Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Kiourtzidis, Αρ. Υπόθεσης: 995/2020, 15/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 995/2020 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. XXXXX Kiourtzidis Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 15/12/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο: κ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατηγορίες οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών (Κατηγορία 1), αλκοόλης (Κατηγορία 2), χωρίς άδεια οδήγησης (Κατηγορία 4) και κατά παράβαση απόφασης του Δικαστηρίου που του αποστερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης (Κατηγορία 5) Η κατηγορούσα αρχή εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε ότι σε έλεγχο που έγινε στον Κατηγορούμενο ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο του κάνναβη. Του έγινε έλεγχος αλκοόλης με χαμηλότερο ποσό αυτό των 35 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά λίτρου εκπνοής, ενώ το επιτρεπόμενο όριο είναι στα 22. Έγινε και δειγματοληπτικός έλεγχος νάρκοτεστ, όπου στο σάλιο του Κατηγορούμενου ανευρέθηκε τετραϋδροκανναβινόλη. Από το σύστημα της αστυνομίας διαφάνηκε ότι υπήρχε προηγούμενο διάταγμα που αποστερούσε το δικαίωμα κατοχής άδειας οδήγησης από τον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα στην υπόθεση 8478/19 του αποστερήθηκε το δικαίωμα κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης για 6 μήνες, στο πλαίσιο της ποινής για αδίκημα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, στην ικανή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου και την συνεργασία του με τις αρχές. Αναγνώρισε τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τα λάθη του. Από την επίδικη συμπεριφορά δεν επηρέασε τρίτους. Εργάζεται από 10 ετών στην Κύπρο, ενώ σήμερα εργοδοτείται από υπεραγορά (Τεκμήριο Στ). Αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα (Τεκμήριο Β και Ε). Από το Τεκμήριο Γ που κατέθεσε ο κ. Γεωργίου, φαίνεται να έχει 4 προηγούμενους εγκλεισμούς στο ψυχιατρείο. Έχει καταβάλει μια τιτάνια προσπάθεια απεξάρτησης με επιτυχή αποτέλεσμα, όπως δεικνύεται στις κλινικές εξετάσεις Τεκμήριο Δ. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο κ. Γεωργίου ανάφερε ότι ο επίδικος χρόνος ήταν μια πολύ κακή περίοδος για τον Κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν εκτός λογικής πραγματικότητας. Δεν είχε ενσυναίσθηση λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, για τα οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, και της χρήσης καννάβεως. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία το άρθρο 11 (Β) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, αναφέρει ότι: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα.» Ως ναρκωτικά το άρθρο 11 (Α) ερμηνεύει τις ελεγχόμενες ουσίες, όπως αυτές καθορίζονται στους περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμους του 1977 (29/1977). Στον ως άνω Νόμο γίνεται διαβάθμιση των ουσιών σε τάξεις και αναλόγως διαβαθμίζονται σε σοβαρότητα οι ποινές για αδικήματα του. Το επίδικο αδίκημα προστέθηκε πρόσφατα με σχετική τροποποίηση του 2016 και καθίσταται ως ίσως το σοβαρότερο αδίκημα του Νόμου. Αξίζει μόνο να αναφερθεί ότι το άρθρο 11Ζ προβλέπει ποινές: «φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές.» Σε μια περίοδο όπου τα τροχαία δυστυχήματα έχουν αυξηθεί ραγδαία, ο νομοθέτης ποινικοποίησε την εν λόγω συμπεριφορά και την κατέταξε, μέσω και της προβλεπόμενης ποινής, ως κορυφαία τροχαία παράβαση. Έχει, άλλωστε, πλειστάκις τονιστεί η ανάγκη αντιμετώπισης της έξαρσης των τροχαίων δυστυχημάτων και ατυχημάτων και δη με οδικές συμπεριφορές όπως η παρούσα, αποδεδειγμένα επικίνδυνες δηλαδή για την κοινωνία. Τέτοιες συμπεριφορές καταδεικνύουν εγωιστική αυθαιρεσία και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, λόγω της ποσότητας τους αλλά και της σοβαρότητας που τους δίδει ο Νόμος. Αναφορικά με την Κατηγορία 2 η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αποτελεί ένα επίσης σοβαρό τροχαίο αδίκημα. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού τονίστηκε από πολύ παλιά. Συγκεκριμένα από το 1954 στην Latta v Police, 20 (Part 1) CLR 94, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε άτομο που οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και είχε πλήθος προηγούμενων καταδικών. Στην Michael v Police
(1975)2 C.L.R. 133, αναφέρθηκε ότι: «Traffic accidents, with serious consequences, are becoming increasingly frequent and, therefore, those in charge of motor-vehicles should take care to be always fit and able to drive them safely» Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, G.M. Pikis,
(2007)αναφέρεται ότι: «There is increasing awareness that the consumption of alcohol negatively affects a person' s capacity to drive a vehicle in the sence that her ability to foresee and appreciate danger and more so to take steps necessary to avoid it is reduced. Consumption of alcohol affects a person' s ability for cool thinking, reduces a person' s reflective responses and diminishes one' s capacity to take the care expected of a reasonable man for the safety of others.» Καθίσταται σαφές, ότι το πρόβλημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, αφενός είναι διαχρονικό στον τόπο και αφετέρου συχνά φέρει θλιβερές συνέπειες για τον οδηγό ή για τρίτους που χρησιμοποιούν τους δρόμους μας. Σχετικά με την πέμπτη κατηγορία, αυτή της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση προηγούμενης απόφασης- διατάγματος του Δικαστηρίου, το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012αναφέρει ότι: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τέτοια αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επενεργούν στην ίδια την τάξη που καλούνται τα Δικαστήρια να επιβάλλουν. Πλήττουν το θεμέλιο της και αποτελούν ευθεία ασέβεια προς τις διαταγές τους. Τέτοιες συμπεριφοράς με την περιφρόνηση που ενέχουν ουσιαστικά μηδενίζουν τον ίδιο τον ρόλο των Δικαστηρίων στην κοινωνία. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η νομολογία σαφώς ορίζει ότι όταν οι παραβάτες είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. (CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010). Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Στο Ηνωμένο Βασίλειο σε τέτοιου είδους αδικήματα λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως: αν το αδίκημα διαπράχθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έκδοση του διατάγματος, αν οδηγούσε για αναψυχή ο κατηγορούμενος, το αν είχε συνεπιβάτες και αν υπήρξαν επιβλαβής συνέπειες σε τρίτους. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο, η ηλικία του Κατηγορουμένου, ο καλός χαρακτήρας του, η έμπρακτη μεταμέλεια του και το γεγονός ότι προέβη στο αδίκημα λόγω πραγματικής ανάγκης που είχε γεννηθεί τον επίδικο χρόνο[1]. Η τέταρτη κατηγορία έχει προκύψει και συνδέεται με την πέμπτη, αφού αφορά οδήγηση χωρίς άδεια, η οποία άδεια είχε στερηθεί όπως φαίνεται στις λεπτομέρειες της επόμενης, πέμπτης κατηγορίας. Ως θέμα αρχής, η ποινή φυλάκισης ενδείκνυται όταν η οδική συμπεριφορά εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων (Αστυνομία v. Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/16, ημερ.11.5.17). Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι επιβεβλημένη. Στην πρόσφατη απόφαση Τουμάζου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, ημερ.5.10.18, λέχθηκε ότι: «Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου.» (βλ. επίσης Καλαϊτζίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 307/18, ημερ.20.11.18). Λαμβάνω υπόψη όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, τη συνεργασία του με τις αρχές, τα ψυχολογικά του προβλήματα και την απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, η έμπρακτη μεταμέλεια προκύπτει από την παραδοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (Χριστοφή Μάριος ν Αστυνομίας,
(2004)2 ΑΑΔ, 549). Δεικνύεται επιπλέον και μέσω της απεξάρτησης του Κατηγορούμενου (Γιαννακάκη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 177/2015, 21/4/2016). Επιπλέον τα ψυχολογικά του προβλήματα λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, ακόμα και σε αδικήματα που χρήζουν αποτροπής (Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) ν Δημητρίου, ΠΕ 210/2012, 15/9/2016), παρά ταύτα δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο μη επιβολής φυλάκισης όταν επιβάλλεται λόγω της φύσης της υπόθεσης (Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445). Άλλωστε στις Κεντρικές Φυλακές, παρέχεται κάθε μορφή ιατρικής περίθαλψης και υποβοηθείται κάθε ειλικρινής προσπάθεια θεραπείας καταδίκων (Στεφάνου, Καπαρδής, Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 246). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας στην κατηγορία
- Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 60 ημερών. Στην βάση του άρθρου 11 (Θ) του Νόμου επιδικάζονται έξοδα ύψους 180 Ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων, σε σχέση με την κατηγορία
- Το άρθρο 11 (Ζ), πιο πάνω, δίδει περαιτέρω στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποστερήσει το δικαίωμα στην κατοχή άδειας οδηγού από τον Κατηγορούμενο. Όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ως ειδικοί λόγοι για να μην αποστερηθεί ο Κατηγορούμενος της ικανότητος του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης, σε σχέση με τις προσωπικές και επαγγελματικές του ανάγκες, κρίνω ότι, αν και επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης του, οι λόγοι αυτοί μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και όχι την επιβολή της. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου τις επαγγελματικές του ανάγκες (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την άμεση παραδοχή, μεταμέλεια και προσπάθεια απεξάρτησης του. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από αύριο, η οποία θα συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε, σε σχέση με την Κατηγορία 1. Δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις κατηγορίες 2 και 4, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας, αφού το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έλαβε χώρα την ίδια μέρα, κάτω από τις ως άνω ιδιαίτερες περιστάσεις. Επομένως επιβολή περαιτέρω ποινής θα καθίστατο υπέρμετρη και δυσανάλογη για τον Κατηγορούμενο. (Θεοδώρου Ανδρέας Σ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376) Στρέφομαι στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[i] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, διευκρινίζεται ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάλθηκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 22, το Δικαστήριο έθεσε τον προβληματισμό για το εν λόγω ζήτημα ως εξής: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία" Σε αυτό το βασικό ερώτημα η απάντηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο πρέπει να είναι αρνητική. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι:
- Ο Κατηγορούμενος έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο,
- Τέτοιες συμπεριφορές χρίζουν αποτροπής καθώς στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος προέβη σε μια σειρά τροχαίων αδικημάτων, των σοβαρότερων που τίθενται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και
- Δεν διαφάνηκε το όποιο ευγενές ή σοβαρό κίνητρο της οδήγησης του υπό την επήρεια ναρκωτικών, αλκοόλης και με αποστερημένη την άδεια οδήγησης του, πέραν των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε θα είναι άμεση. Συμπερασματικά, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορία 1: Αποστέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από αύριο και 180 Ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων Κατηγορίες 2 και 4: Καμία ποινή Κατηγορία 5: 60 μέρες άμεσης φυλάκισης (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Sentencing Council guidelines, 24/4/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο