Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης: 1180/18, 24/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1180/18 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ...... Σταύρου ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 24.03.2020. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Α. Χ''Μιχαήλ) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Μπίσσας Κατηγορούμενος: απών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή, σε 3 κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα σε κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 51 και 55 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος (κατηγορία 1), σε κατηγορία για κατοχή πυρομαχικών κατηγορίας Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 5
(1)
(2)
(3)
(4), 6, 51 και 55 του ίδιου Νόμου 113
(1)/04 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος (κατηγορία 2) και σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παρά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (κατηγορία 4). Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ότι η 3η κατηγορία έχει διακοπεί από την κατηγορούσα αρχή και εν σχέση με αυτήν ο κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πέραν των όσων αναφέρονται στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και εν συντομία έχουν ως εξής: Στις 13/05/18, αστυφύλακες του ΤΑΕ Αμμοχώστου μετέβηκαν στην οικία του κατηγορούμενου στο Παραλίμνι με σκοπό να εκτελέσουν δικαστικό ένταλμα ένταλμα έρευνας το οποίο εξασφαλίστηκε βάσει πληροφορίας που έλαβε η Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος κατέχει παράνομα οπλισμό. Κατά την έρευνα εντοπίστηκε στην ταράτσα της κατοικίας που εφάπτεται στην κατοικία του κατηγορούμενου η οποία κατοικείται από τους γονείς της συζύγου του, σε σημείο που συνορεύουν οι δύο ταράτσες, κρυμμένο σε πλαστικό δοχείο κάτω από υδραυλικά εξαρτήματα και ανταλλακτικά που περιέχονταν σε κουτί και περιτυλιγμένο με νάιλον σακούλια και ρούχο, ένα πιστόλι με την επιγραφή STURM RUGER and CO. ENC Southport 335667 το οποίο περιείχε έμφορτη γεμιστήρα με 12 πλήρη φυσίγγια. Υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εξίασα ότι το είχα». Στο ίδιο πλαστικό δοχείο εντοπίστηκε περιτυλιγμένο με κολλητική ταινία, ένα μικρό πλαστικό δοχείο, περιτυλιγμένο μαζί με το πιστόλι, μέσα στο οποίο υπήρχαν 14 πλήρη φυσίγγια τα οποία υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «έφερα τα μαζί». Ακολούθως εντοπίστηκε στο πάτωμα του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX74 μέσα σε δύο νάιλον σακούλια κυλινδρικό αντικείμενο με φυτίλι (κροτίδα) το οποίο υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εν μάσκουλο. Έπιασα το που κάτι μιτσιούς δαμέ στη γειτονιά». Έγινε σύλληψη του κατηγορούμενου για όλα τα αδικήματα, του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε «τι να πω;». Ακολούθως λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχεται τη διάπραξη όλων των αδικημάτων. Σε σχέση με την κατοχή του πιστολιού ισχυρίστηκε πως το προμηθεύτηκε από τουρκοκύπριο που διαμένει στα κατεχόμενα για την ασφάλεια του ίδιου και της οικογένειας του μετά απο προειδοποιήσεις που δέχτηκε από την αστυνομία ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο. Με βάση τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν : Το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στο πιστόλι, όπως επίσης τα αποτυπώματα του. Το πιστόλι και τα φυσίγγια είναι σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Πρόκειται ομολογουμένως για εμπεριστατωμένη αγόρευση. Εν σχέση δε με συγκεκριμένες αναφορές του παρουσίασε και σχετικά έγγραφα. Πιο συγκεκριμένα ο συνήγορος ζητά από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα εξής:
- Τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, καθώς επίσης τα προβλήματα υγείας του τελευταίου και της συζύγου του (βλ. σελ. 1-4 της γραπτής αγόρευσης). Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση: " Α) ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος εντιμότατε προέρχεται από μία συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής δυνατότητας. Έχει 2 αδερφούς ηλικίας 50 και 54 ετών αντίστοιχα οι οποίοι και οι δύο εργάζονται σε ιδιωτικές εταιρείες και μία αδερφή η οποία έχει την δική της επιχείρηση και καθ' ένα από τα αδέρφια του έχει την οικογένεια του. Ο πατέρας και μητέρα του κατηγορούμενου είναι ηλικίας 76 και 74 ετών αντίστοιχα και είναι και οι δύο συνταξιούχοι ενώ ο πατέρας του κατηγορούμενου είχε υπηρετήσει για κάποιο χρονικό διάστημα ως αστυνομικός. Όπως έχω ήδη αναφέρει, αν και οι γονιοί του δεν μπορούσαν να προσφέρουν οικονομική άνεση στον κατηγορούμενο και τα αδέρφια του, εντούτοις τους μεγάλωσαν με αρχές και αξίες. Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε έχοντας ανεπτυγμένο το αίσθημα ευθύνης απέναντι στην οικογένεια του. Ο κατηγορούμενος γνωρίστηκε με την σύζυγο του το 1998 με την οποία το 2001 προχώρησαν σε γάμο στο Παραλίμνι όταν ο ίδιος ήταν 30 ετών και η σύζυγος του
- Δύο χρόνια μετά γεννιέται το τέκνο τους XXXXX ο οποίος σήμερα είναι ηλικίας 16 ετών και φοιτά στην δεύτερη τάξη του Λυκείου. Να αναφέρω ότι την περίοδο μετά τον γάμο του κατηγορούμενου με την σύζυγο του, διέμεναν στην Λευκωσία, τόπο καταγωγής του κατηγορούμενου, εν'όψει του ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν σε επιχείρηση στην Λευκωσία και θα ήταν δύσκολο για τον ίδιο να εξεύρει εργασία σε άλλη πόλη. Η σύζυγος του η οποία κατάγεται από το Παραλίμνι, είχε εργοδοτηθεί σε ελεγκτικό οίκο στην Λευκωσία. Από το 2003 που γεννήθηκε το τέκνο του κατηγορούμενου, μέχρι το έτος 2004 η σύζυγος του κατηγορούμενου σταμάτησε να εργάζεται με σκοπό να μεγαλώσει το τέκνο τους εφόσον οι γονείς του κατηγορούμενου ήταν αδύνατο να βοηθήσουν στην ανατροφή του. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος σήκωσε όλο το οικονομικό βάρος της οικογένειας του στους ώμους του. Το έτος 2004 αποφασίζουν να μετακομίσουν Παραλίμνι ώστε να έχουν βοήθεια από τους γονείς της συζύγου του κατηγορούμενου εφόσον ήταν αναγκαίο να εργαζόταν και η σύζυγος του. Την ίδια περίοδο που μετακομίζουν Παραλίμνι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως ωρομίσθιο προσωπικό στα Δημόσια Έργα για περίοδο 1 έτους ενώ το 2005 ο κατηγορούμενος ξεκίνησε δική του επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων στο Παραλίμνι την οποία λειτουργούσε για περίοδο περίπου 10 ετών. Ταυτόχρονα, η σύζυγος του κατηγορούμενου εξηύρε εργασία σε αρχιτεκτονικό γραφείο όπου εργαζόταν μέχρι το 2010 ενώ για την περίοδο 2010 - 2014 η σύζυγος του ήταν άνεργη. Ενόψει της οικονομικής κρίσης ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρηση του και με αυτόν τον τρόπο να ξεκινήσουν οι οικονομικές δυσκολίες για τον ίδιο και την οικογένεια του. Κατά τα έτη 2015 - 2016 ενόψει του ότι υπήρχε οικονομική στενότητα, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να εργαστεί ως γκαρσόνι σε γνωστό επιχειρηματία της ελεύθερης Αμμόχωστου για να στηρίξει την οικογένεια του εφόσον πλέον η επιχείρηση του είχε κλείσει. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος με την σύζυγο του είχαν ήδη κτίσει την κατοικία τους και οι οικονομικές υποχρεώσεις από τις τράπεζες πίεζαν τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του. Την περίοδο 2015 η σύζυγος του εργοδοτείται σε ελεγκτικό γραφείο ως γραμματέας στο Παραλίμνι και εργάζεται μέχρι σήμερα. Μετά από ένα χρόνο που εργάστηκε ως γκαρσόνι, ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε από την εργασία του όταν ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι άτομα που εργοδοτούνταν στο συγκεκριμένο πρόσωπο διέτρεχαν κίνδυνο για την ζωή τους. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος για να προστατέψει τόσο την οικογένεια του όσο και τον ίδιο παραιτήθηκε από την εργασία του. Δυστυχώς όμως όλη την περίοδο που ο ίδιος είχε σταματήσει την επιχείρηση του και η σύζυγος του ήταν άνεργη συσσωρεύτηκαν οικονομικά προβλήματα τα οποία τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του προσπαθούν να μετριάσουν. Κατά την περίοδο 2016 - 2018 ο κατηγορούμενος εργαζόταν κατά διαστήματα σε ξενοδοχειακές μονάδες της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου και προσπαθούσε να συμβάλει στις οικονομικές υποχρεώσεις της οικογένειας του. Ακριβώς επειδή ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν ως κανονικός υπάλληλος σε ξενοδοχεία αλλά μόνο ως εποχιακός υπάλληλος, αυτό συνέτεινε στο να περνά πολλές ώρες με το ανήλικο γιό του. Με αυτόν τον τρόπο ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τον γιό του με αποτέλεσμα να μην έχουν μόνο σχέση πατέρα και γιού αλλά μία σχέση φιλική όπου το ανήλικο τέκνο του κατηγορούμενου τον εμπιστεύεται για όλα τα θέματα που τον προβληματίζουν. Τους τελευταίους 6 μήνες ο κατηγορούμενος εργάζεται με μερική απασχόληση σε γνωστή ταβέρνα/εστιατόριο στο Παραλίμνι συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην οικογένεια του. Σχετική είναι η βεβαίωση του εργοδότη του. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του είχαν προβείς σε δύο δάνεια για κτίσιμο της κατοικίας του το
- Εν' 'oψει όμως των γεγονότων που ακολούθησαν μετά το 2013 όπου η επιχείρηση του κατηγορούμενου έκλεισε ενώ ήδη η σύζυγος του ήταν άνεργη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν σταματήσει να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους στα τραπεζικά ιδρύματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποταθούν πρόσφατα για να ενταχθούν στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ αφού και το εισόδημα του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με της συζύγου του δεν ήταν αρκετό για να αποπληρώνονται οι δόσεις τους. Κριτήριο για ένταξη του κατηγορούμενου και της συζύγου του στο σχέδιο είναι και οι οικονομικές συνθήκες των αιτητών. Εν'όψει της επικείμενης φυλάκισης του κατηγορούμενου ενδεχομένως το αίτημα να απορριφθεί και τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του να κινδυνεύουν με δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Προβλήματα υγείας κατηγορούμενου και της συζύνου του Όπως φαίνεται και από το ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. XXXXX Διάκου, ο κατηγορούμενος πάσχει από αθροιστική κεφαλαλγία. Η αθροιστική κεφαλαλγία είναι μία σπάνια ασθένεια πονοκεφάλου η οποία χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατές κρίσεις πόνου πάνω από την περιοχή των κροτάφων και των ματιών. Τα επεισόδια κρίσεων πονοκεφάλων εντιμότατε μπορούν να διαρκέσουν από μέρες μέχρι και εβδομάδες. Για την πιο πάνω ασθένεια δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί θεραπεία με αποτέλεσμα οι ασθενείς να υπομένουν τον πόνο μέχρι αυτό να περάσει με την παρέλευση του χρόνου. Όπως φαίνεται από τις παγκόσμιες έρευνες, τα παυσίπονα δεν έχουν καμία επίδραση για την καταπολέμηση των πονοκεφάλων αυτών και η μόνη θεραπεία που μπορεί να αμβλύνει τον πόνο είναι η αναπνοή καθαρού οξυγόνου κάτι που ομολογουμένως θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί στις Κεντρικές Φυλακές. Από την άλλη η σύζυγος του κατηγορούμενου πάσχει από κρίσεις ιλίγγων. Σχετική ιατρική βεβαίωση παρουσιάζεται από το Mediterranean Hospital of Cyprus αναφέροντας σε έκταση τα συμπτώματα αλλά και τις παρενέργειες τέτοιας πάθησης. Όπως φαίνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό, σε περίπτωση κρίσης ιλίγγου, μπορεί να υπάρξει δυσχέρεια στην λειτουργικότητα της ασθενούς όχι μόνο στον επαγγελματικό αλλά και στον οικογενειακό της τομέα. " Στο σημείο αυτό αναφέρεται πως ο ευπαίδευτος συνήγορος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την βεβαίωση παραλαβής της αίτησης για ένταξη στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ (τεκμ.2), ιατρική βεβαίωση αναφορικά με τον κατηγορούμενο (τεκμ.3), ιατρική βεβαίωση που αφορά τη σύζυγο του κατηγορούμενου (τεκμ.4) και βεβαίωση εργοδότησης του κατηγορούμενου (τεκμ.6).
- Το γεγονός ότι δεν κατείχε το πυροβόλο όπλο για τη διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος. Αφού δέχθηκε κατ' επανάληψη προειδοποιήσεις από την Αστυνομία ότι κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα, ενόψει και της εργοδότησης του σε συγκεκριμένο πρόσωπο ως γκαρσόνι, και αφού οι πληροφορίες αυτές λαμβάνονταν από συγκεκριμένα τμήματα της Αστυνομίας, δυστυχώς ο κατηγορούμενος παρασύρθηκε από τους φόβους και τις ανησυχίες του και υπέπεσε σε σφάλμα. Αυτό το σφάλμα όμως ήταν αποτέλεσμα φόβου και αίσθημα προστασίας για την οικογένεια του και όχι αίσθημα εγκληματικότητας (βλ. σελ. 5-8 της γραπτής αγόρευσης).
- Την συνεργασία του με την Αστυνομία και την παραδοχή του σε θεληματική κατάθεση που έδωσε, ως επίσης την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. σελ. 8-10 της γραπτής αγόρευσης).
- Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι η παρούσα είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Επίσης τον προηγούμενο άμεμπτο βίο του και ότι είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα που προσφέρει στα κοινά (βλ. σελ. 10-11 της γραπτής αγόρευσης). Σχετικά με το τελευταίο σημείο παρουσιάστηκε και βεβαίωση της Ιεράς Μητρόπολης Κωνσταντίας - Αμμοχώστου (τεκμ.5).
- Τις επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορούμενου (βλ. σελ. 11-12 της γραπτής αγόρευσης). Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρει τέλος πως έχοντας υπόψη τις ποινές που επιβάλλονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις υπάρχει εισήγηση για αναστολή της ποινής στερητικής της ελευθερίας, όμως ακόμη και αν το Δικαστήριο αποφασίσει να μην δοθεί αναστολή τότε είναι παράκληση όπως η οποιαδήποτε ποινή επιβληθεί να μην είναι διάρκειας που θα εξαντλήσει πρώτα την οικογένεια του κατηγορούμενου και μετά τον ίδιο (βλ. σελ. 12-20 της γραπτής αγόρευσης). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για τις κατηγορίες 1 και 2 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 42.715.- ευρώ ή και οι δύο αυτές ποινές και για την 4η κατηγορία προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2562.- ή και οι δύο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θ' αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 100, το Εφετείο στη σελ. 109 επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στην απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 5.2.15, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166 ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου G3, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κάθε μία. Στην κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Είχε δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, πλαστογραφίες κλπ, και έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ως άνω ποινές τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί κάθε φορά που παρανομεί να προβάλλει τα θέματα της υγείας του. Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πιστολιού και κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 φυσιγγίων με τα οποία το πιστόλι ήταν οπλισμένο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως καταφανώς υπερβολικές. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα ο εφεσείων μετέφερε το πιστόλι σε νυχτερινό κέντρο όπου υπηρετούσε ως φρουρός. Αποκάλυψε στους αστυνομικούς την κατοχή του πιστολιού όταν τον πληροφόρησαν ότι θα τον υπέβαλλαν σε σωματική έρευνα, που αναπόδραστα θα αποκάλυπτε την κατοχή του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις επιβληθείσες ποινές, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 283: «Η ποινή υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία ως ορθή και απόλυτα δικαιολογημένη από τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα και περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Όντως η μεταφορά ένσφαιρου όπλου ως εφοδίου για την εκτέλεση της εργασίας προσώπου και δη σε νυχτερινό κέντρο, συνιστά σοβαρό έγκλημα. Αναφορά έγινε και από το δικηγόρο της Δημοκρατίας σε σειρά αποφάσεων αποκαλυπτικών των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμούνται. Η μεταφορά όπλου είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του. Ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις προσλαμβάνουν τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων, όταν αναλογισθούμε ότι μετέφερε το όπλο ως εφόδιο της εργασίας του σε νυχτερινό κέντρο, συμπεριφορά που εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα.» Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στην Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης που αφορούσαν σε κατηγορίες κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατοχής πυροβόλου μη προβλεπόμενου τύπου, κατοχής περιστρόφου άνευ ειδικής άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου και κλοπής. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: «Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.» Ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος αλλά επεσήμανε πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές παρόλο που ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές όχι όμως εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια. Το Εφετείο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 651: «Εξετάσαμε τα γεγονότα της υπόθεσης με όλα τα ελαφρυντικά που είχε δεχθεί το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας το συγκεκριμένο βράδυ να πήγαινε ο εφεσείων να παραδώσει το όπλο στο φίλο του αστυνομικό. Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποθέσεις που η ποινή για κατοχή πιστολιού ήταν λιγότερη και το Εφετείο, σε παράπονο του εφεσείοντα ότι ήταν υπερβολική απέρριψε την έφεση χωρίς να αυξήσει την ποινή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρή η ποινή. Για παράδειγμα στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 CLR 185 για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 84, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 333, ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Φαίνεται πως εδώ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα. Συγκεκριμένα, κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης τους έπασχε από παραληρητικές ιδέες διωκτικού και παρανοϊκού περιεχομένου και ιδέες αυτοαναφοράς και συσχετίσεως. Στα πλαίσια των πιο πάνω ιδεών ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα πιστόλια θεωρώντας, εσφαλμένα, ότι κάποιοι συζητούσαν για την επιχείρηση περιπτέρου που διατηρούσε πιστεύοντας πως τρίτα πρόσωπα τον παρακολουθούσαν. Διέπραξε τα αδικήματα στα πλαίσια ψυχωτικού επεισοδίου ώστε να πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ψυχικά ασθενές άτομο που χρήζει παρακολούθησης και θεραπείας. Στην Προκοπίου - Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 433, η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια την μια την τοποθέτησε στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες μικρότερες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 438, 439: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφορά πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποίας ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Πιο κάτω ανέφερε τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία». Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι «Το είδος του πυροβόλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Στην εν λόγω υπόθεση αφού λήφθηκαν υπόψη διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε για τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια αδικήματα που αφορούν σε παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλων όπλων, παρουσιάζουν έξαρση και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Όπως αναφέρθηκε και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη πως ο κατηγορούμενος, ως έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και δεν έχει αμφισβητηθεί, δεν απέκτησε το πυροβόλο όπλο με σκοπό να διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα αλλά λόγω συναισθηματικής φόρτισης και υπό το κράτος φόβου, αγωνίας και ανησυχίας για την ασφάλεια της οικογένειας του κατόπιν των προειδοποιήσεων της αστυνομίας ότι κινδυνεύει η ζωή του και θα πρέπει να λάβει τα μέτρα του και αφού έβλεπε τις περιπολίες της αστυνομίας στην οικία του να εντείνονται. Επίσης σημειώνεται πως το πυροβόλο όπλο δεν χρησιμοποιηθεί. Από την άλλη όμως αναφέρεται, επαναλαμβάνοντας όσα προκύπτουν από τη νομολογία που έχει παρατεθεί πιο πάνω, ότι η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό, ενώ η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα έμφορτου, στοιχείο που αναμφίβολα είναι επιβαρυντικό, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής. Πάρα τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω λοιπόν υπόψη τα εξής: · Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Αυτό δε σε συνάρτηση με την ηλικία του και το γεγονός ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης δεν προκύπτει να έχει διαπράξει άλλο αδίκημα δείχνει ότι πράγματι η παρούσα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό εν σχέση με τον κατηγορούμενο. Σημειώνω επίσης εδώ ότι ως προκύπτει πρόκειται για πρόσωπο καλού χαρακτήρα που προσφέρει στα κοινά (βλ. και τεκμ.5). · Την παραδοχή του άμεσα και τη συνεργασία του με την Αστυνομία. · Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δεν ήταν μεν άμεση πλην όμως έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δείχνει την μεταμέλεια του και την αναγνώριση του λάθους του. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, ως επίσης τα προβλήματα υγείας του ίδιου και της συζύγου του, όπως αυτές έχουν λεπτομερώς αναφερθεί από το συνήγορο του και παρατέθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω, οπότε δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω και εδώ. Όσον αφορά τις συνέπειες που θα υπάρξουν στην οικογένεια του κατηγορούμενου από τυχόν φυλάκιση του, είτε από τη σκοπιά του ότι ο γιός του, ηλικίας 16 ετών, θα αποστερηθεί τον πατέρα του, είτε από τη σκοπιά του ότι θα επηρεαστεί άμεσα η πρόταση που έχει υποβάλει με τη σύζυγο του για ένταξη στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ αφού μη μπορώντας ο ίδιος να συμβάλει οικονομικά θα συνεκτιμηθεί για σκοπούς έγκρισης ή όχι, με ενδεχόμενη συνέπεια τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους, το Δικαστήριο σημειώνει πως δεν μπορεί να προσδώσει στον παράγοντα αυτό μεγάλη βαρύτητα. Αφενός γιατί με βάση τη Νομολογία, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεν μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.α. -v- Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Αφετέρου γιατί ο κατηγορούμενος διέπραξε πολύ σοβαρά αδικήματα που έχουν σχέση με τον Νόμο για τα πυροβόλα και μη όπλα, αλλά και το Νόμο περί εκρηκτικών υλών και η Νομολογία ως αναφέρθηκε θέλει την αντιμετώπιση τους με αποτρεπτικές ποινές. Λέγοντας αυτά σημειώνω εν κατακλείδι ότι το Δικαστήριο θα δώσει στον παράγοντα αυτό την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση τα πιο πάνω ελαφρυντικά που εντοπίζονται λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες είναι οι ποινές φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Όσον αφορά τα τεκμήρια αυτά να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Σε ότι αφορά το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αναφέρεται εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση πέραν του ότι έχει κάποιο πρόβλημα που του προκαλεί έντονους πονοκεφάλους, είναι προφανές πως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε ιατρική μαρτυρία ή άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις που ενέχει η φυλάκιση στην κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου (βλ. El - Beyrouty -v- Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 543, Π.Ε.5430, 5431 και Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση 7054 ημερομηνίας 20.3.01). Εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκω στην παρούσα υπόθεση οτιδήποτε που να την διαφοροποιεί από την πάγια νομολογία που υπαγορεύει ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης όταν καθίσταται επιτακτική η αναγκαιότητα επιβολής τέτοιας ποινής και ότι τα προβλήματα υγείας του κατηγορουμένου μπορούν να εξυπηρετηθούν, κατάλληλα, από τις ιατρικές αρχές των φυλακών οι οποίες αναμένεται, ανάλογα με την φύση και τη σοβαρότητα της κατάστασης του κατηγορουμένου, να του παράσχουν κάθε δυνατή διευκόλυνση και κάθε αναγκαία και κατάλληλη θεραπεία (βλ Γεν. Εισαγγελεάς v. Περατικός
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Φραντζίδης V. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.77, και Γεν. Εισαγγελέας v. Κλεάνθη Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ 438) . Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ...................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο