Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2489/19, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2489/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Και
- .... ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
- ...... WRIGHT Κατηγορούμενοι -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.06.2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο 2: κα Δ. Ζησιμοπούλλου Κατηγορούμενος 2: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 2, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες 1-7 οι οποίες αφορούν απόπειρα διάρρηξης καταστήματος, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 4, 6 και 7), κακόβουλη βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου νόμου (κατηγορίες 2 και 5) και κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του ίδιου νόμου (κατηγορία 3). Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ότι η κατηγορούσα αρχή διέκοψε τις κατηγορίες 8 και 9 που αντιμετώπιζε αρχικά και εις αυτές ο κατηγορούμενος 2 έχει απαλλαγεί. Τα γεγονότα, πέραν των όσων αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφέρεται εδώ απλά πως ο κατηγορούμενος 2, μαζί με τον κατηγορούμενο 1 (για τον οποίο η παρούσα λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής σε άλλη υπόθεση που τον αφορούσε), στις 18-21/01/19: - αποπειράθηκαν να διαρρήξουν σχολική καντίνα με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα ήτοι κλοπή και ως εκ της προσπάθειας τους να παραβιάσουν με λιβέρι την αλουμινένια συρόμενη πόρτα της εν λόγω καντίνας προκάλεσαν ζημιά ύψους €200, - αποπειράθηκαν να διαρρήξουν αποθήκη σε αγροτική περιοχή με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα ήτοι κλοπή και ως εκ της προσπάθειας τους αυτής προκάλεσαν στην αποθήκη ζημιά ύψους €100, - αποπειράθηκαν να διαρρήξουν mini market με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα ήτοι κλοπή, και - αποπειράθηκαν να διαρρήξουν καφενείο με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα ήτοι κλοπή. Οι ιδιοκτήτες των υποστατικών που υπέστησαν ζημιές πιο πάνω δεν αποζημιώθηκαν. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου 2 και συγκατάθεσης της κατηγορούσας αρχής, στην παρούσα λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής οι υποθέσεις 1058/20, 930/19, 3596/19 και 2241/
- Συγκεκριμένα στις εν λόγω υποθέσεις αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Υπόθεση 1058/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μία κατηγορία (1η) για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2, μαζί με άλλο πρόσωπο που παραδέχτηκε επίσης την κατηγορία, την 21/02/20 διέρρηξαν και εισήλθαν σε υπό ανακαίνιση ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα και έκλεψαν 2 τηλεοράσεις αξίας €400.-. Όπως δήλωσαν στην Αστυνομία έχουν πουλήσει τις τηλεοράσεις. Υπόθεση 930/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες, όλες για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2, μαζί με άλλο πρόσωπο, την περίοδο από 01/01/19 - 31/01/19, σε 8 διαφορετικές περιπτώσεις, έκλεψαν από κατοικίες και ένα ξενοδοχείο συνολικά 36 πόρτες από αλουμίνιο, συνολικής αξίας €5.900.-. Από την πιο πάνω κλοπιμαία περιουσία ανευρέθηκε όλη η κλοπιμαία περιουσία, με εξαίρεση οχτώ εκ των είκοσι πόρτων της 5ης κατηγορίας, συνολικής αξίας €1200.-. Υπόθεση 3596/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 14 κατηγορίες (κατηγορίες 1-5, 11, 12, 15, 16, 18, 22, 23, 24 και 29) και συγκεκριμένα κατηγορίες κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, που αφορούν την περίοδο από 15/01/19 - 29/01/
- Πιο συγκεκριμένα σε 14 διαφορετικές περιπτώσεις, μαζί με άλλο πρόσωπο, έκλεψαν από σπίτια, ξωκλήσια και άλλα υποστατικά, συνολικά 28 αλουμινένιες πόρτες και παράθυρα συνολικής αξίας €3320.-. Από την πιο πάνω κλοπιμαία περιουσία δεν ανευρέθηκε μόνον η αναφερόμενη στις κατηγορίες 1-5, συνολικής αξίας €1680.-. Υπόθεση 2241/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 5 κατηγορίες και συγκεκριμένα για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι 20,58 γραμμάρια κάνναβης χωρίς άδεια, για κατοχή της εν λόγω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι 0,5 γραμμάρια κάνναβης σε άλλο πρόσωπο, για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι 20,58 γραμμάρια κάνναβης από άλλο πρόσωπο και για χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όλα τα αδικήματα όπως είναι αντιληπτό εδράζονται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο αρ.29/77 και διαπράχθηκαν μεταξύ 3-6/3/
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2 συμφώνησε με την έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε σε προηγούμενο στάδιο στα πλαίσια της υπόθεσης 1058/20 ανωτέρω. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι : - Eίναι ηλικίας 23 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού. Αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και έμεινε για κάποιο διάστημα στις κεντρικές φυλακές αφού δεν μπορούσε να πληρώσει τη διατροφή για το παιδί του. Με το παιδί του δεν έχει καμία επικοινωνία αφού υπάρχει πρόβλημα επικοινωνίας με την πρώην σύζυγο του. Είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από νεαρή ηλικία και αυτή είναι η κύρια αιτία διάπραξης των αδικημάτων, για να εξασφαλίσει δηλαδή τη δόση του. Έκανε πολλές προσπάθειες απεξάρτησης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επιθυμεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. - Με βάση τα κατηγορητήρια φαίνεται ότι για την περίοδο από τον Μάρτιο του 2018 μέχρι τον Μάρτιο του 2020 υπάρχει μία ροπή του κατηγορούμενου στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, κυρίως κλοπών. Δυστυχώς μπήκε σε αυτή την παραβατική συμπεριφορά για να εξασφαλίσει τη δόση του. Η εξάρτηση του αυτή δε τον οδήγησε να μην αποδίδει στην εργασία του και γι αυτό αλλάζει συνεχώς εργασία. - Έχει πλήρως συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές από την αρχή και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων βοηθώντας και τη διερεύνηση των υποθέσεων. Όπως ανέφερε εκτελούσε χρέη οδηγού άλλου προσώπου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Όσον αφορά την υπόθεση των ναρκωτικών στα πλαίσια της πλήρους συνεργασίας του ήταν ιδιαίτερα ειλικρινής και είπε ότι θα πουλούσε την ποσότητα των ναρκωτικών. - Πρόκειται για πολύ νεαρό άτομο, ηλικίας 23 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Αν δεν ήταν η εξάρτηση του από τα ναρκωτικά δεν θα βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου. - Έχει ωριμάσει και η κράτηση του τον έκανε να αναλογιστεί τις ευθύνες του διότι είναι και πατέρας και θα πρέπει να αποφασίσει ότι αυτή η συμπεριφορά του πρέπει να έχει ένα τέλος. Ανέφερε δε ότι είναι πολύ καλύτερα σήμερα εν σχέση με τον χρόνο που έγινε η προσωποκράτηση του για την υπόθεση 1058/
- - Τέλος η συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ζητά κάθε δυνατή επιείκεια και σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή με βάση όσα έχει αναφέρει να ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος 2 είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 4, 5, 6 και 7 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και οι δύο αυτές ποινές και για το αδίκημα της κατηγορίας 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ.24/6/2016 που αφορούσε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824).» Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και σε πρόσφατη νομολογία όπως στις Hussein v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B206, ECLI:CY:AD:2019:B206, Ποιν. Έφ. 252/2018 ημερ. 31/5/2019 και Balampanidis v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019: B178, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10 Μαΐου, 2019. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκε περαιτέρω ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής». Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σοβαρότητα δε στην παρούσα επιτείνεται εάν ληφθούν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αφού μέσα από αυτά φαίνεται η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Ο αριθμός, το είδος αλλά και η συχνότητα διάπραξης αδικημάτων εκ μέρους του και ιδιαίτερα αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής αλλά και σοβαρών αδικημάτων που αφορούν τον νόμο για τα ναρκωτικά, καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη αλλά δυστυχώς επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά και διάπραξη βεβαίως σοβαρής μορφής επαναλαμβανόμενων αδικημάτων με προφανές κίνητρο την εξασφάλιση οικονομικού οφέλους. Περαιτέρω η σοβαρότητα προκύπτει και από τη συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας, με τη σημείωση ότι κλοπιμαία περιουσία συνολικής αξίας €3.280.- δεν εντοπίστηκε και δεν επιστράφηκε στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι υπέστησαν ανάλογη ζημιά, ενώ ο κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε τους παραπονούμενους. Αυτό δεν έγινε ούτε για τις ζημιές που προκλήθηκαν σε περιουσίες συνολικής αξίας €300.-. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου 2 λαμβάνω υπόψη μου:
(1)Την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία τόσο στην παρούσα όσο και στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Προέβη σημειώνεται σε θεληματικές καταθέσεις, καθώς επίσης και σε υποδείξεις σκηνών.
(2)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αλλά και στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, η οποία παραδοχή αν και δεν ήταν άμεση εντούτοις έγινε σύντομα μετά την άρνηση ενοχής αρχικά και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση μέσα από την παραδοχή του προκύπτει η μεταμέλεια του και η αναγνώριση του λάθους του.
(3)Το λευκό του ποινικό μητρώο.
(4)Το νεαρό της ηλικίας του, ήτοι είναι 23 ετών.
(5)Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και μέσα από όσα η συνήγορος του ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα είναι διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικού παιδιού ηλικίας 2 ετών, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Αγγλία από όπου κατάγονται οι γονείς του αλλά από ηλικία 7 ετών βρίσκεται στην Κύπρο. Ο πατέρας του εργάζεται σε ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα και η μητέρα του σε μαγειρείο στις αγγλικές βάσεις. Έχει μία αδερφή ηλικίας 25 ετών σήμερα η οποία διαμένει στην Αγγλία. Οι σχέσεις του με τους γονείς του και την αδερφή του είναι μέτριες. Μετά την αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο έκανε διάφορες εργασίες ενώ πριν τη σύλληψη του εργαζόταν ως πελεκάνος. Αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και γι΄ αυτό είχε παραμείνει και κάποιο διάστημα στις κεντρικές φυλακές αφού δεν μπορούσε να πληρώσει τις διατροφές του για το ανήλικο. Ένεκα προβλήματος επικοινωνίας με την πρώην σύζυγο του ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία επικοινωνία ούτε με το ανήλικο παιδί του. Από μικρή ηλικία δε είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, κάτι που είχε και ως αποτέλεσμα προβλήματα στην εργασία του αφού δεν μπορούσε να αποδώσει και γι' αυτό άλλαζε συνεχώς εργασίες, ενώ επιθυμεί όπως ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Να σημειωθεί ότι στο παρελθόν έκανε πολλές φορές προσπάθεια απεξάρτησης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στο σημείο αυτό δε αναφέρω εν σχέση με την αναφορά της κας Ζησιμοπούλου ότι κίνητρο για την διάπραξη των αδικημάτων ήταν η ανάγκη του να εξασφαλίσει τη δόση του, ότι αυτό λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που υποδεικνύεται στην Piliev (ανωτέρω), όπου ουσιαστικά επικυρώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης: «Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτισε εναντίον της περιουσίας των παραπονουμένων με σκοπό να εξασφαλίσει λεφτά για να ικανοποιήσει τον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά δεν αποτελεί ελαφρυντικό (βλ. McInerney
(2003)1 Cr. App. R. 627, Lawrence
(1988)10 Cr. App. R (S) 463). Το ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να ενήργησε - αν σε αυτό στόχευε να παραπέμψει η υπεράσπιση με την αναφορά στην εξάρτησή του - κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών, αν και του πιστώνεται ως ελαφρυντικό δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείρισή του». Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Τα πιο πάνω με οδηγούν στην κρίση ότι προέχει η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά ιδιαίτερα του ίδιου του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αυτές της φυλάκισης, και επιβάλλω στον κατηγορούμενο 2 τις ακόλουθες ποινές: Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 2, 4, 5, 6 και 7 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τα τεκμήρια της υπόθεσης 2241/19 να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης επαναλαμβάνεται εδώ πως ο κατηγορούμενος δεν έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους στην έκταση που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ούτε και εξέφρασε τέτοια πρόθεση. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την υπόθεση 1058/20. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο