Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. KIROV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1803/20, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1803/20 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- ...... KIROV
- ...... BOZHKOV
- ...... PETROV
- ..... BONEV Κατηγορούμενων ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31/08/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Α. Δημοσθένους (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ''Μιχαήλ) Για Κατηγορούμενο 3 : κ. Ν. Δημητρίου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χ. Δημητρίου) Κατηγορούμενος 3 : παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 3 στην παρούσα αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες, οι οποίες μπορούν να χωριστούν σε δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τις κατηγορίες 1-
- Στις συγκεκριμένες κατηγορίες κατηγορείται ότι μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους στις 26/04/20 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα ήτοι την εμπορία ναρκωτικών (1η κατηγορία) και μεταξύ των ημερομηνιών 25 - 27/4/2020, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, στον ίδιο τόπο πιο πάνω, ομού μετά του κατηγορούμενου 2, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 187,39 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας (2η κατηγορία), είχαν στην κατοχή τους το εν λόγω ελεγχόμενο φάρμακο χωρίς άδεια (3η κατηγορία), προμηθεύτηκαν από άγνωστο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 187,39 γραμμάρια κάνναβης χωρίς την άδεια (4η κατηγορία) και προσφέρθηκαν να προμηθεύσουν τον 1ο κατηγορούμενο με ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β (5η κατηγορία). Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τις κατηγορίες 6-
- Εδώ κατηγορείται ότι μαζί με τον κατηγορούμενο 2, μεταξύ των ημερομηνιών 1/3/2020 - 27/4/2020, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα ήτοι την εμπορία ναρκωτικών (6η κατηγορία), είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήτοι άγνωστη ποσότητα κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (7η κατηγορία) και προμήθευσαν σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄ ήτοι άγνωστη ποσότητα κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (8η κατηγορία). Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 6 που αφορούν συνομωσία εδράζονται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα συνδυαστικά με τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο αρ. 29/77 και βεβαίως όλα τα υπόλοιπα αδικήματα στα σχετικά άρθρα του τελευταίου νόμου. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι τόσο ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος σημειωτέον αντιμετώπιζε από κοινού με τον κατηγορούμενο 3 τις ίδιες κατηγορίες πιο πάνω, όσο και οι κατηγορούμενοι 1 και 4, έχουν προβεί σε παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και τους επιβλήθηκαν ποινές σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες. Έγιναν επίσης παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν κάποια τεκμήρια εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις τελικές τους αγορεύσεις, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3 δε προέβη και σε σύντομο σχολιασμό, προφορικά, των όσων έθεσε με την αγόρευση της η κατηγορούσα αρχή. Όσα αναφέρουν δε οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Α. Δια ζώσης ΜΚ1 Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Κουμή O μάρτυρας υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αμμοχώστου και είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρθηκε δε στις ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης (βλ. τις καταθέσεις του τεκμ.4, 5 και 6) και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια (αρ. 1-3, 7-30). Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι βρισκόταν στη σκηνή όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά κατά την ημερομηνία και ώρα σύλληψης του πρώτου κατηγορουμένου, του XXXXX Rumenov και είπε ότι είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει τον χάρτη που απεικόνιζε συγκεκριμένη περιοχή, που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, όταν εξασφαλίστηκε μαρτυρία από την Marinova και τους επεξήγησε τι εικόνιζε αυτός ο χάρτης. Σε συνδυασμό με την επιτόπια του επίσκεψη διαπίστωσε ότι (ο χάρτης) περιέγραφε το ακριβές σημείο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά. ΜΚ2 XXXXX Vasilev Bozhkov Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν πολύ σύντομη. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση και παραδέχθηκε τα αδικήματα που διέπραξε. Όταν ρωτήθηκε αν μίλησε με τη δικηγόρο του αναφορικά με όσα έχουν λεχθεί από την τελευταία την προηγούμενη δικάσιμο για μετριασμό της ποινής του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για τι γεγονότα μιλάμε επειδή ήταν γραπτώς που κατέθεσε τα γεγονότα, ενώ στη συνέχεια, αφού συμφώνησε ότι άκουσε όσα περαιτέρω ανέφερε η δικηγόρος του προφορικά για τη συμμετοχή του στην υπόθεση, είπε ότι γι' αυτά που θυμάται συμφωνεί. Επίσης, με δεδομένο ότι δεν παραδεχόταν αρχικά τις κατηγορίες, ερωτήθηκε τι τον οδήγησε τελικά να παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και απάντησε ότι ήταν αυτά που είπε προηγουμένως για τις υποσχέσεις των αστυνομικών ότι δεν θα δικαστεί, ότι θα μείνει υπό κράτηση οκτώ ημέρες και από την άλλη πλευρά οι απειλές που δέχθηκε ότι θα σπάσουν τα κόκκαλα του κλπ. Και παραδέχθηκε επειδή ήθελε να πάει πίσω στην οικογένεια του και για να μη τον δέρουν. Στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι ο ίδιος συνέταξε το τεκμ.35 και αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτό, ενώ περαιτέρω δήλωσε πως συμφωνεί με τούτα που έγραψε στο έγγραφο αυτό. Β. Παραδεκτά γεγονότα και εκ συμφώνου κατατεθείσα μαρτυρία Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα εξής : (α) όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 21, κατασχέθηκαν νόμιμα, διακινήθηκαν νομότυπα χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση σ' αυτά και χωρίς να υπάρχει κενό στον κρίκο της αλυσίδας των ατόμων που τα χειρίστηκαν από τη στιγμή της ανεύρεσης και παραλαβής τους μέχρι και την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. (β) όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στον κατάλογο Τεκμήριο 21, πλην αυτών με αύξων αριθμό 12, 13, 17, 20 και 21, βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας, είναι υπαρκτά κατά τον τρόπο που περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων και εν σχέση με τη διακίνησή τους κτλ. ισχύει η δήλωση που έγινε προηγουμένως κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 21 (βλ. παραδεκτό (α) ανωτέρω). (Ο ΜΚ1 διευκρίνισε πως τα τεκμ. με αύξων αριθμό 12, 13, 17 και 20 που αφορούν έντυπα λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων από τους κατηγορούμενους 1 μέχρι 4, δεν βρίσκονται στην κατοχή του, ενώ το υπ' αριθμόν 21 που αφορά το ανοικτό πακέτο έχει ήδη κατατεθεί). (γ) όσα αναφέρει ο πρώην 1ος κατηγορούμενος στις καταθέσεις του τεκμ.7 και 8 όσον αφορά την συμμετοχή του στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητούνται και είναι παραδεκτά. (δ) όσα αναφέρει ο πρώην 4ος κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμ.24 όσον αφορά την συμμετοχή του στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητούνται και είναι παραδεκτά. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου με αριθμό αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε. 2255/ 20, Τεκμήριο
- (β) Δεύτερη έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου με αριθμό αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε. 2169/20, Τεκμήριο
- (γ) Έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου Διερεύνησης Σκηνής Εγκλήματος και Εμφάνισης Αποτυπωμάτων με αριθμό αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε. 2169/20, Τεκμήριο
- (δ) Έκθεση του Χημείου του Κράτους, ημερομηνίας 08/05/20, Τεκμήριο
- (ε) Κατάθεση του Υπαστυνόμου XXXXX Χριστοδούλου ημερ.21/07/20, Τεκμήριο
- Ενώ, για το τεκμήριο 17 που είχε ήδη κατατεθεί από τον ΜΚ1, έγινε εκ συμφώνου δήλωση ότι και αυτό γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του. Γ. Ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 Ο κατηγορούμενος 3 ως προανέφερα προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα ότι υιοθετεί την κατάθεση που έδωσε στις 29/04/20, τεκμ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως αναφέρθηκε ανωτέρω δηλ. τα τεκμήρια 17, 31-34 και 36, καθώς επίσης τα παραδεκτά γεγονότα, δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και το άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον ΜΚ1, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, αναφέρω πως δεν προκύπτει οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε, ούτε και υπάρχει τέτοια εισήγηση από την υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Για τον ΜΚ2 κατ'αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός έδωσε 3 καταθέσεις στην Αστυνομία ήτοι στις 28/04/20, (τεκμ.1), 29/04/20 (τεκμ.2) και 02/05/20 (τεκμ.3). Η πρώτη κατατέθηκε στη διαδικασία χωρίς ένσταση. Για τις άλλες δύο διεξήχθη διαδικασία δίκης εντός δίκης και αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν θεληματικές καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια (στο σημείο ακριβώς αυτό άλλαξε απάντηση και παραδέχτηκε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε). Σημειώνεται δε πως σε αυτές τις δύο καταθέσεις εμπλέκει στην υπόθεση, εκτός από τον εαυτό του, και τον κατηγορούμενο 3. Όλες οι καταθέσεις θα αξιολογηθούν βεβαίως στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας. Βεβαίως εδώ θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι το τεκμ.35, που κατατέθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του ως εμφαίνεται ανωτέρω, αποτελεί δήλωση του μάρτυρα ότι δεν υιοθετεί την κατάθεση του στην αστυνομία ημερ. 29/04/20 (τεκμ.2) σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο, αφού όπως αναφέρει δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Προχωρώ λέγοντας ότι ένεκα της εμπλοκής του στην υπόθεση και της παραδοχής του σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε από κοινού με τον κατηγορούμενο 3 (στην 1η κατηγορία και με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους), ο ΜΚ2 θεωρείται αναμφίβολα συναυτουργός (βλ. Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 530-539). Όσον αφορά την προσέγγιση μαρτυρίας συνεργού, ως έχει νομολογηθεί, το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση. Το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το Δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχτεί τη μαρτυρία αυτή και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχτεί σε αυτήν χωρίς ενίσχυση, τότε έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα. Όταν όμως το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί σε τέτοια μαρτυρία χωρίς άλλο στήριγμα, τότε πρέπει να αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία, η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συνεργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα (βλ. Zacharias ν. The Republic
(1962)C.L.R. 52 και Saad κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2Α.Α.Δ 106). Όσον αφορά το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται σχετικά στην Saad (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ. 496-504. Όσον δε αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού μέρος της παλαιότερης δικής μας νομολογίας αλλά και της αντίστοιχης αγγλικής υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Όμως στην απόφαση του Privy Council, Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάνθηκε και στην δική μας Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 - αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το κατ' αρχήν παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει όμως το δικάζον Δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού. Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ.628 αναφέρθηκε ότι ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίστηκε όμως ότι με τον όρο "ορθολογιστική", δεν δημιουργείται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση (βλ. επίσης την Saad (ανωτέρω) όπου γίνεται σχετική αναφορά στην Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488). Βλ. και Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015 και 17/2015 ημερ. 4.7.2017 (υπόθεση Δρομολαξιάς). Ως εκ των ανωτέρω αισθάνομαι πως είναι επιβεβλημένη η αυτοπροειδοποίηση στην οποία προβαίνω, για την ανάγκη προσέγγισης της μαρτυρίας του με την αναγκαία επιφυλακτικότητα και προσοχή ώστε να κριθεί αν η μαρτυρία αυτή μπορεί να αποτελέσει, στο σύνολο της ή μέρος της, ασφαλή βάση για κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και για καταδίκη. Με αυτά υπόψη αναφέρεται εδώ πως σαφώς ο μάρτυρας έδειξε να μην είναι διατεθειμένος να πει όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση. Φάνηκε τούτο από τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις, μονολεκτικά ή και με σύντομες απαντήσεις και αφού προηγουμένως σκεφτόταν, και από τις ίδιες τις απαντήσεις του. Για παράδειγμα αν και δέχτηκε αρχικά ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση και ότι παραδέχθηκε τα αδικήματα που διέπραξε, στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν μίλησε με τη δικηγόρο του αναφορικά με όσα έχουν λεχθεί από την προηγούμενη δικάσιμο για μετριασμό της ποινής του προσπάθησε να υπεκφύγει λέγοντας ότι δεν γνωρίζει για τι γεγονότα μιλάμε επειδή ήταν γραπτώς που κατέθεσε τα γεγονότα. Όμως έχει τούτο λογική; Υπήρχε δηλαδή περίπτωση η δικηγόρος του να είπε πράγματα για αυτά τα πολύ σοβαρά αδικήματα που παραδέχτηκε και να μην υπήρξε συνεννόηση μαζί του;. Δεν διαφεύγει βεβαίως ότι ακολούθως συμφώνησε ότι άκουσε όσα περαιτέρω ανέφερε η δικηγόρος του προφορικά για τη συμμετοχή του στην υπόθεση και είπε ότι γι' αυτά που θυμάται συμφωνεί. Όμως εάν συμφωνεί και έχοντας υπόψη ότι το τρίτο πρόσωπο με το οποίο βρισκόταν σε συνεννόηση για την πώληση ναρκωτικών, ως αναφέρθηκε στον μετριασμό της ποινής του, με βάση τις καταθέσεις του τεκμ. 2 και 3 ήταν ο κατηγορούμενος 3, αλλά και ότι τα γεγονότα εκτέθηκαν και η αγόρευση για μετριασμό της ποινής του έγιναν μετά τη σύνταξη του τεκμ.35, τότε ακριβώς προκύπτει ότι αφενός τα δύο δεν συνάδουν λογικά και περαιτέρω φαίνεται ακριβώς ότι δεν ήθελε να πει την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και όσα γνώριζε. Επίσης, παρά την παραδοχή του στις κατηγορίες, στην ερώτηση τι τον οδήγησε τελικά να παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ενώ αρχικά δεν παραδεχόταν, επέλεξε να επαναφέρει κατά ένα γενικό τρόπο όσα ισχυρίστηκε στη δίκη εντός δίκης και απορρίφθηκαν. Βεβαίως η ερώτηση προφανώς είχε να κάνει με την παραδοχή του στο Δικαστήριο και η απάντηση του μάλλον άσχετη ήταν. Ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε για τις καταθέσεις που έδωσε τεκμ.1, 2 και 3, ούτε σημειώνω για το τεκμ.
- Παρεμβάλλω πως το τελευταίο αυτό έγγραφο ήταν γνωστό στην κατηγορούσα αρχή αφού κατατέθηκε σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα στα πλαίσια αιτήματος της υπεράσπισης για να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος
- Κατά την αντεξέταση δε αναγνώρισε το τεκμ.35 και δήλωσε πως συμφωνεί με όσα αναφέρονται σε αυτό. Είναι όμως γεγονός πως καμία ερώτηση δεν υπεβλήθη ούτε στην αντεξέταση αναφορικά με οποιαδήποτε εκ των καταθέσεων του τεκμ.1, 2 και
- Έχει σημασία δε ν' αναφερθεί εδώ περαιτέρω πως ο μάρτυρας δεν επανεξετάστηκε. Έχοντας αυτά υπόψη προχωρώ και λέω ότι ο μάρτυρας αναφέρει στο τεκμ.35 ότι δεν υιοθετεί την κατάθεση του στην Αστυνομία ημερ.29/04/20 (τεκμ.2) σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, αφού δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο μάρτυρας επαναλαμβάνω δεν επανεξετάστηκε και δεν επιχειρήθηκε να αντικρουστεί η δήλωση του. Συνεπώς ο μάρτυρας ενόρκως έχει αναιρέσει όσα αναφέρει στο τεκμ.2 για τον κατηγορούμενο 3 και αυτά δεν θα ληφθούν υπόψη. Στο τεκμ.35 όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στην κατάθεση ημερ. 02/05/20 (τεκμ.3). Πρόκειται για κατάθεση με την οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο 3 στην ποσότητα των ναρκωτικών που εντοπίστηκε στις 27/04/
- Πιο συγκεκριμένα ερωτώμενος στην ερώτηση 3 για τον ταχυδρομικό φάκελο με το σχεδιάγραμμα (βλ. τεκμ.9), έδωσε την εξής απάντηση: «Το σχέδιο το ζωγράφισε ο XXXXX στις 25/04/2020, μου το έδωσε και μου είπε ότι σε αυτό το τόπο έχει περίπου 200 γραμμάρια κάνναβη. Μου έδωσε αυτό το σχέδιο και εγώ το είχα μαζί μου μέχρι την ημέρα που με συλλάβατε. Στις 26/04/2020 με πήρε τηλέφωνο ο XXXXX και μου είπε ότι ο XXXXX θέλει μαριχουάνα. Ο XXXXX επέμενε ότι θέλει γρήγορα μαριχουάνα. Εγώ πήγα στο σπίτι του XXXXX και του είπα ότι ο XXXXX μου είπε πριν ότι έχει ναρκωτικά στο Κάβο Γκρέκο και αν θέλεις θα σου πω που είναι, αλλά εγώ δεν θέλω να ανακατώνομαι άλλο. Φοβήθηκα γιατί λίγες μέρες πριν η αστυνομία έπιασε ένα άλλο βούλγαρο με ναρκωτικά. Λίγο μετά από αυτό την ίδια μέρα είδα την XXXXX, η οποία είναι φίλη μου εδώ και δυο τρία χρόνια και της έδειξα το σχέδιο που μου έδωσε ο XXXXX. Η XXXXX φωτογράφησε το σχέδιο με το τηλέφωνο της. Το σχέδιο το κράτησα εγώ. Της είπα να πάει μαζί με τον XXXXX και να του εξηγήσει τον τόπο που δείχνει το σχέδιο. Αυτή και ο XXXXX πήγαν και από ότι μου είχε αναφέρει μετά η XXXXX, τους κατάγγειλε η αστυνομία και αυτοί φοβήθηκαν και έφυγαν. Μετά ήρθαν κοντά μου και ο XXXXX ξεκίνησε να μου φωνάζει για το πρόστιμο και μου είπε ότι εκεί που τον έστειλα δεν κατάφερε να βρει να ναρκωτικά τα οποία ήθελε. Εγώ του είπα ότι δεν με ενδιαφέρει και να κάνει ότι θέλει. Αυτό που σου λέω έγινε στις 26/04/
- Σου λέω ότι εγώ ήξερα ότι είχε ναρκωτικά στο Κάβο Γκρέκο. Ήξερα γιατί μου το είπε ο XXXXX και μου εξήγησε πού είναι. Η κάνναβη που βρήκατε στις 27/04/2020 ανήκει στον XXXXX. Εγώ δεν κέρδισα τίποτα από αυτή «γιατί να βάλω τι κεφάλι μου στο τσουβάλι». Αυτό είναι όλο που έγινε.». Οπότε θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της βαρύτητας που θα δοθεί στη συγκεκριμένη κατάθεση. Εξ' αρχής αναφέρω πως δεν διαφεύγει ότι κάποια πράγματα που αναφέρει πιο πάνω για τον κατηγορούμενο 3 εντοπίζονται και στο τεκμήριο
- Όμως ο μάρτυρας γνώριζε πολύ καλά ότι πέραν της κατάθεσης του τεκμ.2, έδωσε και την κατάθεση τεκμ.
- Γι' αυτήν επαναλαμβάνω δεν κάνει καμία αναφορά στο τεκμ.
- Ο μάρτυρας σημειώνεται δεν ρωτήθηκε γιατί ενώ έδωσε τις καταθέσεις τεκμ.2 και 3, που εις αμφότερες ενέπλεκε τον κατηγορούμενο 3 στην υπόθεση, επέλεξε να αναιρέσει μόνον την μία εξ' αυτών. Επίσης αναφέρω πως η υπεράσπιση γνωρίζοντας το περιεχόμενο του τεκμ.35 δεν υπέβαλε καμία ερώτηση στον μάρτυρα για να διευκρινίσει κατά πόσο η αναίρεση στην οποία προέβη για το τεκμ.2 επεκτείνεται και για το τεκμ.
- Με δεδομένο δε πως δεν ετέθη οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εδόθη το τεκμ.35 ή και γιατί ο μάρτυρας επέλεξε να προβεί σε αλλαγή πλεύσης εν σχέση με όσα ανέφερε για τον κατηγορούμενο 3 στο τεκμ.2, και έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και το γεγονός πως η αναίρεση στην οποία προέβη δεν επεκτάθηκε ούτε δια του τεκμ.35 ούτε δια ζώσης και στο τεκμ.3, θεωρώ πως αυτό που απομένει είναι πως ο μάρτυρας επέλεξε να αναιρέσει ρητά μόνο τη μία εκ των καταθέσεων που έδωσε ήτοι το τεκμ.2 (στην έκταση πάντα που αφορά τον κατηγορούμενο 3) και όχι το τεκμ.
- Τονίζεται δε εδώ πως το περιεχόμενο του τεκμ.3 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτο. Αναφορικά τώρα με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης τεκμ.3 το Δικαστήριο απεφάνθη στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης που διεξήχθη και αυτή κρίθηκε θεληματική. Με βάση αυτό βεβαίως προκύπτει πως όσα ανέφερε ήταν όσα ήθελε να πει στην αστυνομία με την ελεύθερη βούληση του και ομολόγησε όσα γνώριζε, εμπλέκοντας και τον εαυτό του. Η υπεράσπιση δεν υπέβαλε στο μάρτυρα κάτι διαφορετικό. Εξάλλου όσα αναφέρει στο τεκμ.3 συνάδουν με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου σε κάποιες εκ των κατηγοριών της πρώτης ενότητας κατηγοριών. Βεβαίως δεν διαφεύγει ότι ο ίδιος, υπό το φως και του τεκμ.2, το οποίο στη συνέχεια στα πλαίσια της ακρόασης αναίρεσε, δια του τεκμ.35, στην έκταση που αφορά τον κατηγορούμενο 3, παραδέχτηκε το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζε μαζί με τον κατηγορούμενο 3, συμπεριλαμβανομένης της 1ης κατηγορίας που αφορά συνωμοσία. Γιατί προέβη στην εν λόγω αναίρεση μόνον ο ίδιος γνωρίζει. Όμως πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η υπεράσπιση συμφώνησε με τα γεγονότα που αναφέρθηκαν από την κατηγορούσα αρχή όταν η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής και έγινε παραδοχή πως ο μάρτυρας γνώριζε ότι υπήρχε κρυμμένη ποσότητα κάνναβης στη συγκεκριμένη τοποθεσία η οποία ανήκε σε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε. Η υπεράσπιση δε ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι αυτός δεν ήταν μέλος σπείρας αλλά ενεργούσε σε συντονισμό με ακόμα ένα πρόσωπο. Τούτα συνάδουν διαπιστώνεται σε μεγάλο βαθμό με το περιεχόμενο του τεκμ.
- Τονίζω δε εδώ και έχει σημασία να λεχθεί πως η παραδοχή του πιο πάνω έγινε την 01/07/20 δηλ. 21 μέρες μετά που έγραψε το τεκμ.35 (09/06/20), προωθώντας ακριβώς τις θέσεις του που περιέχονται και στο τεκμ.
- Έχει μεγάλη σημασία δε να τονίσω εδώ πως με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος επισκέφθηκε το μέρος που εντοπίστηκε η ποσότητα των ναρκωτικών, το σχεδιάγραμμα τεκμ.9 απεικόνιζε το ακριβές σημείο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά. Η υπεράσπιση σημειώνεται δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι ήταν ο κατηγορούμενος 3 που έκανε το εν λόγω σχεδιάγραμμα και το έδωσε στον ΜΚ
- Επιπλέον, αναφέρεται εδώ πως όσα ανέφερε ο ΜΚ2 στις καταθέσεις του τεκμ.2 και 3 αναφορικά με την δική του εμπλοκή αλλά και την εμπλοκή των πρώην κατηγορούμενων 1 και 4, XXXXX και XXXXX (XXXXX), επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των τελευταίων (βλ. τεκμ.7, 8 και 24). Επίσης ένα κομμάτι εκ των όσων ανέφερε επιβεβαιώνεται από την κατάθεση της Marinova τεκμ.17 (βλ. και τεκμ.18). Σημειώνεται επίσης, ως ένα επιπλέον στοιχείο που επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του, η συχνή επικοινωνία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στις 26/04/20 και 27/04/20, οπότε εξελίχθηκαν τα γεγονότα που περιγράφουν τόσο ο ΜΚ2 όσο και οι XXXXX και XXXXX (XXXXX). Για την επικοινωνία αυτή σχετικό είναι το τεκμ.
- Την όλη εμπλοκή όμως του κατηγορούμενου 3 με την ποσότητα κάνναβης που εντοπίστηκε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΚ2 στο τεκμ. 3, έρχεται να επιβεβαιώσει και η σύνδεση του κατηγορούμενου 3 επιστημονικά με τεκμήρια της υπόθεσης. Με βάση την έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου ημερ.28/05/20, τεκμ.31 (βλ. συμπεράσματα 1 και 2 στις σελ.7 και 8): "
- Από κάθε ένα των αντικειμένων F20-2169-1.3 (Νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον διαφανές σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει σκισμένη νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον μαύρο σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει 4 μαύρες συσκευασίες με φυτική ύλη η μία δεμένη με κόμπο και οι 3 κλειστές δια καψίματος - επίχρισμα από την 1η τσάντα εσωτερικά) και F20-2169-1.5 (Νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον διαφανές σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει σκισμένη νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον μαύρο σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει 4 μαύρες συσκευασίες με φυτική ύλη η μία δεμένη με κόμπο και οι 3 κλειστές δια καψίματος - επίχρισμα από το τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο εξωτερικά) [Βλέπετε: Αριθμό Αναφοράς ΥΠΕΓΕ: 2169/2020, Επαρχία: Αμμοχώστου, Σταθμός: Υ.ΚΑ.Ν., Αριθ. Π.Η.: Σ/20/2020, Ημερομηνία Αδικήματος: 27/04/2020, Αδίκημα:
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου,
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια,
- Παράνομη παραγωγή, προμήθεια κλπ ελεγχόμενου φαρμάκου, Τόπος Αδικήματος: Περιοχή Κάβο Γκρέκο, Αγία Νάπα, Αριθμός Έκθεσης ΕΔΙΓ: 2169-2020] απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο "XXXXX Petrov" (2255-3.1) δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τα πιο πάνω αντικείμενα.
- Από το αντικείμενο F20-2169-1.11 (Νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον διαφανές σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει σκισμένη νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον μαύρο σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει 4 μαύρες συσκευασίες με φυτική ύλη η μία δεμένη με κόμπο και οι 3 κλειστές δια καψίματος - επίχρισμα από τη 2η τσάντα εξωτερικά) [Βλέπετε: Αριθμό Αναφοράς ΥΠΕΓΕ: 2169/2020, Επαρχία: Αμμοχώστου, Σταθμός: Υ.ΚΑ.Ν., Αριθ. Π.Η.: Σ/20/2020, Ημερομηνία Αδικήματος: 27/04/2020, Αδίκημα:
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου,
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια,
- Παράνομη παραγωγή, προμήθεια κλπ ελεγχόμενου φαρμάκου. Τόπος Αδικήματος: Περιοχή Κάβο Γκρέκο, Αγία Νάπα, Αριθμός Έκθεσης ΕΔΙΓ: 2169-2020] απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν, το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της πιο πάνω κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα 2255-3.1 του " XXXXX Petrov ". Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που συγκρίθηκαν, η πιθανότητα εντοπισμού του πιο πάνω γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό εκτιμάται στατιστικά ότι είναι περίπου 1:975.700.000.000.000.000 (Η εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό με τιμή 0=0,05). » Παρεμβάλλω εδώ πως ως προκύπτει από την έκθεση τεκμ.32 (βλ. σελ.7) από το αντικείμενο που περιγράφεται στα συμπεράσματα πιο πάνω έγιναν 20 δειγματοληψίες (2169-1.1 - 1.20). Προχωρώ και λέω πως δεν διαφεύγει ότι το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε είναι μικτό. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το πιο πάνω στοιχείο ήτοι η πλήρης ταύτιση του γενετικού του υλικού με τη 2η τσάντα εξωτερικά και ο μη αποκλεισμός του ως δότη του γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στην 1η τσάντα εσωτερικά και το τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο εξωτερικά, έρχεται ακριβώς να «δέσει» μαζί με όλα τα υπόλοιπα μαρτυρικά στοιχεία που εντοπίζονται και να επιβεβαιώσει την κατάθεση του ΜΚ2 τεκμ.3 περί εμπλοκής του κατηγορούμενου
- Για όποια σημασία έχει δε αναφέρεται επίσης εδώ ότι με βάση τα συμπεράσματα αρ.2 και 3 της έκθεσης του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου ημερ.05/05/20, τεκμ.32, ο XXXXX (πρώην κατηγορούμενος 1) είναι προφανώς ο δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από την 1η τσάντα εξωτερικά (δειγματοληψίες 2169-1.2 και 2169-1.3, με την τελευταία να αφορά τη μία εκ των δύο δειγματοληψιών που αναφέρονται πιο πάνω στο συμπέρασμα 1 για τον κατηγορούμενο 3). Άρα δεν μιλούμε για άγνωστο στην υπόθεση πρόσωπο, αλλά για πρόσωπο που η εμπλοκή του είναι παραδεκτή. Στο σημείο αυτό αναφέρω πως δεν έχει διαφύγει η κατάθεση του τεκμ.1, που είναι η πρώτη που έδωσε και εις την οποία επέλεξε να μην εμπλέξει ούτε τον εαυτό του. Παρεμβάλλω πως ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί των όσων αναφέρει ούτε ρωτήθηκε να εξηγήσει γιατί έδωσε τις συγκεκριμένες απαντήσεις. Γίνεται όμως αντιληπτό μελετώντας όλες τις καταθέσεις ότι στην πορεία των εξετάσεων της αστυνομίας και αφού μίλησε με τη δικηγόρο του (κάτι που δεν είχε κάνει προηγουμένως - βλ. ερώτηση και απάντηση αρ.1 στο τεκμ.1) ο μάρτυρας αποφάσισε να συνεργαστεί δίδοντας τις καταθέσεις τεκμ.2 και 3 με όλες τις λεπτομέρειες τόσο για τη δική του εμπλοκή όσο και των υπόλοιπων (για την εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 λαμβάνεται υπόψη μόνον το τεκμ.3). Εξάλλου κατά την έκθεση των γεγονότων, πριν του επιβληθεί ποινή, αναφέρθηκε ότι αρχικά αρνήθηκε ανάμειξη και ακολούθως σε νέα κατάθεση παραδέχτηκε κλπ. Καταλήγω λοιπόν με βάση όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ότι η αληθινή εκδοχή των γεγονότων καταγράφεται στις καταθέσεις του ΜΚ2 τεκμ.2 (εξαιρουμένων όσων αναφέρονται για τον κατηγορούμενο 3) και τεκμ.3 και στα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αγόρευσης μετριασμού της ποινής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτά έχουν σαφώς λογική συνοχή και περαιτέρω συνάδουν πλήρως με το υπόλοιπο πλέγμα γεγονότων ή και υποστηρίζονται από τα στοιχεία που έχουν αναφερθεί. Παρεμβάλλω εδώ πως η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι η παρούσα παρουσιάζει ομοιότητες με την Ποιν. Εφ. 142/2014, Τουμάζου v. Δημοκρατίας, ημερ.17/12/15, ECLI:CY:AD:2015: D834, με βρίσκει σύμφωνο. Ερχόμενος στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 αναφέρω κατ' αρχήν πως όσον αφορά την επιλογή του αυτή πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Ο κατηγορούμενος 3 στα πλαίσια της δήλωσης του υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ.29/04/20 τεκμ.26. Σε αυτήν αρνήθηκε ν' απαντήσει σ' ερωτήσεις πριν μιλήσει με το δικηγόρο του. Άρα στην ουσία με τη δήλωση του δεν έθεσε τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ερχόμενος τώρα στην 2η κατάθεση του κατηγορούμενου 3 ημερ. 30/04/20, τεκμ.25, και έχοντας βέβαια κατά νουν τις αρχές που αφορούν την αξιολόγηση καταθέσεων κατηγορούμενων (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109, Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693), αναφέρεται πως είναι αποδεκτή η παραδοχή του ότι είναι χρήστης ναρκωτικών αλλά και ότι γνωρίζει τον ΜΚ2, με τον οποίο είναι γείτονες και φίλοι και μίλησαν τελευταία φορά τη Δευτέρα (27/04/20) και ότι βρέθηκαν στην κατοχή του δύο κινητά τηλέφωνα, στοιχεία που επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Τίποτε άλλο δεν αποδέχομαι από την κατάθεση του αυτή. Ίσως εκ του περισσού δε αναφέρεται πως το κατά πόσο εμπλέκεται ή όχι στην παρούσα θα αποφασιστεί βεβαίως από το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω και τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου, τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως εξής:
- Στις 26/04/20, ο XXXXX επικοινώνησε με τον XXXXX (XXXXX), με τον οποίο είναι φίλοι, και του ανέφερε ότι ήθελε 10 γραμμάρια κάνναβης. Τότε ο XXXXX επικοινώνησε με τον ΜΚ2, με τον οποίο είναι φίλοι, και του ανέφερε ότι ο XXXXX ήθελε να αγοράσει την εν λόγω ποσότητα κάνναβης. Στη συνέχεια δόθηκαν οδηγίες στον XXXXX να πάει σε συγκεκριμένο μέρος στην περιοχή Κάβο Γκρέκο για να πάρει τα 10 γραμμάρια που ζήτησε και αφού τα έπαιρνε θα πλήρωνε μετά.
- Πράγματι ο XXXXX επισκέφθηκε το μέρος αλλά δεν εντόπισε την κάνναβη. Σημειώνεται ότι με οδηγίες του ΜΚ2 XXXXX Kiril συνόδευσε η Marinova, με την οποία ο ΜΚ2 διατηρεί ερωτική σχέση. Μάλιστα ο ΜΚ2 έδειξε στην Marinova ένα σχέδιο σε φάκελο (τεκμ.9), το οποίο της ζήτησε να φωτογραφήσει με το κινητό της τηλέφωνο και της ζήτησε να εξηγήσει στον XXXXX τον τόπο που δείχνει το σχέδιο.
- Ο XXXXX μετέβη ξανά στο μέρος την επόμενη ήτοι στις 27/04/20, λίγο μετά τις 14:00, και αυτή τη φορά εντόπισε μία νάιλον τσάντα με κάνναβη ήτοι «μια νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον διαφανές σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει σκισμένη νάιλον τσάντα δεμένη με κόμπο που περιέχει τεμάχιο νάιλον μαύρο σακούλι κλειστό δια καψίματος που περιέχει 4 μαύρες συσκευασίες με φυτική ύλη η μία δεμένη με κόμπο και οι 3 κλειστές δια καψίματος» (βλ. τεκμ.31 και 32). Ακολούθησε επικοινωνία του με αστυφύλακα της ΥΚΑΝ, στον οποίο και παρέδωσε την κάνναβη, ενώ στη συνέχεια μετέβησαν μαζί στο μέρος και του έδειξε το σημείο που βρήκε τα ναρκωτικά. Παρενθετικά αναφέρεται πως αποτελεί εύρημα μου ότι αυτό που βρήκε ο XXXXX και παρέδωσε ήταν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κάνναβη, βάρους 187,39 γραμμαρίων (τεκμ.34).
- Tο απόγευμα της ίδιας μέρας, κατόπιν έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα για να γίνει διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης, στο μέρος που εντοπίστηκε η κάνναβη τοποθετήθηκε ομοίωμα και η σκηνή τέθηκε υπό παρακολούθηση. Περί τις 21:15 δε εμφανίστηκε ένα πρόσωπο με μαύρα ρούχα, πλησίασε το μέρος και αφού έσκυψε πήρε το ομοίωμα. Το πρόσωπο αυτό τότε συνελήφθη και διαπιστώθηκε ότι ήταν ο Kiril, ο οποίος ένεκα της ανάγκης του να καπνίσει κάνναβη μετέβη ξανά στο μέρος για να βρει ναρκωτικά.
- Ο XXXXX, στις 27/04/20 το βράδι, έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμ.7). Την 01/05/20 έδωσε και 2η κατάθεση (τεκμ.8).
- Στις 28/04/20 συνελήφθη ο ΜΚ2, ο οποίος την ίδια μέρα έδωσε την κατάθεση τεκμ.
- Έδωσε περαιτέρω καταθέσεις στις 29/04/20 (τεκμ.2) και στις 02/05/20 (τεκμ.3).
- Ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθη στις 29/04/20 και έδωσε κατάθεση την ίδια μέρα (τεκμ.26). Την επόμενη μέρα έδωσε περαιτέρω την κατάθεση τεκμ.
- Στις 30/04/20 συνελήφθη και ο Bonev, ο οποίος έδωσε κατάθεση την 01/05/20 (τεκμ.24).
- Εναντίον όλων των πιο πάνω προσώπων καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Ο XXXXX, ο ΜΚ2 και ο Bonev προέβησαν σε παραδοχή και τους επιβλήθηκαν ποινές. Ως προς τα γεγονότα που παραδέχτηκε συγκεκριμένα ο ΜΚ2 και τι ανέφερε η δικηγόρος του έγινε αναφορά στα πλαίσια τις αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ
- Με βάση τις επιστημονικές εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού διαπιστώθηκε ότι από το επίχρισμα από την 1η τσάντα εσωτερικά και το επίχρισμα από το τεμάχιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο με κόμπο εξωτερικά απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού και ο κατηγορούμενος 3 δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τα πιο πάνω αντικείμενα. Επίσης από επίχρισμα από τη 2η τσάντα εξωτερικά απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά και το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της πιο πάνω κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα κατηγορούμενου
- Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι το σχέδιο στο φάκελο (τεκμ.9), με το ακριβές σημείο που βρισκόταν η κάνναβη, έγινε από τον κατηγορούμενο 3 και παραδόθηκε στον ΜΚ2, καθώς επίσης ότι η κάνναβη ανήκε στον κατηγορούμενο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατ' αρχήν για τις κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή εμπορίας ναρκωτικών (κατηγορίες 1 και 6) σημειώνονται τα εξής. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Οι κατηγορίες 3 και 7 που αφορούν κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β χωρίς άδεια, εδράζονται στο άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, χωρίς άδεια. Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του επίδικου αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/77, φαρμάκου, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου «ελεγχόμενον φάρμακον» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Β» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.125/2010, ημερ. 20.2.12, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Είτε όμως υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε, το άρθρο 32 του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι: «32.-
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως η κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
- i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον· ή (
- ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρων διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Κρίθηκε δε ορθή, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση εκείνη, η οποία ουσιαστικά μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο - ναρκωτικό. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 32. Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Να σημειωθεί δε ότι η προαναφερόμενη λογική αμφιβολία μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή. Δεν είναι λοιπόν αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία για τον σκοπό αυτό. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 29/77 είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971. Ως εκ τούτου καθοδηγητική μπορεί να είναι η Αγγλική επί του θέματος νομολογία (βλ. R. v. McNamara, 87 Cr. App. R. 246, R. v. Ashton-Rickhardt, 65 Cr. App. R. 67 και R. v. Champ, 73 Cr. App. R. 367). Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται για το θέμα της κατοχής και της ερμηνείας του άρθρου 28 στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620 και ιδιαίτερα ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof») καθώς και ότι οι πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού είναι συμβατές με το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. R. v. Lambert [2002] 2 A.C. 545). Σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Άθως Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.96/2016 (Σχ. με 100/2016 και 101/2016), ημερ. 28 Νοεμβρίου 2017, αναφέρθηκαν τα εξής: " Από την άλλη, εξετάζοντας κατά πόσο στοιχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της κατοχής στις άλλες δύο κατηγορίες και με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε φυσική φύλαξη των ναρκωτικών από τους εφεσείοντες, το Κακουργιοδικείο εξέτασε κατά πόσο τα ναρκωτικά βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των εφεσειόντων. Προς εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις: «●Η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης τοποθετήθηκε από τον πρώην Κατηγορούμενο 1 σε ανοικτό χώρο κάτω από παλιό ελαστικό ● Οι Κατηγορούμενοι προσέγγισαν τον χώρο όπου είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του ο πρώην Κατηγορούμενος 1 και ο οποίος χώρος ευρίσκετο σε μικρή απόσταση από το σημείο όπου είχε προηγουμένως τοποθετήσει και κρύψει τα επίδικα ναρκωτικά.» Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «Θέμα ελέγχου θα ετίθετο εν προκειμένω μόνο αν υπήρχε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο πριν, κατά αλλά και μετά την μεταφορά, τοποθέτηση και απόκρυψη των επίδικων ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο όπου ανευρέθηκαν από την Αστυνομία, οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν πού ακριβώς αυτά ευρίσκονταν και ήταν σε θέση είτε να δώσουν οποιεσδήποτε οδηγίες για τη διακίνηση και φύλαξη τους είτε να έχουν τη δυνατότητα λήψης της φυσικής κατοχής τους και γενικότερα να έχουν τον όλο έλεγχο της κατάστασης.». Κατέληξε δε ως ακολούθως: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, άμεσης ή περιστατικής υπό τη νομική έννοια που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω χρονικά στάδια που εξειδικεύσαμε ανωτέρω οποιασδήποτε μορφής έλεγχο και ή δυνατότητα πρόσβασης και επέμβασης στα επίδικα ναρκωτικά ή τον έλεγχο της όλης κατάστασης αναφορικά με τη διακίνηση τους συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας να δίνουν οδηγίες σε σχέση με αυτά. Ουσιαστικά ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο ή λεπτομέρεια ως προς τα συμφωνηθέντα για αυτό το θέμα. Παρότι έχουμε καταλήξει ότι συνωμότησαν και γνώριζαν ότι θα συμμετείχαν σε συναλλαγή με ναρκωτικά, εντούτοις δεν υπάρχει κάτι με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε με την ίδια ασφάλεια ότι είχαν έλεγχο επί των ναρκωτικών κατά τη μεταφορά τους εκεί ή ότι ήξεραν από το αρχικό στάδιο της εμπλοκής στην συνωμοσία ότι θα τοποθετηθούν κάτω από το ελαστικό και πολύ περισσότερο μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 ή άλλος πρόλαβε να τους ενημερώσει μετά την τοποθέτηση τους και πριν την καταδίωξη του για το σημείο που τα έβαλε.» Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. Hiscock v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017). Σχετική ανάλυση αναφορικά με την έννοια της «κατοχής» γίνεται στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω).[1] ....... " Στην επίσης πρόσφατη Hiscock v. Δημοκρατίας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017, λέχθηκαν τα εξής : " Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016, B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: «The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control.» (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R v. Downes [1984] Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ΄ εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887). Εν προκειμένω, η καταδίκη και των τριών κατηγορουμένων είχε από κοινού, χωρίς διάκριση, ως έρεισμα την «κοινή κατοχή», υπό την πρωτογενή έννοια του όρου και όχι υπό την έννοια της παροχής βοήθειας ή υποκίνησης ή ενθάρρυνσης κτλ, παρά το ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται αναφορά στη σχετική νομοθετική πρόνοια, ήτοι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ήταν η καταληκτική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου, αφού αναφέρθηκε στην «κοινή παρακαταθήκη» με δικαίωμα ανάληψης κατά βούληση, ως το κριτήριο της κοινής κατοχής, με παραπομπή στη Σίφουνας, ότι «ικανοποιείται το κριτήριο της κοινής κατοχής» και ότι «οι κατηγορούμενοι κατείχαν τα φυτά έχοντας τον έλεγχο και γνώση». Δεν υπέδειξε όμως, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι όντως η εφεσείουσα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση ή ότι υπήρχε όντως «κοινή παρακαταθήκη». " Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το μαχητό τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Αναφορικά με την 2η κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν της κατοχής και η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης που αφορά στην παρούσα υπόθεση η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια και όπως γίνεται αντιληπτό ως εκ της συνολικής ποσότητας που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος δηλ. 187,39 γραμμάρια, το τεκμήριο στην προκειμένη περίπτωση ενεργοποιείται. To αδίκημα της 4ης κατηγορίας για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο εδράζεται στα άρθρα 6
(1)
(2)του Ν.29/77, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 6.-
(1)Τηρουμένων οιωνδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύι κανονισμών, δεν είναι νόμιμον δι' οιονδήποτε πρόσωπον να προμηθεύεται ή να έχη ελεγχόμενον φάρμακον εν τη κατοχή αυτού.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου και του εδαφίου
(4)κατωτέρω, αποτελεί αδίκημα δι' οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του εδαφίου
(1)ανωτέρω. » Τέλος, όσον αφορά τις κατηγορίες 5 και 8, για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο, αναφέρεται ότι το άρθρο 5 του Ν.29/77 προνοεί έχει ως εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 5.-
(1)Τηρουμένων οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, δε θα είναι νόμιμο για οποιοδήποτε πρόσωπο- (α) Να παράγει, κατασκευάζει, παρασκευάζει ή εκχυλίζει ελεγχόμενο φάρμακο˙ ή (β) να προμηθεύει, προσφέρει, προσφέρεται να προμηθεύει, προσφέρει προς πώληση, διανέμει, πουλεί ή παραδίδει υπό οποιουσδήποτε όρους ελεγχόμενο φάρμακο ή ενεργεί ως μεσάζον για την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο- (α) Να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια κατά παράβαση του εδαφίου
(1)˙ (β) να ενέχεται σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια άλλου προσώπου κατά παράβαση του εν λόγω εδαφίου. » ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που εντοπίστηκε στις 27/04/20 είναι κάνναβη, βάρους 187,39 γραμμαρίων, η οποία αποτελεί, ως αναφέρθηκε, με βάση με τον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ του Νόμου 29/77, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄. Από εκεί και πέρα τα ναρκωτικά ανήκαν στον κατηγορούμενο 3, ο οποίος σημειώνω είναι το πρόσωπο που υπέδειξε στον ΜΚ2 που ακριβώς βρίσκονται τα ναρκωτικά, σχεδιάζοντας του μάλιστα την ακριβή τοποθεσία σε φάκελο. Ο κατηγορούμενος 3 δε συνάγεται ότι είχε αναμφίβολα τον έλεγχο τους και έδιδε οδηγίες εν σχέση με αυτά ή και για ανάληψη από αυτά. Εν πάση περιπτώσει είχε θεωρώ την κατοχή τους εν τη εννοία του Νόμου και της Νομολογίας. Όσον αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 είχε άδεια να κατέχει τα προαναφερόμενα ελεγχόμενα φάρμακα, από την στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί τέτοια άδεια (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ. 179). Δεν προσκομίσθηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο. Άλλωστε αυτή δεν ήταν ποτέ η θέση του κατηγορούμενου 3. Για το κατά πόσο τα ναρκωτικά κατέχονταν από τον κατηγορούμενο 3 με σκοπό την προμήθεια, επαναλαμβάνω κατ' αρχήν και εδώ πως με βάση την ποσότητα της κάνναβης έχει ενεργοποιηθεί το τεκμήριο του Νόμου και θεωρείται πως ο κατηγορούμενος 3 τα κατείχε με σκοπό την προμήθεια. Συνεπώς ότι παραμένει να εξεταστεί είναι αν ο κατηγορούμενος 3 ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ευθέως δε αναφέρεται πως η απάντηση είναι χωρίς αμφιβολία αρνητική αφού ο κατηγορούμενος 3 δεν προσέφερε καμία μαρτυρία ως προς αυτή την πτυχή, ούτε και προσπάθησε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο (βλ. Τσιάκκα κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 42/2010 + 43/2010
(2011)2 ΑΑΔ 282). Ανεξάρτητα των ανωτέρω, ίσως εκ του περισσού, αναφέρεται περαιτέρω πως ο σκοπός της προμηθείας προκύπτει επίσης ως εκ της υπόδειξης του σημείου που βρίσκονταν τα ναρκωτικά στον ΜΚ2 και της εξουσιοδότησης που προκύπτει ότι του έδωσε για να προσφέρει ναρκωτικά για πώληση. Υπενθυμίζω πως ο ΜΚ2 έχει παραδεχτεί και την 5η κατηγορία, ότι δηλαδή προσφέρθηκε να προμηθεύσει τον XXXXX με κάνναβη, ενω ο XXXXX ανέφερε ότι τα ναρκωτικά που θα έπαιρνε θα τα πλήρωνε μετά (βλ. την κατάθεση του τεκμ.7, απάντηση αρ.5, 4η γραμμή). Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και
- Δεν θεωρώ όμως πως εν σχέση με την 1η κατηγορία έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη συμφωνία μεταξύ τους, εν τη εννοία εν πάση περιπτώσει που έχει εξηγηθεί στη νομική πτυχή ανωτέρω, ούτε θεωρώ πως υπάρχει στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθεί συμπέρασμα περί της διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 4 και 5 από τον κατηγορούμενο
- Τέλος, ως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σαφές πως η δεύτερη ενότητα κατηγοριών ήτοι οι κατηγορίες 6, 7 και 8 δεν έχουν αποδειχθεί. Μαρτυρικό υπόβαθρο για απόδειξη των συγκεκριμένων κατηγοριών θα μπορούσαν να αποτελέσουν όσα ο ΜΚ2 αναφέρει στην κατάθεση του τεκμ.2 (βλ. απάντηση 10), την οποία όμως έχει αναιρέσει στην έκταση που αφορά τον κατηγορούμενο
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 2 και 3 εναντίον του κατηγορούμενου 3 και τον κρίνω ένοχο σε αυτές. Όμως απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες 1, 4, 5, 6, 7 και 8, εις τις οποίες ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο