← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Najeeb κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1559/2018, 17/3/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Najeeb κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1559/2018, 17/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1559/2018 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. 1. ......... Najeeb, κ.α. Κατηγορούμενοι -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Πεκρή Κατηγορούμενος 1: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν αθώωσης του στην 1η κατηγορία στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία για άσκηση επαγγέλματος χωρίς άδεια απασχολήσεως, κατά παράβαση των άρθρων 19(ι)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και Καν.9, 11 και 14 των Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών ΚΔΠ242 του 1972 και Νόμος 50/88 και 14

(1)/98 και Νόμος 66
(1)/
  1. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε στο Δικαστήριο ένα μάρτυρα, ενώ η κατάθεση του Αστ.194 της ΥΑΜ και έγγραφο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στην 2η κατηγορία πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου παρουσίασε γραπτώς την αγόρευση της, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές με τις αγορεύσεις τους και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η μαρτυρία
  2. Ο Αστ. XXXXX XXXXX Αντωνίου, ΜΚ1, ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Αναγνώρισε την κατάθεση του Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και στη συνέχεια κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 2 και την γραπτή του κατηγορία ως Τεκμήριο
  3. Στην αντεξέταση του ανέφερε πως το αδίκημα διαπιστώθηκε από τον κ.XXXXX, που αντιλαμβάνομαι είναι ο Αστ. XXXXX (βλ. Τεκμήριο 4).
  4. Η κατάθεση του Αστ. 194, τεκμήριο 4 και το έγγραφο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με τα στοιχεία του κατηγορούμενου 1 αλλοδαπού, τεκμήριο 5, ως ήδη αναφέρθηκε κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους.
  5. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο στις 22.02.17 και έκανε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Στις 08/09/17 πήγε στο γραφείο εργασίας, του έδωσαν το έντυπο Τεκμήριο 6 και εξήγησε τι οδηγίες έλαβε και για την επικοινωνία του με τον πιθανό εργοδότη. Ακολούθως είπε ότι εργάστηκε δύο μέρες τον Νοέμβριο και δύο μέρες το Δεκέμβριο, ενώ τον Μάρτη του 2018 υπόγραψε το συμβόλαιο τεκμήριο
  6. Άρχισε να δουλεύει την 01/03/18 και στις 10/05/18 δύο αστυφύλακες τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι έκανε και αυτός τους είπε ότι εργάζεται ως διανομέας φυλλαδίων. Τους έδωσε το τηλέφωνο του εργοδότη του με τον οποίο επικοινώνησαν και μετά τον πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν του είπε κανείς ότι χρειάζεται άδεια. Στην αντεξέταση του είπε ότι άρχισε να εργάζεται με βάση το συμβόλαιο, Τεκμήριο
  7. Ανέφερε επίσης ότι στο γραφείο εργασίας του είπαν ότι μπορεί να εργάζεται. Σε άλλο σημείο αναγνώρισε την κατάθεση του Τεκμήριο
  8. Τέλος είπε ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να ενημερωθεί το immigration επειδή νόμιζε ότι οι εργοδότες του το έκαναν αυτό.
  9. Ο ΜΥ1 XXXXX Μιχάλας είναι λειτουργός του Τμήματος Εργασίας και είπε ότι γνωρίζει τη διαδικασία για να εισέλθει ένας αιτητής ασύλου στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα τον ουσιώδη χρόνο θα έπρεπε να περάσουν έξι μήνες από την ημέρα που έκανε την αίτηση για άσυλο και μετά εφόσον θα έβρισκε εργοδότη να τον εργοδοτήσει σε εργασία που επέτρεπε το διάταγμα της Υπουργού, θα έπρεπε ο εργοδότης να απευθυνθεί στο Τμήμα Εργασίας να κάνει το αίτημα του, να υπάρχει έγκριση και στη συνέχεια να φέρει το συμβόλαιο να του το σφραγίσουν. Τότε μπορούσε να εργοδοτηθεί. Αν δεν υπήρχε προηγούμενο συμβόλαιο δεν δικαιούταν να εργαστεί. Το διάταγμα της Υπουργού που ίσχυε για τον ουσιώδη χρόνο ήταν ημερομηνίας 02/10/18 και συμπεριελάμβανε το δικαίωμα εργασίας στον τομέα διανομής φυλλαδίων. Εξήγησε δε τη διαδικασία με τον έλεγχο του συμβολαίου και είπε ότι δεν είχαν υποχρέωση σαν τμήμα να ενημερώσουν το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Στην αντεξέταση του είπε ότι το συμβόλαιο Τεκμήριο 7 δεν είναι σφραγισμένο από το Τμήμα Εργασίας και δεν έχει καταχωρηθεί κοντά τους, οπότε δεν καλύπτει ούτε τον εργοδότη ούτε τον αιτητή ασύλου. Εν πάση όμως περιπτώσει έδωσε μία εξήγηση για τον όρο 5 (δ) του συμβολαίου και ανέφερε ότι δεν ισχύει για αιτητές πολιτικού ασύλου. Στη συνέχεια όμως είπε ότι οι ίδιοι εμπλέκονται με βάση τον Περί Προσφύγων Νόμο και όχι με το Κεφ. 105 δηλ. το νόμο περί αλλοδαπών. Η δική τους δουλειά αφορά την κατάθεση του συμβολαίου και από εκεί και πέρα δεν τους αφορά. Δεν μπορεί να μιλήσει για άλλη υπηρεσία. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της ήτοι τα τεκμ.4 και 5, δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και το άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα αναφέρω ότι είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις ενέργειες του είναι αποδεκτή. Δεν έχει αμφισβητηθεί. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 γίνεται επίσης αποδεκτή, με εξαίρεση στο βαθμό που αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι χρειαζόταν άδεια. Ας σημειωθεί ότι η αναφορά του πως δεν γνώριζε ότι έπρεπε να ενημερώσει το Immigration επειδή νόμιζε ότι οι εργοδότες του το έκαναν αυτό, σε συνάρτηση με τον όρο 5 (δ) του συμβολαίου τεκμήριο 7 που ο ίδιος παρουσίασε, δείχνουν ακριβώς τη γνώση του περί της εμπλοκής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αν και οφείλω να προσθέσω πως στο τέλος της ημέρας ακόμη και αν δεν το γνώριζε η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει εφόσον μιλούμε για ένα αυστηρής ευθύνης αδίκημα. Ο ΜΥ1 ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας που κατέθεσε όσα γνώριζε με βάση τα καθήκοντα του. Είναι σαφές όμως πως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με το Κεφ. 105 και αν απαιτείται άδεια εργασίας από τον Διευθυντή με βάση το Νόμο αυτό για τους αιτητές ασύλου και κατ΄ επέκταση δεν έχει πείσει για όσα ανέφερε εν σχέση με τον όρο 5 (δ) του Τεκμηρίου 7. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω αποτελούν ευρήματα μου τα εξής: Ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από το Ιράκ. Αφίχθηκε στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2017 από τις κατεχόμενες περιοχές και στις 19/03/17 αποτάθηκε για απόκτηση άδειας παραμονής ως πολιτικός πρόσφυγας. Η αίτηση του απορρίφθηκε και στις 03/08/17 υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων η οποία και εκκρεμεί. Στις 10/05/18 και περί ώρα 11:00 π.μ., στα πλαίσια ελέγχου στην Επαρχία Αμμοχώστου για εντοπισμό παράνομων εργοδοτήσεων ή/και αλλοδαπών, μέλη της Αστυνομίας εντόπισαν στην οδό Νησιών στον Πρωταρά, μεταξύ άλλων και τον κατηγορούμενο 1 να διανέμει φυλλάδια. Τα μέλη της Αστυνομίας μετά από παρακολούθηση για πέντε περίπου λεπτά και αφού διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε να κάνει την ίδια εργασία τον προσέγγισαν και αυτός ανέφερε ότι εργάζεται. Όταν ρωτήθηκε αν έχει άδεια για να εργάζεται αυτός απάντησε «IM REFUGEE TOO SIR». Την ίδια στιγμή ο αστυφύλακας XXXXX τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα δηλαδή εργαζόταν παράνομα χωρίς την άδεια του Διευθυντή του τμήματος αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Στη συνέχεια και ώρα 11:20 π.μ. πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο χωρίς και πάλι να δώσει καμία απάντηση. Από έρευνες που ακολούθησαν εντοπίστηκε η εργοδότρια του. Ο κατηγορούμενος 1 σε θεληματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία αναγνώρισε στον αστυνομικό σταθμό την εργοδότρια του και ανέφερε ότι εργάζεται γι΄ αυτήν για δύο μήνες και τον πληρώνει 4 ευρώ την ώρα. Η εργασία του είναι να δίνει φυλλάδια στο κοινό και δεν γνώριζε ότι έπρεπε να ενημερώσει το Τμήμα Αλλοδαπών. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε σύμβαση απασχόλησης με συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία σύμβαση όμως δεν έχει καταχωρηθεί και ελεγχθεί από το Τμήμα Εργασίας, ούτε σφραγίστηκε από το εν λόγω τμήμα, οπότε σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν δικαιούτο να εργαστεί. Η θέση της υπεράσπισης Πριν το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφέρω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1 μέσω της γραπτής αγόρευσης που έχει καταθέσει επαναλαμβάνει ουσιαστικά, πιο εμπεριστατωμένα, τη θέση που προέβαλε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η οποία συνοψίζεται ως εξής: Tο δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορούμενου την αγορά εργασίας διέπεται και ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Περί Προσφύγων Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους κανονισμούς, ο οποίος ως ειδικός Νόμος που αφορά σε αλλοδαπούς αιτητές πολιτικού ασύλου και πρόσωπα με καθεστώς διεθνούς προστασίας υπερισχύει του γενικού περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, που αφορά όλους τους αλλοδαπούς. Στον περί Προσφύγων Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς δεν γίνεται καμία αναφορά για υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από τον διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για να εργαστούν, σε αντίθεση με τους αλλοδαπούς γενικότερα. Παραπέμπει δε η συνήγορος στο άρθρο 9 Θ του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ που ενσωματώθηκε στο εν λόγω άρθρο του Νόμου. Παρατίθεται προς απάντηση το σχετικό απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως ημερ.21/02/20, αφού δεν θεωρώ πως έχει διαφοροποιηθεί οτιδήποτε ως προς την ουσία του πράγματος: « Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τους Νόμους και τους Κανονισμούς που έχουν σχέση με την πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης και κατά την κρίση μου είναι σαφές ότι η εισήγηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο Περί Προσφύγων Νόμος δίδει δικαίωμα στους αιτητές πολιτικού ασύλου να έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας υπό κάποιες προϋποθέσεις που καθορίζει ο Υπουργός, αλλά σε καμία περίπτωση οι αιτητές αυτοί δεν εξαιρούνται κατά την κρίση μου από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που έχουν ως αλλοδαποί με βάση τον Νόμο Περί Αλλοδαπών ή για εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή. Προσθέτω δε πως ο Περί Προσφύγων Νόμος είναι σαφές πως ρυθμίζει κάποια ειδικά θέματα για τους αιτητές αλλά δεν τον απασχολεί ειδικά το θέμα της εργοδότησης ή της παράνομης εργοδότησης και αυτό για ευνόητους λόγους θεωρώ αφού υπάρχει σχετική νομοθεσία για τούτο. Το γεγονός δε πως το εδάφιο 4 του άρθρου 9Θ του Περί Προσφύγων Νόμου προνοεί πως αιτητής ή εργοδότης που απασχολεί αιτητή κατά παράβαση του συγκεκριμένου άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα, δεν αλλάζει θεωρώ την ουσία του πράγματος. Εξάλλου στην Αριστείδου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 212, εις την οποία επικυρώθηκε η ποινή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του Κεφ.105 (ο αλλοδαπός κατόπιν διεξαγωγής διαδικασίας τύπου Newton κρίθηκε πως ήταν παράνομος στη Δημοκρατία), αναφέρθηκαν και τα εξής: " Παρατηρούμε όμως ότι ακόμα και αν ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είτε διότι ήταν φοιτητής, είτε διότι ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και η αίτηση του δεν είχε απορριφθεί ακόμα, αυτό δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την παραδοχή του εφεσείοντα και τη διάπραξη απ' αυτόν του αδικήματος το οποίο παραδέχθηκε. Το Άρθρο 14Β του Κεφ. 105, στο οποίο βασιζόταν η κατηγορία, προνοεί την ποινικοποίηση της εργοδότησης αλλοδαπού, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι £5.000,- (σήμερα το ισόποσο σε ευρώ) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ούτε η ιδιότητα του φοιτητή, ούτε και η ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου παρέχει αυτόματο δικαίωμα ή άδεια εργασίας στην Κύπρο στο φοιτητή ή τον αιτητή πολιτικού ασύλου. Το Άρθρο 9
(1)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000)προνοεί ότι αιτητής πολιτικού ασύλου έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης για άδεια εργασίας, δυνάμει των σχετικών νόμων, αλλά εάν δεν υποβάλει τέτοια αίτηση και δεν εξασφαλίσει τέτοια άδεια, νοείται ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει να εργοδοτείται στην Κύπρο. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο πρώην δεύτερος κατηγορούμενος υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση για άδεια εργασίας ή ότι εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια εργασίας στην Κύπρο. Αντίθετα, είναι προφανές ότι αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε οποιαδήποτε άδεια εργασίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα για να εργαστεί στο υποστατικό του εφεσείοντα. " Κατά την κρίση μου με βάση αυτά επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές. » Ας σημειωθεί εδώ ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πιο πάνω ενισχύεται από την μαρτυρία που παρουσίασε η ίδια η Υπεράσπιση. Πιο συγκεκριμένα, στον όρο 5 (δ) του τεκμ.7 αναφέρεται ότι στην ουσία η συμφωνία ακυρώνεται σε περίπτωση που ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια παραμονής/εργασίας στον εργοδοτούμενο, όπως προνοείται από τη σχετική νομοθεσία για τους αλλοδαπούς και τη μετανάστευση στην Κύπρο. Συνεπώς η θέση της υπεράσπισης πιο πάνω απορρίπτεται. Νομική Πτυχή-Τελικό συμπέρασμα Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω πως όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 - αυστηρής ευθύνης (βλ. κατ' αναλογία την Karaoglanian v. Police
(1984)2 CLR 161) - έχουν αποδειχθεί. Πιο συγκεκριμένα: Έχει αποδειχθεί κατά πρώτον ότι ανατέθηκε συγκεκριμένη εργασία στον κατηγορούμενο 1 δηλ. η διανομή φυλλαδίων και ο τελευταίος ανέλαβε να την εκτελέσει. Μάλιστα υπήρχε συμφωνία εργοδότησης επ'αμοιβή και αυτό είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενο 1. Από εκεί και πέρα ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο εν τη έννοια του νόμου είναι επίσης παραδεκτό. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από το Ιράκ (αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Είναι επίσης παραδεκτό από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια εργασίας. Υπενθυμίζω πως η θέση της υπεράσπισης δεν ήταν ποτέ ότι υπήρχε άδεια αλλά πως δεν χρειαζόταν ως αιτητής ασύλου να εξασφαλίσει άδεια. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία και συνεπώς κρίνω ένοχο τον κατηγορούμενο 1 σε αυτήν. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.