← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. MANOLOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3719/17, 12/6/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. MANOLOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3719/17, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3719/17 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον

  1. ...... MANOLOV
  2. ...... MANOLOV
  3. ...... CHOKOV
  4. ...... MANOLOV
  5. ...... MANOLOVA
  6. ..... MANOLOV --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.6.2020 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. A. Δημοσθένους (για ν' ακούσει απόφαση η κα Π. Πίτσιλλου) Για τους κατηγορούμενους 1, 2, 4, 5 και 6: κα. Κ. Αντωνίου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 6: παρόντες Κατηγορούμενοι 4 και 5: απόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4, 5 και 6 στην παρούσα αντιμετωπίζουν από κοινού τέσσερις

(4)κατηγορίες ήτοι για οχλαγωγία, κατά παράβαση των άρθρων 70, 72 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), για επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του ίδιου νόμου (κατηγορίες 2 και 3) και για απλή επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 242 και 20 του ίδιου νόμου (4η κατηγορία). Επίσης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την 5η κατηγορία, που αφορά το αδίκημα της κατοχής επιθετικού οργάνου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του Περί Επιθετικών Οργάνων Νόμου Κεφ.159 και του άρθρου 20 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι την 5/3/2017 και περί ώρα 1900 στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, συμμετείχαν σε οχλαγωγία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παράνομα επιτέθηκαν στον XXXXX XXXXX Demirov από τη Βουλγαρία και προξένησαν σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παράνομα επιτέθηκαν στον XXXXX XXXXX Demirov από τη Βουλγαρία και προξένησαν σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παράνομα επιτέθηκαν στον XXXXX XXXXX Demirov από τη Βουλγαρία. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία κατείχαν σε δημόσιο χώρο επιθετικό όργανο. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ότι η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 έχει διακοπεί από την κατηγορούσα αρχή σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αφού το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί και ως εκ τούτου αυτός έχει απαλλαγεί από τις κατηγορίες. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου έξι
(6)μάρτυρες. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής. Ουδείς εκ των κατηγορούμενων κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρεται ότι η επιλογή του δικαιώματος της σιωπής από μέρους των κατηγορούμενων 2, 4, 5 και 6 ήταν απόλυτο δικαίωμα τους και δεν μπορεί εκ της επιλογής τους αυτής να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων παρουσίασε γραπτώς την τελική της αγόρευση. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ όσα οι συνήγοροι ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. - ΜΚ1 Αστ.XXXXX XXXXX Δημητρίου: Στις 05/03/17 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και ακριβώς αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.1). Ακολούθως δε κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα έγγραφα ήτοι εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν, ανακριτικές καταθέσεις που ελήφθησαν από τους κατηγορούμενους και γραπτές κατηγορίες, καθώς επίσης 2 ιατρικές αναφορές εν σχέση με τους ΜΚ2 και 3 (τεκμ.2- 17). Στην αντεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε ξύλο ή σίδερο στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 ή στο αυτοκίνητο του. Σε έρευνα δε στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκαν 2 φάδια. Ανέφερε επίσης ότι το όχημα XXXXX67 που ανήκει στον παραπονούμενο ΜΚ4 έφερε κτυπήματα στο μπροστινό μέρος, ενώ το όχημα XXXXXX57 που ανήκει στον κατηγορούμενο 1 έφερε κτυπήματα στο σημείο της πόρτας του οδηγού. Έχει ετοιμάσει σχέδιο για τη σκηνή όπου έγινε η σύγκρουση, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμ.18, εξήγησε δε ότι το αυτοκίνητο XXXXX57 του κατηγορούμενου 1 φαίνεται ακινητοποιημένο σε πάροδο της Λεωφ. Πρωταρά στο Παραλίμνι, κανονικά σύμφωνα με την πορεία του στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγείτο και το αυτοκίνητο XXXXX67 του μάρτυρα φαίνεται ότι το μπροστινό του μέρος είναι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου
  1. Επίσης με το γράμμα Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και είναι εκεί που βρίσκεται η πόρτα του οδηγού του κατηγορούμενου
  2. Φαίνεται ότι ο μάρτυρας κατευθύνθηκε με το όχημα του προς το όχημα του κατηγορούμενου
  3. Σε άλλο σημείο είπε ότι ο ΜΚ4 κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε με το χέρι του το παράθυρο του οχήματος του και έσπασε, όμως κατά την επιθεώρηση του οχήματος δεν διαπιστώθηκε τέτοιο πράγμα και δεν υπήρχε καμία ζημιά σε οποιοδήποτε παράθυρο του οχήματος του μάρτυρα. - ΜΚ2 XXXXXX Demirov, ΜΚ3 XXXXX XXXXX Demirov, ΜΚ4 XXXXX XXXXX Demirov, ΜΚ6 XXXXX XXXXX Demirova: Οι συγκεκριμένοι μάρτυρες αναφέρθηκαν στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας. Σχετικές είναι και οι καταθέσεις τους τεκμ. 19, 20Α, 22Α και 23Α αντίστοιχα. Οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν επί μακρόν. - ΜΚ5 Δρ XXXXX Θεμιστοκλέους: Είναι γιατρός και εργάζεται στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 16, το οποίο συντάχθηκε από τον ίδιο και γράφει: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός. Αναφέρει κεφαλαλγία, άλγος αριστερού ώμου, άλγος δεξιού μηριαίου, άλγος αριστερής άκρας χειρός, άλγος κνημιαίας χώρας άμφω. Αναφέρει δέχτηκε κτυπήματα στα σημεία αυτά. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και δόθησαν οδηγίες». Ανέφερε δε ότι έχοντας υπόψη την εν λόγω ιατρική αναφορά που έχει ετοιμάσει και όσα διαπίστωσε εκείνη την ημέρα ή για όσα παραπονείτο ο άνθρωπος ο συγκεκριμένος (ΜΚ3), είναι αναμενόμενο να παρουσιάζει εκείνα που φαίνονται στις φωτογραφίες τεκμ.21 που τον δείχνουν μετά από λίγες μέρες διότι οι κακώσεις αν ήταν εκείνη τη στιγμή μπορεί στην εξέταση να μην παρουσιάσουν την ίδια ώρα σημάδια στο δέρμα. Μπορεί να παρουσιαστούν μετά, είτε από ώρες, είτε από κάποιες μέρες. Δύο τρεις μέρες. Στη συνέχεια είπε ότι ο ίδιος συνέταξε και το Τεκμήριο 17 (αφορά τον ΜΚ2), το οποίο γράφει: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός. Φέρει τρία μικρά θλαστικά τραύματα στη μετωπιαία χώρα. Επίσης φέρει εκδορά στο αριστερό ζυγωματικό. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις, συγκόλληση τραυμάτων». Εξήγησε δε ότι θλαστικό τραύμα είναι το τραύμα το οποίο συνήθως χρειάζεται είτε συρραφή, είτε συγκόλληση, ανάλογα με το βάθος, το μέγεθος του τραύματος. Το κόψιμο δηλαδή. Είπε επίσης ότι το ζυγωματικό ευρίσκεται δίπλα από το φρύδι και προς τα κάτω, ενώ εκδορά είναι το γδάρσιμο. Στην αντεξέταση του είπε ότι εκεί που στα τεκμήρια 16 και 17 αναφέρεται «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός» σημαίνει να ρίχνει κάποιος ξύλο σε κάποιον άλλον, δηλαδή να τον κτυπά ή να τον δέρνει και μπορεί να είναι και με κάποια αντικείμενα που συνήθως όταν το αναφέρει ο παραπονούμενος το σημειώνουν. Στην παρούσα περίπτωση ο ΜΚ3 τον οποίο αφορά το τεκμήριο 16 δεν έχει αναφέρει ότι έχει κτυπηθεί με οποιοδήποτε αντικείμενο αφού θα το είχε σημειώσει. Ρωτήθηκε για λόγους ιατρικής εξέτασης από πού προήλθαν αυτά τα κτυπήματα όπως κάνουν πάντα. Περαιτέρω είπε ότι ο ΜΚ3 δεν παραπονέθηκε για κάτι άλλο πέραν από αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  4. Συμφώνησε δε ότι δεν είδε οποιαδήποτε εξωτερική κάκωση είτε σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του είτε στο πρόσωπό του, δηλαδή κάποια ερυθρότητα, κάποιο καρούμπαλο στο κεφάλι, κάποια εκδορά ή οτιδήποτε από αυτά, όπως επίσης συμφώνησε ότι σε περιπτώσεις κτυπήματος με ξύλο ή σίδερο συνήθως στα σημεία που δέχεται επιθέσεις κάποιος με αυτά τα αντικείμενα υπάρχουν κάποιες εξωτερικές κακώσεις, είτε εκδορές, είτε εκχύμωση, είτε θλαστικό τραύμα, κόψιμο. Εδώ τα ευρήματα του είναι αυτά που έχει σημειώσει και αυτά που περιγράφει δεν προκλήθηκαν κατ΄ ανάγκη με χρήση κάποιου αντικειμένου και πιθανόν να είναι μόνο από τα χέρια. Στη συνέχεια ο μάρτυρας σχολίασε τις φωτογραφίες τεκμ.21 με αναφορά στα όσα παραπονέθηκε ο ΜΚ
  5. Ανέφερε δε ότι αυτός δεν παραπονέθηκε για πόνο από τον ώμο και κάτω προς το στήθος ή στην ωμοπλάτη και από τις δύο πλευρές ή στην κοιλιακή χώρα, κάτω από τις πλευρές. Αναφορικά με το τεκμήριο 17 είπε ότι το θλαστικό τραύμα, το κόψιμο δηλαδή, μπορεί να προκληθεί με κτύπημα με τα χέρια, όπως επίσης και η εκδορά που διαπίστωσε στο αριστερό ζυγωματικό. Ο παραπονούμενος αυτός (ΜΚ2) ρωτήθηκε αν κτυπήθηκε από έναν ή από πολλούς διότι παίζει ρόλο στην ιατρική και αν κτυπήθηκε με οποιοδήποτε αντικείμενο διότι ο μηχανισμός της κάκωσης παίζει ουσιαστικό ρόλο και δεν ανέφερε. - Κατηγορούμενος 1: Αναφέρθηκε στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας (βλ. και την κατάθεση του τεκμ. 7) και κατέθεσε έκθεση εκτίμησης για τις ζημιές που υπέστη το όχημα του ως τεκμ.
  6. Ακολούθως αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). - ΜΚ1 Αστ.XXXXX XXXXX Δημητρίου: Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης και στις διαπιστώσεις που έχει κάνει. Παρατηρώ δε ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και την κάνω αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει και για όποια σημασία έχει σημειώνεται ότι μέσω της τελικής γραπτής αγόρευσης της η υπεράσπιση αποδέχεται ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα ο οποίος αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στις ενέργειες του, στις διαπιστώσεις του και σε όσα του αναφέρθηκαν από τους εμπλεκόμενους (βλ. σελ.4-5). - ΜΚ5 Δρ XXXXX Θεμιστοκλέους: Διαπιστώνεται ότι έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας στον τομέα της ιατρικής. Η εμπειρογνωμοσύνη του και τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Έτσι η μαρτυρία του έχει εξεταστεί σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Υπό το φως λοιπόν και των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, σημειώνω πως έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του η εντύπωση που μου έκανε σαν μάρτυρες ήταν πολύ καλή. Έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις και ανέφερε στο Δικαστήριο οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση με ειλικρίνεια, ενώ κρίνω ότι τεκμηρίωσε επαρκώς και με πειστικότητα τα ευρήματα και συμπεράσματα του (βλ. Αυγουστή κ.α. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498). Έχει δε σημασία να τονιστεί εδώ πως η μαρτυρία του όχι μόνον δεν αμφισβητείται αλλά ουσιαστικά με βάση την τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της υπεράσπισης προκύπτει να γίνεται αποδεκτή (βλ. σελ.14-17). Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Έρχομαι τώρα στους ουσιαστικούς μάρτυρες της υπόθεσης και πρωταγωνιστές θα έλεγα (με εξαίρεση την ΜΚ6) των όσων έλαβαν χώραν στις 05/03/
  1. Ξεκινώντας με ένα γενικό σχόλιο για τους ΜΚ2, 3, 4 και 6 αναφέρω εδώ πως η εντύπωση που μου έδωσαν όλοι από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν πως έλεγαν ψέματα. Ο τρόπος που απαντούσαν στις ερωτήσεις και οι απαντήσεις τους, οι αντιδράσεις τους και η στάση τους γενικότερα μου έδωσαν έντονα αυτή την εντύπωση. Αναφέρω δε πως όταν μελετήθηκε η μαρτυρία ενός εκάστου εκ των ΜΚ και περαιτέρω έγινε αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους δεν παρέμεινε καμία απολύτως αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι η εντύπωση που μου έδωσαν από το εδώλιο πιο πάνω ήταν ορθή και πως όλοι ήρθαν στο Δικαστήριο και είπαν ψέματα. Είναι τόσες πολλές προσθέτω οι ουσιαστικές αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία τους, και μιλώ τόσο για όσα ανέφεραν στη μαρτυρία τους εν σχέση και με τις καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία όσο και μεταξύ τους, αλλά και οι προσπάθειες υπεκφυγής τους από ερωτήσεις, οι υπερβολές και η σύγχυση στη μαρτυρία τους, που πραγματικά η διαπίστωση στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατωτέρω εν σχέση με τη μαρτυρία αυτή είναι μονόδρομος. Πιο συγκεκριμένα: - ΜΚ2 XXXXX Demirov: (Όπου γίνεται αναφορά στην κατάθεση του κατωτέρω σημαίνει το τεκμ.19) 1). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την ίδια ώρα που κτυπούσαν τον πατέρα του και δεν πρόλαβε ν' αντιδράσει, ήρθαν πάνω του ο πεθερός του κατηγορούμενου 1 δηλ. ο πρώην κατηγορούμενος 3 και ακόμα ένα παιδί που δεν το γνωρίζει και ξεκίνησαν να του κτυπούν μέχρι που λιποθύμησε. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι τον κτύπησαν 4 άτομα δηλ. ο κατηγορούμενος 1 και ο πεθερός του, ο κατηγορούμενος 6 και ακόμα ένα άτομο που τον κρατούσε από πίσω και δεν τον είδε. Ας σημειωθεί ότι όπως δέχτηκε στη μαρτυρία του τον ουσιώδη χρόνο γνώριζε τον κατηγορούμενο 6 και βεβαίως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα γιατί δεν ανέφερε ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος τον κτύπησε, για το οποίο καμία λογική εξήγηση δεν έχει δώσει. 2). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι η μητέρα του πήρε τηλέφωνο τον αδελφό του αλλά επειδή οδηγούσε δεν μπορούσε να μιλήσει και απάντησε ο ίδιος και τους ζήτησε να πάνε να τους πάρουν στην εκκλησία με το αυτοκίνητο, ως και έγινε. Στη μαρτυρία του είπε ότι μίλησε ο ίδιος στο τηλέφωνο και μετά το έδωσε στον αδελφό του να μιλήσει επειδή οι γονείς του φοβήθηκαν για να πάνε να τους πάρουν στην Αστυνομία. Ας σημειωθεί εδώ πως όταν ερωτήθηκε αν παίρνοντας το τηλέφωνο ο αδελφός του παρανόμησε αφού οδηγούσε, αυτός για να αποφύγει την ερώτηση είπε ότι ο ίδιος πάτησε το κουμπί για ανοικτή ακρόαση. 3). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την ώρα που προσπάθησαν να φύγουν από την εκκλησία που είχαν σταματήσει και ενώ βρισκόταν σε κίνηση το αυτοκίνητο τους ο κατηγορούμενος 1 χτύπησε με το χέρι του πάνω στο δεξί πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου τους με αποτέλεσμα να το σπάσει. Στη μαρτυρία του είπε ότι μέχρι να ξεκινήσουν το αυτοκίνητο ήρθε ο κατηγορούμενος 1 και κτύπησε με το χέρι του πάνω στο καπό. Ας σημειωθεί εδώ ότι ανέφερε περαιτέρω ότι ερχόμενος πάνω τους τους έβριζε, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του. 4). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος άνοιξε το καπό και έπιασε ένα μεγάλο ξύλο, ενώ στη μαρτυρία του είπε ότι ο κατηγορούμενος 6 άνοιξε το καπό και έπιασε κάτι σαν ξύλο. Όταν τέθηκε προ της αντίφασης αυτής έδωσε σημειώνεται και μια τρίτη εκδοχή λέγοντας ότι αυτοί άνοιξαν μαζί το καπό. Ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να πιάσει κάτι στο χέρι και όταν κατάλαβε ότι ξεκίνησαν να φύγουν ήρθε γρήγορα και ξεκίνησε να χτυπά πάνω στο καπό. 5). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον κατηγορούμενο 6 κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, ενώ στη μαρτυρία του είπε ότι κατέβηκαν τρείς ήτοι ο κατηγορούμενος 1, ο κατηγορούμενος 6 και ακόμα ένα παιδί που καθόταν πίσω στο αυτοκίνητο. Ας σημειωθεί πως όταν τέθηκε προ της αντίφασης κατά τη μαρτυρία του και στην προσπάθεια του να υπεκφύγει είπε ότι το άλλο παιδί κατέβηκε μετά από λίγα δευτερόλεπτα. 6). Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν κατήγγειλαν τις απειλές του κατηγορούμενου όταν έγινε προηγουμένως το επεισόδιο με το χώρο στάθμευσης είπε ότι ήθελαν να το κάνουν αλλά ήταν δουλειά και την επόμενη έγινε το επίδικο περιστατικό. Παρεμβάλλω ότι στην κατάθεση του τοποθετεί χρονικά το επεισόδιο με το χώρο στάθμευσης 10 μέρες περίπου πριν το επίδικο περιστατικό, κάτι που σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι ισχύει. Εν πάση περιπτώσει κάποια λογική δικαιολογία γιατί δεν κατήγγειλαν τις απειλές του κατηγορούμενου 1 προηγουμένως, την ίδια στιγμή που ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του φοβήθηκαν, δεν έχει δώσει και ήταν σαφές ότι επρόκειτο για άλλο ένα ψέμα από μέρους του. 7). Ένα άλλο σημείο που φάνηκε έντονα ότι έλεγε ψέματα αφορούσε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και το κατά πόσο ο αδελφός του εσκεμμένα κτύπησε το όχημα του κατηγορούμενου
  2. Ας σημειωθεί ότι στην κατάθεση του αναφέρει πως ο αδελφός του από φόβο χτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 στην μπροστινή πόρτα κοντά στον τροχό. Στη μαρτυρία του είπε ότι δεν το κτύπησαν και ότι ο κατηγορούμενος ήταν απέναντι τους για να τους κλείσει το δρόμο, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε την πόρτα μόνος του. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε συνάρτηση με το τεκμ.18 η θέση πως ο κατηγορούμενος 1 τους έκλεισε το δρόμο και κτύπησε την πόρτα μόνος του καταρρίπτεται και βεβαίως αναδεικνύει τα ψέματα του μάρτυρα. - ΜΚ3 XXXXX XXXXX Demirov: (Όπου γίνεται αναφορά στην κατάθεση του κατωτέρω σημαίνει το τεκμ.20Α) 1). Στην κατάθεση του είπε ότι όταν πέρασε από δίπλα τους ο κατηγορούμενος 1 ενώ περπατούσε με τη σύζυγο του αυτός τους είπε «Ακόμα λίγο, περιμένω σε» και του είπε το ίδιο πράγμα 3-4 φορές. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Έλα λίγο πιο κοντά προς την εκκλησία. Έλα, περιμένω σε. Ξέρεις από πότε σε περιμένω και σε ψάχνω;». 2). Ας σημειωθεί ότι στην κατάθεση του δεν αναφέρει σε κανένα σημείο πως όταν ο κατηγορούμενος 1 πέρασε από δίπλα τους είχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο αυτοκίνητο, ενώ στη μαρτυρία του μίλησε για άλλα 2 πρόσωπα. Σε άλλο σημείο δε είπε ότι στο αυτοκίνητο ήταν ο κατηγορούμενος 1 και ακόμη ένα πρόσωπο. Όταν τέθηκε δε προ της αντίφασης αρκέστηκε να πεί ότι στην κατάθεση του είπε ότι ήταν δύο δηλ. ο κατηγορούμενος 1 και άλλος ένας, άσχετα αν στην κατάθεση του μιλά για τον κατηγορούμενο 1 και άλλα 2 πρόσωπα ηλικίας 28-30 χρόνων τους οποίους δεν γνωρίζει. 3). Στην κατάθεση του ανέφερε πως όταν σταμάτησαν στην εκκλησία κατέβηκε από το αυτοκίνητο μαζί με το γιό του τον ΜΚ2 και συνόδευσαν τη σύζυγο του στην εκκλησία. Μάλιστα είπε ότι όταν κατέβηκε ο κατηγορούμενος 1 και πήρε το ρόπαλο ο ΜΚ4 τους φώναξε να μπουν γρήγορα μέσα γιατί θα τους σκοτώσουν και πράγματι μπήκαν στο αυτοκίνητο. Στη μαρτυρία του είπε ότι όταν έφτασαν είπε στη σύζυγο του ότι δεν θα κατέβει και θα πάνε κατευθείαν στην αστυνομία και παρέμεινε τόσο ο ίδιος όσο και οι δύο γιοί του στο αυτοκίνητο. Παρεμβάλλω εδώ πως όταν στην αντεξέταση του τέθηκε προ της αντίφασης αυτής είπε ότι μπορεί να μιλήσει για τα κτυπήματα και γενικότερα προσπάθησε να υπεκφύγει χωρίς να δώσει καμία συγκεκριμένη απάντηση ή εξήγηση, σε άλλο σημείο, ανεξάρτητα της αναφοράς του ότι δεν κατέβηκε, είπε πως είναι αλήθεια αυτό που λέει στην κατάθεση του και κάπου αλλού ότι κατέβηκε και είπε της συζύγου του να πάει γιατί θα φύγουν. Ποια είναι τελικά η θέση του πραγματικά με βάση όσα ανέφερε δεν έχει ξεκαθαρίσει. 4). Στην κατάθεση του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 άνοιξε την πίσω πόρτα και έπιασε ένα ρόπαλο στρογγυλό, ένα μέτρο περίπου, ενώ στη μαρτυρία του ανέφερε ότι άνοιξε την πόρτα μπροστά του οδηγού και το πήρε. 5). Στην κατάθεση του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε και έσπασε το γυαλί του δεξιού πισινού παραθύρου του αυτοκινήτου, ενώ στη μαρτυρία του είπε ότι δεν το έσπασε αλλά έσπασε το χέρι του από το κτύπημα στο καπό. Ανέφερε δε στη συνέχεια πως νόμιζε ότι έσπασε το γυαλί, αν και είναι αλήθεια ότι μια τέτοια θέση δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Διότι είτε κτύπησε και έσπασε το γυαλί όπως πήγε και είπε στην Αστυνομία, είτε δεν έσπασε. 6). Όσον αφορά τη σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων αυτός, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, είπε στη μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος 1 τους έκοψε το δρόμο. Στην κατάθεση του λέει ότι ο ΜΚ4 οδηγούσε βιαστικά και κτύπησαν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 όταν τους έκοψε το δρόμο. Και πάλιν όμως θα επαναλάβω πως η μαρτυρία του ΜΚ1 σε συνδυασμό με την πραγματική μαρτυρία καταδεικνύουν ότι η θέση αυτή του μάρτυρα, που σκοπό έχει απλά να καλύψει το γεγονός ότι ο ΜΚ4 κινήθηκε εσκεμμένα και κτύπησε το όχημα του κατηγορούμενου 1, είναι ψευδής. 7). Στην κατάθεση του είπε ότι τον κτύπησαν οι κατηγορούμενοι 4 και 5 και άλλο ένα πρόσωπο και ο κατηγορούμενος 1 στο τέλος τον προσέγγισε και τον κτύπησε με ξύλο στα πόδια. Στη μαρτυρία του αρνήθηκε ότι είπε πως τον κτύπησε ο κατηγορούμενος 1 και μάλιστα πρόσθεσε ότι μπορεί να έγινε λάθος στην κατάθεση. Ας σημειωθεί ότι με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. 8). Στην κατάθεση του ανέφερε ότι η μητέρα του κατηγορούμενου 1 δηλ. η κατηγορούμενη 5 τον κτυπούσε με σίδερο στο κεφάλι. Στη μαρτυρία του, εκτός του ότι λέει πως η κατηγορούμενη 5 ενώ τον κτυπούσε του έλεγε «Τώρα θα πεθάνεις. Τώρα θα πεθάνεις.» κάτι που δεν αναφέρει στην κατάθεση του, ισχυρίστηκε ότι επειδή έβαλε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του το έσπασε. Κανένας τέτοιος τραυματισμός όμως δεν επιβεβαιώνεται από την ιατρική αναφορά τεκμ.16, κάτι που δείχνει βεβαίως τόσο το ότι ο μάρτυρας υπερέβαλλε όσο και τη διάθεση του να στηρίξει το παράπονο του με ψέματα. - ΜΚ4 XXXXX XXXXX Demirov: (Όπου γίνεται αναφορά στην κατάθεση του κατωτέρω σημαίνει το τεκμ.22Α) 1). Στην κατάθεση του αναφέρει πως όταν μίλησε με τον πατέρα του στο τηλέφωνο αυτός του είπε ότι πέρασε από δίπλα τους με το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 1 και τους είπε ότι αν κοντέψουν περισσότερο στην περιοχή που μένει, που είναι κοντά στην εκκλησία, θα τους κτυπούσε. Στη μαρτυρία του είπε ότι ο πατέρας του ανέφερε ότι δέχθηκε απειλές και στον δρόμο συνέχεια τον απειλούσε με τις φράσεις «Έλα ακόμα λίγο πιο κάτω και θα δεις τι θα σου συμβεί». 2). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι όταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο του μετά που συνόδευσε τη μητέρα του στην εκκλησία κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος 1 μαζί με δύο άλλους και κατευθύνθηκαν προς τα πάνω τους. Στη μαρτυρία του είπε ότι είδε κάποιους δίπλα του και πίσω του αλλά δεν ξέρει πόσους. Σε άλλο σημείο δε είπε ότι είχε μαζί του το λιγότερο
  3. 3). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 και οι άλλοι δύο που ήταν μαζί του κατευθύνθηκαν όλοι προς τα πάνω τους, χωρίς αναφορά ότι κρατούσαν οτιδήποτε. Στη μαρτυρία του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 πήγε πίσω προς το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου και οι υπόλοιποι που ήταν μαζί του πήγανε προς το πορτ μπαγκάζ επίσης και ένας από αυτούς κρατούσε ξύλο στα χέρια του. Ανέφερε δε ότι δεν είδε αν πήγαιναν και οι τρεις προς τα πάνω του και επίσης ότι ο ένας κρατούσε ξύλο και οι άλλοι ετοιμάζονταν να πιάσουν κάτι. 4). Για την αναφορά στην κατάθεση του περί σπασίματος του γυαλιού ενός εκ των παραθύρων του αυτοκινήτου θα επαναλάβω και εδώ ότι και για τους μάρτυρες πιο πάνω. Η δικαιολογία δε που έδωσε ότι από το θόρυβο νόμισε ότι έσπασε και μετά από 2 μέρες είδαν ότι δεν ήταν σπασμένο δεν έχει καμία λογική. Είτε είδε που έσπασε το γυαλί και αυτό ανέφερε είτε όχι. 5). Στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 όταν έγινε το επεισόδιο με το χώρο στάθμευσης είπε στον πατέρα του, ΜΚ3, να απομακρυνθούν για να του κτυπήσει και τον απείλησε ότι ξέρει ποια μέρα και ώρα πάει εκκλησία και ότι θα τον πετύχει και θα λογαριαστούν. Στη μαρτυρία του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Θέλεις να πάρω ένα τηλέφωνο στους δικούς μου ανθρώπους για να σε δείρουν;» και ότι «Θα σε πιάσω κάποια μέρα». 6). Στην κατάθεση του λέει ότι σε κοντινή απόσταση είδε τον κατηγορούμενο 1 να σταματά το αυτοκίνητο του και τους είδε να πιάνουν ξύλα και γι'αυτό επειδή φοβήθηκε ότι θα τους χτυπούσαν και για να τους περιορίσει στο αυτοκίνητο χτύπησε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του την πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου
  4. Στη μαρτυρία του ως δικαιολογία για το κτύπημα είπε ότι είδε κάτω στο δρόμο στη δική του πλευρά άτομα του κατηγορούμενου 1 να ετοιμάζουν ξύλα. Ας σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι δεν ήθελε να του κτυπήσει και αυτό έγινε κατά λάθος στην προσπάθεια του να του κλείσει την πόρτα για να μην βγει, αφού κόντεψε πολύ. Ο μάρτυρας όμως δεν έπεισε και είναι σαφές ότι αυτό ήταν μια εκ των υστέρων σκέψη. - ΜΚ6 XXXXX XXXXX Demirova: (Όπου γίνεται αναφορά στην κατάθεση του κατωτέρω σημαίνει το τεκμ.23Α) 1). Στην κατάθεση της αναφέρει ότι στη σκηνή ήταν και η μητέρα του κατηγορούμενου 1, την οποία γνωρίζει και η οποία της είπε «έλα τώρα και εσένα να ξεκινήσουμε ξύλο». Στη μαρτυρία της ανέφερε ότι πρώτη φορά την είδε εκεί και δεν την γνωρίζει. 2). Στην κατάθεση της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο του δίπλα τους και τους είπε «Σας περιμένω ακόμα λίγο». Δεν πρόσεξε αν είχε άλλο πρόσωπο μέσα στο αυτοκίνητο του. Στη μαρτυρία της είπε ότι δεν ξέρει ποιος οδηγούσε, ούτε πόσα άτομα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και αυτός είπε «Έλα λίγο πιο εκεί και θα δεις τι θα γίνει». Ας σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο είπε ότι η απειλή του κατηγορούμενου 1 προς το σύζυγο της ήταν «Τώρα θα δεις τι θα γίνει με εσένα». 3). Στην κατάθεση της λέει ότι εκεί στην εκκλησία κατέβηκε μόνη της και ο άντρας της και οι γιοί της έμειναν στο αυτοκίνητο. Στη μαρτυρία της είπε ότι την συνόδευσε ο γιός της, ο ΜΚ
  5. 4). Στην κατάθεση της αναφέρει ότι δεν ξέρει γιατί δεν κατέβηκε ο άντρας της στην εκκλησία, ενώ στη μαρτυρία της είπε ότι ήταν για να πάει στην Αστυνομία. Ας σημειωθεί πως όταν τέθηκε προ της αντίφασης στην ουσία ανέφερε ότι δεν είπε αυτό που λέει στην κατάθεση της. Παρεμβάλλω εδώ ότι το τεκμ.23Α κατατέθηκε ως πιστή μετάφραση της κατάθεσης της στη μητρική της γλώσσα και τούτο παρέμεινε αναντίλεκτο μέχρι τέλους. 5). Δεν είπε ποτέ στην κατάθεση της πως όταν έφτασε στο μέρος η Αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 άφησε τον καφέ που έπινε πάνω στο αυτοκίνητο, γελούσε και ανοιγόκλεινε το μάτι στην Αστυνομία. Όσα δηλαδή ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της, χωρίς όμως να πείσει. Αντιπαραβολή της μαρτυρίας των ΜΚ 2, 3, 4 και 6 Από εκεί και πέρα αναφέρω πως έχοντας αντιπαραβάλει τη μαρτυρία των συγκεκριμένων μαρτύρων εντοπίζονται πολλές ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ τους, σε βαθμό που συνδυαστικά με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω να είναι ξεκάθαρο ότι η μαρτυρία τους δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως παντελώς αναξιόπιστη. Τι ακριβώς έγινε και τι λέχθηκε κατά την παρεξήγηση με το χώρο στάθμευσης, με ποιόν μίλησαν οι ΜΚ3 και 6 όταν επικοινώνησαν για να πουν ότι περνά από δίπλα τους ο κατηγορούμενος 1, τι είπε ο κατηγορούμενος 1 στους ΜΚ3 και 6 ενώ περπατούσαν, πόσοι ήταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1, ποιος συνόδευσε, αν το έκανε, την ΜΚ6 στην εκκλησία, πόσοι και ποιοί κατέβηκαν από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 στο χώρο της εκκλησίας, αν ο κατηγορούμενος 1 έπιασε ή όχι ρόπαλο ή αν κάποιος άλλος που ήταν μαζί του έπιασε οτιδήποτε και ποιος ή πόσοι κινήθηκαν προς τους ΜΚ2, 3 και 4, κάτω από ποιες συνθήκες έγινε ακολούθως η σύγκρουση των οχημάτων και τι ακολούθησε, είναι σημεία στα οποία αν ανατρέξει κάποιος στη μαρτυρία τους θα εντοπίσει, στις ήδη υπάρχουσες αντιφάσεις στη μαρτυρία ενός εκάστου, ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ τους. Κοντολογίς με βάση τα πιο πάνω απορρίπτω τη μαρτυρία τους. - Κατηγορούμενος 1: Ο κατηγορούμενος 1 σε γενικές γραμμές μου έχει κάνει καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Παραδέχτηκε ευθέως ότι κτύπησε τους ΜΚ2, 3 και 4 υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε και κατά την κρίση μου περιέγραψε τα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν στην πραγματικότητα και είπε την αλήθεια. Βεβαίως θα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι με προβλημάτισε η μη αναφορά στην κατάθεση του πως εκεί στην εκκλησία οι ΜΚ2 και 4 κρατούσαν αλφάδια όταν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ο ΜΚ3 ένα μικρό μαχαίρι. Όμως δέχομαι ότι αυτό ήταν μια παράλειψη του ένεκα και της σύγχυσης του αφού ήταν υπό κράτηση και επειδή δεν γνώριζε ότι ήταν τόσο σημαντικό να το πει. Εξάλλου θα πρέπει να τονιστεί ότι με βάση όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ1 επί τόπου στη σκηνή, ο τελευταίος ακριβώς εντόπισε στο αυτοκίνητο του ΜΚ4 δύο φάδια/αλφάδια. Όσον αφορά δε το μικρό μαχαίρι και τι έγινε αυτό στο μεσοδιάστημα από το σημείο της εκκλησίας μέχρι το σημείο που έγινε η σύγκρουση των οχημάτων οπότε κατέβηκαν όλοι από τα αυτοκίνητα τους μόνον ο ΜΚ3 ή και οι ΜΚ2, 3 και 4 γνωρίζουν. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νουν την αποδεκτή μαρτυρία πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής : Στις 05/03/17 και περί ώρα 19:00 ο κατηγορούμενος 1 φεύγοντας από συγκεκριμένο μαγαζί στο Παραλίμνι κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής XXXXXX57 προς το σπίτι του και στην πορεία είδε στον δρόμο να περπατούν τον ΜΚ3 με τη γυναίκα του, ΜΚ
  6. Τότε χαμήλωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και είπε στον ΜΚ3 ότι θα τον περιμένει εκεί κοντά στην εκκλησία για να λύσουν την παρεξήγηση που είχε γίνει μεταξύ τους σε προηγούμενο χρόνο. Ο κατηγορούμενος 1 πήγε στην εκκλησία και περίμενε εκεί. Στο σημείο όμως δεν έφτασαν μόνον ο ΜΚ3 και η ΜΚ6, αλλά και οι γιοί τους ΜΚ2 και ΜΚ
  7. Ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, όπως επίσης κατέβηκαν από το δικό τους αυτοκίνητο και τα πιο πάνω πρόσωπα. Όμως ο ΜΚ2 και ο ΜΚ4 όταν κατέβηκαν κάτω κρατούσαν αλφάδια ενώ ο ΜΚ3 κρατούσε ένα μικρό μαχαίρι και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του κατηγορούμενου 1, ο οποίος τους ανέφερε ότι προφανώς δεν θέλουν να λύσουν το πρόβλημα που προέκυψε και θα φύγει γιατί αυτοί ψάχνουν για προβλήματα. Ο κατηγορούμενος 1 μπήκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε προς το Παραλίμνι, στρίβοντας από το πρώτο στρίψιμο που είναι το Motor Loukas. Ενώ δε ο κατηγορούμενος 1 κινείτο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, ο ΜΚ4 μαζί με τους ΜΚ2 και 3 πέρασαν από τον πίσω δρόμο με αποτέλεσμα να βρεθούν μπροστά του και ο ΜΚ4 που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX67 έστριψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε προς τα δεξιά και κτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 στην πόρτα του οδηγού. Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε αλλά ο ΜΚ4 έκανε πισινή και επανήλθε κτυπώντας άλλη μία φορά το όχημα του κατηγορούμενου στο σημείο που είναι το ριμς. Στη συνέχεια οι ΜΚ2, 3 και 4 κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και άρχισαν να κτυπούν τα τζάμια του αυτοκινήτου ή και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1, ο οποίος δίπλωσε τα χέρια του και έκανε το κεφάλι του κάτω για να μην σπάσει κάποιο παράθυρο και μπει κάτι στα μάτια του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 πρόσεξε ότι προς το μέρος ερχόταν ο πεθερός του και τότε πήρε κουράγιο και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και κατέβηκε κάτω. Οι ΜΚ τότε κινήθηκαν προς το μέρος του κτυπώντας το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 και τότε ο τελευταίος για να τους σταματήσει ξεκίνησε να τους κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του. Αυτό συνέχισε για 2 - 3 λεπτά περίπου και κάποιος από τους ΜΚ πήγε και φώναξε κάποιους από την εκκλησία και ήρθαν όλοι στο μέρος. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 από την πρώτη στιγμή που συνάντησε τους ΜΚ3 και 6 να περπατούν στο δρόμο μέχρι και την στιγμή που έγινε η σύγκρουση των αυτοκινήτων ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο. Για την αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη το όχημα του κατηγορούμενου 1 με αριθμό εγγραφής XXXXX57, με βάση τα πιο πάνω, διαπιστώθηκε πως απαιτείται ποσό 965 ευρώ, κρίθηκε δε ως πλήρως κατεστραμμένο αφού η ζημιά που υπέστη και το κόστος αποκατάστασης της υπερβαίνει την εκτιμημένη αξία του αυτοκινήτου. NOMIKH ΠTYXH ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της οχλαγωγίας (1η κατηγορία) προβλέπεται από τον συνδυασμό των άρθρων 70 και 72 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «
  8. Παράνοµη είναι η συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων συναθροισµένων µε πρόθεση να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκηµα, ή τα οποία συναθροίστηκαν µε πρόθεση να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό, συµπεριφέρονται µε τέτοιο τρόπο που διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν µε αυτό τον τρόπο µε σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή ότι µε τέτοια συνάθροιση άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης. Η συνάθροιση είναι παράνοµη και αν ακόµη άρχισε αυτή ως νόµιµη, αν οι συµµετέχοντες σε αυτή που συναθροίστηκαν συµπεριφέρονται για κοινό σκοπό σύµφωνα µε τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Όταν η παράνοµη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό είτε δηµόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για τον οποίο συναθροίστηκε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόµο του κοινού, η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, αυτοί που συναθροίστηκαν θεωρούνται ότι συναθροίστηκαν οχλαγωγικά. » «
  9. Όποιος συµµετέχει σε οχλαγωγία είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από το λεκτικό των ανωτέρω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  10. Η συνάθροιση πέντε ή περισσοτέρων προσώπων,
  11. Αυτή να γίνεται με πρόθεση να διαπράξουν κάποιο αδίκημα ή να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό,
  12. Η συμπεριφορά τους να γίνεται με τρόπο που να διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή με την συνάθροιση τους να προκαλούν άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης και
  13. Η συνάθροιση να άρχισε να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο έγινε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόµο του κοινού. Ως προκύπτει με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εν σχέση με τους κατηγορούμενους. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 2 και 3), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
  14. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
  15. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Βεβαίως για την 4η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απλής επίθεσης με βάση το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Κανένας εκ των κατηγορούμενων 2, 4, 5 και 6 δεν προκύπτει να επιτέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιονδήποτε εκ των ΜΚ2, 3 ή
  1. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο 1 αναφέρω ότι αυτός προκειμένου να δικαιολογήσει τα κτυπήματα του προς τους ΜΚ ισχυρίζεται ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων δε αναπτύσσει το θέμα στις σελ.26-32 της γραπτής της αγόρευσης. Το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «
  2. Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε. » Στην Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 αναφέρθηκαν για το θέμα της άμυνας τα εξής: « Ο πρωτόδικος δικαστής εξέτασε τη νομική φύση της αυτοάμυνας, προτού προχωρήσει στα τελικά συμπεράσματά του. Σε αυτό εστιάστηκε η πρώτη επίκριση του δικηγόρου του εφεσείοντα για λανθασμένη καθοδήγηση, με αφορμή την παρατήρηση του δικαστηρίου ότι η άμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η θέση αυτή όμως είναι ορθή. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορουμένου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην R. v. Wheeler [1967] 3 All E.R. 829, 830 έχει σχετικά λεχθεί ότι: "Where a Judge does slip into the error or quasi-error of referring to such explanations as defences, it is particularly important that he should use language which suffices to make it clear to the jury that they are not defences in respect of which any onus rests on the accused, but are matters which the prosecution must disprove as an essential part of the prosecution case before a verdict of guilty is justified." Για το ίδιο ζήτημα μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην Lobell [1957] 1 Q.B.D. 547. Ο πρωτόδικος δικαστής, μετά τη διατύπωση των ευρημάτων του, συζήτησε σύντομα και το θέμα των ορίων της νόμιμης άμυνας. Συναφώς είπε, πως το ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσον η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος ήταν λογική. Μεταξύ αυτών είναι και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εκκαλούμενη απόφαση παραπέμπει στις υποθέσεις: Miliotis v. The Police
(1971)2 C.L.R. 292, Maifoshis v. The Police
(1978)2 C.L.R. 9, R. v. Julien [1969] 2 All E.R. 856, Palmer v. R. [1971] 55 Cr. App. R. 223, R. v. Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192. Oμολογουμένως, δε διαφωνεί κανείς ότι η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Η αναφορά του δικαστή στην Palmer και Shannon, ανωτέρω, και τη διανοητική κατάσταση του αμυνομένου, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη σχετική παρατήρηση του Λόρδου Morris στην Palmer, στη σελ. 242, ότι λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική στάση του αμυνομένου: "If a jury thought that in a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and instinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence." » Στην Νικολάου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2000)2ΑΑΔ 482, το Εφετείο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: « Στην προσέγγιση του θέματος της αυτοάμυνας από το Κακουργιοδικείο δεν διαπιστώνεται λάθος. Εκ των πραγμάτων, η έννοια της "εύλογα" αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος "εύλογα" εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα, μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - "... that which was reasonable in the light of the circumstances as they reaonably appeared to the accused ...", όπως το διατύπωσε ο Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην McInnes [1969] 55 Cr. App. R. 551, σ. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien [1969] 53 Cr. App .R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer v. R. [1971] A.C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832: "In their Lordships' view the defence of self-defence is one which can be and will be readily understood by any jury. It is a straightforward conception. It involves no abstruse legal thought. It requires no set words by way of explanation. No formula need be employed in reference to it. Only common sense is needed for its understanding. It is both good law and good sense that a man who is attacked may defend himself. It is both good law and good sense that he may do, but may only do, what is reasonably necessary. But everything will depend upon the particular facts and circumstances. Of these a jury can decide. It may in some cases be only sensible and clearly possible to take some simple avoiding action. Some attacks may be serious and dangerous. Others may not be. If there is some relatively minor attack it would not be common sense to permit some action of retaliation which was wholly out of proportion to the necessities of the situation. If an attack is serious so that it puts someone in immediate peril then immediate defensive action may be necessary. If the moment is one of crisis for someone in imminent danger he may have to avert the danger by some instant reaction. If the attack is all over and no sort of peril remains then the employment of force may be by way of revenge or punishment or by way of paying off an old score or may be pure aggression. There may no longer be any link with a necessity of defence. Of all these matters the good sense of a jury will be the arbiter. There are no prescribed words which must be employed in or adopted in a summing up. All that is needed is a clear exposition, in relation to the particular facts of the case, of the conception of necessary self-defence. If there has been no attack then clearly there will have been no need for defence. If there has been attack so that defence is reasonably necessary it will be recognised that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his necessary defensive action. If a jury thought that in a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and instinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence. But their Lordships consider, in agreement with the approach in the De Freitas case [1960] 2 W.I.R. 523, that if the prosecution have shown that what was done was not done in self-defence then that issue is eliminated from the case. If the jury consider that an accused acted in self-defence or if the jury are in doubt as to this then they will acquit. The defence of self-defence either succeeds so as to result in an acquittal or it is disproved in which case as a defence it is rejected. In a homicide case the circumstances may be such that it will become an issue as to whether there was provocation so that the verdict might be one of manslaughter. Any other possible issues will remain. If in any case the view is possible that the intent necessary to constitute the crime of murder was lacking then that matter would be left to the jury." Ο συσχετισμός του αντικειμενικού κριτηρίου προς τις περιστάσεις συνοψίζεται και από τον Lord Diplock στην Reference under s 48A of the Criminal Appeal (Northern Ireland) Act 1968 (No 1 of 1975) [1976] 2 All E.R. 937 στη σ. 947, σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: "The form in which the jury would have to ask themselves the question in a trial for an offence against the person in which this defence was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (a) with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (b) in the circumstances and time available to him for reflection (c) could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using?" H Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192, στην οποία βασίσθηκε ο κ. Πουργουρίδης, όχι μόνο δεν διαφοροποιεί τη θέση αυτή αλλά την ακολουθεί. Όπως παρατήρησε ο Ormrod, L.J. σχολιάζοντας το απόσπασμα από την απόφαση του Lord Morris στην Palmer v. R στις σελίδες 195-196: "The whole tenor of this statement of the law is directed to the distinction which has to be drawn between acts which are essentially defensive in character and acts which are essentially offensive, punitive, or retaliatory in character. Attack may be the best form of defence, but not necessarily in law. Counter-attack within limits is permissible; but going over to the offensive when the real danger is over is another thing." Και το κριτήριο για τη διαπίστωση εκείνη παραμένει, στο τέλος της ημέρας, αντικειμενικό, ως προς το εύλογο της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπ' όψη όλων των περιστάσεων. Η καταδίκη στη Shannon παραμερίσθηκε μόνο και μόνο διότι η καθοδήγηση του δικαστή προς τους ενόρκους κρίθηκε ελαττωματική αφού δεν περιείχε αναφορά στο σύνολο των περιστάσεων, όπως αναπτύχθησαν στην Palmer v. R., περιλαμβανομένης της αντίληψης του κατηγορούμενου ως προς την απεγνωσμένη κατάσταση στην οποία θεώρησε ότι βρίσκετο. ........... Η R. v Clegg [1995] 1 A.C. 482 δείχνει ακριβώς το κριτήριο και το όριο της αυτοάμυνας, έχει δε ισχυρή αναλογία προς την προκειμένη υπόθεση, αφού εκρίθη εκεί από το Court of Appeal in Northern Ireland (η έφεση στο House of Lords αφορούσε άλλο και ακόλουθο νομικό σημείο) ότι, αν και οι τρεις πρώτοι πυροβολισμοί κατά του αυτοκινήτου ερίφθησαν στα πλαίσια αυτοάμυνας, ο τέταρτος - και θανατηφόρος - πυροβολισμός ο οποίος ερίφθη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ενώ αυτό απεμακρύνετο δεν ήταν στα πλαίσια αυτοάμυνας αφού συνιστούσε υπερβολική και δυσανάλογη χρήση βίας. » Επίσης, στην Λατο v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « H άμυνα καθιστά, όπως επισημαίνεται στη Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251, τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η άμυνα όμως θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται, καθώς και ο τρόπος χρησιμοποίησής τους θα πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που αντιμετωπίζεται. Ένα άτομο που δέχεται επίθεση έχει δικαίωμα να αμυνθεί, αλλά δικαιούται μόνο να προβεί στις κινήσεις που είναι εύλογα αναγκαίες. Η εκτίμηση εξαρτάται βέβαια από τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης (βλέπε Palmer v. R. [1971] 1 All E.R. 1077). Η ψυχολογική κατάσταση του προσώπου που επικαλείται την άμυνα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν και να εξετάζεται το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις που επικρατούσαν το πρόσωπο που επικαλείται την άμυνα ειλικρινά είχε την πεποίθηση ότι η πράξη του ήταν αναγκαία για την άμυνά του ή την προστασία της περιουσίας του (R. v. Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192, CA). Στην παρούσα υπόθεση και κάτω από τις δεδομένες συνθήκες οι ενέργειες του εφεσείοντα κρίνονται ως απόλυτα δυσανάλογες με την επίθεση που δέκτηκε. » βλ. και το σύγγραμμα Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας, σελ. 44-55, του Κώστα Σατολιά και βεβαίως την εκεί αναφερόμενη νομολογία. Έχοντας υπόψη τις αρχές πιο πάνω σε συνδυασμό με την μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 που έγινε αποδεκτή, η θέση της υπεράσπισης περί αυτοάμυνας με βρίσκει σύμφωνο. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΚ4 σε κάποια στιγμή και ενώ ο κατηγορούμενος 1 κινείτο με το αυτοκίνητο του κανονικά στη λωρίδα του έστριψε σκόπιμα το δικό του αυτοκίνητο προς το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 και κτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του την πόρτα του οδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου 1, ενώ ο ΜΚ4 αμέσως μετά έκανε πίσω και επέφερε και δεύτερο κτύπημα στο σημείο του ριμς του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου 1. Ακολούθως οι ΜΚ2, 3 και 4 κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν να κτυπούν τα τζάμια του αυτοκινήτου ή και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1, ενώ όταν ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του κινήθηκαν προς το μέρος του. Σημειώνεται εδώ πως αυτή η επιθετική συμπεριφορά των ΜΚ2, 3 και 4 έναντι του κατηγορούμενου 1 αποτελούσε συνέχεια της επιθετικής διάθεσης που έδειξαν αμέσως προηγουμένως στο σημείο της εκκλησίας όπου κατέβηκαν από το αυτοκίνητο τους κρατώντας οι μεν ΜΚ2 και 4 αλφάδια και ο δε ΜΚ3 μικρό μαχαίρι. Γενικότερα με τη συμπεριφορά τους πιο πάνω και κυρίως με την ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενου ως ανωτέρω και ακολούθως με τα κτυπήματα στο όχημα του κατηγορούμενου 1 και την κίνηση προς το μέρος του κατηγορούμενου 1 με επιθετικές διαθέσεις, οι ΜΚ2, 3, 4 πράγματι έδειξαν ότι αδιαφορούσαν πλήρως τόσο για την περιουσία του κατηγορούμενου 1 όσο και για την σωματική του ακεραιότητα και πως ήταν έτοιμοι για τα χειρότερα. Η αναφορά δε του κατηγορούμενου 1 ότι ξεκίνησε να τους κτυπά με τα χέρια του και τα πόδια του αφού «σταμάτησε ο νους του» και δεν ήξερε πως να τους σταματήσει κρίνεται ενδεικτική της διανοητικής του κατάστασης τη δεδομένη στιγμή και μαζί με όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η βία που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος 1 ήταν εύλογα αναγκαία. Το αδίκημα της κατοχής επιθετικού οργάνου (5η κατηγορία) εδράζεται στο άρθρο 3
(1)του Περί Επιθετικών Οργάνων Νόμου Κεφ.159 το οποίο προνοεί τα εξής : " 3.-
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. " Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 δε του πιο πάνω Νόμου δίδεται η ερμηνεία των όρων «δημόσιος χώρος» και «επιθετικό όπλο» ως εξής: «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου 3
(1)συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του,
  2. Σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο,
  3. Επιθετικό όπλο. Υπενθυμίζοντας ότι η μαρτυρία των ΜΚ2, 3 και 4 έχει απορριφθεί και παραπέμποντας στα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφέρω ότι ουδείς εκ των κατηγορούμενων 1 και 2 προκύπτει να κατείχε τον ουσιώδη χρόνο οιονδήποτε επιθετικό όπλο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4, 5 και 6 απαλλάσσονται και αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.