Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. KIROV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1803/20, 1/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1803/20 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- XXXXX XXXXX KIROV
- XXXXX XXXXX BOZHKOV
- XXXXX PETROV
- XXXXX XXXXX BONEV Κατηγορούμενων ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 01/07/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Α. Δημοσθένους Για Κατηγορούμενο 2 : κα. Β. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο 3 : κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 2 και 3 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Διαδικασία Δίκης εντός Δίκης) Όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του ΜΚ1 στην κύρια δίκη και ακολούθως Μ1 της κατηγορούσας αρχής (στο εξής ΚΑ) για τη δίκη εντός δίκης, Αστ. XXXXX XXXXX Κουμή, οι καταθέσεις του κατηγορούμενου 2 ημερ. 29/04/20 (τεκμ. Α στη δίκη εντός δίκης) και 02/05/20 (τεκμ. Β στη δίκη εντός δίκης), η πλευρά της υπεράσπισης έφερε ένσταση. Σημειώνεται εδώ πως στο τεκμ. Α, μεταξύ άλλων, ομολογεί ότι γνώριζε που ήταν η ποσότητα κάνναβης που βρέθηκε και ότι τούτο του αναφέρθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο κατονομάζει και μάλιστα το τελευταίο αυτό πρόσωπο του έδινε το τελευταίο διάστημα ναρκωτικά για να πουλά σε άλλους, ενώ στο τεκμ. Β εξηγεί ότι το σχεδιάγραμμα στο φάκελο που εντοπίστηκε στο διαμέρισμα του το έκανε το πιο πάνω πρόσωπο που κατονόμασε και του το έδωσε και του είπε ότι εκεί υπάρχει η ποσότητα κάνναβης. Πιο συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης, οριοθετώντας την ένσταση της αναφορικά με το τεκμ. Α, είπε τα εξής: « Εγείρω ένσταση σχετικά με τη θεληματικότητα αυτής της κατάθεσης που λήφθηκε στις 29/04/20 από τον δεύτερο κατηγορούμενο, συγκεκριμένα για τους λόγους. Πρώτο, η κατάθεση δεν είναι θεληματική, αλλά λήφθηκε με απειλές που προκάλεσαν φόβο στον ύποπτο τότε, κατηγορούμενο
- Επίσης, η κατάθεση αυτή λήφθηκε με απειλές που περιείχαν λεκτική και χειρονομική, επιθετική τάση με την οποία προκάλεσαν φόβο στον ύποπτο τότε, δεύτερο κατηγορούμενο. Η κατάθεση λήφθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας όπου ο κατηγορούμενος 2, ύποπτος τότε, δεν είχε καταναλώσει τροφή και ποτό από την προηγούμενη ημέρα. Στις απειλές τις οποίες έχουν εκστομίσει οι Αστυνομικοί κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν εν τω μεταξύ γροθιά στο γραφείο, κτυπημένη κάτω από το πρόσωπο του κρατούμενου. Οι χειροπέδες του δεν αφαιρέθηκαν ούτε για μια στιγμή κατά τη διάρκεια αυτής της ολόκληρης μέρας κατά την οποία ο κατηγορούμενος 2 κρατήθηκε μέχρι η ώρα 19:00 το βράδυ στα γραφεία της ΥΚΑΝ, στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και οι απειλές οι οποίες έχει εκστομίσει ένας από τους Αστυνομικούς της ΥΚΑΝ ήτανε ότι θα σπάσει τα κόκαλά του αν δεν μιλήσει, ήταν ότι θα πάει φυλακή 3 με 5 χρόνια αν δεν πει κάποιο τρίτο όνομα και μετά από αυτήν την τακτική, η άλλη που έχουν χρησιμοποιήσει οι Αστυνομικοί για να δοθεί η κατάθεση ήτανε υπόσχεση ότι αν αναφέρει τρίτο όνομα δεν θα πάει φυλακή, δεν θα διωχθεί ποινικά και όπως χαρακτηριστικά του έχουν αναφέρει σε σχέση με τον ύποπτο, κατηγορούμενο 1 τότε, «Ο κύριος που μίλησε δεν είναι πιο έξυπνος από εσένα». Επίσης να συμπληρώσω ότι υπάρχει και λάθος στην καταγραφή της επίστησης της προσοχής του υπόπτου και η Αστυνομία έχει χρησιμοποιήσει τον δεύτερο κανόνα για τη λήψη της κατάθεσης, της ανακριτικής κατάθεσης, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογείτο να ληφθεί κατάθεση σύμφωνα με τον τρίτο κανόνα, όπου η μαρτυρία ήταν επαρκής και ο ύποπτος μπορούσε να κατηγορηθεί και να μην υποστεί άλλες ερωτήσεις μετά την κατάθεση. Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύουμε ότι η κατάθεση 29/04/20 δεν ήτανε θεληματική και έχει επηρεάσει την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου, του υπόπτου, να κρατήσει σιωπή και να μην απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις. » Ενώ για το τεκμ. Β ανέφερε τα ακόλουθα: « Εγείρεται ξανά ένσταση σε σχέση με τη θεληματικότητα της συγκεκριμένης ανακριτικής κατάθεσης του δεύτερου κατηγορουμένου, ημερομηνίας 02/05/
- Η κατάθεση αυτή λήφθηκε παράνομα κατά τη γνώμη μας, αφού έπρεπε να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος ακόμη στο στάδιο της προηγούμενης κατάθεσης και τίποτα δεν δικαιολογούσε τη λήψη αυτής της ανακριτικής κατάθεσης 02/05/
- Αυτά. Αυτός είναι ο λόγος. Η ανακριτική κατάθεση 02/05/20 λήφθηκε όπως έχει αναφερθεί στα κρατητήρια Αραδίππου. Ο ύποπτος τότε, κατηγορούμενος 2, ξανά μπορούσε να διατηρήσει σιωπή και ήταν προετοιμασμένος για τούτο, ενώ σε σχέση πάλι με τις υποβολές που είχε δεχθεί και στην προηγούμενη κατάθεση, υπόσχεση ότι αν μιλήσει και δώσει τρίτο όνομα θα αφεθεί ελεύθερος και το θέμα θα λήξει στην ανάκριση και δεν θα πάει στο Δικαστήριο και από την άλλη πλευρά οι απειλές που έχουν εκστομίσει στην προηγούμενη κατάθεση ότι θα πάει 3 με 5 χρόνια φυλάκιση για το συγκεκριμένο αδίκημα, πάλι έχουν επηρεάσει την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 2 και επιπρόσθετα η κατάθεση αυτή θα έπρεπε να ληφθεί σε άλλη φόρμα ή καθ΄ όλα κατά τη γνώμη μας σε σχέση με τους δικαστικούς κανόνες που έχει εφαρμόσει η Αστυνομία. » Περαιτέρω, η συνήγορος ανέφερε πως οι αστυνομικοί της ομάδας του ανακριτή που ήταν παρόντες κατά τη λήψη της πρώτης κατάθεσης είναι ο XXXXX ο ψηλός (Μ5 στη δίκη εντός δίκης) και ο XXXXX ο πιο χαμηλός (Μ4 στη δίκη εντός δίκης) και οι αναφορές τους σε απειλές ή οτιδήποτε για επηρεασμό της βούλησης του κατηγορούμενου, είτε με καλό, είτε με κακό και υποσχέσεις, δεν αναφέρονται στον Μ1, ο οποίος ήταν ευγενικός. Επίσης κατά τη λήψη της κατάθεσης παρών ήταν ένας κύριος με μούσι, εύσωμο σώμα (Μ3 στη δίκη εντός δίκης). Με βάση τα πιο πάνω διατάχθηκε από το Δικαστήριο η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Στα πλαίσια δε αυτά κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 5 μάρτυρες για την ΚΑ, ενώ για την πλευρά του κατηγορούμενου 2 κατέθεσε ο ίδιος. Με το πέρας της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ όσα οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και αρκούμαι να πω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Σε δίκη εντός δίκης αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Regina v Sfongaras
(1957)22 C.L.R. 113, Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Republic
(1968)2 C.L.R. 169, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510). Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Πρέπει πάντως να τηρείται κατά νου, ότι ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση κράτους δικαίου και υπό αυτό το πρίσμα το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει αφ΄ενός εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης και αφ΄ετέρου το αποτέλεσμα της. Είναι, όμως, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση δίκη εντός δίκης, με γνώμονα αφ΄ενός την αποφυγή άσκοπων διαδικασιών και αφ΄ετέρου ότι, εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως. Κατά την απόφαση εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης πρέπει να ληφθεί υπόψη όπως μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Ακόμα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει δίκη εντός δίκης εάν οι συνθήκες το απαιτούν (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' έκδοση, 2016, σελ. 899-900). Το αντικείμενο της δίκη εντός δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Το επίπεδο απόδειξης σε δίκη εντός δίκης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης εξ΄ολοκλήρου στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται απλώς αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεκτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης. Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη δίκη εντός δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη δίκη εντός δίκης θέματος, χωρίς διατύπωση που τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα (Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). Σε εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη δίκη εντός δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα δεδομένα, ως θα αποκρυσταλλωθούν τότε, απαιτούν κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία Αστ.XXXXX XXXXX Κουμή - Μ1 ΚΑ Ο μάρτυρας υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αμμοχώστου και ήταν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε, κυρίως, αναφορικά με τη λήψη από τον κατηγορούμενο 2 των δύο καταθέσεων που αναφέρονται ανωτέρω ήτοι τεκμ. Α και Β και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η λήψη των καταθέσεων αυτών. Κατέθεσε δε ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα: - Ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου 2 ημερομηνίας 28/04/20, με οπισθογράφηση αναφορικά με την εκτέλεση του, ως Τεκμήριο Γ. - Ένταλμα έρευνας αναφορικά με την οικία του κατηγορουμένου 2 ημερομηνίας 28/04/20, με οπισθογράφηση αναφορικά με την εκτέλεση του, ως Τεκμήριο Δ. - Έντυπο δικαιωμάτων συλληφθέντων/κρατουμένων στη βουλγαρική γλώσσα και μετάφρασή του στην ελληνική που παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 2 στις 28/04/20 και ώρα 17:35 από τον Αστυφύλακα XXXXX, ως Τεκμήριο Ε. - Έγγραφο που αφορά τη γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων κ.λ.π. από πρόσωπα που τελούν υπό νόμιμη κράτηση, σύμφωνα με το Άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου, στη βουλγαρική γλώσσα και πιστή μετάφραση αυτού στην ελληνική, συμπληρωμένο από τον κατηγορούμενο 2 στις 28/04/20 και ώρα 18:00, ως Τεκμήριο ΣΤ. - Αίτηση προφυλάκισης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ύποπτο τότε, ημερομηνίας 29/04/20, ως Τεκμήριο Ζ. - Έντυπο με τα δικαιώματα ύποπτων/κατηγορουμένων στη βουλγαρική γλώσσα και πιστή μετάφραση αυτού στην ελληνική, το οποίο παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 2 στις 29/04/20 και ώρα 13:00, ως Τεκμήριο Η. - Έντυπο δικαιωμάτων ύποπτων/κατηγορουμένων στη βουλγαρική γλώσσα και μετάφραση αυτού στην ελληνική, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο 2 στις 02/05/20 και ώρα 11:35, ως Τεκμήριο Θ. - Κατάθεση του κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 28/04/20 ως Τεκμήριο Ι. - Φάκελος που περιέχει έναν χάρτη ως Τεκμήριο Κ. XXXXX Πέτροβα - Μ2 ΚΑ Πρόκειται για τη μεταφράστρια της βουλγαρικής γλώσσας η οποία βοήθησε τον ανακριτή στη λήψη των δύο καταθέσεων τεκμ. Α και Β, συν μίας που προηγήθηκε δηλ. του τεκμ.Ι, και κατά την παράδοση εγγράφων δικαιωμάτων ή άλλων εντύπων στον κατηγορούμενο 2. Σχετική είναι και η κατάθεση της τεκμ. Λ. Αστ. XXXXX XXXXX Σοφοκλέους - Μ3 ΚΑ Αστ. XXXXX XXXXX Ιωάννου - Μ4 ΚΑ Α/Αστ. XXXXX XXXXX Γεωργή - Μ5 ΚΑ Όλοι ανήκουν στην ομάδα/βάρδια του Μ1, ο Μ5 δε είναι ο υπεύθυνος της αλλαγής. Οι Μ3 και 4 αναφέρθηκαν στην παρουσίαση του κατηγορούμενου 2 στις 29/04/20 στο Δικαστήριο για διαδικασία προσωποκράτησης. Όλοι δε ανέφεραν όσα γνώριζαν για τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 2 στις 29/04/20 (τεκμ.Α). Κατηγορούμενος 2 Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν οι δύο καταθέσεις τεκμ. Α και Β. Αξιολόγηση της θέσης της υπεράσπισης περί μη θεληματικότητας των καταθέσεων τεκμ. Α και Β Έχοντας υπόψη τις αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω και εστιάζοντας μόνον στο πλαίσιο και στο αντικείμενο της δίκης εντός δίκης, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις όσον αφορά τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης: Δεν εντοπίζω στη μαρτυρία του Μ1 οτιδήποτε το μεμπτό ή επιλήψιμο ή κάτι εν πάση περιπτώσει που να αφήνει σκιές σε ότι αφορά τις ενέργειες του σαν ανακριτή της υπόθεσης ή τον τρόπο λήψης των δύο καταθέσεων. Εξάλλου η υπεράσπιση δήλωσε ότι ουσιαστικά δεν έχει κανένα παράπονο όσον αφορά τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η Μ2 ήταν παρούσα και βοήθησε στη λήψη των δύο καταθέσεων υπό την ιδιότητα της ως μεταφράστρια της βουλγαρικής γλώσσας και έχει σημασία ν' αναφερθεί πως η μάρτυρας αυτή επιβεβαίωσε πως καμία βία ή απειλή ή υπόσχεση έγινε στην παρουσία της. Ερχόμενος τώρα στους Μ3, 4 και 5 θα πω ότι καμία εμπλοκή δεν προέκυψε να είχαν στη λήψη των καταθέσεων και ουδέν μεμπτό προκύπτει από οποιαδήποτε συμπεριφορά τους, ούτε και κατάφερε η υπεράσπιση μέσω της αντεξέτασης τους να δημιουργήσει κάποια αμφιβολία εν σχέση με οτιδήποτε έχουν αναφέρει. Γενικότερα θα έλεγα πως με βάση όσα αναφέρθηκαν και έχοντας βεβαίως μελετήσει ενδελεχώς τη μαρτυρία, οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ήταν σταθεροί και θετικοί και παρουσίασαν μία ολοκληρωμένη, σταθερή, συνεπή και πειστική εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης των τεκμ. Α και Β, με τις θέσεις των μαρτύρων αυτών να παραμένουν μέχρι το τέλος ακλόνητες. Ερχόμενος στον κατηγορούμενο 2, ευθέως αναφέρω πως η εκδοχή του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, σύγχυση, έλλειψη λογικής και συνοχής, σε βαθμό που να μην μπορεί να πείσει γι' αυτήν. Ας σημειωθεί ότι η εκδοχή του δεν παρουσιάζει σταθερότητα και συνέπεια, ούτε εν σχέση με τις θέσεις που προβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ή και τα όσα αναφέρθηκαν κατά την οριοθέτηση της ένστασης του αρχικά. Περαιτέρω σημειώνω πως κάποιες πολύ ουσιώδεις θέσεις που προέβαλε κατά τη μαρτυρία του δεν υποβλήθηκαν ποτέ στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν και συνεπεία τούτου οι θέσεις αυτές ούτως ή άλλως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ενώ γενικότερα η εκδοχή του κρίνεται αναξιόπιστη ακριβώς ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723). Πιο συγκεκριμένα:
- Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως όταν ήταν μαζί με τον Μ3 στη βεράντα και ήπιε ένα τσιγάρο και καφέ, ο τελευταίος του είπε ότι έχει δύο δρόμους. Ο ένας προς τη φυλακή και ο άλλος προς την οικογένεια του και τα παιδιά του, αλλά πρέπει να παραδώσει κάποιον τρίτο και τον ίδιο δεν τον ήθελαν. Ουδέποτε ετέθη αυτό στον Μ3, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως κατά την αντεξέταση του Μ3 του υπεβλήθη πως είπε απλά στον κατηγορούμενο ότι θα φάει 3-5 χρόνια. Αυτό όμως κατά την μεταφορά του στο Δικαστήριο και όχι στη βεράντα στον σταθμό. Επίσης σημειώνω ότι με βάση υποβολή προς τον Μ4 η υπεράσπιση πρόβαλε τη θέση ότι αυτός που προσπάθησε να πείσει τον κατηγορούμενο 2 να δώσει τρίτο όνομα ήταν ο Μ
- Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο Μ3 σε κάποια στιγμή περπατούσε με ένα ρόπαλο, νομίζει ξύλινο, αλλά δεν του είχε κάνει κάτι. Ουδέποτε υπεβλήθη είτε στον Μ3 είτε σε οιονδήποτε άλλο μάρτυρα οτιδήποτε περί ροπάλου.
- Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι οι Μ3 και 4 περίπου του συμπεριφέρονταν καλά, δεν του φώναζαν, δεν τον απείλησαν. Ας σημειωθεί εδώ πως η υπεράσπιση υπέβαλε στον Μ1 ότι οι Μ4 και 5 έχουν προετοιμάσει τον κατηγορούμενο, ύποπτο τότε, με απειλές, με υποσχέσεις και με ύψωση του τόνου της φωνής, με κραυγές και φωνές και με κτύπημα στο γραφείο μπροστά από τον κρατούμενο που ήταν ο ύποπτος, ενώ κάπου αλλού του υπεβλήθη ότι οι εν λόγω δύο αστυφύλακες είχαν προετοιμάσει μια κατάθεση την οποία ήρθε και την πήρε μετά από πίεση που είχαν εξασκήσει. Σε άλλο σημείο υπεβλήθη στον Μ1 ότι αυτοί που απείλησαν τον κατηγορούμενο 2 ήταν οι Μ3, 4 και
- Την ίδια στιγμή σημειώνω πως ουδέποτε υπεβλήθη στον Μ4 ότι απείλησε ή ότι συμπεριφέρθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ανάρμοστα στον κατηγορούμενο
- Εν πάση περιπτώσει με βάση τις αντιφατικές, συγκεχυμένες και μη καθαρές θέσεις του κατηγορούμενου 2 και της υπεράσπισης γενικότερα πιο πάνω σαφώς καταδεικνύεται η αναξιοπιστία της υπεράσπισης.
- Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ενώ καθόταν στην καρέκλα και μιλούσε με τον Μ1, ανακριτή, ήρθε ο Μ5 και άρχισε να φωνάζει, να χειρονομεί με τα χέρια του, με γροθιές. Του έδεσε τα δύο χέρια και του είπε ότι θα σπάσει τα κόκαλα του και θα τον στείλει στο νοσοκομείο. Ο Μ1, ανακριτής, που του έπαιρνε κατάθεση προσπάθησε να τους πει να τους αφήσουν μόνους για να συνεχίσουν και να μην ανακατεύονται, αλλά κανένας δεν βγήκε και αυτός συνέχισε να φωνάζει και σε κάποια στιγμή βγήκαν όλοι και έμειναν οι δύο τους. Είχε σταθεί μπροστά του και του έδειξε γροθιά μπροστά στο πρόσωπο του και πήγαινε το χέρι του πάνω κάτω, έκανε χειρονομίες και του είπε να παραδώσει κάποιον γιατί αλλιώς κακή του μοίρα. Αυτά όλα όπως εδώ τέθηκαν και ο ουσιαστικός βέβαια ισχυρισμός πως ο Μ1 σε κάποια στιγμή έφυγε και άφησε τον Μ5 με τον κατηγορούμενο 2 μόνους δεν υπεβλήθη ποτέ ούτε στον Μ1, ούτε στην Μ2 αλλά ούτε και σε κάποιο άλλο μάρτυρα, ούτε καν στον Μ
- Περαιτέρω αναφέρεται ότι και η θέση του κατηγορούμενου 2 πως μετά από όσα έκανε ο Μ5 και επειδή φοβήθηκε του είπε ότι θα τους παραδώσει άλλο άτομο και μετά επέστρεψαν όλοι και ξεκίνησε τότε να δίνει κατάθεση είναι άλλος ένας ισχυρισμός που πρώτη φορά ακούστηκε στη δική του μαρτυρία. Βεβαίως εδώ δεν μπορεί να μην σημειωθεί πως η αναφορά του Μ5 ότι εκείνη τη μέρα πήγε δουλειά στις 14:00, κάτι που υποστήριξαν και άλλοι ΜΚ, παρέμεινε αναντίλεκτη. Τούτο όμως έχει μεγάλη σημασία αφού ως προκύπτει από την κατάθεση τεκμ. Α, η οποία ξεκίνησε στις 13:15, όταν στις 14:00 έγινε διάλειμμα ο κατηγορούμενος 2 είχε ήδη αναφέρει ότι γνώριζε για την κάνναβη και κατονόμασε το τρίτο πρόσωπο που του υπέδειξε το σημείο και άρα η εκδοχή του ότι ουσιαστικά κατονόμασε το τρίτο πρόσωπο κατόπιν των όσων ανέφερε καταρρίπτεται. Ας σημειωθεί εδώ πως την ίδια στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται ως ανωτέρω, στην αντεξέταση του ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν ο Μ5 ήρθε όταν η κατάθεση βρισκόταν στην 3η ή στη 10η ερώτηση, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι κατονόμασε το τρίτο πρόσωπο μετά που ήρθε ο Μ5, που μαζί με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω καταδεικνύουν ακριβώς τις αντιφάσεις και τη σύγχυση και εν τέλει το σαθρό υπόβαθρο επί του οποίου προσπαθεί να βασίσει την εκδοχή του.
- Επίσης σημειώνεται πως ο κατηγορούμενος 2 σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι ο Μ5 του μίλησε ήρεμα και του υποσχέθηκε ότι αν τους δώσει κάποιο τρίτο όνομα δεν θα πάει φυλακή, όπως δηλαδή υποβλήθηκε στον Μ5, ούτε ανέφερε πως οιοσδήποτε εκ των αστυνομικών του υποσχέθηκε ότι δεν θα διωχθεί ποινικά λέγοντας του σε σχέση με τον ύποπτο, πρώην κατηγορούμενο 1, ότι «Ο κύριος που μίλησε δεν είναι πιο έξυπνος από εσένα», όπως δηλαδή αναφέρθηκε από την συνήγορο του κατά την οριοθέτηση της ένστασης της αναφορικά με το τεκμ. Α.
- Αναφορικά με τη θέση του πως στις 02/05/20 απλά ήρθαν και τον φώναξαν σε κάποιο από τα γραφεία και από την αρχή δεν τον προειδοποίησαν ότι είναι ανάκριση και η μεταφράστρια του είπε ότι έχουν έρθει να τον ρωτήσουν κάτι και αυτό είναι, δεν είχε δει ούτε τη γυναίκα του, ήταν στρεσαρισμένος και ότι τον ρώτησαν το είπε και μετά κατάλαβε ότι είναι ανάκριση και ότι πρέπει να υπογράψει, δεν είναι αποδεκτά αφού ουδέποτε υποβλήθηκαν στους Μ1 και 2 για σχολιασμό. Περαιτέρω όμως και επειδή η θέση αυτή καταρρίπτεται ως εκ της υπογραφής 15 λεπτά πριν ξεκινήσει να δίνει την κατάθεση τεκμ. Β του εντύπου δικαιωμάτων τεκμ.Θ το οποίο του δόθηκε χρόνος να διαβάσει και του εξηγήθηκε και από την Μ
- Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του στις 29/04/20 ζήτησε μία φορά να μιλήσει με το δικηγόρο του και του αρνήθηκαν. Ουδέποτε όμως υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικά με αυτό το θέμα είτε στον Μ1 είτε στην Μ2 που ήταν παρούσα. Αντίθετα προκύπτει πως όταν ζήτησε να μιλήσει προηγουμένως με τη δικηγόρο του αυτό έγινε (βλ. και την 1η ερώτηση και απάντηση στην κατάθεση τεκμ.Α). Όμως σε κάθε περίπτωση, για άλλη μια φορά, θα πω εδώ ότι η εκδοχή του καταρρίπτεται. Δεν έχει καμία λογική η θέση του πως αυτό που ήθελε να ρωτήσει την δικηγόρο του είναι τι θα γίνει γενικά μαζί του αν δώσει κατάθεση, και όχι κάτι συγκεκριμένο, την ίδια στιγμή που είχε μιλήσει με την δικηγόρο του πριν την έναρξη της κατάθεσης του. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος 2 είπε αυτό το πράγμα όχι για άλλο λόγο αλλά ακριβώς γιατί θεώρησε προφανώς ότι θα πρέπει να εμπλουτίσει την ούτως ή άλλως προβληματική εκδοχή του ή και να την ενισχύσει με νέα στοιχεία που επινόησε εκ των υστέρων.
- Σε κάποιο σημείο ερωτήθηκε γιατί δεν είπε αμέσως στη δικηγόρο του για την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Μ5 έναντι του και το έκανε μεταγενέστερα, απάντησε « Επειδή επίσης οι αστυνομικοί μου είπαν ότι θα μείνω 8 μέρες και μετά θα με ρωτήσουν επειδή ο Kiril είναι στην ίδια κατάσταση επειδή εκείνος είχε πει έμενα και θα μείνω 8 μέρες και μετά θα βγω, έτσι μου είπαν και ότι θα φύγω, αυτό μου είπαν και για αυτό δεν είπα τίποτα.» Όπως γίνεται βεβαίως αντιληπτό καμία λογική δεν έχουν όσα αναφέρει, ούτε και απαντούν επί της ουσίας της ερώτησης και αντίθετα δείχνουν προσπάθεια υπεκφυγής του και θα έλεγα πως μόνον σύγχυση προκαλούν.
- (α) Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ1 ή στην Μ2 ή στον Μ5 ότι ο κατηγορούμενος 2 σκεφτόταν πριν υπογράψει και ήρθε ο Μ5 και είπε στον εξεταστή «δεν θέλει υπογράψει;» και τότε υπόγραψε από φόβο. (β) Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ3 ότι ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε φαγητό και αυτός του είπε κάτι το οποίο δεν κατάλαβε, ούτε υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε άλλο ΜΚ ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε φαγητό ή στον Μ1 ότι του ζήτησε φαγητό και αυτός του είπε σε λίγο. (γ) Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ1 ή στην Μ2 ότι όλες οι υπογραφές του κατηγορούμενου 2 μπήκαν στο τέλος της κατάθεσης και δεν έβαζε την υπογραφή του με το πέρας κάθε απάντησης που έδινε και καταγραφόταν. (δ) Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ1 ή στην Μ2 ότι ο κατηγορούμενος 2 στις 02/05/20 υπέγραψε τα δικαιώματα του μετά το πέρας της κατάθεσης του. Παρεμβάλλω ότι η ώρα που υπογράφηκε το έντυπο τεκμ.Θ, δεκαπέντε λεπτά πριν ξεκινήσει η κατάθεση δηλαδή, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Όλα τα πιο πάνω αποτέλεσαν σημειώνεται ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 2 κατά τη μαρτυρία του και βεβαίως η εκ των υστέρων προβολή τους συνεπάγεται πως αυτοί δεν μπορούν ούτως ή άλλως να γίνουν αποδεκτοί, πέραν βεβαίως της αναξιοπιστίας που προκύπτει με την μη προβολή καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ακόμη εδώ θα πω πως η αναξιοπιστία του κατηγορούμενου 2 και της υπεράσπισης προκύπτει και από το εξής, συμφωνώντας με σχετική αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής κατά την τελική του αγόρευση. Δεν συνάδουν οι θέσεις που προώθησε ο κατηγορούμενος 2 ενώπιον του Δικαστηρίου με το πλαίσιο που έθεσε δια της συνηγόρου του κατά την υποβολή της ένστασης για την μη θεληματικότητα της κατάθεσης τεκμ.Α. Εκτός κάποιων σημείων που έχουν ήδη επισημανθεί πιο πάνω, επιπλέον σημειώνεται ότι στην ένσταση του είπε ότι έδωσε κατάθεση ενώ δεν είχε καταναλώσει φαγητό και ποτό από την προηγούμενη μέρα και ο ίδιος δέχτηκε ότι πριν την κατάθεση του δόθηκε ποτό, ενώ την ίδια στιγμή που δια της ενστάσεως του αφήνει να νοηθεί ότι δέχτηκε απειλές από αστυνομικούς κατά τη λήψη της κατάθεσης, ουσιαστικά μίλησε για απειλές και επιθετική συμπεριφορά ενός αστυνομικού σε χρόνο που δεν λαμβανόταν κατάθεση. Με αυτά υπόψη και τη σύγχυση που παρατηρείται στη μαρτυρία του γενικότερα, κάτι που με απλή ανάγνωση των πρακτικών μπορεί να επιβεβαιωθεί, η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστη ή και παραμένει ουσιαστικά χωρίς υπόβαθρο ή και δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συμπέρασμα Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, το συμπέρασμα μου για τις συνθήκες λήψης των καταθέσεων Τεκμήρια Α και Β για σκοπούς δίκης εντός δίκης (οι οποίες λήφθηκαν στις 29/04/20, μεταξύ των ωρών 13:15-15:35, και 02/05/20, μεταξύ των ωρών 11:50-12:40, αντίστοιχα) είναι το εξής:
- Η κατάθεση τεκμ.Α λήφθηκε στις 29/04/20 από τον Μ1 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου. Κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης μαζί με τον Μ1 βρισκόταν όλο το χρονικό διάστημα η διερμηνέας, Μ
- Κάποιοι άλλοι αστυνομικοί που εργάζονταν εκείνη τη στιγμή μπήκαν και βγήκαν από το γραφείο σε κάποιες περιπτώσεις για δικές τους ασχολίες αλλά ουδείς εκ των αστυνομικών αυτών επενέβη ενόσω ο Μ1 λάμβανε κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Η κατάθεση ξεκίνησε η ώρα 13:15 και τελείωσε η ώρα 15:35 και η ώρα 14:00 μέχρι η ώρα 14:25 η κατάθεση διακόπηκε για διάλειμμα αφού ο κατηγορούμενος 2 (ύποπτος τότε) ζήτησε και έλαβε καφέ. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης ο κατηγορούμενος ερωτάτο σε τακτά χρονικά διαστήματα αν ήθελε νερό ή τσιγάρο. Αμέσως πριν την έναρξη της κατάθεσης ο κατηγορούμενος 2 ερωτήθηκε από τον Μ1 αν θέλει vα πιει ή να φάει οτιδήποτε και ζήτησε νερό, οπότε του προσφέρθηκε νερό. Σημειώνεται επίσης ότι στο μεσοδιάστημα από την μεταφορά του κατηγορούμενου 2 στα γραφεία της ΥΚΑΝ από το Δικαστήριο όπου παρουσιάστηκε σε διαδικασία προσωποκράτησης μέχρι την έναρξη λήψης της κατάθεσης προσφέρθηκε στον κατηγορούμενο 2 ποτό, φαγητό και τσιγάρο.
- Η κατάθεση τεκμ.Β λήφθηκε στις 02/05/
- Ξεκίνησε η ώρα 11:50 και τελείωσε η ώρα 12:
- Η συγκεκριμένη κατάθεση λήφθηκε σε γραφεία του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου, τα οποία βρίσκονται δίπλα από τα κρατητήρια Αραδίππου. Στη συγκεκριμένη κατάθεση πήγε ο Μ1 στην Αραδίππου. Ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε διάλειμμα κατά τη λήψη της κατάθεσης αλλά προηγουμένως του παρασχέθηκε νερό και οτιδήποτε ήθελε. Καθ' όλη τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης ήταν παρούσα η διερμηνέας, Μ
- Ο Μ4 με τον οποίο ο Μ1 πήγε στην Αραδίππου δεν ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της κατάθεσης παρών.
- Πριν τη λήψη των καταθέσεων δόθηκαν στον κατηγορούμενο έντυπα με τα δικαιώματα του και του δόθηκε η ευκαιρία να τα μελετήσει.
- Ο κατηγορούμενος 2 σε κάθε μια εκ των δύο καταθέσεων πιο πάνω ερωτήθηκε στην 1η ερώτηση αν επιθυμεί η κατάθεση να ληφθεί στην παρουσία του δικηγόρου του και έδωσε αρνητική απάντηση, ενώ στην 2η ερώτηση της κάθε κατάθεσης ερωτήθηκε αν έχει κατανοήσει την πληροφόρηση για τα αδικήματα πιο πάνω αλλά και για τα δικαιώματα επικοινωνίας και μη αυτοενοχοποίησης και έδωσε καταφατική απάντηση. Παρεμβάλλω πως στην πρώτη παράγραφο κάθε κατάθεσης που αφορά την πληροφόρηση των δικαιωμάτων του ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του. Στη συνέχεια δε ο κατηγορούμενος απάντησε στις ερωτήσεις του Μ1 και έθεσε την υπογραφή του στο τέλος κάθε απάντησης. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 υπόγραψε στο τέλος της κάθε σελίδας, κατά τη διενέργεια διαλείμματος, στο τέλος της κατάθεσης αλλά και στο τέλος του κειμένου του ιδιόχειρου λεκτικού που έγραψε ο κατηγορούμενος 2 καθ' υπαγόρευση του Μ1 και το οποίο αναφέρει ότι διάβασε την κατάθεση και πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε και ότι η κατάθεση είναι ορθή και δόθηκε ελεύθερα με τη θέληση του.
- Πριν ή κατά τη διάρκεια των πιο πάνω καταθέσεων καμία απειλή δεν έγινε στον κατηγορούμενο 2 από οιονδήποτε ή ενέργεια τέτοια που να δύναται να του προκαλέσει φόβο, ούτε του δόθηκε κάποια υπόσχεση προκειμένου να δώσει κατάθεση. Επίσης όταν ο κατηγορούμενος 2 έδινε κατάθεση οι χειροπέδες αφαιρούνταν.
- Η λήψη των δύο καταθέσεων, όπως επίσης προηγουμένως στις 28/04/20 της κατάθεσης τεκμ.Ι, έγινε με τη χρήση του 2ου δικαστικού κανόνα και ο κατηγορούμενος 2 πληροφορείτο για τα αδικήματα που υπήρχε εύλογη υποψία ότι ενεχόταν καθώς επίσης ότι δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός αν θέλει αλλά οτιδήποτε πει δυνατό να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Η χρήση του συγκεκριμένου δικαστικού κανόνα γινόταν αφού ο Μ1 είχε ενώπιον του μαρτυρία η οποία εμπλουτιζόταν συνεχώς τις ημέρες που βρίσκονταν υπό κράτηση ο κατηγορούμενος 2, μεταξύ άλλων προσώπων, και έπρεπε να λαμβάνονται συνεχώς καταθέσεις. Ειδικά όμως για την κατάθεση τεκμ.Β επειδή είχε μαρτυρία ενώπιον του που έπρεπε να του εκφράσει τη θέση του επ' αυτής και συγκεκριμένα ήταν η υπόδειξη του χάρτη, τεκμ. Κ, και ρωτήθηκε συγκεκριμένα για το τεκμήριο αυτό. Η θέση της υπεράσπισης περί λήψης των καταθέσεων τεκμ. Α και Β στη βάση λανθασμένου δικαστικού κανόνα Παραπονείται η υπεράσπιση ότι λανθασμένα χρησιμοποιήθηκε ο 2ος δικαστικός κανόνας προκειμένου να ληφθούν οι δύο καταθέσεις. Ο κανόνας αυτός χρησιμοποιείται όταν ο αστυνομικός έχει μαρτυρία που θα παρείχε εύλογη υποψία ότι πρόσωπο διέπραξε ποινικό αδίκημα και πρέπει να επιστήσει την προσοχή του στο νόμο πριν του υποβάλει ερωτήσεις ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα. Η επίστηση γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Δεν είσαι υπόχρεος να πεις οτιδήποτε, εκτός αν το επιθυμείς, αλλά οτιδήποτε πεις δύναται να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία». Στην αρχή της κατάθεσης δε ο ανακριτής πληροφορεί τον ύποπτο για τα αδικήματα που διερευνά και ακολουθεί η επίστηση πιο πάνω, ενώ στο τέλος ο ανακριτής καλεί τον ύποπτο να διαβάσει την κατάθεση που έχει δώσει και τον πληροφορεί ότι έχει δικαίωμα να προβεί σε οιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή αφαιρέσεις και του ζητείται αν συμφωνεί να υπογράψει και να γράψει το ιδιόχειρο λεκτικό ότι πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω και ότι η κατάθεση είναι ορθή και την έκανε ελεύθερα και με τη θέληση του. Ακολουθεί η πιστοποίηση του ανακριτή για τη λήψη της κατάθεσης και αν υπάρχει μεταφραστής πρέπει να αναφέρεται το γεγονός αυτό και ότι ο μεταφραστής έλεγξε την κατάθεση και ήταν ορθή ενώ στο τέλος υπογράφουν και οι δύο. Αναφορικά με τα πιο πάνω παραπέμπω στο σύγγραμμα των κ.κ. Τ.Ηλιάδη και Ν.Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ.839-
- Ο κατηγορούμενος 2 στην προκειμένη περίπτωση έδωσε κατάθεση στις 28/04/20 (τεκμ.Ι) δηλώνοντας άγνοια ουσιαστικά για ότι ρωτήθηκε. Στις 29/04/20 εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο διάταγμα προφυλάκισης του για περίοδο 7 ημερών, οι ανακρίσεις συνέχισαν και η μαρτυρία σύμφωνα με τον Μ1, ανακριτή, συνεχώς εμπλουτιζόταν. Γι' αυτό κρίθηκε αναγκαία η λήψη της 2ης κατάθεσης τεκμ. Α με τη χρήση του δεύτερου δικαστικού κανόνα και ακολούθως η 3η κατάθεση τεκμ.Β για να δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί για τον χάρτη που εντοπίστηκε τεκμ. Κ. Όπως προκύπτει δε με βάση τα τεκμ. Α και Β και την αποδεκτή μαρτυρία, κυρίως των Μ1 και 2, τηρήθηκαν πιστά όλες οι προϋποθέσεις του δεύτερου δικαστικού κανόνα. Ευθέως δε αναφέρεται ότι ουδέν μεμπτό προκύπτει εκ της χρήσης του δεύτερου δικαστικού κανόνα για τη λήψη των δύο καταθέσεων και κατά την κρίση μου η Αστυνομία ορθά χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις τον δεύτερο δικαστικό κανόνα. Δεν θεωρώ εν πάση περιπτώσει πως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο τρίτος δικαστικός κανόνας (βλ. στο ίδιο σύγγραμμα πιο πάνω, σελ.846-850) αφού οι ανακρίσεις ήταν σε εξέλιξη και η Αστυνομία προφανώς δεν είχε επαρκή μαρτυρία προκειμένου να προβεί στη διατύπωση κατηγοριών. Κατ' επέκταση η ανάκριση δεν θα μπορούσε να είχε τερματιστεί με το πέρας της πρώτης κατάθεσης τεκμ.Ι. Κατάληξη Η κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα των καταθέσεων τεκμ. Α και Β στη δίκη εντός δίκης, καθώς επίσης ότι η Αστυνομία ορθά χρησιμοποίησε τον 2ο δικαστικό κανόνα για τη λήψη των εν λόγω καταθέσεων. Ως εκ τούτου τα τεκμ. Α και Β γίνονται αποδεκτά και θα είναι τα τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα στην κυρίως δίκη. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο