά στα κάγκελα του σχολείου δίπλα από ένα δέντρο και μου είπε «Ξέρεις έντα μαλακία έκαμες έννε? Τούτο εν το ευχαριστώ σας? Εν τζαι φταίω εγιώ που ήσασταν έξω που σπίθκια της δίωξης τζαι πίννατε χόρτο. Ξέρω ότι επιέσαν σε για να δώκεις το όνομα. Ξέρεις ότι εν πολλά μεγάλο πρόβλημα τούτο. Έχει τρόπο όμως να επανορθώσεις. Έπιασες τον τίτλο του ρουφκιάνου τζαι μέσα τζαι έξω. Αλλά μπορείς να επανορθώσεις αν δεν θέλεις όταν περπατάς ή κυκλοφορείς κάπου να θωρείς συνέχεια πίσω σου. Επειδή την επόμενη φορά έθθα ρτω εγιώ, εννα ρτουν κάποιοι άλλοι. Μπορεί να μεν είναι τωρά, μπορεί ναν πιο μετά. Ο τρόπος για να επανορθώσεις είναι να δώκεις τα 400 ευρώ φυσικά που εν τα χρωστούμενα τζαι το άλλο να φύεις τις καταγγελίες προς τα πάνω μου» Εγώ δεν του απάντησα τίποτα και επέστρεψα στην παρέα μου. Από το περιστατικό αυτό εγώ έχω τις ανησυχίες μου γιατί ο συγκεκριμένος ή κάποιος άλλος μπορεί τώρα ή κάποια στιγμή μετά να με βλάψει με κάποιο τρόπο για τον λόγο ότι εγώ συνεργάστηκα με την Αστυνομία τζαι για τα λεφτά που χρωστώ στους προμηθευτές. Για τον λόγο αυτό θέλει και ο Νίκος να δώσω κατάθεση στην Αστυνομία ότι τελικά αυτός δεν έχει σχέση με την υπόθεση. " Ανέφερε δε ότι το επεισόδιο έγινε στο σχολείο. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι στις 26/10 συνελήφθη από την ΥΚΑΝ γιατί είχε στην κατοχή του 19 σακουλάκια με κοκαΐνη και 10 σακουλάκια κάνναβη και ότι σε κατάθεση του ημερ. 26/10 είπε ότι την κοκαΐνη του την έδωσε ο κατηγορούμενος. Επίσης συμφώνησε ότι αυτό ήταν ψέματα και είπε ότι την ίδια μέρα ή την επόμενη κατέθεσε ξανά και είπε όλη την αλήθεια. Ανέφερε δε ότι είπε ψέματα γιατί ήταν αγχωμένος, δεν ήξερε τι να κάνει και έκανε λάθος το οποίο διόρθωσε. Επίσης δέχτηκε ότι στις 26/10 όταν έγινε η σύλληψη, όταν ο αστυνομικός του είπε ότι θα τον ερευνήσει επέλεξε να του πει μόνο ότι έχει κάνναβη αλλά για την κοκαΐνη που ήταν στη μοτόρα προσπάθησε να το αποφύγει και συνέχισε λέγοντας ότι τους είπε ότι δεν ξέρει τι έχει στην μοτόρα και τους είπε να τσιεκκάρουν, δεχόμενος όμως ότι η αλήθεια είναι πως ήξερε τι είχε μέσα. Περαιτέρω δέχθηκε ότι όταν ο αστυνομικός βρήκε το τσεντούι το μαύρο μέσα στην μοτόρα με την κοκαΐνη του είπε πάλι ψέματα ότι δεν ξέρει τι έχει μέσα και δεν είναι δικό του. Στη συνέχεια ως προς το γιατί είπε μετά την αλήθεια ανέφερε ότι δεν ένοιωθε καλά και νόμιζε ήταν καλά να πει την αλήθεια. Στο μεσοδιάστημα από 26/10 μέχρι τις 30/10 επειδή ήταν υπό κράτηση, όπως ήταν μέσα σκέφτηκε το μέλλον του και είπε ότι είναι καλό να πει την αλήθεια. Σε κάποια φάση που έγραφαν τη θεληματική κατάθεση, σταμάτησε λίγο να πάει τουαλέτα να φρεσκαριστεί και ύστερα ήθελε να πει την αλήθεια γιατί δεν ένοιωθε καλά. Δεν ήταν μετά από συμβουλή του δικηγόρου του αλλά δικό του θέλημα να πει την αλήθεια, όμως ανέφερε ότι το έκανε μετά που μίλησε με τον δικηγόρο του. Στην αρχή της κατάθεσης δεν είπε κάτι για τον κατηγορούμενο. Στην αρχή δεν έλεγε τίποτε, τον ρωτούσαν για την ηλικία του και έτσι πράγματα και μετά είδε τον παπά του και αποφάσισε να πει την αλήθεια γιατί δεν ένοιωθε καλά. Σε αυτό το σημείο του υποδείχθηκε και αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ. 30/10/19, Τεκμήριο 2 και βλέποντας την ερώτηση και την απάντηση αρ.8 στην κατάθεση, πριν γίνει διάλειμμα, είπε ότι αυτή ήταν η πρώτη κατάθεση που έδωσε στις
- Στη συνέχεια όμως αναγνώρισε ότι πρόκειται για τη δεύτερη κατάθεση που έδωσε και ότι αρχικά ξεκίνησε και τους έλεγε ότι του έδωσε την κοκαΐνη και πρόσθεσε ότι μετά είπε την αλήθεια και ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος που του την έδωσε. Δέχτηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος πήγε υπό κράτηση. Σε άλλο σημείο ερωτήθηκε για την ερώτηση και την απάντηση αρ.16 στην κατάθεση του ημερ. 26/10/19, Τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι συμφωνεί ότι αυτά είπε του αστυνομικού αλλά όπως είπε ύστερα έδωσε σε ποιον πούλησε και σε ποιον όχι. Συμφώνησε ότι του είπε ψέματα αλλά μετά συμπλήρωσε και του είπε. Στη δεύτερη κατάθεση του είπε την αλήθεια. Ως προς το επίδικο περιστατικό είπε ότι ο ίδιος απολύθηκε από την κράτηση στις 31/10, ημέρα Πέμπτη, αλλά δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος και ο αναφερόμενος Λαζάρου απολύθηκαν την 01/11/19 αφού δεν είχε καμία επικοινωνία και συνέχισε λέγοντας ότι με τον κατηγορούμενο είναι στην ίδια τάξη και βρέθηκαν για πρώτη φορά στο πρώτο διάλειμμα 09:
- Είχαν βρεθεί το πρωί στην τάξη αλλά δεν μίλησαν. Τον πλησίασε ο κατηγορούμενος, κάτι που γνώριζε ότι θα γίνει και φυσικά ήταν αγχωμένος και φοβισμένος. Του είπε να πάνε δίπλα να μιλήσουν και παρά το ότι ήταν αγχωμένος και φοβισμένος πήγε για να δει τι θα του πει. Δεν σκέφθηκε να του πει ότι δεν θέλει να πάει. Όταν πήγαν δε δίπλα από τα κάγκελα του σχολείου, κοντά σε ένα δέντρο του είπε «ξέρω έντα μαλακία έκαμες, δεν έπρεπε να μιλήσεις, ξέρω ότι σε πίεσαν» και όσα γράφει η κατάθεση του. Σε υποβολή ότι δεν έγινε αυτή η συνομιλία 9:15, είπε ότι έπιασε τον πατέρα του τηλέφωνο την ίδια ώρα και το διάλειμμα που έπαιξε το κουδούνι πήγαν στην αστυνομία και έγραψαν κατάθεση. Αρνήθηκε ότι προσέγγισε ο ίδιος τον κατηγορούμενο αλλά αποδέχτηκε ότι του είπε ο ίδιος ότι δεν είπε το όνομα του για να μην έχουν φασαρίες. Του είπε ψέματα για να καλυφθεί για να μην γίνει οτιδήποτε. Αυτό δεν το είπε στην κατάθεση του γιατί δεν χρειάστηκε. Όσον αφορά αυτό που λέει στην κατάθεση του ότι «εγώ δεν του απάντησα τίποτα και επέστρεψα στην παρέα μου», είπε ότι δεν του απάντησε κάτι τόσο σημαντικό. Απλά του είπε ότι δεν είπε τίποτε και ύστερα πήγε και έκατσε με τα άλλα παιδιά. Ακολούθως ανέφερε ότι στην αστυνομία πήγε με την μητέρα του αλλά δεν θυμάται τι ώρα πήγαν. Μόλις πήγαν στο αστυνομικό τμήμα τους παρέπεμψαν στο ΤΑΕ και τους είπαν να πουν τι έγινε. Μετά που τέλειωσε η κατάθεση του δε πήγε πίσω στο σχολείο αλλά δεν θυμάται τι ώρα ήταν. Η κατάθεση του τέλειωσε 11:15 και πήγε κατευθείαν στο σχολείο όπου για να πάει χρειάζεται κανένα πεντάλεπτο. Ήταν νομίζει η πέμπτη περίοδος και ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και τον απέφυγε. Βρέθηκαν πάλι το δεύτερον ή τρίτο διάλειμμα και δεν είπαν κάτι διαφορετικό αλλά σχεδόν τα ίδια πράγματα. Καλύφθηκε ότι εν είπε τίποτε. Δεν ξέρει πότε είναι το δεύτερο και πότε είναι το τρίτο διάλειμμα όμως ο κατηγορούμενος του είπε «αφού ξέρω ότι είσαι εσύ, αφού μου είπαν ότι θα είσαι μάρτυρας και εναντίον μου», κάτι τέτοια πράγματα και ο ίδιος απάντησε για να καλυφθεί ότι δεν είπε τίποτε. Την δεύτερη φορά δεν τον απείλησε. Πήρε ξανά τον πατέρα του τηλέφωνο για να τον ενημερώσει ξανά για αυτή τη δεύτερη συνάντηση και διευκρίνισε ότι είπε στον πατέρα του ότι τον απείλησε και δεύτερη φορά επειδή είναι το ίδιο πράγμα που έγινε την πρώτη φορά. Στην πρώτη του είπε ότι τον απείλησε, στην δεύτερη απλά ήρθε και του μίλησε για να μάθει σίγουρα αν ήταν αυτός που τον έδωσε και του είπε ότι δεν ήταν αυτός. Πρόσθεσε ότι δεν τον απείλησε την δεύτερη φορά αλλά όπως είπε πάλι είχε το περιεχόμενο μέσα, δηλαδή τον ρωτούσε αν ήταν αυτός που τον έδωσε ή όχι. Τη δεύτερη φορά του φάνηκε ότι τον απείλησε που τον ρώτησε αν είναι αυτός που τον έδωσε ή άλλοι. Δεν θυμάται αν τον απείλησε να του κάνει κάτι, να τον φοβίσει. Του είπε να αποσύρει τις καταγγελίες εναντίον του για να μην έχουν προβλήματα. Σε υποβολή ότι έπιασε τον πατέρα του για να καλυφθεί και του είπε ψέματα ότι τον πλησίασε ξανά και τον απείλησε λέγοντας του «είτε μέσα, είτε έξω, πάλε εν να σε έβρω να σε κανονίσω», είπε ότι δεν είπε ψέματα. Του τέθηκε επίσης ότι όσα είπε περί ρουφιάνου ήταν η θέση του ότι του τα είπε στην πρώτη συνάντηση και όχι στη δεύτερη, είπε πως δεν θυμάται ακριβώς αλλά τούτα που είπε είναι τα γεγονότα. Αυτά του τα είπε την δεύτερη φορά αλλά και την πρώτη αφού είπαν τα ίδια πράγματα. Τέλος αρνήθηκε ότι είπε ψέματα στον πατέρα του και στην αστυνομία. ΜΚ2 XXXXX Μαγκαφάς Στην αρχή της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 05/11/19, Τεκμήριο 4 και ανέφερε πως υιοθετεί το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει τα εξής (αυτούσια): " Είμαι στρατιωτικός, κατάγομαι από την Ελλάδα και από το 1995 διαμένω μόνιμα στην Κύπρο. Ζω μαζί με την σύζυγο μου και τα τρία μας παιδιά στο Παραλίμνι. Από τον πρώτο μου γάμο απόκτησα τον XXXXX ο οποίος διαμένει στη Δερύνεια με την πρώην σύζυγο μου. Πριν από λίγες μέρες ο XXXXX είχε μια υπόθεση με τα ναρκωτικά στην οποία ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον XXXXX Μαζλουμίδη και τον XXXXX Λαζάρου. Ο XXXXX συνεργάστηκε πλήρως με την αστυνομία και έδωσε κατάθεση στην οποία κατονόμασε τον Μαζλουμίδη ως προμηθευτή για να βοηθήσει την αστυνομική έρευνα. Όταν ο XXXXX μου αφέθηκε ελεύθερος είχα οδηγίες από την υπηρεσία των ναρκωτικών ότι σε περίπτωση που ο οποιοσδήποτε προσεγγίσει τον γιο μου για να προσπαθήσει να τον επηρεάσει για την υπόθεση ή να τον απειλήσει ή να τον ενοχλήσει με οποιοδήποτε τρόπο, να επικοινωνήσω μαζί τους. Σήμερα ο XXXXX επέστρεψε πρώτη μέρα στο σχολείο όπου φοιτά. Η ώρα 09:30 με πήρε τηλέφωνο στο κινητό μου και μου είπε ότι τον προσέγγισε την ώρα του διαλείμματος στο σχολείο ο Μαζλουμίδης και τον απείλησε. Συγκεκριμένα μου είπε ότι του είπε ότι ξέρει ότι έκανε μαλακία και για να επανορθώσει και για να μην φοβάται να κυκλοφορά και να κοιτάζει πίσω του, να του δώσει τα 400 ευρώ που χρωστά για τα ναρκωτικά και να πάει στην αστυνομία να αποσύρει τις καταγγελίες εναντίον του. Όταν με πήρε ο Νικόλας του είπα να μην ανησυχεί και ότι θα ενημερώσω την Αστυνομία. Ο Νικόλας με πήρε αμέσως μετά το περιστατικό και τις απειλές που δέχθηκε από τον Μαζλουμίδη και εγώ τότε ενημέρωσα την υπηρεσία των ναρκωτικών και μου ζήτησαν να προβούμε σε καταγγελία. Ο γιος μου έχει μετανιώσει για την υπόθεση στην οποία έμπλεξε αλλά ανησυχεί και φοβάται για τυχόν επιπτώσεις που μπορεί να έχει λόγω του ότι είχε συνεργαστεί με την υπηρεσία. Επιπρόσθετα σήμερα και περί ώρα 12:52 με ξαναπήρε τηλέφωνο ο Νικόλας και μου είπε ότι ο Μαζλουμίδης τον ξαναπλησίασε στο τρίτο διάλειμμα και του είπε περίπου τα ίδια. Του είπε για τα χρήματα και πάλι και «είτε μέσα είτε έξω, πάλε εννά σε έβρουν να σε κανονίσουν». Του είπε ακόμα να μιλήσει με το δικηγόρο του και να τον ξεμπλέξουν γιατί βαριέται τα δικαστήρια. Αυτά μου ανέφερε σήμερα ο Νικόλας στο τηλέφωνο ότι έγινε με τον Μαζλουμίδη." Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν ο γιος του τηλεφωνικώς του ανακοίνωσε αυτά που λέει στην κατάθεση του ήταν φοβισμένος διότι από την αρχή είπε ότι φοβάται για το τι μέλλει γενέσθαι και ο ίδιος ως πατέρας προσπαθούσε με τον τρόπο που του υπέδειξε η ΥΚΑΝ να σώσει ότι σώζεται και να προλάβει ότι μπορεί να προλάβει. Ως προς το τι ακριβώς φοβάται απάντησε ότι ήταν σαφέστατος στην κατάθεση του ότι απειλήθηκε και από ότι εννοείται κιόλας έχουν δικούς τους ανθρώπους. Μπορεί όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος αλλά κάποιος άλλος. Δεν ξέρει, πρώτη φορά μπλέκει σε τέτοιες καταστάσεις. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ο ΜΚ1 παρόλο που είχε δώσει κατάθεση στις 26/10 και ανέφερε ότι ο προμηθευτής του για την κοκαΐνη ήταν ο κατηγορούμενος δεν του είχε πει ότι είπε ψέματα στην αστυνομία και δεν είναι ο κατηγορούμενος αλλά το είπε μετέπειτα. Το τι συνέβη ακριβώς το είπε στην θεληματική του κατάθεση στην αστυνομία. Πριν όμως την κατάθεση τους στις 30/10 δεν του είχε πει οτιδήποτε. Κατά τη δεύτερη κατάθεση στις 30/10 ο ίδιος ήταν παρών από κάποια ώρα και μετά, χωρίς να θυμάται όμως ακριβώς την ώρα. Έφυγε από την υπηρεσία του και πήγε ευθύς αμέσως για να δει τα γεγονότα και τι γίνεται. Πριν δώσει την κατάθεση του 5/11 για την παρούσα υπόθεση είπε ότι ρώτησε τον ΜΚ1 γιατί είπε ψέματα και έδωσε τον κατηγορούμενο σαν προμηθευτή της κοκαΐνης ενώ δεν ήταν και του απάντησε ότι αυτό ήταν από φόβο, φοβόταν τις επιπτώσεις και για τη σωματική του ακεραιότητα. Σε υποβολή ότι είναι λίγο ανεξήγητο αν φοβόταν τον κατηγορούμενο να πήγε και να είπε στην αστυνομία ότι αυτός είναι ο προμηθευτής του και μετά να έρχεται να λέει ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος που μου τα έδωσε, το έκανα από φόβο και είναι για να καλυφτώ από τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ο γιος του αυτό που ανέφερε είναι ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον γιο του και σε ένα άλλο πρόσωπο και στη συνέχεια το άλλο πρόσωπο για δικούς του λόγους έδωσε τα σακουλάκια για να τα φυλάξει ο γιος του και σε μετέπειτα φάση να του τα επιστρέψει αλλά ο κατηγορούμενος προμήθευσε και τους δύο και γι΄ αυτό τον φοβάται ο γιος του και είναι από τον κατηγορούμενο που δέχτηκε τις απειλές. Η υπεράσπιση επέμενε επί του θέματος και του υποβλήθηκε ότι εφόσον φοβάται τον κατηγορούμενο το αναμενόμενο και το πιο εύκολο θα ήταν να πει ότι δεν είναι δικά του αλλά είναι του τρίτου προσώπου, με τον ίδιο να απαντά ότι αυτό δεν ήταν το αναμενόμενο και το αναμενόμενο για τον ίδιο είναι ότι ο γιος του έχει κατοχή. Από τη στιγμή που ήταν στην μοτόρα του υπήρχε κατοχή. Εν πάση περιπτώσει σε άλλο σημείο του ετέθη ότι κάποιος ο οποίος φοβάται κάποιον δεν τον εμπλέκει ψευδώς αλλά προσπαθεί να τα ρίξει σε κάποιον άλλο, είπε ότι είτε φοβάται κάποιος είτε δεν φοβάται ενώπιον της δικαιοσύνης θα πρέπει να πει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια και να έχει τη συνείδηση του καθαρή. Αναφορικά με το τηλέφωνο του γιου του στις 5/11 η ώρα 9:30 και την αναφορά του ότι ήταν φοβισμένος είπε ότι ναι ήταν φοβισμένος και τον καθησύχασε. Η φωνή του ήταν τρεμάμενη και τον καθησύχασε λέγοντας του ότι δεν έχει να φοβάται τίποτε απλά πρέπει να κάνουν ότι ακριβώς τους είπαν και γι΄ αυτό το λόγο τον ξαναπήρε τηλέφωνο όταν συνέβη η δεύτερη φορά και μάλιστα μόλις είδε και ο αξιωματικός της ΥΚΑΝ ότι υπήρξαν αυτές οι επαφές για πιο άμεσα αποτελέσματα έδωσε και το τηλέφωνο του στον γιο του για να πάρει αμέσως τηλέφωνο αν γίνει κάτι πολύ πιο σοβαρό. Στις 5/11 ανέφερε ότι είχαν πάει μαζί στην αστυνομία για να δώσουν κατάθεση. Δεν θυμάται αν πήγε ο γιος του ακόμα μία φορά πιο νωρίς πάντως μαζί πήγαν και έδωσαν κατάθεση. Μπορεί να πήγε και με την μητέρα του να δώσει κατάθεση πιο νωρίς πάντως μαζί του πήγε. Για την παρούσα υπόθεση με την απειλή όταν έδωσε κατάθεση ο γιος του ήταν με την μάνα του. Δεν θυμάται όμως αν ο ίδιος τον είδε εκείνη την ημέρα και διευκρίνισε όταν μετά η ώρα 15:15 πήγε ο ίδιος να δώσει κατάθεση ο γιος του ήταν μαζί του. Τότε ερωτήθηκε κατά πόσο ο γιος του θέλησε να δώσει κατάθεση και να αναφερθεί στο ότι ξανααπειλήθηκε και απάντησε ότι αυτά ανακοινώθηκαν από τον ίδιο. Η αστυνομικός δεν είπε στον γιο του να δώσει νέα κατάθεση για το νέο επεισόδιο των απειλών γιατί συμπεριλαμβάνονταν στα δικά του γραφόμενα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο γιος του είπε όσα είπε περί απειλών για να καλυφθεί καθώς και ότι σε συνεργασία με την ΥΚΑΝ είπαν του γιου του όλοι ότι για να βοηθήσει η αστυνομία και να γλιτώσει ο ίδιος πρέπει να κάνει αυτή την καταγγελία για να στοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος. Τέλος είπε ότι ο γιος του με τον οποίο μίλησε πάμπολες φορές λέει την αλήθεια και όσα του ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατηγορούμενος Στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος κατέθεσε ένορκη δήλωση/κατάθεση ως Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει ότι για αυτή την υπόθεση είναι αθώος διότι ουδέποτε απείλησε τον συμμαθητή του, ΜΚ
- Την 5/11/19 ενώ ήταν διάλειμμα τον προσέγγισε ο ΜΚ1 για να του ζητήσει συγνώμη που τον έμπλεξε στην υπόθεση που τον συνέλαβαν για ναρκωτικά και να μην ανησυχεί διότι προσπαθούσε να διορθώσει τα πράγματα. Ο ίδιος το μόνο που του είπε ήταν ότι πήγε φυλακή εξαιτίας του και ότι έπρεπε να πει την αλήθεια. Επειδή ο δικηγόρος του και ο πατέρας του, του είπαν να μην έχει καμία επαφή μαζί του απομακρύνθηκε από αυτόν. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε ήταν υπό κράτηση για την υπόθεση των ναρκωτικών, ούτε πότε ήταν η πρώτη φορά που πήγε σχολείο μετά που αφέθηκε ελεύθερος. Όταν η ΥΚΑΝ τον είχε συλλάβει για την υπόθεση των ναρκωτικών του είπαν για την υπόθεση και ένας από τους υπόπτους στην υπόθεση ήταν και ο ΜΚ
- Γνωρίζει ότι ήταν εξαιτίας του ΜΚ1 που πήγε φυλακή διότι εκείνος τον έμπλεξε στην υπόθεση και η αστυνομία όταν τον συνέλαβε του είχε πει ότι έχει μαρτυρία από τον ΜΚ1 και γι΄ αυτό τον συνέλαβε. Αυτό του αναφέρθηκε την ώρα που τον συνέλαβαν και είχε και χαρτί και το διάβασε, όμως το είδε από πάνω και δεν διάβασε ακριβώς τι έγγραφε. Σε υποβολή ότι αυτό που του έδειξαν ήταν το ένταλμα και όχι κάποιο χαρτί που έλεγε ότι ο ΜΚ1 τον έχει δώσει απάντησε ότι δεν ξέρει τι ακριβώς είχαν αλλά θυμάται ότι του είπαν ότι η μαρτυρία προέρχεται από εκείνον. Όταν το άκουσε προσπαθούσε να καταλάβει τι έγινε και για πιο λόγο. Δεν θύμωσε μαζί του. Δεν ήξερε ακριβώς τι έγινε σίγουρα. Δεν έκαμε όμως θέμα ή κάτι αφού δεν ήξερε τι είχε γίνει. Με τον ΜΚ1 δεν είχαν καμία σχέση, απλά ήταν μόνο συμμαθητής του στην ίδια τάξη. Ουδέποτε αντάλλαξαν κουβέντες μεταξύ τους ή μίλησαν για οποιοδήποτε ζήτημα. Επίσης ανέφερε ότι δεν ήταν φίλοι ούτε έβγαιναν μαζί έξω και απλά ήταν συμμαθητής του. Δεν ξέρει αν ο ΜΚ1 είχε οτιδήποτε εναντίον του και ανέφερε ότι δεν είχαν τσακωθεί καμία φορά. Δεν ξέρει ποιους λόγους είχε για να πει στην αστυνομία κάτι εις βάρος του και μπορεί να είχε κάποιους λόγους που ο ίδιος δεν γνώριζε. Η πρώτη φορά που μίλησε με τον ΜΚ1 μετά το επεισόδιο με τα ναρκωτικά ήταν όταν ήταν διάλειμμα στο σχολείο και ήρθε εκείνος προς τα πάνω του και μίλησαν αυτά που είπε πριν λίγο. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 του είπε συγνώμη που τον έμπλεξε στην υπόθεση των ναρκωτικών και ο ίδιος του είπε να διορθώσει τα πράγματα γιατί είναι αθώος και δεν φταίει για κάτι. Ήταν πολύ μικρή η κουβέντα και μετά ο ίδιος απομακρύνθηκε από τον ΜΚ1 διότι έτσι συμβουλές είχε. Δεν τον απείλησε όμως. Η συνάντηση τους, η οποία όπως είπε και προηγουμένως ήταν πολύ μικρή αλλά δεν μπορεί να καθορίσει ακριβώς τη διάρκεια της, ήταν στο σχολείο και ο ΜΚ1 ήρθε προς τα πάνω του. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ίδιος προσέγγισε τον ΜΚ1 και του ζήτησε επειδή καθόταν με άλλους να απομακρυνθούν για να του πει τα λόγια που του είπε. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τον ΜΚ1 και δεν ξέρει αν είναι ήσυχος αλλά τον έχει ξαναδεί να κάνει καβγά στο σχολείο. Ο ίδιος δεν κάνει καβγάδες ενώ για το κατά πόσο γνωρίζει πολεμικές τέχνες είπε ότι είχε κάνει για λίγο καιρό ελάχιστα και τώρα θυμάται λίγο. Ο πατέρας του δεν έχει σχολή καράτε ούτε δίδασκε ποτέ είτε καράτε είτε άλλες πολεμικές τέχνες. Επίσης αρνήθηκε ότι στο τρίτο διάλειμμα ξανασυναντήθηκαν με τον ΜΚ1 και είπε ότι όσα ελέχθηκαν μεταξύ τους, όσα ανέφερε πιο πάνω, ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που λέχθηκαν. Ο κατηγορούμενος επίσης αρνήθηκε όσα ισχυρίστηκε ο ΜΚ1 ότι του είπε και ανέφερε ότι όσα είπε στην δήλωση του τεκμήριο 5 είναι η αλήθεια. Δεν άκουσε όμως κανένας άλλος που αντάλλασσαν μεταξύ τους κουβέντες. Τέλος, ανέφερε ότι όταν έμαθε ότι ο ΜΚ1 συνελήφθη και είπε κάποια πράγματα στην αστυνομία δεν γύρεψε να τον βρει για να τον ρωτήσει τι είπε διότι πίστευε ότι είναι καλύτερα να μείνει απόμακρος από εκείνον και δεν ήθελε να κάμει πράγματα ή κάτι που μπορούσε να τον φέρει μετά σε πιο δύσκολη θέση. Η συνάντηση δε μεταξύ τους ανέφερε ότι έγινε το πρώτο διάλειμμα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ήτοι το παραδεκτό γεγονός δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα αναφέρω πως είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 XXXXX Μαγκαφάς Είχα ενώπιον μου ένα νεαρό πρόσωπο, μαθητή, ο οποίος ευθέως παραδέχθηκε ότι σε προηγούμενες καταθέσεις του στην Αστυνομία αναφορικά με την υπόθεση των ναρκωτικών αλλά και προφορικά είπε ψέματα. Ότι έδωσε εν πάση περιπτώσει αντιφατικούς ισχυρισμούς στην Αστυνομία εν σχέσει με την εμπλοκή του εδώ κατηγορούμενου στη υπόθεση των ναρκωτικών, είναι δεδομένο εάν αναγνωσθούν τα τεκμήρια 2 και 3. Επίσης αναφέρεται πως στη μαρτυρία του υπάρχουν σαφώς κάποια σημεία που παρατηρείται κάποια σύγχυση. Παρακολούθησα όμως τον μάρτυρα ενώ κατέθετε από το εδώλιο με μεγάλη προσοχή και παρατήρησα τη συμπεριφορά του, τις αντιδράσεις του και τις απαντήσεις του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω προβληματιστεί βέβαια για τα πιο πάνω ψέματα που είχε πει, όμως κατέληξα πως τα ψέματα που είχε πει λέχθηκαν με το μυαλό και το σκεπτικό ενός νεαρού προσώπου, μαθητή, ο οποίος σε μια δεδομένη στιγμή βρέθηκε σε μια ομολογουμένως δύσκολη θέση. Ακολούθως δε, ως και ο ίδιος ανέφερε, δεν ένιωθε καλά με τη συνείδηση του, είδε τον πατέρα του, μίλησε με τον δικηγόρο του και σκέφτηκε το μέλλον του. Η στάση του τότε άλλαξε και αποφάσισε από ένα σημείο και έπειτα να πει την αλήθεια (βλ. τεκμήριο 2). Έχοντας μελετήσει δε το σύνολο της μαρτυρίας του ενδελεχώς, καταλήγω, έχοντας στο μυαλό μου όλα τα πιο πάνω, να την κάνω αποδεκτή αφού θεωρώ ότι ο πυρήνας της όσον αφορά την παρούσα υπόθεση είναι ισχυρός και δεν έχει κλονιστεί. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι κατά την κρίση μου τα λεγόμενα του ως προς το τι ακριβώς του λέχθηκε από τον κατηγορούμενο συνάδουν λογικά με το πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα και υποστηρίζονται από τη μαρτυρία του πατέρα του Μ.Κ.2 η οποία, ως εμφαίνεται κατωτέρω, γίνεται αποδεκτή και βεβαίως θεωρώ ότι η άμεση επικοινωνία με τον πατέρα του και ακολούθως η κατάθεση του λίγη ώρα αργότερα στην Αστυνομία, χωρίς χρονοτριβή, είναι στοιχεία που μαζί ιδωμένα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είπε την αλήθεια. ΜΚ2 XXXXX Μαγκαφάς Ο μάρτυρας αυτός ήταν κρίνω ένας ειλικρινέστατος άνθρωπος ο οποίος προφανώς βρέθηκε, λόγω του γιου του Μ.Κ.1, σε μια εντελώς άγνωστη για τον ίδιο κατάσταση και θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι κάποια σύγχυση που παρατηρείται στη μαρτυρία του ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Κατέθεσε κρίνω τα πράγματα όπως τα έζησε στην πραγματικότητα και είπε την αλήθεια. Και επαναλαμβάνω εδώ ότι, ως ανέφερα και πιο πάνω, η μαρτυρία του υποστηρίζει ουσιαστικά τα λεγόμενα του Μ.Κ.1 σε μεγάλο βαθμό. Παρεμβάλλω πως το γεγονός ότι η μαρτυρία των δύο παρουσιάζει κάποιες διαφορές, όπως για παράδειγμα το ακριβές περιεχόμενο των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ1 στο πρώτο διάλειμμα ή τι λέχθηκε στο επόμενο διάλειμμα, ουδόλως θεωρώ πως επηρεάζει την αξιοπιστία τους και δείχνει θεωρώ ότι ο καθένας ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα με φυσικό τρόπο ως τα έζησε και τα θυμόταν, χωρίς προσυνεννόηση ως προς τι θα πουν. Τέλος, έχοντας κατά νουν τη θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ότι στην ουσία δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο γιος του ήταν τρομαγμένος από τηλεφώνου, θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι εκτός του ότι έδωσε πειστικές εξηγήσεις για τούτο, αναφέρω σε κάθε περίπτωση πως θεωρώ λογικό ένας πατέρας μιλώντας με το παιδί του και με βάση τα όσα εξήγησε ο συγκεκριμένος μάρτυρας στη μαρτυρία του να μπορεί ή να είναι σε θέση να αντιληφθεί κάτι τέτοιο έστω και δια τηλεφώνου. Κατηγορούμενος Ερχόμενος στον κατηγορούμενο, ευθέως αναφέρω ότι η εντύπωση που μου έκανε σαν μάρτυρας δεν ήταν καλή. Οι απαντήσεις του δεν ήταν άμεσες και δεν δίνονταν με φυσικότητα. Έχω αντιληφθεί δε ότι προσπάθησε να πει όσο λιγότερα πράγματα γινόταν και εν πάση περιπτώσει ότι χρειαζόταν προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια. Στα πλαίσια αυτά πρόβαλε για παράδειγμα τη θέση πως δεν θύμωσε με τον κατηγορούμενο και δεν γύρεψε να τον βρει για να τον ρωτήσει τι είπε διότι πίστευε ότι είναι καλύτερα να μείνει απόμακρος από εκείνον και δεν ήθελε να κάμει πράγματα ή κάτι που μπορούσε να τον φέρει μετά σε πιο δύσκολη θέση. Αν είναι δυνατόν να τον έστειλε στη φυλακή ο ΜΚ1 με όσα είπε και να μην θύμωσε ή βλέποντας τον στο σχολείο να μην του ζήτησε το λόγο. Δεν έχουν λογική οι θέσεις του. Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε και έχει σημασία να προσθέσω εδώ πως η βασική του θέση, όπως τούτη προκύπτει από την κατάθεση του τεκμήριο 5, ότι δηλαδή την 5/11/2019 ενώ ήταν στο διάλειμμα τον προσέγγισε ο Μ.Κ.1 για να του ζητήσει συγνώμη που τον έμπλεξε στην υπόθεση για τα ναρκωτικά και να μην ανησυχεί διότι προσπαθούσε να διορθώσει τα πράγματα και ο ίδιος το μόνο που του είπε ήταν ότι πήγε φυλακή εξαιτίας του και ότι έπρεπε να πει την αλήθεια, ενώ στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 αυτή η θέση για σχολιασμό. Στον Μ.Κ.1, σημειώνω, το θέμα τέθηκε ως εξής: "Εγώ σου λέω, κύριε μάρτυς, ότι εσύ προσέγγισες τον κατηγορούμενο και του έλεγες ότι δεν είπες κάτι για αυτόν στην Αστυνομία, να μην τα έχει μαζί σου, διότι εσύ δεν ήσουν αυτός που έδωσες το όνομά του στην Αστυνομία." Όταν αντεξεταζόταν ο ΜΚ1 θα ανέμενα βέβαια μια καθαρή θέση από την υπεράσπιση ως προς τι ακριβώς λέχθηκε και η προβολή ουσιωδώς διαφορετικής θέσης εν σχέση με αυτήν που προώθησε ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου δείχνει θεωρώ αναξιοπιστία της υπεράσπισης (βλ. Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723). Εν κατακλείδι απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω και το παραδεκτό γεγονός, τα ευρήματα μου είναι τα εξής: Ο ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος είναι συμμαθητές της Γ' τάξης της Τεχνικής Σχολής Παραλιμνίου. Ο ΜΚ1 συνελήφθη στις 26/10/19 από την ΥΚΑΝ Αμμοχώστου για υπόθεση ναρκωτικών και με τις καταθέσεις που έδωσε ενέπλεξε στην υπόθεση και τον κατηγορούμενο. Συναφώς η ΥΚΑΝ Αμμοχώστου είχε ξεκινήσει στις 26/10/19 διερεύνηση υπόθεσης με στοιχεία ΥΚΑΝ serious XXXXX/19, που αφορούσε διερεύνηση υπόθεσης κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών, με ύποπτους τόσο τον εδώ κατηγορούμενο όσο και τον ΜΚ1 σε αυτήν την υπόθεση. Μετά που αφέθηκαν και οι δύο ελεύθεροι και συγκεκριμένα στις 05/11/19, ο ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος επέστρεψαν στο σχολείο τους. Κατά τη διάρκεια του πρώτου διαλείμματος δε, γύρω στις 09:15, ο ΜΚ1 καθόταν στο κιόσκι του σχολείου μαζί με άλλα παιδιά της δευτέρας τάξης. Όταν ήταν εκεί είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται προς το μέρος του και αφού τον πλησίασε του είπε να πάνε λίγο δίπλα για να του μιλήσει. Πήγε μαζί του κοντά στα κάγκελα του σχολείου δίπλα από ένα δέντρο και ο κατηγορούμενος του είπε «Ξέρεις έντα μαλακία έκαμες έννε? Τούτο εν το ευχαριστώ σας? Εν τζαι φταίω εγιώ που ήσασταν έξω που σπίθκια της δίωξης τζαι πίννατε χόρτο. Ξέρω ότι επιέσαν σε για να δώκεις το όνομα. Ξέρεις ότι εν πολλά μεγάλο πρόβλημα τούτο. Έχει τρόπο όμως να επανορθώσεις. Έπιασες τον τίτλο του ρουφκιάνου τζαι μέσα τζαι έξω. Αλλά μπορείς να επανορθώσεις αν δεν θέλεις όταν περπατάς ή κυκλοφορείς κάπου να θωρείς συνέχεια πίσω σου. Επειδή την επόμενη φορά έθθα ρτω εγιώ, εννα ρτουν κάποιοι άλλοι. Μπορεί να μεν είναι τωρά, μπορεί ναν πιο μετά. Ο τρόπος για να επανορθώσεις είναι να δώκεις τα 400 ευρώ φυσικά που εν τα χρωστούμενα τζαι το άλλο να φύεις τις καταγγελίες προς τα πάνω μου». Ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι δεν είπε τίποτε και επέστρεψε στην παρέα του. Αμέσως μετά και συγκεκριμένα η ώρα 09:30 επειδή φοβήθηκε και του προκλήθηκε ανησυχία ενημέρωσε τηλεφωνικά τον πατέρα του και ακολούθως μετέβη με τη μητέρα του στην Αστυνομία, όπου η ώρα 10:40 προέβη σε καταγγελία. Μετά που έδωσε την κατάθεση του επέστρεψε στο σχολείο και σε επόμενο διάλειμμα έγινε και πάλιν η ίδια περίπου συζήτηση μεταξύ του ΜΚ1 και του κατηγορούμενου, με τον πρώτο να ενημερώνει εκ νέου τον πατέρα του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι: « 122. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη- .............................. (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, 2. Η πράξη αυτή να είναι προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Περαιτέρω όσον αφορά το actus reus (αντικειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως προκύπτει από την υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249), όπου δόθηκε αναλυτική ερμηνεία του άρθρου 122(β), η λέξη «προορισμένη» έχει την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Η τάση δε αυτή πρέπει να είναι «να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη αλλά πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Όσον αφορά το mens rea (υποκειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως έχει αναφερθεί στην Ακκελίδου (ανωτέρω) δεν χρειάζεται ειδική πρόθεση, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητά. Δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση, η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή. Ως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παράγραφος 1441e, πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ότι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο κάτι που αποτελεί επίσης κανόνα του κοινού δικαίου που έχει κωδικοποιηθεί στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού μας Κώδικα. Αναφέρεται επίσης σχετικά ότι η πρόθεση με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη, δηλ. να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση χωρίς όμως να προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη (βλ. επίσης Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 367) Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Έχει αποδειχθεί στην παρούσα ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ΥΚΑΝ Αμμοχώστου είχε ξεκινήσει διερεύνηση υπόθεσης με στοιχεία ΥΚΑΝ serious 873/19, που αφορούσε διερεύνηση υπόθεσης κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών, με ύποπτους τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον ΜΚ1 σε αυτήν την υπόθεση. Επίσης ο ΜΚ1 στις καταθέσεις που είχε δώσει ενέπλεκε στην υπόθεση τον κατηγορούμενο. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να πλησιάσει τον ΜΚ1 και να του αναφέρει όσα σημειώνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, ζητώντας του να επανορθώσει αν δεν θέλει όταν περπατά ή κυκλοφορεί κάπου να θωρεί συνέχεια πίσω του, επειδή την επόμενη φορά δεν θα έρθει ο ίδιος αλλά κάποιοι άλλοι και ο τρόπος να το κάνει είναι να δώσει τα χρωστούμενα και να φύγει τις καταγγελίες προς τα πάνω του, συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Σαφώς δε δείχνουν αφενός γνώση του περί της μαρτυρίας του ΜΚ1 περί εμπλοκής του ιδίου, ενώ περαιτέρω ότι η επιδίωξη και πρόθεση του ήταν όπως ο ΜΚ1 ακριβώς να αποσύρει όσα είπε εις βάρος του. Ο σκοπός του κατηγορούμενου με την εν λόγω ενέργεια του είναι πρόδηλος και αυτός γνώριζε πλήρως τι επιδίωκε με τα λόγια του προς τον Μ.Κ.1, υπήρχε δε ενδεχόμενο όχι απλά να παρεμποδίσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει την αστυνομική έρευνα, αλλά, απεναντίας, να τερμάτιζε την διεξαγόμενη αστυνομική έρευνα εναντίον του. Αυτή η νοητική κατάσταση στοιχειοθετεί και την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν αποτράπηκε τελικά ή δεν επηρεάστηκε από τα λόγια του κατηγορούμενου και δεν απέσυρε όσα ισχυρίστηκε μεταβάλλει κατά την κρίση μου με οποιονδήποτε τρόπο τα πιο πάνω. Ερχόμενος στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας αναφέρεται πως αυτό στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καραπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/2017. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 έγινε αποδεκτή και συνεπώς είναι αποδεκτό ότι ο ΜΚ1 με την φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος ένιωσε φόβο. Η φράση που εκστόμισε στον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος είναι λογικό εν πάση περιπτώσει να του προκάλεσε φόβο. Διότι ζητώντας ο κατηγορούμενος από τον ΜΚ1 να επανορθώσει λέγοντας του μεταξύ άλλων «. αν δεν θέλεις όταν περπατάς ή κυκλοφορείς κάπου να θωρείς συνέχεια πίσω σου. Επειδή την επόμενη φορά έθθα ρτω εγιώ, εννα ρτουν κάποιοι άλλοι. Μπορεί να μεν είναι τωρά, μπορεί ναν πιο μετά.», το μοναδικό συμπέρασμα που εύλογα συνάγεται υπό τις περιστάσεις με βάση τα γεγονότα που πλαισιώνουν το επίδικο περιστατικό είναι αναμφίβολα πως ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω φράση απειλούσε τον ΜΚ1 τόσο εν τη φυσιολογική έννοια της λέξης όσο και εν τη εννοία του άρθρου 91Α. Η πρόθεση εκφοβισμού εν πάση περιπτώσει προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ1 και η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στον ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή του, ίσως και μέσω τρίτων. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ1, ενώ σημειώνω πως ο ΜΚ1 επικοινώνησε αμέσως με τον πατέρα του και ακολούθως μετέβη στον αστυνομικό σταθμό και προέβη σε καταγγελία. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση η απειλή του κατηγορούμενου κρινόμενη αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2 εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο κρίνω ένοχο σε αυτές. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο