← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφανείου, Αρ. Υπόθεσης 7708/18, 8/1/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφανείου, Αρ. Υπόθεσης 7708/18, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7708/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Παπαεπιφανείου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08, Ιανουαρίου 2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη : κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος : Παρών. ............. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά έξι

(6)κατηγορίες εκ των οποίων η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η 2η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και η 3η κατηγορία οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο που η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Επιπρόσθετα, αντιμετωπίζει μια κατηγορία για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα που τέθηκε από την αρμόδια αρχή, μία για παράλειψη να τηρεί το όχημά του στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος και μία κατηγορία περί το ότι οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 28.04.2017 στη Λεωφόρο Λεμεσού στην περιοχή Καλλιθέα στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς XXXXX69, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της XXXXX Χριστοδούλου, ηλικίας 8 ετών, τέως από το Γέρι. Επίσης, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή περιείχε 279 αντί 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Ταυτόχρονα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε τα αδικήματα των υπόλοιπων κατηγοριών. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 12 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Α/λοχίας XXXXX Π. Ορφανός, ως Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την σχετική κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 2 σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής κι ως Τεκμήριο 3 σχέδιο αναπαράστασης των θέσεων των ενεχόμενων οχημάτων πριν τη σύγκρουση. Επιπρόσθετα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τις φωτογραφίες της σκηνής, ως Τεκμήριο 5 έκθεση εξέτασης από το Γενικό Χημείο του Κράτους ημερομηνίας 28.06.2017, και ως Τεκμήριο 6 η κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 11.06.
  2. Ο M.K.1 στην κατάθεσή του Έγγραφο Α, αναφέρθηκε στις καιρικές συνθήκες, στην κατάσταση του δρόμου, την οπτική σήμανση και την ορατότητα. Παρέπεμψε, επίσης, στην άμεση μαρτυρία στη σκηνή, καθώς επίσης και στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Περιέγραψε, επίσης, τα ίχνη τριβής και λοιπά στοιχεία που εντόπισε στη σκηνή. Ως προς το σημείο χ, δήλωσε ότι σημειώθηκε στον δρόμο και αυτό φαίνεται στις φωτογραφίες 20 και 21 του Τεκμηρίου
  3. Ανέφερε επίσης ότι παρέλαβε από την αστυφύλακα XXXXX σε καφέ φάκελο ένα φιαλίδιο με αίμα το οποίο λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε εκ νέου στις πορείες των δύο οχημάτων ως αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο
  4. Κατατέθηκε, επίσης, ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από μεγεθύνσεις των φωτογραφιών 1,2,3,7,8,9,11,12,15,16, 17, 26 και 28 του Τεκμηρίου
  5. Ερωτηθείς γιατί δεν αποτύπωσε τα συντρίμμια από τα δύο οχήματα στο σχέδιο, απάντησε ότι δεν το έπραξε επειδή ήταν μεγάλης έκτασης και διασκορπισμένα. Με αναφορά στις φωτογραφίες 11,14,15, 26 και 27 του Τεκμήριου 4 συμφώνησε ότι τα πλείστα θραύσματα ήταν στην πλευρά που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου. Υποστήριξε όμως, ότι τα θραύσματα μπορεί να εκτιναχθούν από την περιστροφή των οχημάτων. Υποστήριξε δε ότι πραγματική μαρτυρία δεν ήταν τα θραύσματα αλλά τα ίχνη που εντοπίστηκαν. Δέχθηκε ότι στο σημείο Χ, ως το προσδιόρισε ο ίδιος δεν υπήρχαν θραύσματα. Δήλωσε, παράλληλα, πως ούτε στο σημείο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, ως σημείο σύγκρουσης υπήρχαν θραύσματα. Με αναφορά στην φωτογραφία 7 του Τεκμήριου 4 δήλωσε ότι κατά τη σύγκρουση τα θραύσματα, λόγω της περιστροφής των οχημάτων, εκτινάσσονται και είναι αδύνατον να πέσουν ακριβώς κάτω από το σημείο σύγκρουσης. Ακολούθως αρνήθηκε την υποβολή ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Κουτσοφτή ως Μ.Κ.
  6. Η μάρτυρας υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της, το περιεχόμενο της κατάθεσής της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Η Μ.Κ. 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο μετέβη πρώτο στη σκηνή και σύμφωνα με την ίδια διαφύλαξε τη σκηνή του ατυχήματος. Επίσης στην κατάθεσή της δήλωσε ότι στο σημείο του ατυχήματος βρισκόταν ο XXXXX Χριστοδούλου ο οποίος ήταν συνοδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  7. Επιπλέον ενώ βρισκόταν στη σκηνή την προσέγγισε ο XXXXX Πετρίδης, ο οποίος της ανέφερε ότι έφτασε στη σκηνή αμέσως μετά το ατύχημα. Κατά την αντεξέταση της δήλωσε ότι διαφύλαξε τη σκηνή μαζί με ακόμα δύο αστυνομικούς. Και ήταν θετική στο ότι ουδείς πείραξε οτιδήποτε στη σκηνή του ατυχήματος. Σε σχέση με τις αναφορές της περί τα όσα της ανέφερε ο Χριστοδούλου XXXXX, απάντησε ότι τα κατέγραψε στο σημειωματάριό της. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο λοχίας XXXXX XXXXX Θεοκλέους, ως Μ.Κ.3 Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ στη διαδικασία. Σε αυτήν καταγράφει τα προσόντα του. Περαιτέρω αναφέρεται στο σημείο πρώτης επαφής μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Αναφέρεται επίσης στις εσωτερικές ζημιές αυτών, στις ζώνες ασφαλείας στα ελαστικά και στα φώτα πορείας τους. Καταλήγει δε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα. Όλες οι ζημιές που εντόπισε είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το ατύχημα. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο του οχήματος. Παρέπεμψε δε σε σχέση με τη ζημιά της άμεσης επαφής του οχήματος XXXXX69 στη φωτογραφία 5, του Τεκμηρίου
  8. Σε σχέση με τη ζημιά άμεσης επαφής του οχήματος KYH 082 παρέπεμψε στη φωτογραφία 27 του Τεκμηρίου
  9. Κατά την αντεξέτασή του, ανάφερε ότι ο ίδιος δεν μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος καθότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Εξήγησε ότι δεν ήταν αναγκαίο, διότι δεν του ζητήθηκε η γνώμη του σε σχέση με οτιδήποτε που αφορούσε τη σκηνή του ατυχήματος. Ερωτηθείς σε σχέση με τα θραύσματα που βρέθηκαν στη σκηνή, δέχθηκε ότι τα περισσότερα βρίσκονται όντως στην αριστερή πλευρά του δρόμου, παρόλο που στη φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 4 ο ίδιος εντοπίζει και θραύσματα στην αντίθετη λωρίδα. Σε σχέση με τα θραύσματα που αφήνουν δύο οχήματα που συγκρούονται, ανέφερε ότι αυτό εξαρτάται από το σημείο που θα συγκρουστούν και την πίεση που θα δεχτούν. Επιπρόσθετα κατά την αντεξέτασή του εξήγησε τι εννοεί με την αναφορά σε «παιγμένες ζώνες ασφαλείας». Παρέπεμψε στις φωτογραφίες 17 και 18 του Τεκμηρίου 8, σε σχέση με τις ζώνες ασφαλείας του οχήματος XXXXX
  10. Και στις φωτογραφίες 41 μέχρι 48 σε σχέση με τις ζώνες ασφαλείας του οχήματος XXXXX
  11. Ο μάρτυρας με αναφορά στον τρόπο λειτουργίας των ζωνών ασφαλείας εξήγησε τα σχετικά ευρήματά του. Ανέφερε σχετικά ότι ο οδηγός του οχήματος XXXXX69 δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, ενώ στο όχημα XXXXX82 ο οδηγός, ο συνοδηγός και το πρόσωπο που καθόταν πίσω δεξιά φορούσαν ζώνη ασφαλείας. Τέλος ανέφερε ότι το καθήκον του στην υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από το καθήκον κάποιου εξωτερικού εμπειρογνώμονα, καθότι περιορίστηκε μόνο στα όσα ρωτήθηκε από την ομάδα που εξέταζε το ατύχημα. Τόνισε ότι ο ίδιος εντόπισε τη γωνία πρόσκρουσης των οχημάτων, αναφέρθηκε στις ζώνες ασφαλείας και στο ότι τα ενεχόμενα οχήματα δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου ως Μ.Κ.
  12. Ο Μ.Κ. 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ. Στην κατάθεσή του αναφέρεται στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη και στον τρόπο που μετέφερε σε υπηρεσιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή τις φωτογραφίες της σκηνής. Επιπλέον αναφέρεται στο πώς τις αρχειοθέτησε και τις εκτύπωσε. Επιπλέον κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι ο ρόλος του ήταν βοηθητικός προς τον Μ.Κ.
  13. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στο που εντόπισε τις φωτογραφίες που εκτυπώθηκαν και εξήγησε ότι κατά κανόνα επιλέγουν τις καλύτερες ήτοι τις πιο αντιπροσωπευτικές για να τις καταθέσουν στο Δικαστήριο. Επέμεινε ότι δεν απέκρυψαν οτιδήποτε. Σε υποβολή ότι η Υπεράσπιση ζήτησε όλες τις φωτογραφίες και παρέλαβε μερικές μόνο, απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τι ακριβώς ζήτησε η Υπεράσπιση. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Ιωάννου ως Μ.Κ.
  14. Ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, ημερομηνίας 29.04.
  15. Επιπλέον, δήλωσε ότι είχε ορατότητα προς το όχημα XXXXX
  16. Ανέφερε περαιτέρω ότι περί τα 40 με 50 μέτρα πριν το ατύχημα αντιλήφθηκε τα φώτα του οχήματος XXXXX69 να εισέρχονται στο αντίθετο ρεύμα. Σε εκείνο το στάδιο το όχημα XXXXX82 έκανε μια απότομη κίνηση προς τα αριστερά προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση. Μόλις έγινε το ατύχημα σταμάτησε, ενεργοποίησε τα φώτα κινδύνου και κατέβηκε από το όχημά του. Δήλωσε ότι και το όχημα XXXXX69 έκανε κίνηση στα αριστερά για να προσπαθήσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε περαιτέρω ότι από τη σύγκρουση τα οχήματα έπιασαν άλλη κατεύθυνση, στριφογύρισαν και ακινητοποιήθηκαν. Προσδιόρισε ότι η σύγκρουση έγινε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας δηλαδή την αριστερή. Χωρίς όμως να μπορεί να υπολογίσει πόσο μέσα στη λωρίδα επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Παρέμεινε στη σκηνή μέχρι να φτάσει η Αστυνομία και το Ασθενοφόρο. Ο ίδιος δεν μίλησε με οποιονδήποτε αστυνομικό και μετέβη για κατάθεση μόλις έμαθε ότι απεβίωσε το ανήλικο το οποίο επέβαινε στο όχημα XXXXX
  17. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ήταν το πρώτο πρόσωπο που σταμάτησε στη σκηνή, δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο και ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στο Νοσοκομείο. Ακολούθως σταμάτησαν διάφορα άλλα αυτοκίνητα. Επανάλαβε ότι ο ίδιος δεν θυμάται να σταμάτησε κάποιο πρόσωπο πριν από τον ίδιο. Ανέφερε επίσης ότι μπορούσε να αντιληφθεί εάν υπήρχαν φώτα απέναντι του και εξήγησε ότι τα φώτα του μπροστινού του οχήματος ήταν κόκκινα, αφού έβλεπε το πισινό μέρος αυτού. Επέμεινε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τα μπροστινά φώτα του οχήματος να εισέρχονται στη λωρίδα κυκλοφορίας του. Επέμεινε επίσης ότι το προπορευόμενό του όχημα ήταν μέσα στη δική του λωρίδα. Αφού του υποδείχθηκε η φωτογραφία 27 του Τεκμηρίου 4, προσδιόρισε ότι ο ίδιος ακολουθούσε το άσπρο όχημα που φαίνεται σε αυτήν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ατύχημα δεν έγινε στην πλευρά του XXXXX69 διότι το όχημα που ίδιος ακολουθούσε ήταν συνεχώς στη σωστή κατεύθυνση κυκλοφορίας. Επέμεινε παράλληλα, ότι αν κάποιος είναι στη σωστή λωρίδα μπορεί να αντιληφθεί και αν το αυτοκίνητο που βρίσκεται στη στροφή είναι στη σωστή του λωρίδα. Τόνισε ότι είδε για πρώτη φορά το όχημα XXXXX69 όταν αυτό έκανε τη στροφή. Προσδιόρισε ταυτόχρονα ότι το αντιλήφθηκε αυτό μόλις εκείνο ανέβηκε το ανήφορο και έκανε τη στροφή. Τότε είδε τα φώτα του ακριβώς απέναντι του και κατάλαβε ότι εισήλθε στη δική του λωρίδα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Χριστοδούλου ως Μ.Κ.
  18. Η Μ.Κ. 6 ήταν η οδηγός του οχήματος XXXXX
  19. Η μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 26.06.2017, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ. Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε επιπρόσθετα ότι η ίδια βρισκόταν στη μέση της λωρίδας της. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο
  20. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι από το ατύχημα μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσής της, δεν ξαναπήγε στη σκηνή του εν λόγω ατυχήματος. Ανέφερε περαιτέρω ότι η πρώτη φορά που είδε το Τεκμήριο 1 ήταν κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση. Ανέφερε περαιτέρω ότι η ίδια είδε το σχέδιο και συμφώνησε ότι ήταν σωστό. Θυμόταν ότι μπροστά της δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο. Επίσης συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης ως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 και αρνήθηκε την υποβολή ότι το σωστό σημείο σύγκρουσης είναι εκείνο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Δήλωσε επίσης ότι η κόρη της κατά τον χρόνο του ατυχήματος, φορούσε ζώνη ασφαλείας, αλλά δεν θυμόταν το πώς τη φορούσε. Σε υποβολή ότι η θυγατέρα της φορούσε λανθασμένα τη ζώνη ασφαλείας, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επόμενος μάρτυρας για τη Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Χριστοδούλου ως Μ.Κ.
  21. Ο Μ.Κ. 7 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 01.05.2017 η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ζ. Ο Μ.Κ.7 ήταν συνοδηγός στο όχημα XXXXX
  22. Στην κατάθεσή του αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στη διάταξη των ατόμων εντός του οχήματος XXXXX82 σημειώνοντας ότι η αποβιώσασα καθόταν πίσω από την οδηγό. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή του, σε σχέση με την αναφορά του ότι η αδελφή του φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της, εξήγησε ότι ο ίδιος δεν την είδε, αλλά γνωρίζει ότι η αδελφή του φορούσε ζώνη ασφαλείας. Δεν γνώριζε επίσης το με ποιο τρόπο φόρεσε τη ζώνη της η αδελφή του. Εξήγησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον στρατό ως Καταδρομέας και γνώριζε από Πρώτες Βοήθειες. Σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου δήλωσε ότι δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα και κατά τη σύγκρουση δεν υπήρχε κάποιο όχημα μπροστά τους. Δεν πρόσεξε παράλληλα αν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα πίσω τους. Το μόνο όχημα που είδε ήταν το XXXXX69 το οποίο εμφανίστηκε στη λωρίδα τους. Προσδιόρισε ότι αντιλήφθηκε το όχημα XXXXX69 στο σημείο που ξεκινούσε να ανηφορίζει ο δρόμος, όπου υπήρχε δεξιά στροφή για τους ίδιους και στο στάδιο πριν ανηφορίσουν εμφανίστηκε το έτερο ενεχόμενο όχημα μέσα στη λωρίδα τους. Ανέφερε ότι η οδηγός του οχήματος XXXXX82 μόλις αντιλήφθηκε το ενεχόμενο όχημα ελάττωσε ταχύτητα και προσπάθησε να στρίψει το τιμόνι της προς τα αριστερά. Όμως ένεκα του ότι έγιναν όλα γρήγορα δεν πρόλαβαν να κάνουν οτιδήποτε. Μετά το ατύχημα ανέφερε ότι όταν πλησίασε τον κατηγορούμενο στο όχημα του, αντιλήφθηκε ότι μύριζε ποτό. Ανέφερε επίσης ότι αντιλήφθηκε την ανήλικη αδελφή του, να κάθεται στην πίσω θέση δεξιά και να φορεί τη ζώνη της. Εξήγησε ότι πρώτα ασχολήθηκε με τα άτομα που βρίσκονταν στο δικό του όχημα και ακολούθως αναζήτησε τον οδηγό του ετέρου ενεχόμενου οχήματος. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε ότι άλλαξε τη θέση του σε σχέση με τις αναφορές του περί της ζώνης ασφαλείας που έφερε η αδελφή του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν η μητέρα που εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα και όχι ο κατηγορούμενος. Και επέμεινε ότι η μητέρα του κρατούσε σταθερά την πορεία της αριστερά και εμφανίστηκε το όχημα του κατηγορουμένου μέσα στη λωρίδα τους. Σε σχέση με τις αναφορές του στην Αστυνομία για τον τρόπο που έφερε τη ζώνη η ανήλικη αδελφή του, δήλωσε στο ότι κατά κανόνα η ανήλικη αδελφή του ήταν πειθαρχημένη. Επόμενη μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν η XXXXX Λοΐζου, ως Μ.Κ.
  23. H Μ.Κ 8 ήταν συνεπιβάτης στο όχημα XXXXX
  24. H μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 1.5.2017, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Η. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος φόρεσε τη ζώνη στην ανήλικη. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή της προσδιόρισε ότι αντιλήφθηκε το έτερο ενεχόμενο όχημα, όταν διερωτήθηκε ο Μ.Κ.8 «τι κάμνει τούτος». Δήλωσε, επίσης, ότι το αντιλήφθηκε να βρίσκεται στη δική τους λωρίδα. Κατά την αντεξέτασή της προσδιόρισε ότι δεν γνώριζε τον ακριβή τρόπο που η αποβιώσασα ανήλικη έφερε την ζώνη ασφαλείας της. Δέχθηκε επίσης ότι κατά το χρονικό σημείο πριν το ατύχημα είχε την προσοχή της στραμμένη στο κινητό της τηλέφωνο. Όταν άκουσε το Μ.Κ. 8 να σχολιάζει γύρισε το κεφάλι της πάνω δεξιά και αντιλήφθηκε το επερχόμενο όχημα. Η ίδια δεν έβλεπε τις γραμμές του δρόμου αλλά ήταν σίγουρη πως βρίσκονταν στη λωρίδα τους. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Πετρίδης ως Μ.Κ.
  25. O M.K.9 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεών του, ημερομηνίας 6.5.2017 και 9.9.2017, οι οποίες σημειώθηκαν ως έγγραφο Θ και Ι αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πως έγινε το ατύχημα και ότι έφθασε στο σημείο, αφού επεσυνέβη το ατύχημα. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι με την αναφορά του στην κατάθεσή του περί ταυτόχρονης εμφάνισης του Μ.Κ.5, εννοούσε ότι κατεβαίνοντας από το όχημά του είδε τον Μ.Κ.5 να έρχεται προς το μέρος του. Ακολούθως δήλωσε ότι νόμισε πως σταμάτησαν ταυτόχρονα. Ακολούθως ανέφερε ότι ο Μ.Κ.5 σταμάτησε και εκείνος την ίδια στιγμή και έτσι θεώρησε ότι σταμάτησαν ταυτόχρονα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Αυξεντίου, ως Μ.Κ.
  26. Η Μ.Κ. 10 εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους και κατέθεσε το βιογραφικό της ως Τεκμήριο
  27. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο
  28. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο από το σύγγραμμα του Αντ. Κουτσελίνη «Τοξικολογία», Τόμος Β, σελίδες 653-
  29. Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή της με παραπομπή στο Τεκμήριο 10 αναφέρθηκε στις συνέπειες της δηλητηρίασης αλκοόλης και στις συνέπειες που επιφέρει η συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα ως τα ποσοστά που ανιχνεύθηκαν στον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στη διαδικασία εξέτασης δειγμάτων αλκοόλης στο Γενικό Χημείο του Κράτους και στα πρόσωπα που βοήθησαν στην επίδικη ανάλυση. Εξήγησε δε ότι το δείγμα που παραλαμβάνεται συνοδεύεται από έντυπο της Αστυνομίας στο οποίο αναγράφονται κάποια στοιχεία από το ατύχημα. Δήλωσε, επιπρόσθετα, ότι τα δείγματα αίματος που αναλύονται καταστρέφονται, επειδή αν δεν αναλυθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα δεν έχουν αξία καθώς επίσης και επειδή μπορεί να υπάρχουν βακτήρια, μικρόβια ή ασθένειες σε αυτά. Εξήγησε, όμως, ότι στις περιπτώσεις που ζητήθηκε ρητά από τον ενδιαφερόμενο να φυλαχθούν για επανεξέταση, αυτά φυλάχθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση προσδιόρισε ότι η ανάλυση διήρκησε από 17.5.2017 μέχρι 22.5.
  30. Σε σχέση με τις αναφορές στο Τεκμήριο 10 εξήγησε τις περιπτώσεις που τα συμπτώματα μπορούν να έχουν αυξομειώσεις. Όμως δήλωσε ότι το ποσοστό 279 είναι πολύ υψηλό και δεν μπορεί κάποιος να το αμφισβητήσει. Ανέφερε, επίσης, ότι παράγοντες όπως το ύψος, το βάρος κλπ. δεν έχουν επίδραση στα συμπτώματα της αλκοόλης, ιδίως στον βαθμό που αυτά παρουσιαστήκαν στην υπό συζήτηση έκθεση. Δήλωσε τέλος ότι το δείγμα ήρθε στο χημείο σφραγισμένο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Χαραλάμπους, ως Μ.Κ.
  31. Η μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Κ. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά τη νεκροψία. Η Μ.Κ.11 ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από την οδηγό του οχήματος XXXXX82, M.K.6, και αναφέρθηκε στις συνθήκες λήψης της εν λόγω ανακριτικής κατάθεσης. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στον λόγο που λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την Μ.Κ6 εξηγώντας ότι αυτό έγινε, επειδή μέχρι τότε δεν υπήρχε σαφής μαρτυρία και ενόψει των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου. Δήλωσε, επίσης, ότι η ίδια επεξήγησε στο πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 1, στη Μ.Κ.6, αφού προηγούμενος το επεξήγησε στην ίδια ο Μ.Κ.
  32. Προσδιόρισε, επίσης, τι ακριβώς της επεξήγησε ο Μ.Κ1 ως προς το πρόχειρο σχέδιο. Ιδίως ως προς το σημείο Χ δήλωσε ότι της ανέφερε πως αυτό καθορίστηκε, επειδή υπήρχαν κάποια ίχνη. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο ιατροδικαστής XXXXX Χαραλάμπους, ως Μ.Κ.
  33. Ο Μ.Κ. 12 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Λ. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 σκίτσο του ανθρώπινου σώματος. Επιπλέον, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή, Τεκμήριο 11, και συνέδεσε αυτές με τα ευρήματά του στην ιατροδικαστική έκθεση. Επιπρόσθετα ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στα ευρήματά του στην ιατροδικαστική έκθεση. Σημείωσε δε ότι οι εκδορές τριβής που φαίνονται στη φωτογραφία 17 του Τεκμήριου 11 μπορεί να προκλήθηκαν από ιμάντα ζώνης. Δήλωσε, όμως, ότι δεν υφίσταται κάποια ένδειξη για το εάν το θύμα φορούσε ζώνη ασφαλείας. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι οι εξωτερικές κακώσεις φαίνονται να είναι στο μπροστινό μέρος του σώματος, όμως εξήγησε ότι αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και τα κτυπήματα επήλθαν μπροστά. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η ζώνη ασφαλείας εμποδίζει το σώμα να κινηθεί μπροστά δεν το εμποδίζει να κινηθεί δεξιά και αριστερά. Μάλιστα δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα κτυπήματα να επέρχονταν ακόμα και εάν φορούσε ζώνη ασφαλείας το θύμα. Ακολούθως κατατέθηκε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 9 καταθέσεις που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση, ως Τεκμήρια 13 Α με 13 Ι. Στα εν λόγω Τεκμήρια περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι καταθέσεις της υπεύθυνης ιατρού κατά το στάδιο λήψης δείγματος αίματος από τον Κατηγορούμενο στο Γ/Ν Λευκωσίας, της νοσοκόμας που έλαβε το αίμα, της αστυφύλακος, η οποία μετέφερε το φιαλίδιο και το παρέδωσε στον Μ.Κ. 1 και η κατάθεση του αστυφύλακα XXXXX, ο οποίος αναφέρει ότι παρέλαβε φιαλίδιο με αίμα από τον Μ.Κ1 και το παρέδωσε στην XXXXX Λιβέρη στο Κρατικό Χημείο. Οι καταθέσεις που αποτελούν το Τεκμήριο 13 κατατέθηκαν με τη δήλωση των συνηγόρων ότι γίνονται αποδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Επιπρόσθετα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 η κατάθεση του υπαστυνόμου Λ. Θεμιστοκλέους επίσης με τη δήλωση των συνηγόρων ότι γίνεται αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της. Ο Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Ο κ. Κάλλης εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν αποτελεί ασφαλές βάθρο για τη θεμελίωση καταδίκης, ότι η διερεύνηση έλαβε χώρα μεροληπτικά, ότι δεν παραδόθηκε στην υπεράσπιση το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Στον αντίποδα, η κα Κακούρη εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω δε κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Σε σχέση με τους μάρτυρες πραγματογνώμονες σημειώνω ότι το πρωταρχικό τους καθήκον είναι να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ
  2. Το δε ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και το πρόσωπο που κατήρτισε το σχέδιο της σκηνής. Στα πλείστα σημεία της η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπλέον σε σημαντικά σημεία της η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Συγκεκριμένα οι θέσεις του αναφορικά με την κατάσταση του δρόμου, τον οδικό φωτισμό και την ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών ουδόλως αμφισβητήθηκαν και ούτε αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπλέον, η θέση του ότι τα ενεχόμενα οχήματα βρέθηκαν στις τελικές τους θέσεις επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση όπως δεν αμφισβητήθηκαν και οι θέσεις του ως προς τις ζημίες αυτών. Ιδίως όμως δεν αμφισβητήθηκαν οι θέσεις του σε σχέση με τα ίχνη σκαψίματος και τριβής του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Μάλιστα ο Μ.Κ.1 δεν αντεξέταστηκε σε σχέση με την αναφορά του ότι τα εν λόγω ίχνη τριβής ξεκινούσαν από το κέντρο του δρόμου κοντά στο σημείο της διαχωριστικής γραμμής, είχαν κλίση προς τα αριστερά και κατέληγαν στην τελική θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου. Επίσης, ουδόλως αντεξετάστηκε και σε σχέση με την αναφορά του ότι τα εν λόγω ίχνη προκλήθηκαν από κατεστραμμένα μηχανικά μέρη του οχήματος του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, οι αναφορές του περί της ύπαρξης ιχνών τριβής στο αναφερόμενο σημείο πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν επιβεβαιώνονται και από τις φωτογραφίες 7 και 56 του Τεκμήριου 4, οι οποίες αποτελούν πραγματική μαρτυρία. Ως προς τη δυνατότητα χρήσης των φωτογραφιών ως πραγματική μαρτυρία παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ.
  2. Ο Μ.Κ.1 βάσισε τη θέση του αναφορικά με την πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου και το σημείο σύγκρουσης στα σχετικά ίχνη και την πορεία που αυτά αποκαλύπτουν, τη τελική θέση των οχημάτων και τις ζημίες τους. Προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ότι τα δεδομένα επί των οποίων βάσισε τη θέση του αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης δεν έχουν αμφισβητηθεί και υποστηρίζονται από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία. Προβλήθηκε ιδιαίτερα από την υπεράσπιση ότι το σχέδιο πάσχει, επειδή δεν αποτυπώθηκαν τα συντρίμμια που υπήρχαν στην σκηνή. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου προέβαλε μετ' επιτάσεως τη θέση ότι, επειδή δεν υπάρχουν συντρίμμια στο σημείο που καθορίστηκε ως σημείο χ αυτό είναι εσφαλμένο και ότι το σημείο χ είναι πιο λογικό να ήταν στο σημείο που εμφανίζονται τα περισσότερα εκ των θραυσμάτων. Όμως, η πιο πάνω θέση παραγνωρίζει ότι τα οχήματα φωτογραφήθηκαν και βρέθηκαν στην τελική τους θέση. Επιπλέον, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το σημείο χ, το οποίο αμφισβητεί η υπεράσπιση, είναι πριν την τελική θέση των δυο οχημάτων. Επίσης το σημείο χ που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι και αυτό πριν την τελική θέση των δύο οχημάτων. Αντίθετα τα συντρίμμια που επικαλείται η υπεράσπιση εμφανίζονται στο σημείο της τελικής θέσης των επίδικων οχημάτων και πίσω από αυτό. Επομένως, είναι λογικά αδύνατο να προέκυψε το σημείο χ μετά την τελική θέση των δύο οχημάτων ή στο σημείο εκείνο δεδομένου ότι τα οχήματα κατά τη σύγκρουση περιστράφηκαν και εξ αντικειμένου το σημείο χ δεν μπορεί να είναι ταυτόσημο με το σημείο της τελικής θέσης των οχημάτων. Έτσι η ύπαρξη των θραυσμάτων στο σημείο που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 4, δεν επηρεάζει τα ουσιώδη στην υπό κρίση υπόθεση, τα οποία είναι η πορεία των οχημάτων και το σημείο που επήλθε η σύγκρουση. Επίσης, δεν υφίσταται εκδοχή ότι το σημείο χ βρισκόταν στο σημείο που υπήρχαν τα συντρίμμια. Αποτελεί δε καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές ή πιθανότητες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να προβληθούν στην απουσία μαρτυρικού υλικού. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 263/17, ημερομηνίας 22.5.
  3. Αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει εκδοχή ότι το σημείο χ ήταν στο σημείο που υπήρχαν τα συντρίμμια, η ενασχόληση με το εάν τα συντρίμμια σημειώθηκαν στο σχέδιο ή όχι δεν έχει πρακτική σημασία και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να προσλάβει τη σημασία που της αποδίδει η υπεράσπιση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω η μη συμπερίληψη των συντριμμιών στο σχέδιο Τεκμήριο 2, δεν καθιστά τον Μ.Κ1 μη αντικειμενικό μάρτυρα, ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Τέλος η μαρτυρία του σχέση με το φιαλίδιο με αίμα που παρέλαβε και ότι αυτό περιείχε δείγμα αίματος του Κατηγορουμένου, το οποίο μετά παρέδωσε στον αστυφύλακα XXXXX, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Επομένως, κρίνω ότι είναι ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.2 Η Μ.Κ.2 ήταν τυπική μάρτυρας και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από συνοχή και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.3 Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε σε σχέση με τον μηχανικό έλεγχο των δύο οχημάτων, υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι από τα προσόντα του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ο μάρτυρας εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια τα ευρήματά του σε σχέση με τις ζημίες των επίδικων οχημάτων, τη λειτουργία των φώτων πορείας αυτών και τον μηχανικό έλεγχο στον οποίο προέβη, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Επίσης, οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε αντικρούστηκαν από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, το συμπέρασμά του ότι τα ενεχόμενα οχήματα δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα παρέμεινε ακλόνητο. Επίσης, οι θέσεις του σε σχέση με την επαφή των δύο οχημάτων υποστηρίζονται από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις φωτογραφίες στις οποίες μάρτυρας έχει παραπέμψει. Το γεγονός ότι υπήρχαν συντρίμμια μετά την τελική θέση των δύο οχημάτων δεν μπορεί να επηρεάσει τη θέση του ως προς το σημείο επαφής, καθότι αυτό προέκυψε μέσα από τις ζημίες των δύο οχημάτων, ως αυτές φαίνονται στις σχετικές φωτογραφίες. Περαιτέρω, ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο λειτουργίας των ζωνών ασφαλείας και στη βάση ποιων ευρημάτων κατέληξε στο συμπέρασμα για το ποια εκ των εμπλεκομένων προσώπων έφεραν ζώνη ασφαλείας. Επιπλέον, οι σχετικές του αναφορές δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.4 Ο Μ.Κ.4 ήταν το πρόσωπο που έκανε την επιλογή των φωτογραφιών που αποτέλεσαν το Τεκμήριο 4 και έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  4. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και πειστικότητα. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια ότι το κριτήριο επιλογής των φωτογραφιών ήταν η καθαρότητά τους και όχι το τι απεικόνιζαν. Εξάλλου μέσα από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι υφίστανται φωτογραφίες που αποκαλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της σκηνής. Μάλιστα αποκαλύπτουν δεδομένα, όπως τα θραύσματα, τα οποία δεν τέθηκαν στο σχέδιο Τεκμήριο
  5. Από την μη απόκρυψη φωτογραφιών που δεικνύουν στοιχεία που δεν τέθηκαν στο σχέδιο της σκηνής, προκύπτει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης μαρτυρίας. Αντίθετα προκύπτει, ότι επεξηγήθηκε πλήρως η μη αποκάλυψη φωτογραφιών. Επιπλέον, η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου περί απόκρυψης ουσιώδους μαρτυρίας τέθηκε αόριστα και εν πάση περιπτώσει προκύπτει ότι αποκαλύφθηκαν όλες οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στη δική και αποκάλυπταν το πλήρες φάσμα της σκηνής του ατυχήματος. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.4, για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.5 Ο Μ.Κ.5 ήταν ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι η παρουσία του στο σημείο τον επίδικο χρόνο δεν αμφισβητείται. Επιπλέον, η μαρτυρία του σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε πριν το ατύχημα και περί το ότι ακολουθούσε το όχημα XXXXX82 παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση. Περαιτέρω, η θέση του ότι το όχημα XXXXX82 βρισκόταν στην ορθή πορεία κυκλοφορίας και το όχημα XXXXX69 εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, πέραν του ότι ήταν σαφής και σταθερή, υποστηρίζεται και από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα ίχνη που εντόπισε ο Μ.Κ.
  6. Η πιο πάνω θέση συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ6 και του Μ.Κ.
  7. Ταυτόχρονα η θέση του ότι το όχημα KYH 082 έκανε κίνηση αποφυγής του ατυχήματος, συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ. 6 και του Μ.Κ.
  8. Το γεγονός ότι σε μια εκ των ερωτήσεων απάντησε «ορίστε» δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας προσπάθησε να «φαμπρικάρει» την απάντησή του, ως εισηγήθηκε ως συνήγορος του Κατηγορουμένου. Άλλωστε βαρύνουσα σημασία στην αξιολόγηση έχει η ποιότητα αυτής και όχι τα μεμονωμένα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι συμφώνησε πως τα φωτά απέναντι δεν καταδεικνύουν ότι το έτερο όχημα βρισκόταν στην άλλη πλευρά δεν αναιρεί τη σταθερή του θέση ότι ακολουθούσε το όχημα XXXXX82, το οποίο βρισκόταν στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση οι θέσεις του μάρτυρα, ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, επιβεβαιώνονται από την πραγματική μαρτυρία, δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία και συνάδουν με τη μαρτυρία των Μ.Κ6 και Μ.Κ
  9. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.5 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ
  10. Η Μ.Κ. 6 είναι η μητέρα της αποβιώσασας και οδηγός του οχήματος XXXXX
  11. Σε σχέση με τη μαρτυρία της παρατηρώ ότι παρά το γεγονός πως έδωσε μαρτυρία υπό συναισθηματική φόρτιση αυτή δεν επηρέασε την ποιότητα της μαρτυρίας, η οποία παράμεινε σταθερή και σαφής. Η βασική της θέση περί το ότι οδηγούσε στη λωρίδα της και η σύγκρουση επήλθε εντός αυτής, υποστηρίζεται και από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία αλλά και από τη μαρτύρια του Μ.Κ.7 αλλά και του Μ.Κ.5, ο οποίος ήταν τρίτος ανεξάρτητος μάρτυρας. Οι εισηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατάθεση της Μ.Κ6 λήφθηκε κατά παράβαση των δικαστικών κανόνων είναι ανεδαφική. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να προβληθεί από την ίδια στο πλαίσιο ισχυρισμού περί μη θεληματικότητας της εν λόγω κατάθεσης. Τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε τέθηκε. Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι οι δικαστικοί κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση, αλλά αποτελούν σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.
  1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.6 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.7 Ο Μ.Κ.7 ήταν συνοδηγός στο όχημα XXXXX
  2. Η μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σταθερότητα και συνάδει με τη μαρτυρία των Μ.Κ. 5 και Μ.Κ.
  3. Επιπλέον, η βασική του θέση ότι το όχημα, στο οποίο επέβαινε, κινείτο κανονικά στη λωρίδα του και η σύγκρουση επήλθε εντός αυτής υποστηρίζεται και από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.7, για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Επίσης, η θέση του ως προς τη διάταξη των επιβαινόντων στο όχημα XXXXX82 δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται δεκτή. Περαιτέρω, η θέση του ότι η αποβιώσασα έφερε ζώνη ασφαλείας επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ
  4. Άλλωστε, αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν το ότι η αποβιώσασα έφερε προσηκόντως τη ζώνη ασφαλείας της. Η θέση του, όμως, σε σχέση με τον τρόπο που ήταν προσδεμένο το θύμα με τη ζώνη ασφαλείας δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού τέθηκε επί υποθετικής βάσης. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 7 μερικώς. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.8 Η μαρτυρία της Μ.Κ.8 χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και πειστικότητα. Όμως επί των ουσιωδών επιδίκων θεμάτων δεν μπορεί να είναι βοηθητική, αφού η ίδια δέχθηκε ότι δεν είχε την προσοχή της στον δρόμο και ότι δεν γνώριζε πως ακριβώς ήταν προσδεμένο το θύμα με ζώνη ασφαλείας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.9 Ο Μ.Κ.9 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και ανακρίβειες. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι σταμάτησε ταυτόχρονα με τον Μ.Κ.5 στη σκηνή, ακολούθως ανασκεύασε δίδοντας διάφορες εξηγήσεις για το τι εννοούσε ταυτόχρονα. Παράλληλα, στις δύο του καταθέσεις έδωσε διαφορετική έννοια στον όρο ταυτόχρονα και στον ισχυρισμό του περί ταυτόχρονης άφιξης του στο σημείο με τον Μ.Κ.
  5. Η προσπάθεια του μαρτυρία να προσδώσει στην έννοια ταυτόχρονα διαφορετικό νόημα, αναπόφευκτα πλήττει την αξιοπιστία του. Συνεπώς, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.9 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ. 10 Η Μ.Κ. 10 κλήθηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Από το σύνολο των προσόντων της μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Στην υπό κρίση υπόθεση η Μ.Κ.10 κατέθεσε με σαφήνεια και επιστημονικότητα σε σχέση με τις συνέπειες της δηλητηρίασης αλκοόλης και στις συνέπειες που επιφέρει η συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα. Η μάρτυρας σχετικά παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία υποστηρικτική της θέση της, θέτοντάς το υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Επιπλέον, εξήγησε με αναφορά στην εμπειρογνωμοσύνη της τον λόγο για τον οποίο το δείγμα αίματος πρέπει να καταστρέφεται μετά την εξέταση και το ότι αυτό θα πρέπει να αναλύεται σε σύντομο χρόνο μετά τη λήψη του. Γενικότερα, η Μ.Κ.10 επί των επιστημονικών θέματών για τα οποία κλήθηκε να δώσει μαρτυρία ήταν σαφής και παρείχε τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα ώστε το Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Επιπλέον, η μάρτυρας κατέθεσε και σε σχέση με τη διαδικασία εξέτασης του δείγματος αίματος, επεξηγώντας αυτή πλήρως και χωρίς να έχει τεθεί οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της. Επιπρόσθετα, η αναφορά της ότι το Τεκμήριο 5 αφορά σε ένα φιαλίδιο με αίμα του XXXXX Παπαεπιφανείου, με συγκεκριμένο αριθμό ποινικού φακέλου, δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές της ότι το δείγμα που εξετάστηκε ήταν ένα σφραγισμένο φιαλίδιο το οποίο περιείχε αίμα και κατέγραφε το όνομα του Κατηγορουμένου και τον αριθμό ταυτότητάς του. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της Μ.Κ. 10, για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.11 Η Μ.Κ. 11 ήταν η αστυνομικός που έλαβε κατάθεση από την Μ.Κ. 6 και δεν ήταν ανακρίτρια της υπόθεσης. Η εμπλοκή της ήταν περιορισμένη και η μαρτυρία της σχετίζεται με τις ενέργειες της για τη λήψη κατάθεσης από την Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.11 ήταν περισσότερο τυπική μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.12 Ο Μ.Κ. 12 ήταν μάρτυρας εμπειρογνώμονας και τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ο μάρτυρας επεξήγησε με επιστημονικότητα και καθαρότητα τα ευρήματά του συνδέοντας αυτά με τις σχετικές φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή. Επίσης, επεξήγησε με σαφήνεια τη θέση του ότι οι επίδικοι τραυματισμοί προέκυψαν από τραυματισμό σε τροχαίο. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει το κατά πόσο το θύμα έφερε ζώνη δεν επηρεάζει τα πράγματα, αφού η θέση του ότι οι επίδικοί τραυματισμοί προήλθαν από το τροχαίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Αξιολόγηση καταθέσεων που περιέχονται στο Τεκμήριο 13 Α- Ι και στο Τεκμήριο
  7. Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν με τη ρητή δήλωση των συνηγόρων ότι γίνονται αποδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Έτσι, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ σε αυτές, για την εξαγωγή ευρημάτων επί των επιδίκων θεμάτων. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Κατηγορουμένου. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε σχέση με την προσέγγιση κάποιας ανώμοτης δήλωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, όπου επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Περαιτέρω, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στη δήλωσή του αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμόν ενέργειες προς διενέργεια εκ νέου εξέτασης του δείγματος αίματος που εξετάστηκε από το Κρατικό Χημείο. Με τις πιο πάνω αναφορές ο Κατηγορούμενος επιδιώκει να προβάλει ισχυρισμούς γεγονότων. Όμως η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμεύσει, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα. Επομένως, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση γραπτής κατάθεσης Κατηγορουμένου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο η γραπτή κατάθεση του ιδίου, ως Τεκμήριο
  2. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ένοχης από τη σιωπή του Κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R.
  1. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του προβαίνει σε αναφορές που άπτονται των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης, όπως το σημείο σύγκρουσης και την πορεία του οχήματος XXXXX
  2. Όμως, για να προσέδιδε βαρύτητα το Δικαστήριο σε τέτοιες αναφορές, θα έπρεπε να τεθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί στη βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, άνευ αντεξέτασης, να στηριχθεί στην κατάθεση του Κατηγορουμένου, για να εξάξει συμπεράσματα περί των πρωτογενών γεγονότων. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. O Κατηγορούμενος στις 28.04.2017, περί τις 22 : 30 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX69 στη Λεωφόρο Λεμεσού, στην περιοχή Καλλιθέα στο Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας. Η Λεωφόρος Λεμεσού είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, με όριο ταχύτητας τα 65 χ.α.ω. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχομένη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος κινείτο στη κατεύθυνση από Δάλι προς Λευκωσία. Στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Λευκωσία προς Δάλι κινείτο το όχημα XXXXX82, το οποίο οδηγούσε η Μ.Κ.6 με συνεπιβάτες τον Μ.Κ.7, την Μ.Κ.8 και την ανήλικη XXXXX Χριστοδούλου. Ο δρόμος, ως η πορεία του οχήματος XXXXX69, πριν το σημείο του ατυχήματος είναι ευθύς και ελαφρά κατηφορικός, ενώ 90 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης σχηματίζει αριστερόστροφη στροφή. Αντίθετα ο δρόμος, ως η πορεία του οχήματος XXXXX82, είναι ευθύς και ελαφρά ανηφορικός, ενώ από το σημείο του ατυχήματος ξεκινά να σχηματίζει δεξιόστροφη καμπή. Στον επίδικο δρόμο υφίστατο οδικός φωτισμός. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του οχήματος XXXXX82, και 46.90 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχε πάσσαλος της ΑΗΚ με λαμπτήρα υψηλής τάσης. Τα δύο ενεχόμενα οχήματα είχαν ανάμενα τα φώτα πορείας τους. Η μέγιστη ορατότητα των δύο οδηγών σε σχέση με το εξ αντίθετου διερχόμενο όχημα ανερχόταν στα 138.96 μέτρα. Σε κάποιο στάδιο ο οδηγός του οχήματος XXXXX69 παρεξέκλινε της πορείας του, εισήλθε στην πορεία κυκλοφορίας του οχήματος XXXXX82, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη λωρίδα του οχήματος XXXXX82 φθάνοντας σχεδόν μέχρι την άκρια αυτής. Ακολούθως, επιχείρησε να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στη λωρίδα του. Ταυτόχρονα, η οδηγός του οχήματος XXXXX82 επιχείρησε να στρίψει αριστερά για να αποφύγει την σύγκρουση. Παρά ταύτα επήλθε η σύγκρουση. Τα δύο οχήματα φέρουν κτύπημα στη μπροστινή δεξιά γωνία. Στο όχημα XXXXX82 ο οδηγός, ο συνοδηγός και το πρόσωπο που καθόταν πίσω δεξιά έφεραν ζώνη ασφαλείας. Η αποβιώσασα καθόταν πίσω από την οδηγό, ήτοι στο πίσω δεξιό κάθισμα του οχήματος XXXXX
  3. Ο οδηγός του οχήματος XXXXX69 δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Τα δύο οχήματα δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα. Μετά το ατύχημα ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για νοσηλεία. Εκεί λήφθηκε δείγμα αίματος για εξέταση αλκοόλης. Το δείγμα αίματος τέθηκε σε φιαλίδιο, το οποίο κατέγραφε τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Ακολούθως διακινήθηκε από την αστυφύλακα XXXXX, προς τον Μ.Κ.1, ο οποίος το παρέδωσε στον αστυφύλακα XXXXX. Ο τελευταίος το παρέδωσε στην XXXXX Λιβέρη στο Κρατικό Χημείο. Ακολούθως αυτό παραδόθηκε στην Μ.Κ.10, η οποία ήταν υπεύθυνή για τη διενέργεια της σχετικής εξέτασης. Στην σχετική χημική ανάλυση ανιχνεύθηκαν 279 αντί 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Η συσσώρευση τέτοιας ποσότητας αλκοόλης στο αίμα επιφέρει υπερεμπιστοσύνη, μείωση των ικανοτήτων, σύγχυση, ασυγχρονισμό κινήσεων, ελάττωση των αντανακλαστικών και απώλεια των αισθήσεων. Το δείγμα αίματος μετά την ανάλυση καταστράφηκε. Το δείγμα αίματος, εάν δεν εξεταστεί έγκαιρα, δεν είναι αντιπροσωπευτικό. Περαιτέρω, από το ατύχημα η XXXXX Χριστοδούλου υπέστη σειρά τραυματισμών και απεβίωσε από εσωτερική αιμορραγία προκληθείσα από ρήξη ζωτικών οργάνων, κατά το τροχαίο ατύχημα. Νομική Πτυχή Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, με σειρά εισηγήσεων, υπέβαλε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του Κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη. Αποτελεί θεμελιακό αξίωμα ότι ο έλεγχος της δικαστικής διαδικασίας και η διασφάλιση δίκαιης δίκης, εναπόκειται και παραμένει σε κάθε περίπτωση, έργο του Δικαστηρίου προς διαφύλαξη των σκοπών που η δίκαιη δίκη αποβλέπει να εξυπηρετήσει, αλλά και της άρτιας απονομής της δικαιοσύνης. Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και στην απόφαση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ
  1. Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπανδρέα Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/14, 5.10.
  2. Επομένως, κρίνω ότι το παρόν στάδιο είναι το κατάλληλο να αξιολογηθούν οι θέσεις τις υπεράσπισης. Έτσι, ενόψει της επίδρασης τους στην διασφάλιση της δίκαιης δίκης οι σχετικές αιτιάσεις της υπεράσπισης θα εξεταστούν κατά προτεραιότητα. Η παράλειψη των διωκτικών αρχών να εφοδιάσουν τον Κατηγορούμενο με δείγμα αίματος, ώστε να προβεί σε δική του ανάλυση, παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης. Ως έχει νομολογηθεί, στην Κυπριακή έννομη τάξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται με το Άρθρο 30.2 και 30.3(β)(γ) του Συντάγματος και τα Άρθρα 2 και 3(β) του Νόμου 39/62 που έχει επικυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικολαΐδης Χριστόδουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 271. Σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος ενέταξε την εισήγησή του υπό το πρίσμα της παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγή της δίκης, ως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ. Επίσης, υποστήριξε ότι παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του Κατηγορουμένου, ως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6.3 (α) (β) και (δ) της ΕΣΔΑ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε σε σειρά κυπριακών αποφάσεων αλλά και αποφάσεων του ΕΔΑΔ και συγγράμματα. Οι αρχές που κατοχυρώνουν τα πιο πάνω άρθρα έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Α. Α. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 140, όπου έχει υποδειχθεί το εύρος της έννοιας της αρχής της ισότητας των όπλων, και ότι παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης οδηγεί σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις εναντίον του κατηγορίες. Στην υπό κρίση υπόθεση, θεμέλιο του ισχυρισμού της υπεράσπισης, ήταν ότι δεν δόθηκε στην υπεράσπιση το δείγμα αίματος, ώστε να δυνηθεί ο Κατηγορούμενος να προβεί σε δική του χημική ανάλυση. Έτσι, σύμφωνα με τον συνήγορο, η Κατηγορούσα Αρχή είχε το ευεργέτημα της χρήσης μάρτυρα πραγματογνώμονα ενώ η υπεράσπιση όχι. Επίσης, εισηγήθηκε ότι με την πιο πάνω παράλειψη δεν αποκαλύφθηκε όλο το μαρτυρικό υλικό. Η πιο πάνω παράλειψη σύμφωνα με τον κ. Καλλή θεμελιώνει παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι δεν είναι το δείγμα αίματος αυτό καθ΄ αυτό που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό υλικό στη δίκη, αλλά η σχετική έκθεση του κρατικού χημείου. Η εν λόγω έκθεση δόθηκε στην υπεράσπιση. Έτσι, στη βάση της απόφασης Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 746, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη παράδοση μαρτυρικού υλικού, αφού το δείγμα αίματος δεν ήταν μέρος του μαρτυρικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε. Αντίθετα μέρος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η έκθεση του κρατικού χημείου, Τεκμήριο 5, την οποία η Υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να σχολιάσει. Έτσι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Αντωνίου (ανωτέρω), από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να σχολιάσει την υπόθεση που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δηλαδή να αντεξετάσει τον μάρτυρα, και να προωθήσει τη δική του θέση, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της ισότητας των όπλων. Παρά την πιο πάνω διαπίστωσή μου, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η μη χορήγηση του δείγματος αίματος μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στο δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που τέθηκε ήταν ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δική της ανάλυση αίματος. Όμως από πουθενά δεν προκύπτει ότι η υπεράσπιση ζήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο να της δοθεί τέτοια δυνατότητα. Επομένως, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο η μη χορήγηση μιας δυνατότητας, η χρήση της οποίας δεν ζητήθηκε από την υπεράσπιση, μπορεί να απολήξει σε παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Εν προκειμένω, διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα του Stefan Trechsel Human Rights in Criminal Proceedings (Oxford university press 2005), σελ. 214, όπου καταγράφεται η θέση ότι η υπεράσπιση μπορεί να παραπονείται για παραβίαση των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου μόνο εάν έπραξε ό,τι ήταν αναγκαίο από το εθνικό δίκαιο για να λάβει τον αιτούμενο χρόνο ή διευκόλυνση. Επίσης, σχετική είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Melin v. France, αίτηση υπ' αριθμόν 12914/87, απόφαση ημερομηνίας 22.6.1993, όπου το ΕΔΑΔ εξετάζοντας παράπονο σε σχέση με παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 6
(3)(β) και (γ), ανέφερε τα ακόλουθα ως προς την υποχρέωση επίδειξης επιμέλειας εκ μέρους του Κατηγορουμένου: «In conclusion, the applicant cannot claim that the authorities made it impossible for him to produce a memorial. As he had deliberately waived his right to be assisted by a lawyer, he was under a duty to show diligence himself. Accordingly, he did not suffer any interference with the effective enjoyment of the rights guaranteed under Article 6 (art. 6).» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα των Harrıs O' Boyle & Warbrick : The law Of The European Convention on Human Rights 4η έκδοση, σελ. 475, με αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, καταγράφεται η θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης από ελάττωμα στη διαδικασία, το οποίο προκαλείται από την έλλειψη επιμέλειας που εύλογα αναμένεται από τον κατηγορούμενο. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η πλευρά του Κατηγορουμένου επιφορτίζεται με το καθήκον επίδειξης της αναγκαίας επιμέλειας στην έγκαιρη υποβολή των αιτημάτων της. Επιπλέον, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε αρχή που να επιβάλει στις διωκτικές αρχές να διατηρούν τα δείγματα αίματος που εξετάζονται, εις το διηνεκές σε περίπτωση που κάποιος ζητήσει να προβεί σε δική του εξέταση. Άλλωστε σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 το δείγμα αίματος, εάν δεν εξεταστεί έγκαιρα, δεν είναι αντιπροσωπευτικό. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονείται για το ότι δεν του παρασχέθηκε το δείγμα αίματος, αφού ο ίδιος δεν το ζήτησε. Εν πάση περιπτώσει και ελάττωμα στη διαδικασία να υφίστατο, αυτό γεννήθηκε από την έλλειψη επιμέλειας, που εύλογα αναμένετο από τον Κατηγορούμενο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης. Το πιο πάνω συμπέρασμα επηρεάζει και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με το παράπονο του κατηγορουμένου ότι επηρεάστηκε το δικαίωμα του σε κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγή της δίκης. Το τελευταίο δικαίωμα, παρόλο που αποτελεί στοιχείο των γενικών εγγυήσεων του άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ, εξετάζεται συχνά μαζί με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου ως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 6.3 της Σύμβασης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Leas v. Estonia αίτηση 59577/08, ημερομηνίας 6.3.2012, σκέψη 76. Επομένως, κατ' αναλογίαν των όσων αποφασίστηκαν στην απόφαση Melin v. France, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του Κατηγορουμένου να ζητήσει εγκαίρως το σχετικό δείγμα, ώστε να προβεί σε εξέταση, δεν επιτρέπει σε αυτόν να παραπονείται στο τελικό στάδιο της δίκης ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγή της δίκης. Ως προς τις αιτιάσεις περί παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τα αρχικά στάδια το σχετικό δείγμα και δεν το έπραξε, δεν του επιτρέπει να παραπονείται ότι τέθηκε σε μειονεκτικότερη θέση από την Κατηγορούσα Αρχή. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αρχές της δίκαιης δίκης δεν επενεργούν με τρόπο ώστε η μη παράδοση του δείγματος αίματος να θεμελιώνει, άνευ ετέρου, παραβίασή τους, ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Επιπλέον, δεν διαπιστώνω ότι τέτοιο συμπέρασμα εξάγεται μέσα από την απόφαση Nicosia Gym. Centre ν. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 ΑΑΔ 181, που επικαλέστηκε η υπεράσπιση. Τέλος, οι αιτιάσεις της υπεράσπισης περί παραβίασης των πιο πάνω δικαιωμάτων από τη μη παράδοση όλων των φωτογραφιών και της μη παρουσίασης στο Τεκμήριο 2 των θραυσμάτων κρίνονται ανεδαφικές και επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ1 και Μ.Κ
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η μη καταγραφή των συντριμμιών στο σχέδιο δεν επηρέαζε τα ουσιώδη γεγονότα. Ταυτόχρονα ως προς τις φωτογραφίες που δεν δόθηκαν στην υπεράσπιση έχει επεξηγηθεί πλήρως ο λόγος μη αποκάλυψής τους από τον Μ.Κ.
  2. Συνεπώς, τα πιο πάνω δεν μπορούν να απολήξουν σε εύρημα παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολαΐδης Χριστόδουλος ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Συνακόλουθα, οι σχετικές αιτιάσεις του Κατηγορούμενου δεν μπορούν να απολήξουν σε εύρημα περί παραβίασης των άρχων της δίκαιης δίκης. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της. Η απόδειξη των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξη ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Όπως έχει επεξηγηθεί στη νομολογία, στα άρθρα 210 και 211 του Π.Κ εκείνο που προστατεύεται είναι το έννομο αγαθό της ζωής και τιμωρείται η θανατηφόρα σωματική βλάβη, η οποία κατηγοριοποιείται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Voıcu ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 78/2016, ημερομηνίας 10.9.2018. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης, με πιο πρόσφατη την απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερομηνίας 9.7.2020. Στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Στην απόφαση Savencu v. Αστυνομίας (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων : «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπίτης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220. Παράλληλα, ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Στην πιο πάνω απόφαση υποδείχθηκε, με παραπομπή σε Αγγλική νομολογία, ότι το κατά πόσο ο οδηγός είναι αρνητικά επηρεασμένος από οινόπνευμα αποτελεί στοιχείο με αποδεικτική αξία σε κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση. Επίσης, σε σχέση με το συστατικό της μη υπαίτιας αμέλειας, η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.
  1. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τι αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 210 του Π.Κ, καλείται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και το εάν τα αποδιδόμενα σφάλματα στοιχειοθετούν, εξ απόψεως βαθμού, το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να εξαχθεί πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, που να στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του σε οδό διπλής κατεύθυνσης, η οποία διαχωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 138.96 προς το έτερο ενεχόμενο όχημα. Επιπλέον, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του οχήματος XXXXX82, και 46.90 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχε πάσσαλος της ΑΗΚ με λαμπτήρα υψηλής τάσης. Ταυτόχρονα τα δύο οχήματα είχαν σε λειτουργία τα φώτα πορείας τους. Επιπρόσθετα, το όχημα του Κατηγορουμένου δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη. Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο το όχημα XXXXX82 με αποτέλεσμα αυτά να συγκρουστούν. Η αποτυχία του Κατηγορουμένου να συγκρατήσει το όχημά του στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας και η είσοδος του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση στον δρόμο, η οποία επέφερε την σύγκρουση. Ο Κατηγορούμενος δεν προσέφερε κάποια εξήγηση για την πιο πάνω ενέργειά του, ενώ ταυτόχρονα η αποτυχία του να συγκρατήσει το όχημά του στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας δεν προέκυψε από μηχανική βλάβη. Επομένως, η πιο πάνω επικίνδυνη κατάσταση μπορεί να αποδοθεί μόνο σε σφάλμα του Κατηγορουμένου, ο οποίος επέδειξε οδική συμπεριφορά κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού. Είναι προφανές ότι δεν αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό να απολύει τον έλεγχο του οχήματος του και να εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας κατά τον χρόνο που κινούνται σε αυτή άλλα οχήματα. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνιστά και αλόγιστη οδήγηση. Η είσοδος σε αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας καθ΄ ον χρόνο σε αυτή κινούνται άλλα οχήματα συνιστά καταφανώς μη λελογισμένη ενέργεια, αφού η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν πως η είσοδος σε αντίθετη λωρίδα, ενώ υπάρχει άλλη τροχαία κίνηση, δημιουργεί εύλογα εμφανή κίνδυνο. Η παραγνώριση, λοιπόν, ενός τέτοιου εμφανούς κινδύνου συνιστά μη λελογισμένη ενέργεια και καθιστά την οδήγηση του Κατηγορουμένου αλόγιστη. Κατά την κρίση μου, τα πιο πάνω επαρκούν, ώστε να ενταχθεί η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 210 Π.Κ. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν επαρκεί από μονό του για την καταδίκη του Κατηγορουμένου αλλά απαιτείται και η απόδειξη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του Κατηγορουμένου και του θανάτου. Επί του προκειμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι, ένεκα του ότι δεν αποδείχθηκε πως το θύμα ήταν προσδεδεμένο με ζώνη ασφαλείας, η πράξη που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο δεν ήταν η ενεργός και ουσιαστική αίτια θανάτου. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η ανήλικη έφερε ζώνη ασφαλείας. Αυτό που αμφισβητήθηκε στην ακρόαση ήταν το κατά πόσο την έφερε με τον ορθό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά ποσό έχει αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης του Κατηγορουμένου και του θανάτου της ανήλικης XXXXX Χριστοδούλου. Το πιο πάνω ζήτημα ρυθμίζεται από το άρθρο 211 του Π.Κ., το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «
  2. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, αν και η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν προξενήσει σε άλλον σωματική βλάβη η οποία προκαλεί χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία που επιφέρει θάνατο. Σε αυτή την περίπτωση είναι αδιάφορο κατά πόσο η θεραπεία ήταν η κατάλληλη ή εσφαλμένη, αν αυτή εφαρμόστηκε καλή τη πίστει και με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα όχι λιγότερο όμως εκείνος που προξένησε τη σωματική βλάβη δεν θεωρείται ότι επέφερε το θάνατο, αν η θεραπεία, η οποία ήταν η άμεση αιτία του θανάτου, δεν εφαρμόστηκε καλή τη πίστει ή εφαρμόστηκε μεν καλή τη πίστει χωρίς όμως με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση ή δεξιότητα (β) αν προξενήσει σε άλλο σωματική βλάβη, η οποία δεν θα επέφερε το θάνατο αν το πρόσωπο που έχει βλαφτεί υπέβαλλε τον εαυτό του στην κατάλληλη χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία ή αν ελάμβανε τις κατάλληλες προφυλάξεις ως προς τον τρόπο διαβίωσης του (γ) αν με την άσκηση ή με την απειλή βίας αναγκάσει άλλο στη διενέργεια πράξης η οποία επιφέρει το δικό του θάνατο, εφόσον η πράξη ήταν τρόπος ο οποίος, κάτω από τις περιστάσεις, ηδύνατο να θεωρηθεί από τον παρόντα ως φυσικός, για την αποφυγή τέτοιας βίας ή απειλών (δ) αν με πράξη ή παράλειψη επιτάχυνε το θάνατο προσώπου που πάσχει από ασθένεια ή βλάβη η οποία ανεξάρτητα από τέτοια πράξη ή παράλειψη θα επέφερε θάνατο (ε) αν η τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν θα επέφερε το θάνατο, εκτός αν συνακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη αυτού που φονεύτηκε ή άλλων προσώπων.» Η εμβέλεια του πιο πάνω άρθρου εξετάστηκε στην απόφαση Voıcu ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία υποδείχθηκε ότι : «αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.» Ταυτόχρονα υποδείχθηκε ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η πράξη του κατηγορουμένου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου, χωρίς όμως να απαιτείται - η πράξη - να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία θανάτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, για τη θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12, ημερομηνίας 14.12.
  3. Στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση ο θάνατος προκλήθηκε από εσωτερική αιμορραγία προκληθείσα από ρήξη ζωτικών οργάνων. Περαιτέρω, επεξηγήθηκε από τον Μ.Κ.12 ότι τα διαπιστωθέντα τραύματα προέκυψαν από κτυπήματα κατά τη διάρκεια του τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, προκύπτει ότι οι τραυματισμοί που επέφεραν τον θάνατο της αποβιώσασας προήλθαν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου, η οποία προκάλεσε το ατύχημα, επέφερε τους τραυματισμούς του θύματος που οδηγήσαν στον θάνατό του. Συνακόλουθα προκύπτει ότι το ατύχημα αποτέλεσε ενεργό και ουσιαστική αιτία θανάτου, η οποία εν πάση περίπτωση δεν ήταν επουσιώδης, αφού ήταν η αιτία πρόκλησης των τραυματισμών του θύματος. Επομένως, έχουν αποδειχθεί τα αναγκαία συστατικά στοιχεία για τη θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας. Έτσι, το γεγονός της απόδειξής της προσήκουσας πρόσδεσης του θύματος με ζώνη ασφάλειας, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, καθίσταται άνευ σημασίας. Άλλωστε σύμφωνα με το άρθρο 211 (ε) του Π.Κ., υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ακόμα και στις περιπτώσεις που αυτή καθαυτή η πράξη δεν θα μπορούσε να επιφέρει το θάνατο, εάν το θύμα λάμβανε τις κατάλληλες προφυλάξεις, ή εάν δεν μεσολαβούσε παράλειψη τρίτων προσώπων. Έτσι, ακόμα και εάν κρινόταν ότι το θύμα δεν έφερε καθόλου ή προσηκόντως τη ζώνη ασφαλείας του, λόγω παράλειψης των προσώπων που είχαν την επίβλεψή του, δεν θα οδηγούσε σε απαλλαγή του Κατηγορουμένου. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την συνδρομή των συστατικών στοιχείων της πρώτης κατηγορίας. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 5
(1)
(2)(β) του Περί οδικής ασφάλειας Νόμου όπως τροποποιήθηκε από του Νόμους 33
(1)2000, 24
(1)/06, 89
(1)/2012 και 65
(1)2015. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομοθετική διάταξη το επιτρεπόμενο όριο αλκοόλης είναι τα 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις συνιστά ποινικό αδίκημα η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ο οδηγός κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή ή στο αίμα του οδηγού να υπερβαίνει το καθορισμένο όριο. Σε σχέση με την υπό συζήτηση κατηγορία ο συνήγορος του Κατηγορούμενου υιοθέτησε τις εισηγήσεις που προέβαλε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, περί αγεφύρωτου κενού στη διακίνηση του φιαλιδίου αίματος που εξετάστηκε ή κενού ως προς την ταυτότητα του αντικειμένου που εξετάστηκε. Σε σχέση με την πιο πάνω εισήγηση σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί πως λήφθηκε δείγμα αίματος από τον Κατηγορούμενο, το οποίο τέθηκε σε φιαλίδιο που κατέγραφε τα στοιχεία του και σφραγίστηκε. Επίσης, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εξετάστηκε το δείγμα αίματος που περιέχετο σε σφραγισμένο φιαλίδιο, το οποίο κατέγραφε το όνομα και τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου. Όλοι οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στο ίδιο σφραγισμένο φιαλίδιο με αίμα. Το γεγονός ότι κάποιοι εκ των εμπλεκόμενων ανέφεραν ότι αυτό παραλήφθηκε σε σφραγισμένο φάκελο και κάποιοι αναφέρθηκαν απλώς σε σφραγισμένο φιαλίδιο, δεν αναίρει το γεγονός ότι όλοι αναφέρθηκαν σε φιαλίδιο, το οποίο περιείχε δείγμα αίματος από τον Κατηγορούμενο και ότι εξετάστηκε το δείγμα αίματος που περιέχετο σε σφραγισμένο φιαλίδιο, το οποίο έφερε τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Επομένως, δεν προκύπτει οποιοδήποτε κενό στη διακίνηση του τεκμήριου ή κενό ως προς την ταυτότητα του αντικειμένου που εξετάστηκε. Συνεπώς, η παρούσα διαφοροποιείται από την απόφαση Λοΐζου ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση έχει αποδειχθεί ότι η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του Κατηγορουμένου ανέρχετο σε 279 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος, αντί 50 που ήταν το επιτρεπόμενο σύμφωνα με τον Νόμο. Επομένως, έχει αποδειχθεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας Το υπό εξέταση αδίκημα θεσπίζεται στο άρθρο 9 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν. 86/1972), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι η οδήγηση ή η απόπειρα οδήγησης, οχήματος σε οδό, ενώ ο οδηγός αυτού τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη . Ως προς την ερμηνεία της επίδικης διάταξης διαφωτιστική είναι η απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι ο επηρεασμός στην οδήγηση μπορεί να αποδειχθεί και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Στην υπό κρίση υπόθεση ως έχει κριθεί ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε αλκοόλ και ενεπλάκη σε ατύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός. Επομένως κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη κατηγορία. Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας Η τέταρτη κατηγορία ερείδεται επί του κανονισμού 58 2 (δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό κάθε οδηγός έχει υποχρέωση : «να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας.» Περαιτέρω, ο Καν. 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Επίσης, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Καν. 2 των Κανονισμών, «σήμα τροχαίας» σημαίνει : «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων∙» Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχε χαραγμένη άσπρη συνεχής γραμμή. Η συνεχής άσπρη γραμμή συνιστά σήμα τροχαίας σύμφωνα με τους κανονισμούς 2 και 71 ( πιο πάνω). Επιπλέον, σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, όπως δημοσιεύεται από τον έφορο, η άσπρη συνεχής γραμμή έχει την έννοια ότι απαγορεύεται στον οδηγό να περάσει πάνω από αυτήν. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή περνώντας πάνω από αυτήν κατά την είσοδο του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η εν λόγω άσπρη συνεχής γραμμή χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκείμενη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), ώστε το γεγονός ότι υπήρχε χαραγμένη τέτοια γραμμή να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αυτή χαράχτηκε από αρμόδια αρχή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Εφόσον, λοιπόν, η επίδικη γραμμή ήταν προσηκόντως χαραγμένη στον επίδικο δρόμο, έπεται ότι η ενεργεία του Κατηγορουμένου να την παραβιάσει στοιχειοθετεί το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(5)(α)(i) κάθε οδηγός είναι υποχρεωμένος να τηρεί το όχημά του κοντά στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι προφανές ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να κρατήσει το όχημά του κοντά στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος, αφού εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το αδίκημα της έκτης κατηγορίας. Το αδίκημα της έκτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, ως έχει τροποποιηθεί. Η εν λόγω διάταξη επιβάλει σε έκαστο οδηγό να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφάλειας που βρίσκονται στο όχημά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το όχημα του Κατηγορουμένου είχε ζώνες ασφαλείας. Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Επομένως, κρίνεται ένοχος και στην έκτη κατηγορία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.