Τσιαττάλα ν. Σταυρή, Αρ. Υπόθεσης: 2930/2019, 3/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2930/2019 XXXXX Τσιαττάλα ν. XXXXX Κ. Σταυρή άλλως XXXXX Σταυρή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3/11/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Μιντής Για Κατηγορούμενο: κ. Νικολάου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Την 29/8/2019 καταχωρήθηκε κατηγορητήριο εναντίον του Κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο αποτελούμενο από 21 κατηγορίες. Κάθε μια από αυτές αφορούσε πράξη καταδολίευσης πιστωτή και συγκεκριμένα την παράληψη καταβολής ποσού δόσεων ύψους 100 Ευρώ, για τους μήνες από τον Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Αύγουστο του 2019 από τον Κατηγορούμενο στον Παραπονούμενο, ως διατάζετο από την απόφαση ημερομηνίας 19/1/2017 στην αγωγή αρ. XXXXX/2014. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και εκείνο που ουσιαστικά κλήθηκε το Δικαστήριο να εξετάσει ήταν αν στην παρούσα περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής η υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)(β). Ήγειρε δηλαδή ο Κατηγορούμενος μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος σε βαθμό που να νομιμοποιείται να μην καταβάλει τα εν λόγω ποσά.
- Η Μαρτυρία Πρώτος και μόνος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος κ. XXXXX Τσιαττάλας. Αναφέρθηκε στο διάταγμα που εκδόθηκε την 19/1/2017 και διέταζε την καταβολή 100 Ευρώ τον μήνα από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο από 1/5/
- Ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει τις δόσεις από την 1/12/2017 μέχρι την 1/8/
- Κατέθεσε προς τούτο και σχετική αίτηση με την οποία επιδιώκει διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων. Σε αυτή την αίτηση επισυνάπτονται η απόφαση υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου και το εκ συμφώνου διάταγμα με ο οποίο διατάζεται ο τελευταίος να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σε δόσεις των 100 Ευρώ από 1/5/
- Ανάφερε επίσης κατά την κυρίως του εξέταση ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο εξ' όψεως και ότι αυτός εργάζεται ως οδηγός ταξί όπως και ο ίδιος. Τον είχε δει να οδηγεί το ταξί του, χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αντεξεταζόμενος εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε είναι αν είχε ο ίδιος ο παραπονούμενος δει τον κατηγορούμενο να εργάζεται την περίοδο από την έκδοση του διατάγματος καταβολής δόσεων και εντεύθεν. Ο παραπονούμενος απάντησε σε σχετικές υποβολές ότι είδε τον κατηγορούμενο να μετακινείται με όχημα ταξί και να παρκάρει σε «πιάτσες» ταξί. Στη συνέχεια, δε, παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν οδηγούσε το όχημα αυτό για να πηγαίνει περίπατο. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ότι είναι επαγγελματίας οδηγός ταξί και εργάζεται στην Αγία Νάπα, ως υπάλληλος. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών ασφαλίσεων που δεικνύει τις ασφαλιστικές του μονάδες και αποδοχές κατ΄ έτος. Εκεί φαίνεται ότι από το 2015 μέχρι το 2019 δεν έχει ασφαλιστικές αποδοχές και άρα δεν εργαζόταν. Προς επίρρωση τούτου ανάφερε ότι μέχρι τον Ιούνιο βοηθούσε τον πατέρα του στην εργασία του και τότε έψαχνε δουλειά ως οδηγός ταξί. Πολλές φορές δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει τέτοια εργασία, γιατί όπως είπε τον εκμεταλλεύονταν. Το 2017 ενώ εξασφάλισε τέτοια εργασία σταμάτησε μετά την πάροδο 5-6 ημερών γιατί έχασε τον πατέρα του, έπρεπε να διαχειριστεί την εργασία του τελευταίου και δεν είχε την ψυχική δύναμη να εργαστεί ως οδηγός ταξί. Με αυτό τον τρόπο επιδίωξε να δικαιολογήσει την παύση πληρωμών των δόσεων από τον 12/2017 λέγοντας ότι δεν μπορούσε να προβλέψει τον θάνατο του πατέρα του και υπολόγιζε να έχει χρήματα εκείνη την περίοδο. Τα επόμενα χρόνια ανάφερε ότι μετέβη στο εξωτερικό για σκοπούς ιατρικής περίθαλψης του άρρωστου γιού του (Τεκμήρια 3 και 4) και προς τούτο λάμβανε δανεικά από φίλους του. Με όσα χρήματα έλαβε το 2019, 6769 Ευρώ όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, αποπλήρωσε μέρος ενοικίων και δανεικών. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν έχει δικό του ταξί αλλά του δίνει τέτοιο ο εκάστοτε εργοδότης του. Ούτε έχει προσωπικό αυτοκίνητο και χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο άλλων ή το εκάστοτε ταξί του για τις μετακινήσεις του. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι από την ενασχόληση του στην εργασία του πατέρα του, καλλιέργεια και εμπορία πατατών, δεν λάμβανε εισοδήματα αλλά αποπλήρωνε τα χρέη της επιχείρησης του πατέρα του. Αναφέρθηκε στα έξοδα του άρρωστου γιού του και στο γεγονός ότι έπρεπε ο ίδιος να μαζέψει τα ποσά που χρειάζονταν για τις εγχειρίσεις και την περίθαλψη του με την βοήθεια του μητρικού παππού και επιδόματος που λάμβανε ο γιός του. Γι΄ αυτό δεν μπορούσε να δουλεύει βράδυ γιατί τον χρειαζόταν ο άρρωστος γιός του. Θεωρούσε, δε, ότι έπρεπε να αποπληρώσει πρώτα τα δανεικά που έλαβε από φίλους του και μετά την όποια άλλη υποχρέωση. Δεν είχε αποταθεί στο δικαστήριο που είχε εκδώσει το διάταγμα γιατί όπως είπε ήταν η τελευταία του έγνοια λόγω της απώλειας του πατέρα του.
- Ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας Είναι αδιαμφισβήτητο εν πρώτοις ότι έχει εκοδοθεί διάταγμα με το οποίο διατάζετο ο Κατηγορούμενος να καταβάλλει προς αποπληρωμή εξ' αποφάσεως χρέους ποσό 100 Ευρώ τον μήνα. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι δεν καταβλήθηκαν οι 21 δόσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Η σύγκρουση των θέσεων των δύο πλευρών έγκειται στο αν διαφοροποιήθηκε η κατάσταση του κατηγορούμενου και αν αυτός είχε την δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό των δόσεων. Ο παραπονούμενος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Σε ότι αφορά το αμφισβητούμενο του αν είδε ή όχι τον Κατηγορούμενο να εργάζεται, παραδέχτηκε ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν οδηγούσε το όχημα ταξί του για σκοπούς άλλους από την εργασία του. Επομένως, δεν παρέμεινε απόλυτος, στο κρίσιμο για τους διάδικους ερώτημα αν εργαζόταν ο Κατηγορουμενος την επίδικη περίοδο μέχρι και το καλοκαίρι του 2020, αλλά εξέφρασε την θέση ότι λογικά θα εργαζόταν γιατί τον έβλεπε να οδηγεί ταξί. Δεν προσέφερε μαρτυρία ως προς την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μέχρι και σήμερα. Η θέση του ότι δεν θυμόταν σαφείς ημερομηνίες που είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί, συνάδει με την μαρτυρία του τελευταίου ότι δούλευε κατά καιρούς ως οδηγός ταξί το 2017 και το
- Ο Κατηγορούμενος με μια σειρά Τεκμηρίων κατέδειξε στο Δικαστήριο ότι παρά το γεγονός ότι είχε σωρεία εξόδων λόγω και του προβλήματος υγείας του γιού του, δεν λάμβανε εισοδήματα από το 2015 μέχρι το
- Παρέμεινε σταθερός κατά την αντεξέταση ότι δεν λάμβανε εισοδήματα, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
- Ευρήματα Α. Εκδόθηκε διάταγμα την 19/1/2017 στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με αρ. XXXXX/2014, το οποίο διέταζε την καταβολή 100 Ευρώ τον μήνα από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο από 1/5/
- Ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει τις τελευταίες 21 δόσεις από την 1/12/2017 μέχρι την 1/8/
- Β. Ο Κατηγορούμενος από το 2015 μέχρι το 2019 δεν λάμβανε εισοδήματα. Από την όποια εργασία του στην επιχείρηση του πατέρα του δεν αποκόμισε το οποιοδήποτε εισόδημα, ενώ εργάστηκε κάποιες μέρες το 2017 και το 2019 ως οδηγός ταξί. Το 2019 έλαβε 6500 Ευρώ με τα οποία αποπλήρωσε άλλες οφειλές του, που δεν αφορούσαν δικαστικές αποφάσεις. Δεν προέβη μέχρι και σήμερα σε αίτηση για ακύρωση, αναστολή ή τροποποίηση του διατάγματος, λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης.
- Νομική Βάση Στην πολύ πρόσφατη Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020, καταγράφησαν τόσο τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όσο και οι υπερασπίσεις αυτού ως κάτωθι: «..ιδιωτική ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του εφεσείοντα-κατηγορουμένου από τον εφεσίβλητο-παραπονούμενο αφορούσε παράλειψη πληρωμής δόσεων προς καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή και βασίζεται στον περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικών Αποφάσεων Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008)(«ο Νόμος») ο οποίος στο αρθρ.3
(1)(γ) προνοεί τα εξής: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ..... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ηµεροµηνία πληρωµής που είχε διαταχθεί από το ∆ικαστήριο κατά την έκδοση διατάγµατος πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις, για λόγο άλλο από οικονοµική ή φυσική αδυναµία· είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4». Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
- Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
- Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
- Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από το Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: 3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι για τον εξ αποφάσεως οφειλέτη υφίστανται οι εξής υπερασπίσεις (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.» Σε ότι αφορά την υπεράσπιση που ήγειρε ο Κατηγορούμενος ήτοι της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης το άρθρο 91Β
(3)(β) προβλέπει τα ακόλουθα: «
(3)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει- (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή» Εκείνο που παρατηρείται είναι ότι για να καρποφορήσει η υπεράσπιση αυτή απαιτείται η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Κρίσιμος χρόνος δηλαδή της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης είναι μετά την έκδοση του διατάγματος και αυτή η μεταβολή με το που επήλθε να συνδέεται με την μη καταβολή των δόσεων. Σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή στην Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ
(2005)2 ΑΑΔ 415 αναφέρθηκε ότι: «Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: "Από το σύνολο των διατάξεων των Μερών VIII και IX του Κεφ. 6, που εισήχθησαν με το Ν.134(Ι)/99συνάγεται σαφέστατα ότι η ειδοποίηση του άρθρου 91Β
(3)(β) δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, είτε από την αίτηση του εξ' αποφάσεως οφειλέτη προς το Δικαστήριο, που εξέδωσε το Διάταγμα Μηναίων Δόσεων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 90
(2), για ακύρωση, αναστολή ή τροποποίηση του διατάγματος, λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης, η οποία δεν του επιτρέπει να καταβάλει τις δόσεις του στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμά του, είτε από την αίτηση του εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 91
(2), που εισήχθηκε στο Κεφ. 6 με το Ν.58(Ι)/03, για αναστολή, τροποποίηση ή ακύρωση διατάγματος ή εντάλματος, που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 91
(1), λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης ή λόγω άλλης εύλογης αιτίας, μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή του διατάγματος ή του εντάλματος, που δεν του επιτρέπει να καταβάλλει το ποσό του διατάγματος ή του εντάλματος.»» Ο λόγος της Ευαγγέλου, επιβεβαιώθηκε, παρά την μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου στην Αντωνίου Κώστας ν. Εθνικής Τράπεζας
(2006)2 ΑΑΔ 497[1]. Με αυτό τον τρόπο πέραν της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης απαιτείται σωρευτικά και η ειδοποίηση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, με την μορφή που επιβάλλει η Νομολογία.
- Υπαγωγή των ευρημάτων στο ισχύον νομικό καθεστώς Α. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής φαίνεται ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Σχετική είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/10/2020, σε σχέση με το αν είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν εγέρθηκε ζήτημα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης από τον Κατηγορούμενο. Β. Για να επιτύχει η υπεράσπιση που ήγειρε ο κατηγορούμενος θα πρέπει η οικονομική του κατάσταση να έχει μεταβληθεί από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο που καταδείχθηκε, από την ίδια την μαρτυρία του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), ήταν ότι από το 2015 μέχρι το 2019 δεν είχε εισοδήματα. Η έκδοση του διατάγματος έλαβε χώρα το
- Επομένως όχι μόνο δεν είχαμε επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, αλλά αυτή παρέμεινε ίδια και αναλλοίωτη, ενώ το 2019 έλαβε ποσά με τα οποία, ως ο ίδιος αναφέρει, επέλεξε να αποπληρώσει άλλα χρέη για τα οποία δεν υπήρχε δικαστική απόφαση. Επομένως η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει γιατί δεν έχει αποδειχθεί μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου μετά την έκδοση του διατάγματος που να συνδέεται με την μη αποπληρωμή των δόσεων, ως επέβαλλε το διάταγμα που εκ συμφώνου είχε εκδοθεί. Γ. Η εν λόγω υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει για ακόμα ένα λόγο. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 91Β
(3)(β), πέραν της απόδειξης ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, σωρευτικά ο Κατηγορούμενος οφείλει να ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή, για να μπορεί να τύχει εφαρμογής το πιο πάνω άρθρο. Η ειδοποίηση όπως κρίθηκε στην Ευαγγέλου, γίνεται με αίτηση του εξ' αποφάσεως οφειλέτη προς το Δικαστήριο, που εξέδωσε το Διάταγμα Μηναίων Δόσεων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 90
(2), για ακύρωση, αναστολή ή τροποποίηση του διατάγματος, λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης. Τέτοια αίτηση δεν έχει λάβει χώρα, γιατί όπως ο Κατηγορούμενος είπε ήταν η τελευταία του έγνοια λόγω του θανάτου του πατέρα του. Η δήλωση του συνηγόρου του ότι θα προβεί σε τέτοια αίτηση δεν μπορεί, βεβαίως, να θεραπεύσει την παράλειψη αυτή, αφού η ειδοποίηση πρέπει να υφίσταται σωρευτικά κατά την έγερση της υπεράσπισης. Στην βάση των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 μέχρι 21. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] H oρθή ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών άρθρων του Νόμου, στα οποία βασίζονται οι κατηγορίες, συζητήθηκαν στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας και Υιός Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Το άρθρο 91 όμως του Νόμου που προέβλεπε πως, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής πέραν των 3 δόσεων ή λιγότερων όταν με αυτές εξοφλείτο το εξ αποφάσεως χρέος το Δικαστήριο μπορούσε να διατάξει όπως το ποσό των εν λόγω δόσεων εισπραχθεί ως χρηματική ποινή που επιβάλλεται σε ποινική υπόθεση, καταργήθηκε με τον τροποποιητικόν Νόμο Ν.66(Ι)/
- Ο Νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στις 8.4.04 αλλά η κατάργηση του άρθρου 91 τέθηκε σε εφαρμογή μελλοντικά από 15.6.
- Υπενθυμίζουμε σ' αυτό το σημείο πως στο 4ο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με Νόμο το 1989 (Ν.52/89), προβλέπονται τα εξής, στο άρθρο
- «Κανένας δε θα στερείται της ελευθερίας του, απλώς και μόνο διότι αδυνατεί να πληρώσει συμβατική υποχρέωση.». Παραμένουν όμως στο Νόμο τα σχετικά άρθρα 91Α
(1)(α) και (β), 91Α
(3), 91Β
(1), 91Β
(3)(α) και (β), βάσει των οποίων και διατυπώθηκαν οι υπό συζήτηση κατηγορίες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο