← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 881/2019, 13/10/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 881/2019, 13/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 881/2019 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. XXXXX Χριστοδούλου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 13/10/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο: κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος: χωρίς άδεια οδήγησης (Κατηγορία 1), χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (Κατηγορία 2), υπό την επήρεια ναρκωτικών (Κατηγορία 3) και χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη (Κατηγορία 4). Η κατηγορούσα αρχή εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε ότι κατά την διεξαγωγή δειγματοληπτικού ελέγχου και σχετικής εργαστηριακής εξέτασης διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών. Συγκεκριμένα ανιχνεύθηκαν στο σάλιο του: Κοκαΐνη, Βενζοϋλοεκγονίνη, Μεθυλεστέρα της εκγονίνης και Τετραϋδροκανναβιόλη. Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια οδήγησης, άρα ούτε και σχετικό πιστοποιητικό ασφάλειας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Αναφέρθηκε στην βίαιη συμπεριφορά που βίωνε σε νεαρή ηλικία ο Κατηγορούμενος από τον πατέρα του, με αποτέλεσμα να του δημιουργηθούν τραύματα. Όπως δεικνύεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος διέκοψε το σχολείο για να εργαστεί και να είναι καταστεί δυνατό να προσφέρει στην οικογένεια του. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην άμεση παραδοχή του, στο λευκό του ποινικό μητρώο και ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε μέσω του συνηγόρου του ότι δεν θα απασχολήσει ξανά το Δικαστήριο. Τέλος, ως πολύ σημαντική κρίνεται η διαβεβαίωση του Κατηγορούμενου, τόσο μέσω του συνηγόρου του, όσο και ενώπιον του γραφείου ευημερία, ότι υπήρξε περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών και πλέον αποξενώθηκε από τέτοιες ουσίες. Αρχής γενομένης από την τρίτη κατηγορία το άρθρο 11 (Β) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, αναφέρει ότι: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα.» Ως ναρκωτικά το άρθρο 11 (Α) ερμηνεύει τις ελεγχόμενες ουσίες, όπως αυτές καθορίζονται στους περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμους του 1977. Το εν λόγω αδίκημα προστέθηκε πρόσφατα με σχετική τροποποίηση του 2016 και καθίσταται ως ίσως το σοβαρότερο αδίκημα του Νόμου. Αξίζει μόνο να αναφερθεί ότι το άρθρο 11Ζ προβλέπει ποινές: «φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία

(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές.» Σε μια περίοδο όπου τα τροχαία δυστυχήματα έχουν αυξηθεί ραγδαία, ο νομοθέτης ποινικοποίησε την εν λόγω συμπεριφορά και την κατέταξε, μέσω και της προβλεπόμενης ποινής, ως κορυφαία τροχαία παράβαση. Έχει, άλλωστε, πλειστάκις τονιστεί η ανάγκη αντιμετώπισης της έξαρσης των τροχαίων δυστυχημάτων και ατυχημάτων και δη με οδικές συμπεριφορές όπως η παρούσα, αποδεδειγμένα επικίνδυνες δηλαδή για την κοινωνία. Παρατηρώ επίσης ότι οι ουσίες που ανιχνεύθηκαν στον οργανισμό του Κατηγορούμενου κατατάσσονται τόσο στην Τάξη Ά όσο και στην Τάξη Β, του Πρώτου Πίνακα στο Νόμο 29/
  1. Ο τελευταίος δηλαδή επέλεξε να οδηγήσει έχοντας καταναλώσει μια σειρά από ουσίες, διαφορετικής επίπτωση και ισχύς στον οργανισμό του. Στα ως άνω προστίθεται ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε και χωρίς άδεια οδήγησης, δηλαδή χωρίς να πιστοποιηθεί η ικανότητα του να οδηγεί, γεγονός που τον κατέστησε άμεσο κίνδυνο για κάθε πολίτη που βρισκόταν τον επίδικο χρόνο στον δρόμο. Τέτοιες συμπεριφορές καταδεικνύουν εγωιστική αυθαιρεσία και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, λόγω της ποσότητας τους αλλά και της σοβαρότητας που τους δίδει ο Νόμος. Λαμβάνω υπόψη όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την αγόρευση του συνηγόρου του. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 40 ημερών στην τρίτη κατηγορία. Στην βάση του άρθρου 11 (Θ) του Νόμου ο επιδικάζονται έξοδα ύψους 180 Ευρώ υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων. Στρέφομαι στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 [i] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  2. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, διευκρινίζεται ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάλθηκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην Αργυρίδης Θεόδωρος και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, σε υπόθεση όπου μια ομάδα νεαρών κατηγορείτο για μια σειρά από ένοπλες ληστείες, αποφασίστηκε η αναστολή ποινής φυλάκισης που τους είχε επιβληθεί πρωτοδίκως και γιατί πρόκειτο για νεαρά άτομα ηλικίας, τα οποία δεν είχαν οποιοδήποτε προηγούμενο και θα επηρεάζοντο από την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 22, το Δικαστήριο έθεσε τον προβληματισμό για το εν λόγω ζήτημα ως εξής: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία" Σε αυτό το βασικό ερώτημα η απάντηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο πρέπει να είναι καταφατική. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι:
  1. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου,
  2. Δουλεύει παιδιόθεν και συντηρεί την οικογένεια του,
  3. Δεν βαρύνεται με άλλες καταδίκες ενώ στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά,
  4. Δεν έχει κινδυνεύσει κανένας τρίτος από την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου
  5. Πρόκειται για νεαρό πρόσωπο και
  6. Έχει αποξενωθεί από την χρήση απαγορευμένων ουσιών. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου σε σχέση με την 3η κατηγορία αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Σε σχέση με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία η οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης και συνακόλουθα χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, αποτελούν σοβαρότατα αδικήματα. Ειδικότερα η οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, θέτει τον κίνδυνο να παραμείνει του θύμα της οδικής συμπεριφοράς του ανασφάλιστου εκτεθειμένο, χωρίς την δυνατότητα αποκατάστασης της ζημιάς του. Είναι γι' αυτό που ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (Ν. 96(I)/2000)για παράβαση του άρθρου 3
(1)(α), την οποία παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος, προβλέπει στέρηση για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, εκτός αν εκτεθούν ειδικοί λόγοι. Στην παρούσα περίπτωση τέτοιοι λόγοι δεν εκτέθηκαν και προς τούτο επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην δεύτερη κατηγορία στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να εξασφαλίσει άδεια οδήγηση για 8 μήνες και 200 Ευρώ πρόστιμο. Δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις κατηγορίες 1 και 4, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας, αφού το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έλαβε χώρα την ίδια μέρα, κάτω από τις ως άνω ιδιαίτερες περιστάσεις. Επομένως επιβολή περαιτέρω ποινής θα καθίστατο υπέρμετρης και δυσανάλογη για τον Κατηγορούμενο. (Θεοδώρου Ανδρέας Σ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376). Συμπερασματικά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος επιβάλλονται: 1η Κατηγορία: Καμία ποινή, 2η Κατηγορία: Αποστέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να εξασφαλίσει άδεια οδήγηση για 8 μήνες και 200 Ευρώ πρόστιμο, 3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 40 ημερών, η οποία αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών πλέον έξοδα ύψους 180 Ευρώ υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων. 4η Κατηγορία: Καμία ποινή. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.