← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Amvrosidis κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4384/2020, 7/10/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Amvrosidis κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4384/2020, 7/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 4384/2020 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν.

  1. XXXXX Amvrosidis
  2. XXXXX Amvrosova Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 07/10/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο 1: κ. Γρηγορίου. Κατηγορούμενος 1 παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (Κατηγορία 1), χωρίς άδεια οδήγησης (Κατηγορία 2) και κατά παράβαση προηγούμενης απόφασης- διατάγματος του Δικαστηρίου (Κατηγορία 3). Αξίζει να αναφερθεί ότι η Κατηγορούμενη 2 είχε κατηγορηθεί, παραδεχθεί και της επιβλήθηκε ποινή σε προγενέστερο στάδιο. Η κατηγορούσα αρχή εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ανακόπηκε την 17/9/2020 και διαπιστώθηκε να οδηγεί ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης του από την 30/5/2020, για 4 μήνες. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου έλαβα υπόψη μου Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 3/3/
  3. Εκεί καταγράφεται η οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου, ο οποίος εργάζεται ως οικοδόμος με μηνιαίο μισθό ύψους 800 Ευρώ. Εργάζεται με τον πατέρα του και έχει πολύ καλές σχέσεις με την οικογένεια του. Η καταδίκη του, η οποία οδήγησε στο διάταγμα του Δικαστηρίου για στέρηση του δικαιώματος να κατέχει άδεια οδήγησης, προήλθε μετά από παραδοχή του σε αδίκημα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών. Παρά το γεγονός ότι ήταν χρήσης κάνναβης σήμερα έχει απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Δεν έχει βαθμό ποινής, ενώ όταν ανακόπηκε του έγινε νάρκοτεστ με αρνητικό αποτέλεσμα. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος του αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του, η οποία δεικνύει ότι αντιλήφθηκε την σοβαρότητα του αδικήματος. Οδήγησε παρά την προηγούμενη στέρηση γιατί είχε την λανθασμένη αντίληψη ότι είχε τελειώσει η περίοδος στέρησης. Ανακόπηκε για σύνηθη έλεγχο, χωρίς να είχε προβεί στο όποιο άλλο αδίκημα και χωρίς να κινδυνεύσει κανένας από την οδική του συμπεριφορά. Σχετικά με την τρίτη κατηγορία, αυτή της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση προηγούμενης απόφασης- διατάγματος του Δικαστηρίου, το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012αναφέρει ότι: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα

(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τέτοια αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επενεργούν στην ίδια την τάξη που καλούνται τα Δικαστήρια να επιβάλλουν. Πλήττουν το θεμέλιο της και αποτελούν ευθεία ασέβεια προς τις διαταγές τους. Με την περιφρόνηση που ενέχουν ουσιαστικά μηδενίζουν τον ίδιο τον ρόλο των Δικαστηρίων στην κοινωνία. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η νομολογία σαφώς ορίζει ότι όταν οι παραβάτες είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. (CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010). Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Στο Ηνωμένο Βασίλειο σε τέτοιου είδους αδικήματα λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως: αν το αδίκημα διαπράχθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έκδοση του διατάγματος, αν οδηγούσε για αναψυχή ο κατηγορούμενος, το αν είχε συνεπιβάτες και αν υπήρξαν επιβλαβής συνέπειες σε τρίτους. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο, η ηλικία του Κατηγορουμένου, ο καλός χαρακτήρας του, η έμπρακτη μεταμέλεια του και το γεγονός ότι προέβη στο αδίκημα λόγω πραγματικής ανάγκης που είχε γεννηθεί τον επίδικο χρόνο[1]. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, ήτοι την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[ii] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αφενός τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και αφετέρου οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300). Ο κατηγορούμενος 1 επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και τη μη ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι εγωιστική, αυθαίρετη και αντικοινωνική. Περιφρονεί την έννομη τάξη και πλήττει την ίδια την έννοια της απονομής δικαιοσύνης, καταρρακώνοντας αρχές όπως αυτές του κράτους δικαίου και της ισονομίας. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Λαμβάνω υπόψη όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και την αγόρευση του συνηγόρου του. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Σε σχέση με την Τρίτη κατηγορία και τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ως ειδικοί λόγοι για να μην αποστερηθεί ο Κατηγορούμενος της ικανότητος του κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης, σε σχέση με τις προσωπικές και επαγγελματικές του ανάγκες, κρίνω ότι, αν και επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης του, οι λόγοι αυτοί μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και όχι την επιβολή της. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου τις επαγγελματικές του ανάγκες (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81) και ότι έχει την ευθύνη και φροντίδα του αδελφού του που πάσχει από καρκίνο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την άμεση παραδοχή, μεταμέλεια και επακόλουθη συμμόρφωση του. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 60 ημερών από αύριο. Δεν επιβάλλεται καμία ποινή στην κατηγορία 1, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας, αφού το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έλαβε χώρα την ίδια μέρα, κάτω από τις ως άνω ιδιαίτερες περιστάσεις. Επομένως επιβολή περαιτέρω ποινής θα καθίστατο υπέρμετρης και δυσανάλογη για τον Κατηγορούμενο. (Θεοδώρου Ανδρέας Σ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376) Ως προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[i] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, διευκρινίζεται ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάλθηκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 22, το Δικαστήριο έθεσε τον προβληματισμό για το εν λόγω ζήτημα ως εξής: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία" Σε αυτό το βασικό ερώτημα η απάντηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο πρέπει να είναι καταφατική. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι:
  1. Ο Κατηγορούμενος είναι νεαρής ηλικίας,
  2. Έχει αποξενωθεί από τη λαίλαπα των ναρκωτικών που οδήγησε σε προηγούμενο αδίκημα του,
  3. Πέραν της καταδίκης που αφορά η 3η κατηγορία δεν βαρύνεται με άλλες καταδίκες ενώ στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά και
  4. Δεν έχει κινδυνεύσει κανένας τρίτος από την συνπεριφορά του Κατηγορουμένου Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου σε σχέση με την 3η κατηγορία αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Συμπερασματικά επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 30 ημερών η οποία αναστέλλεται για 3 έτη, στην τρίτη κατηγορία και αποστέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για 60 μέρες στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Sentencing Council guidelines, 24/4/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.