Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Oszust κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1058/20, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1058/20 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Και
- .... Oszust, κ.α. Κατηγορούμενοι -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.06.2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο 1: κα Δ. Ζησιμοπούλου Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες 1, 3 και 4 οι οποίες αφορούν διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα, πέραν των όσων αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφέρεται εδώ απλά πως ο κατηγορούμενος 1, μαζί με τον κατηγορούμενο 2 (για τον οποίο η παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής σε άλλη υπόθεση που τον αφορά), την 21/02/20 διέρρηξαν και εισήλθαν σε υπό ανακαίνιση ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα και έκλεψαν 2 τηλεοράσεις αξίας €400.-. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 την 23/02/20 διέρρηξε και εισήλθε στο ίδιο ξενοδοχείο και έκλεψε ακόμη 2 τηλεοράσεις αξίας €400.-, ενώ στις 16/02/20 διέρρηξε και εισήλθε σε κτηνιατρική κλινική στο Παραλίμνι όπου έκλεψε το χρηματικό ποσό των €200.-. Ας σημειωθεί εδώ ότι 2 εκ των τηλεοράσεων πιο πάνω εντοπίστηκαν, ενώ οι άλλες δύο πουλήθηκαν από τους κατηγορούμενους 1 και
- Ούτε η αξία των 2 τηλεοράσεων ούτε το ποσό των €200.- επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ήτοι καταδικάστηκε από το Ε.Δ.Αμμοχώστου στην υπόθεση 4894/19 στις 28/01/20 για διαρρήξεις και κλοπές σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με τριετή αναστολή. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1 συμφώνησε με την έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Ανέφερε δε ότι πρόκειται για πολύ νεαρό άτομο που είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από νεαρή ηλικία και αυτή είναι η κύρια αιτία διάπραξης των αδικημάτων. Είπε επίσης ότι έχει αγχώδη διαταραχή. Έχει βοηθήσει ανέφερε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Ευρίσκεται υπό κράτηση από την 01/03/
- Στις κεντρικές φυλακές γίνονται συχνά έλεγχοι και είναι πάντα αρνητικός. Επιθυμεί δε να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης στις κεντρικές φυλακές ενώ ως εκ της κράτησης του είχε χρόνο να αναλογιστεί τη ζωή του και τον βοήθησε σε μια ψυχολογική απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Σήμερα είναι καλύτερα. Τέλος, είπε ότι δεν θα προβεί σε εισήγηση για αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης, ενώ ως προς το θέμα ενεργοποίησης της ποινής που του επιβλήθηκε με βάση την προηγούμενη καταδίκη του πιο πάνω είπε ότι αν γίνει ενεργοποίηση να ληφθεί υπόψη και η ποινή που θα επιβληθεί στην παρούσα και η προσωπική του κατάσταση και όσο το δυνατό να ενταχθεί στην κοινωνία και να συνεχίσει τη ζωή του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3 και 4 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ.24/6/2016 που αφορούσε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824).» Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και σε πρόσφατη νομολογία όπως στις Hussein v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B206, ECLI:CY:AD:2019:B206, Ποιν. Έφ. 252/2018 ημερ. 31/5/2019 και Balampanidis v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019: B178, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10 Μαΐου, 2019. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκε περαιτέρω ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής». Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όσον δε αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου 1, ως προκύπτει από την νομολογία μας οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα βαρύνεται, ως προαναφέρθηκε, με μία προηγούμενη καταδίκη, στην οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή. Εντύπωση βεβαίως προκαλεί το γεγονός ότι τα αδικήματα της παρούσας διαπράχθηκαν κάποιες μέρες μετά που το Δικαστήριο του έδωσε την ευκαιρία να παραμείνει ελεύθερος και του εξήγησε τις συνέπειες που θα έχει τυχόν διάπραξη νέων αδικημάτων. Αυτό δείχνει ότι η στάση του στην τήρηση των Νόμων είναι άκρως περιφρονητική και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου 1 λαμβάνω υπόψη μου:
(1)Την παραδοχή του στην Αστυνομία και τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές.
(2)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία δεν ήταν μεν άμεση πλην όμως έγινε σύντομα μετά την άρνηση ενοχής αρχικά και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση μέσα από την παραδοχή του προκύπτει η μεταμέλεια του και η αναγνώριση του λάθους του.
(3)Το νεαρό της ηλικίας του, ήτοι είναι 21 ετών.
(4)Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και μέσα από όσα η συνήγορος του έχει αναφέρει. Συγκεκριμένα κατάγεται από την Πολωνία και οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ενός έτους. Δεν διατηρεί καμία επαφή με τον πατέρα του. Η μητέρα του, η οποία εργάζεται σε pet shop, τέλεσε άλλους 2 γάμους και απέκτησε ακόμη 2 παιδιά (από τον 2ο γάμο μια θυγατέρα ηλικίας 18 ετών σήμερα η οποία βρίσκεται στην Πολωνία και από τον τελευταίο της γάμο ένα γιό ηλικίας 1,5 χρονών σήμερα). Οι σχέσεις του με τη μητέρα και τα αδέλφια του είναι καλές. Φοίτησε μέχρι την Γ' Γυμνασίου και στη συνέχεια εγγράφηκε σε νυχτερινό λύκειο αλλά διέκοψε λόγω του ότι αναγκάστηκε να επαναλάβει την ίδια τάξη. Ακολούθως εργαζόταν σαν πελεκάνος μέχρι την σύλληψη του. Είναι χρήστης ουσιών από μικρή ηλικία και παρακολουθείτο από ψυχίατρο για ένα χρόνο. Στην παρούσα φάση λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή λόγω αγχώδους διαταραχής. Επιθυμεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Στο σημείο αυτό δε σημειώνεται εν σχέση με την αναφορά της κας Ζησιμοπούλου ότι διέπραξε τα αδικήματα λόγω της εξάρτησης του από τις ουσίες, υπό την έννοια προφανώς ότι κίνητρο για την διάπραξη των αδικημάτων ήταν η ανάγκη του κατηγορούμενου να εξασφαλίσει τη δόση του, ότι αυτό λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που υποδεικνύεται στην Piliev (ανωτέρω), όπου ουσιαστικά επικυρώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης: «Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτισε εναντίον της περιουσίας των παραπονουμένων με σκοπό να εξασφαλίσει λεφτά για να ικανοποιήσει τον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά δεν αποτελεί ελαφρυντικό (βλ. McInerney
(2003)1 Cr. App. R. 627, Lawrence
(1988)10 Cr. App. R (S) 463). Το ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να ενήργησε - αν σε αυτό στόχευε να παραπέμψει η υπεράσπιση με την αναφορά στην εξάρτησή του - κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών, αν και του πιστώνεται ως ελαφρυντικό δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείρισή του». Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Τα πιο πάνω με οδηγούν στην κρίση ότι προέχει η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά ιδιαίτερα του ίδιου του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αυτές της φυλάκισης, και επιβάλλω στον κατηγορούμενο 1 σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 3 και 4 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω, αν και δεν έγινε σχετική εισήγηση, κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης σημειώνεται εδώ πως ο κατηγορούμενος δεν έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους στην έκταση που έχει αναφερθεί πιο πάνω (€600 ήτοι 2 τηλεοράσεις αξίας €400 + €200), ούτε και εξέφρασε τέτοια πρόθεση. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Με δεδομένο ότι ο χρόνος καταδίκης για τα επίδικα αδικήματα είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος 3ετούς αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης 15 μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 στις 28/01/20, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή χρήζει ενεργοποίησης. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου αναφορικά με ποινή φυλάκισης με αναστολή, μετά από καταδίκη σε άλλο αδίκημα καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης τους, καθορίζονται στο άρθρο 4 του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένες Περιπτώσεις Νόμου 95/72, το οποίο προβλέπει τα εξής: «4.
(1)Οσάκις πρόσωπον κατεδικάσθη, διαρκούσης της περιόδου της εφαρμογής του διατάγματος, δι' αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσίν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων - (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολόβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του». Με βάση την πιο πάνω διάταξη το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε δεύτερο στάδιο, σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή, εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου, λαμβάνοντας ένα από τα μέτρα που προβλέπονται από αυτό (βλ. και Σύμκασης ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 1 και Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 443). Διάταγμα δε για ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)εκδίδεται, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα. Από το λεκτικό του άρθρου 4
(1)φαίνεται δε ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος καταδίκης στο μεταγενέστερο αδίκημα που πρέπει να είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος και όχι ο χρόνος διάπραξής του (βλ. Χριστούδκιας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 52). Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 95/72, αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής και θεωρεί την ενεργοποίηση της ποινής σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Όπου οι όροι της αναστολής παραβιάζονται, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση των όρων είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται (βλ. Dimitri Parashou Louka v. The Police
(1986)2 C.L.R. 141, Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 409 και Χριστούδκιας ανωτέρω). Η ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής συνδέεται κατ' εξοχή με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων κάτω από τους οποίους η ποινή είχε ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 251). Όσον αφορά την άσκηση της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και το τι άλλο λαμβάνεται υπόψην, ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς τη δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» (βλ. επίσης Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 155, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 243 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 628). Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται είτε η ποινή φυλάκισης είχε ανασταλεί από το Δικαστήριο, είτε μεταγενέστερα, δυνάμει απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ' ενάσκηση συνταγματικού του δικαιώματος. Μεταξύ των δύο υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα επιβολή ποινής για το νέο αδίκημα, χωρίς να επηρεάζεται στην απόφαση του ως προς το είδος και την έκταση της ποινής, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό περίοδο αναστολής έκτισης ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί προηγουμένως. Αξιολογεί κάθε σχετικό παράγοντα και επιβάλλει την κατάλληλη ποινή, η οποία αρμόζει τόσο στο αδίκημα όσο και στον αδικοπραγούντα. Συνεπώς το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ποινή φυλάκισης που είχε ανασταλεί προηγουμένως από Δικαστήριο και έχει επίσης διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ολόκληρη ή ένα μικρό ή μεγάλο μέρος αυτής. Στην δεύτερη όμως περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με την ανασταλείσα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ποινή, εφόσον δεν μπορεί να εξετάσει είτε μη ενεργοποίηση της είτε ενεργοποίηση της για μικρότερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα υποχρεούται να εκλάβει ως δεδομένο ότι αν επιβάλει ποινή φυλάκισης για το νέο αδίκημα τότε αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή και σε όλη την έκτασή της που είχε απομείνει πριν την αναστολή της. Γι' αυτό δε το λόγο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός της ύπαρξης ανασταλείσας με προεδρικό ένταλμα ποινής, έτσι ώστε να σταθμίσει τις επιπρόσθετες σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενη νέα ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο (βλ. Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 356). Την ευθύνη λοιπόν για την πληροφόρηση του Δικαστηρίου για το γεγονός ενεργοποίησης ανασταλείσας ποινής, φέρει τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και η Υπεράσπιση. Στην παρούσα δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης, η έκτιση της οποίας αναστάληκε με προεδρικό ένταλμα. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα ενεργοποίησης της προαναφερόμενης ανασταλείσας ποινής φυλάκισης αναφέρεται πως δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής από τον κατηγορούμενο 1 στην παρούσα, ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης οιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντιθέτως είναι εμφανές από την εν γένει εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο και πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι της προηγούμενης ποινής που του επιβλήθηκε διέπραξε 3 νέα σοβαρά αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά στα οποία είχε καταδικαστεί. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής δεν υφίστανται πλέον. Κρίνω δε ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα, θα έχει ως αποτέλεσμα, η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημά της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της. Περαιτέρω κρίνω ότι η συνολική ποινή δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης των 15 μηνών. Ως εκ τούτου διατάσσεται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης 15 μηνών της υπόθεσης 4894/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η ενεργοποιηθείσα ποινή να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην παρούσα. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο