← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. KIROV κ.α., Αρ. ποινικής υπ.: 1803/2020, 3/9/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. KIROV κ.α., Αρ. ποινικής υπ.: 1803/2020, 3/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. ποινικής υπ.: 1803/2020 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v.

  1. ..... KIROV
  2. ..... BOZHKOV
  3. ......PETROV
  4. ..... MINCHEV BONEV Κατηγορούμενοι 3 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ για κ. Δημοσθένους Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών ΣΗΜ.: Χρέη διερμηνέα εκτελεί η κα XXXXX Ελευθεριάδου, η οποία ορκίζεται να μεταφράζει από την ελληνική στη βουλγάρικη γλώσσα και αντίστροφα, όσο καλύτερα μπορεί. ΠΟΙΝΗ (από έδρας) Ο κατηγορούμενος 3 στην προκείμενη περίπτωση έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις κατηγορίες 2 και
  5. Πιο συγκεκριμένα, για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι 187,39 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας (2η κατηγορία) και για κατοχή της ίδιας ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου χωρίς άδεια (3η κατηγορία). Τα γεγονότα που διέπουν την διάπραξη των αδικημάτων αποτέλεσαν αντικείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 31.8.2020, είναι ως εκεί αναφέρονται και δεν θα τα επαναλάβω. Ο κατηγορούμενος 3 δηλώθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Σήμερα δε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου για μετριασμό της ποινής. Τα όσα ανέφερε έχουν καταγραφεί στα πρακτικά πιο πάνω και δεν θα τα επαναλάβω. Εξάλλου όπου εντοπίζονται μετριαστικοί παράγοντες θα γίνει αναφορά σε αυτούς κατωτέρω. Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος 3 είναι πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές μαζί, ενώ για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σχετική όμως με τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αφορούν ναρκωτικά είναι και η νομολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένως ότι τα ναρκωτικά ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων κυρίως ανθρώπων και των οικογενειών τους. Επιπλέον πρόκειται για αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση και συναφώς καθίσταται επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας

(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6162 και 6162/15.7.96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή.» Είναι γεγονός ότι τόσο ο σχετικός Νόμος όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνουν σε μια διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Στην υπόθεση Beyki ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 52/07 ημερ. 23.1.2008 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Περαιτέρω στην Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 λέχθηκε ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονισθεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών. (Βλ. Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι, όπως φαίνεται από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. (Βλ. μεταξύ άλλων Hassan v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 210, Abdullah v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 C.L.R. 73 και Moussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο». Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και βεβαίως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατείχε την αναφερόμενη ποσότητα 187,39 γρ. κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Λαμβάνω επίσης υπόψη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών ενόψει και της ανησυχητικής έξαρσης η οποία παρατηρείται, την οποία διαπιστώνει το Δικαστήριο από τις υποθέσεις που οδηγήθηκαν ενώπιον του ασκώντας ποινική δικαιοδοσία όλο τον προηγούμενο χρόνο αλλά και από τη νομολογία γενικότερα, ως επίσης λαμβάνω υπόψη τις συνέπειες τέτοιας φύσης αδικημάτων στην κοινωνία. Πάρα τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Με αυτά υπόψη, στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3, όπως τούτες έχουν τεθεί ενώπιον μου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, το λευκό του ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι εκ της παρούσας υπόθεσης έχει απωλέσει την εργασία του. Βεβαίως νιώθω την ανάγκη να πω εδώ ότι έχοντας εμπλακεί σε αυτά τα πολύ σοβαρά αδικήματα τον εαυτό του πρέπει να μέμφεται γι΄ αυτή την τελευταία εξέλιξη ο κατηγορούμενος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 επίσης αναφέρθηκε στο γεγονός ότι τυχόν ποινή φυλάκισης θα επηρεάσει και το παιδί του, ηλικίας 8 ετών όπως έχει αναφερθεί. Θα έλεγα επί τούτου ότι προφανώς η επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει συνέπειες και στο παιδί, το οποίο μάλιστα βρίσκεται σε μια τρυφερή ηλικία, όμως από την άλλη θα πρέπει να σημειώσω ότι με βάση τη νομολογία οι συνέπειες στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται μεν υπόψη πλην όμως δεν έχουν αποφασιστική σημασία στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.α. -v- Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Επίσης επαναλαμβάνω και εδώ ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει πολύ σοβαρά αδικήματα και θα έπρεπε ο ίδιος να σκεφτεί το παιδί του πριν εμπλακεί σε αυτά και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τώρα ως ασπίδα το παιδί για να αποφύγει την επιβολή των αρμόζουσων ποινών. Λέγοντας αυτά σημειώνω εν κατακλείδι ότι το Δικαστήριο θα δώσει στον παράγοντα αυτό την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Τέλος, όσον αφορά την αναφερόμενη συνεργασία του με τις αρχές με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνηγόρου του κατηγορούμενου δεν εντοπίζεται τέτοια συνεργασία στην παρούσα περίπτωση από μέρους του κατηγορούμενου και τα όσα ανέφερε κατά την κρίση μου δεν αποτελούν συνεργασία υπό την έννοια που έχει καθορίσει η νομολογία και θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικό στοιχείο. Αντίθετα, ως ήταν βέβαια απόλυτο δικαίωμα του, ο κατηγορούμενος εξ αρχής αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ακολούθως δε αρνήθηκε ενοχή στο Δικαστήριο και τα πράγματα πήραν την πορεία τους μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Έχοντας αυτά υπόψη μου καταλήγω ότι αρμόζουσα ποινή εν σχέση με την 2η κατηγορία είναι αυτή της φυλάκισης. Στην 3η κατηγορία, η οποία αφορά κατοχή της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών και στην ουσία τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην 2η κατηγορία στην οποία θα επιβληθεί ποινή, δεν θα επιβάλω ποινή. Στην 2η κατηγορία επιβάλω ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω αν η ποινή αυτή θα πρέπει να οδηγήσει σε άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή αν δύναται να ανασταλεί, συνεκτιμώντας και πάλιν όλα τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον μου, τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3, και στέλνοντας ακόμα μια φορά το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και θα πρέπει να τερματιστούν, βρίσκω ότι δεν δικαιολογείται αναστολή της ποινής. Συνεπώς η ποινή θα είναι άμεση. Η περίοδος της κράτησης δε που προκύπτει με βάση την ποινή που επέβαλε το Δικαστήριο μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 3 τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν μετά τη λήξη της προθεσμίας έφεσης. (Υπ.): .......... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.