← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Cupcea, Αρ. Υπόθεσης: 3152/2020, 2/12/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Cupcea, Αρ. Υπόθεσης: 3152/2020, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3152/2020 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. XXXXX Cupcea Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 2/12/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο: κ. Θωμά Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την μοναδική κατηγορία που αντιμετώπιζε, ήτοι την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, κατά παράβαση των άρθρων 6 και 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/

  1. Η κατηγορούσα αρχή εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε ότι κατά την διεξαγωγή ελέγχου διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Συγκεκριμένα η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 96,0 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 9 που είναι το όριο. Επίσης αναφέρθηκε στις προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου, ήτοι σε 7μηνη ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε την 27/2/2020 στην υπόθεση 561/20, πάλιν για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης σε συνδυασμό με άλλα τροχαία αδικήματα όπως την αλόγιστη και επικίνδυνης οδήγησης. Στην εν λόγω υπόθεση είχε ληφθεί υπόψη η 4774/
  2. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί και την 28/3/2019, πάλι για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, στην ικανή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Έγινε αναφορά στην προσπάθεια απεξάρτησης του Κατηγορούμενου από το αλκοόλ με την βοήθεια ψυχιάτρου, μετά την διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Ακόμα αναφέρθηκε ότι ο πατέρας του Κατηγορούμενου πέθανε από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος είναι άτομο που βρίσκεται τα τελευταία 8 χρόνια στην Κύπρο και εργάζεται ως οικοδόμος. Στο γραπτό κείμενο που δόθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς μετριασμού αναφέρονται μια σειρά μετριαστικών παραγόντων, ήτοι η άμεση παραδοχή του το νεαρό της ηλικίας του, η έλλειψη προσχεδιασμού και η μέθη του Κατηγορούμενου. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα τροχαία αδικήματα. Αυτό δεικνύεται άλλωστε και από την σοβαρότητα των ποινών που προβλέπει ο Νόμος. Συγκεκριμένα το άρθρο 11 προβλέπει «φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές». Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού τονίστηκε από πολύ παλιά. Συγκεκριένα από το 1954 στην Latta v Police,20 (Part 1) CLR 94, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε άτομο που οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και είχε πλήθος προηγούμενων καταδικών. Στην Michael v Police

(1975)2 C.L.R. 133, αναφέρθηκε ότι: «Traffic accidents, with serious consequences, are becoming increasingly frequent and, therefore, those in charge of motor-vehicles should take care to be always fit and able to drive them safely» Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, G.M. Pikis,
(2007)αναφέρεται ότι: «There is increasing awareness that the consumption of alcohol negatively affects a person' s capacity to drive a vehicle in the sence that her ability to foresee and appreciate danger and more so to take steps necessary to avoid it is reduced. Consumption of alcohol affects a person' s ability for cool thinking, reduces a person' s reflective responses and diminishes one' s capacity to take the care expected of a reasonable man for the safety of others.» Καθίσταται σαφές, ότι το πρόβλημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, αφενός είναι διαχρονικό και συχνό στον τόπο μας και αφετέρου συχνά φέρει θλιβερές συνέπειες για τον οδηγό ή για τρίτους που χρησιμοποιούν τους δρόμους μας. Η οδήγηση με τέτοια επίπεδα αλκοόλης στο αίμα κάθε ατόμου καθιστά το όχημα του φονικό όπλο στα χέρια του. Ένα ουσιαστικά ακυβέρνητο όχημα σε ένα δρόμο γεμάτο συνανθρώπους μας. Η σοβαρότητα που φέρει αυτή η συμπεριφορά αντανακλάται στους δεκάδες συμπολίτες μας που χάνουν την ζωή τους εξαιτίας των. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, άμεσο κίνδυνο και καθιστά το αδίκημα αυτό εξαιρετικά σοβαρό. Σε σχέση με την αγόρευση του συνήγορου του Κατηγορούμενου για μετριασμό λαμβάνω υπόψη μου, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, τις προσωπικές, την προσπάθεια απεξάρτησης του, τις οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την αγόρευση του συνηγόρου του. Δεν μπορώ να λάβω όμως υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την κατάσταση μέθης στην οποία είχε βρεθεί ο Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση που αναφέρθηκε ο κ. Θωμά, την Pernell v Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 ΑΑΔ, η οποία είναι υπόθεση φόνου, γίνεται αναφορά στην Police v. Ioannou
(1989)2 C.L.R. 61. Στην τελευταία κρίθηκε το πότε λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας η μέθη. Στην παρούσα περίπτωση δεν αντιμετωπίζουμε την περίσταση όπου η μέθη επηρέασε την κρίση του Κατηγορούμενου και τον οδήγησε στην ένοχη διάνοια. Εδώ αυτή κάθε αυτή η απόφαση του να οδηγήσει σε κατάσταση μέθης είναι που αποτελεί την επίδικη συμπεριφορά. Δηλαδή αν ληφθεί η μέθη υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας σε αυτού του είδους το αδίκημα, ουσιαστικά θα είναι ωσάν το Δικαστήριο επικροτεί αυτό κάθε αυτό που καλείται να κολάσει. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας αυτός ως μετριαστικός. Όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 45 ημερών στην τρίτη κατηγορία. Το άρθρο 11, πιο πάνω, δίδει περαιτέρω στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποστερήσει το δικαίωμα στην κατοχή άδειας οδηγού από τον Κατηγορούμενο. Όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ως ειδικοί λόγοι για να μην αποστερηθεί ο Κατηγορούμενος της ικανότητος του κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης, σε σχέση με τις προσωπικές και επαγγελματικές του ανάγκες, κρίνω ότι, αν και επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης του, οι λόγοι αυτοί μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και όχι την επιβολή της. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου τις επαγγελματικές του ανάγκες (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την άμεση παραδοχή, μεταμέλεια και προσπάθεια απεξάρτησης του. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 90 ημερών από αύριο, η οποία θα συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε. Στρέφομαι στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[i] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, διευκρινίζεται ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάλθηκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην Αργυρίδης Θεόδωρος και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, σε υπόθεση όπου μια ομάδα νεαρών κατηγορείτο για μια σειρά από ένοπλες ληστείες, αποφασίστηκε η αναστολή ποινής φυλάκισης που τους είχε επιβληθεί πρωτοδίκως και γιατί πρόκειτο για νεαρά άτομα ηλικίας, τα οποία δεν είχαν οποιοδήποτε προηγούμενο και θα επηρεάζοντο από την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 22, το Δικαστήριο έθεσε τον προβληματισμό για το εν λόγω ζήτημα ως εξής: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία" Σε αυτό το βασικό ερώτημα η απάντηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο πρέπει να είναι αρνητική. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι:
  1. Ο Κατηγορούμενος υπήρξε αμετανόητος προβαίνοντας στο ίδιο αδίκημα 4 φορές μέσα σε ένα έτος,
  2. Η συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και επικίνδυνη, έστω και αν δεν επηρέασε τρίτους και
  3. Το γεγονός ότι μέσω της συχνότητας της επίδικης του συμπεριφοράς καθίσταται ως άμεσος κίνδυνος για το σύνολο. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου θα είναι άμεση. Συμπερασματικά επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο: Α. Άμεση ποινή φυλάκισης 45 ημερών και Β. Στέρηση του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 90 μέρες από αύριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.