← Κύπρος

Αναφορικά με τον ΧΧΧΧΧΧΧ Velijanashvili, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 9/2020, 7/1/2021

Αναφορικά με τον ΧΧΧΧΧΧΧ Velijanashvili, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 9/2020, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 9/2020 Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των διαδικασιών παράδοσης εκζητουμένων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο, Ν. 133(I)/2004) και Αναφορικά με την Απόφαση Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, ημερ. 13/6/2002, ως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης υπ' αρ. 22/2019 της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης, ημερομηνίας 31/12/2019 και Αναφορικά με τον εκζητούμενο ΧΧΧΧΧΧΧ Velijanashvili, Έλληνα υπήκοο Γεωργιανής καταγωγής Ημερομηνία: 07/01/2021 Εμφανίσεις: Για την Κεντρική Αρχή: κα Λ. Σίγαρ, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Εκζητούμενο: κ. Κ. Δημητρίου Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Το επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης Τέθηκε προς εκτέλεση ενώπιον μου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με αριθμό 22/2019 ημερομηνίας 31/12/19 της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης εναντίον του εκζητούμενου, το οποίο αποσκοπεί στην εκτέλεση της απόφασης με αριθμό 388/25‑02‑2015 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε στον εκζητούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για τα αδικήματα της κλοπής κατ' εξακολούθηση σε μορφή απόπειρας (στις 4/6/2012) και σε μορφή τετελεσμένη (στις 3/6/12 και 11/6/12) (στο εξής «το ΕΕΣ»). Η απόφαση 388/25‑ 02‑ 2015 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης (στο εξής « η πρωτόδικη απόφαση») κατέστη αμετάκλητη στις 29/6/2017, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται κατωτέρω (βλ. Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με το σημείο 3.1.β. της παραγράφου (Δ) του επίδικου ΕΕΣ, ο εκζητούμενος δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως στην πρωτόδικη διαδικασία, αλλά είχε με άλλα μέσα, πραγματικά και επίσημα, ενημερωθεί για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του, κατά τρόπο ώστε αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε σε γνώση της προγραμματισμένης δίκης του και είχε ενημερωθεί ότι μπορούσε να εκδοθεί απόφαση στην απουσία του. Σύμφωνα με το σημείο 3.

  1. της παραγράφου (Δ) του επίδικου ΕΕΣ, η πρωτόδικη απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, στο οποίο δικαιούται να παρίσταται. Η δε ουσία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να επανεξεταστεί και η δίκη να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης, καθώς και ο εκζητούμενος μπορεί να ενημερωθεί για την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ζητήσει επανεκδίκαση ή μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο. Β. Η μαρτυρία Για την Κεντρική Αρχή μαρτύρησαν δύο μάρτυρες, ο XXXXX Λαζάρου, Αρχιαστυφύλακας XXXXX (στο εξής «ο M1») και ο XXXXX Χίντικος, Αστυφύλακας XXXXX, ο οποίος είναι τοποθετημένος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (στο εξής «ο Μ2»). Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε μαρτυρία και ο εκζητούμενος τήρησε σιωπή, ως ήταν δικαίωμά του. Ο M1 μαρτύρησε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας από 7/9/20 και ήταν ο αστυνομικός που συνέλαβε τον εκζητούμενο στις 16/11/20 στις Κεντρικές Φυλακές και ώρα 14:55, αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το παρόν ΕΕΣ. Του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και του παρέδωσε τα δικαιώματά του γραπτώς (Τεκμήριο 2). Η σύλληψη και το νομότυπο αυτής δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του εκζητούμενου. Ο M2, ανάμεσα στα καθήκοντά του οποίου είναι να επικουρεί, εκ μέρους της κυπριακής κεντρικής αρχής, την έκδοση και εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης από τις κυπριακές δικαστικές αρχές, εξήγησε τις ενέργειές του και την αλληλογραφία που έλαβε και έστειλε σχετικά με την παρούσα υπόθεση και κατέθεσε αριθμό εγγράφων στο Δικαστήριο μέσα από τα οποία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: · Ο εκζητούμενος έκτιε ποινή φυλάκισης στην Κύπρο για αδικήματα που διέπραξε και αποφυλακίστηκε με απονομή χάριτος από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 16/11/20, οπόταν και τον συνέλαβε ο M1 στις Κεντρικές Φυλακές δυνάμει του παρόντος ΕΕΣ (Τεκμήριο 5). · Εναντίον του εκζητούμενου εκκρεμούν στην Κύπρο οι ποινικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπ΄αρ. 6898/18 (αξιόποινη παράνομη είσοδος ‑ αλήτες και πλάνητες), 7087/18 (οπλοφορία προς διέγερση τρόμου), 330/19 (παράνομη κατοχή περιουσίας), 2429/19 (εμπρησμός, διάρρηξη και κλοπή), 1339/20 (κλοπή) και 2799/20 (διάρρηξη και κλοπή, παράνομη κατοχή περιουσίας, κλοπή, κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της νύχτας, κατοχή επιθετικού οργάνου, παράβαση του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου) (Τεκμήριο 9). · Με την πρωτόδικη απόφαση επιβλήθηκε στον εκζητούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για τα αδικήματα που αναφέρονται στο ΕΕΣ (βλ. ανωτέρω). Ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην του και του επιβλήθηκε την ίδια μέρα η προαναφερθείσα ποινή φυλάκισης. Παρόλο που ήταν απών δικάστηκε ωσεί παρών, διότι το δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αυτός έλαβε νομότυπα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος της υπόθεσης σύμφωνα με τον ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 8). · Ασκήθηκε από τον εκζητούμενο έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, η οποία κηρύχθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης απαράδεκτη με την απόφαση υπ' αριθμό 876/29-06-
  2. Το απαράδεκτο της έφεσης κρίθηκε λόγω σιωπηρής παραίτησης του εκζητούμενου από αυτή για το λόγο ότι, η τετραετής ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε μετατράπηκε με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης υπ' αριθμό 355/09 ‑02 ‑2017 σε χρηματική ποινή και συνακόλουθα σε παροχή κοινωφελούς εργασίας 900 ωρών στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Αίτηση προς τούτο υπέβαλε ο εκζητούμενος μέσω του δικηγόρου του Αλεξόπουλου XXXXX, ο οποίος ήταν παρών κατά την έκδοση της προαναφερθείσας διαταγής μετατροπής. Με την ίδια διαταγή ορίστηκε πως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εκζητούμενου με την έκτιση της κοινωφελούς εργασίας, θα εκτελείτο η πρωτόδικη απόφαση (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 8). · Ο εκζητούμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε ως όφειλε στην έκτιση των 900 ωρών κοινωφελούς εργασίας. Κατ' ακρίβεια δεν έκτισε ούτε μια ώρα από αυτές. Λόγω της μη συμμόρφωσής του εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης στις 14/9/17 διαταγή για έκτιση της ποινής φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο βάσει της πρωτόδικης απόφασης (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 8). · Η πρωτόδικη απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 29/6/17 με την απόρριψη της έφεσης του ως απαράδεκτης (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 11). · Σύμφωνα με τις διατάξεις, μεταξύ άλλων 114 και 118, του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα η αμετάκλητη αυτή απόφαση παραγράφεται, εφόσον δεν εκτελεστεί, την 27/6/2027 (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 11). · Προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος της ποινικής υπόθεσης που οδήγησε στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ότι, αυτά δεν επιδόθηκαν στον εκζητούμενο αυτοπροσώπως, αλλά θυροκολλήθηκαν στην παρουσία μάρτυρα στην εξώθυρα της οικίας του (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 8). Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι, η μαρτυρία του M1 και M2 στο Δικαστήριο και τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο Μ2 ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ηγέρθη αρχικά ζήτημα παραγραφής της ποινής από την Υπεράσπιση, το οποίο αργότερα αποσύρθηκε αφού υπήρξε σχετική διευκρίνιση από την Εισαγγελία Εφετών Κρήτης ότι η επίδικη ποινή παραγράφεται στις 27/6/2027 και τούτο έγινε αποδεκτό από την Υπεράσπιση (βλ. Τεκμήριο 11). Με κανένα άλλο τρόπο δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που προσκόμισε η Κεντρική Αρχή, ούτε υπεβλήθη στον M2 ότι, ο εκζητούμενος ουδέποτε έλαβε γνώση της εναντίον του πρωτόδικης απόφασης ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί, έστω μέσω διευκρινιστικής ερώτησης που αυτός θα μπορούσε να θέσει στη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ. Προβαίνω σε συμπεράσματα, λοιπόν, ως η μαρτυρία των Μ1 και Μ2 στο Δικαστήριο ως παρατίθεται πιο πάνω. Γ. Η νομική πτυχή Ως προς το λόγο ύπαρξης, το σκοπό έκδοσης και τη διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παραπέμπω στη Shini-Mehrabzadeh Said v. Γενικός Εισαγγελέας, Π.Ε.279/15, ημερ.17.11.2015, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ' επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα

(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ.19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ.2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ.5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ.13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ.17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ.5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ' ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Ως αναφέρθηκε στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης (ανωτέρω): «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. [..................................] Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών...» Ήταν εισήγηση της Υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της έκδοσης του εκζητούμενου, διότι ισχύουν εν προκειμένω οι πρόνοιες των άρθρων 14
(2)(α)(
  1. i)και (
  2. ii)και (β) του Νόμου. Το άρθρο 14
(2)του Νόμου, εναρμονιστικό των άρθρων 4α
(1)της Απόφασης Πλαίσιο, προνοεί: «14
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
  1. i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
  2. i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
  3. ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
  4. i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
  5. ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Η υπόθεση Melloni v. Ministerio Fiscal, C-399/11, 26/2/2013, η οποία αφορούσε σε προδικαστική παραπομπή Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο την αποφάσισε με μείζονα σύνθεση, παρέχει σαφή καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4α της Απόφασης Πλαίσιο. Ο Αιτητής στη Melloni καταδικάστηκε ερήμην από Ιταλικό Εφετείο σε κάθειρξη δέκα ετών για δόλια πτώχευση. Κατ' έφεσην, η ασκηθείσα, εκ μέρους των δικηγόρων του Melloni, αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη. Ενώπιον της αρμόδιας ισπανικής δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εναντίον του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ο Αιτητής αντιτάχθηκε στην παράδοση στις ιταλικές αρχές ισχυριζόμενος ότι ανακάλεσε τη δοθείσα, προς τους δικηγόρους που τον εκπροσώπησαν στην έφεση, εντολή και διόρισε άλλο δικηγόρο. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούσαν να απευθύνουν τις κοινοποιήσεις στους αρχικούς συνηγόρους του. Υπεστήριξε επίσης ότι εφόσον το ιταλικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν θα έπρεπε να εκτελεστεί εκτός εάν η Ιταλία εγγυάτο προηγουμένως τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά της καταδικαστικής απόφασης. Η ισπανική δικαστική αρχή εκτέλεσης του ιταλικού Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποφάσισε την παράδοση του Αιτητή στις ιταλικές αρχές διότι, αφενός δεν απεδείχθη ότι οι δικηγόροι που είχε διορίσει είχαν παυθεί και αφετέρου, διότι δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του, εφόσον τελούσε εν γνώσει της επικείμενης διεξαγωγής της δίκης και ερημοδίκησε οικειοθελώς. Άσκησε δε, αποφασίστηκε, σε όλα τα δικονομικά στάδια τα προβλεπόμενα δικαιώματά του. Το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο η υπόθεση κατέληξε, ανέστειλε τη διαδικασία και έστειλε στο ΔΕΕ προδικαστική παραπομπή με τα εξής τρία ερωτήματα: Δύνανται οι εθνικές δικαστικές αρχές βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο να εξαρτούν την εκτέλεση ΕΕΣ από τον όρο ότι η σχετική καταδικαστική απόφαση υπόκειται σε αναθεώρηση; Αν ναι, είναι το άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο συμβατό με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως διασφαλίζονται από τα άρθρα 47 και 48
(2)του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τα δικαιώματα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, σε δίκαιη δίκη και σε προώθηση υπεράσπισης; Αν ναι, μπορεί να αναγνωριστεί στα προαναφερόμενα δικαιώματα υψηλότερο επίπεδο προστασίας από ότι στο άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο ώστε να αποφευχθεί ερμηνεία που θα περιόριζε ή θα έθιγε δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους; Στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα δόθηκε αρνητική απάντηση. Αναφέρθηκαν τα εξής στην παράγραφο 46 της απόφασης: «
  1. Όπως προκύπτει από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, στις παρατιθέμενες στην ως άνω διάταξη περιπτώσεις, να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» Το δεύτερο πιο πάνω ερώτημα αποφασίστηκε καταφατικά. Οι παράγραφοι 49 και 52 της απόφασης είναι κατατοπιστικές: «
  2. Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής του δικαιώματος για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη, το οποίο προβλέπει το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και των διασφαλιζομένων από το άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτού δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, ναι μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη συνιστά ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για δίκαια δίκη, εντούτοις το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C-619/10, Trade Agency, σκέψεις 52 και 55). Ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτηση χωρεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, συνδυάζεται με κατ' ελάχιστον εγγυήσεις αντίστοιχες της σοβαρότητάς της και δεν προσκρούει σε κανένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως, αφ' ης στιγμής ενημερώθηκε σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της δίκης ή την υπεράσπισή του ανέλαβε δικηγόρος στον οποίον ο ίδιος έδωσε σχετική εντολή. [....................................]
  3. Υπό την έννοια αυτή, στο εν λόγω άρθρο 4α, παράγραφος 1, προβλέπονται, υπό τα στοιχεία α και β, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να θεωρείται ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματός του να παρίσταται στη δίκη του, με αποτέλεσμα η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς εκτέλεση της εκ μέρους του καταδικασθέντος ερήμην προσώπου ποινής να μην μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να επιτύχει τη διεξαγωγή νέας δίκης παρουσία του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Τούτο συμβαίνει είτε οσάκις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη μολονότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί επισήμως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο οι οποίοι είχαν ορισθεί με την κλήτευση είτε, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο β, οσάκις, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, επέλεξε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να παραστεί ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ως προς την παράγραφο 1, στοιχεία γ και δ, παρατίθενται εκεί οι περιπτώσεις όπου η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μολονότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να τύχει νέας διεξαγωγής της δίκης εφόσον το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ζήτησε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης είτε ότι πρόκειται να ενημερωθεί ρητώς ως προς το δικαίωμά του για την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης.» Σε σχέση με το τρίτο πιο πάνω ερώτημα, η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική διότι αποφασίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα προσέβαλλε την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις παραγράφους 60, 61 και 62 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
  4. Ασφαλώς, το άρθρο 53 του Χάρτη επιβεβαιώνει ότι, όταν πράξη της Ένωσης υπαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων, είναι κατ' αρχήν θεμιτό οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τα κατοχυρωμένα στα Συντάγματά τους θεμελιώδη δικαιώματα, αρκεί η εν λόγω εφαρμογή να μη θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη.
  5. Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αρνούνται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οσάκις ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μια από τις τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται με την ανωτέρω διάταξη.
  6. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θέσπιση της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, η οποία ενέταξε την ανωτέρω διάταξη στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, στοχεύει στη θεραπεία των δυσχερειών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εκδοθεισών ερήμην του ενδιαφερομένου αποφάσεων οι οποίες είναι απόρροια της υπάρξεως διαφορών εντός των κρατών μελών στο θέμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συναφώς, η ανωτέρω απόφαση-πλαίσιο εναρμονίζει τις προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε περίπτωση ερήμην καταδίκης, η δε εναρμόνιση αυτή απηχεί τη συναίνεση η οποία επετεύχθη από τα κράτη μέλη στο σύνολό τους αναφορικά με την εφαρμοστέα, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, έκταση των δικονομικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι καταδικασθέντες ερήμην τους οποίους αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Εάν η απάντηση στο τρίτο ερώτημα αυτό ήταν θετική, συνεχίζει η απόφαση στην παράγραφο 62 αυτής, θα τίθετο υπό αμφισβήτηση η ομοιομορφία του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ο οποίος προσδιορίζεται από την Απόφαση-Πλαίσιο, θα έθιγε τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης που η Απόφαση-Πλαίσιο ενισχύει και θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητά της. H υπόθεση Melloni (ανωτέρω) υιοθετήθηκε, τόσο από την πλειοψηφία, όσο και από τη μειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Ρένος Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2016:A452, Π.Ε. αρ. 262/2016 ημερ. 29/9/
  7. Στη Ρένος Νεοφύτου (πιο πάνω), τα επίδικα ΕΕΣ αφορούσαν σε, μεταξύ άλλων, αδικήματα φοροδιαφυγής που ο εκζητούμενος διέπραξε ως νόμιμος εκπρόσωπος ή διαχειριστής δύο εταιρειών και στα οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε, ως όφειλε, την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 14
(2)(δ) του Νόμου, ήτοι ότι δεν διδόταν στα ΕΕΣ, εγγύηση ότι ο εκζητούμενος θα μπορούσε να δικασθεί εκ νέου ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται ο ίδιος να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται, ως απαιτεί το εν λόγω άρθρο 14
(2)(δ). Δόθηκαν, όμως, προς το κυπριακό δικαστήριο διευκρινίσεις από ελληνική κεντρική αρχή ότι οι επίδικες αποφάσεις θα μπορούσαν να εφεσιβληθούν με συγκεκριμένα ένδικα μέσα, βάσει του άρθρου 430 και 497 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, δοθεισών των εν λόγω διευκρινίσεων, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εκτέλεση των ΕΕΣ ήταν ορθή και πληρούσε τα αναφερόμενα στο άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου. Και στη Νικόλας Κυριάκου (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση για εκτέλεση, κάποιων από τα επίδικα ΕΕΣ, διότι οι εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από την ελληνική αρμόδια αρχή διασφάλιζαν τη δυνατότητα ο εκζητούμενος να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου και να είναι παρών κατά τη λήψη της απόφασης, καθώς και το δικαίωμά του να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως της εναντίον του, ερήμην, εκδοθείσας απόφασης και τούτο παρά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας. Το ίδιο και στην Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Ο, εκεί, εκζητούμενος θα μπορούσε να ασκήσει κατά των αποφάσεων, που ήταν το αντικείμενο των, εκεί, Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης «αίτηση ακύρωσης απόφασης ή εκπρόθεσμη έφεση που μπορούν να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης». Και στην Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), παρόλο που κρίθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου (βλ. τροποποιητικό Νόμο Ν.30(Ι)/14)εντούτοις τ' αποφασισθέντα κατά το μέρος που ενδιαφέρει εξακολουθούν να ισχύουν. Οι νομικές εγγυήσεις που δόθησαν στην υπόθεση αυτή ήταν ότι ο εκζητούμενος μπορούσε να ασκήσει έφεση άμα τη εκδόσει του κατά το Άρθρο 429 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εναντίον της ερήμην καταδίκης του, αλλά και να υποβάλει αίτηση ακυρώσεως της όλης διαδικασίας, συμφώνως του Άρθρου 430 του Κώδικα. Το Εφετείο, κρίνοντας τις άνω εγγυήσεις, ανέφερε τ' ακόλουθα: «... Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων/εγγυήσεων, δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (Δέστε Άρθρο 2
(2)του Νόμου.)» Θεωρώ ότι η Melloni ερμήνευσε το άρθρο 4α της Απόφασης Πλαίσιο ξεκάθαρα. Απαγορεύεται στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο, να εξαρτά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρει, όμως, ότι στην περίπτωση μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εκζητούμενου στη δίκη του και μη παροχής των εγγυήσεων του άρθρου 14
(2)(α)-(δ) από την κεντρική αρχή έκδοσης, η διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο εκτέλεσης εκμηδενίζεται. Εν τούτοις στην περίπτωση που οι δικονομικές αυτές εγγυήσεις έχουν δοθεί, όπως εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτέλεσης δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να μην εκδώσει τον εκζητούμενο. Εν προκειμένω, δόθηκαν επί του επίδικου ΕΕΣ οι εγγυήσεις που προνοούνται στα άρθρα 14
(2)(δ) (
  1. i)και (
  2. ii)του Νόμου και 4α
(1)(δ) (
  1. i)και (
  2. ii)της Απόφασης Πλαίσιο και έτσι θεωρώ ότι, με αυτό τον τρόπο αποστερήθηκε από το παρόν Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να μην διατάξει την εκτέλεση του ΕΕΣ. Ακόμα και αν σφάλλω και το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου, εν προκειμένω θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της εκτέλεσης του ΕΕΣ για τους εξής λόγους. - Η διακριτική ευχέρεια πρέπει πάντα να ασκείται δικαστικά. Δηλαδή, εντός του πλαισίου που παρέχεται από το Νόμο, με αναφορά σε εσωγενείς και όχι εξωγενείς της υπόθεσης παράγοντες, λαμβάνοντας υπόψη μόνο σχετικά, και όχι άσχετα, γεγονότα, να μην οδηγεί σε πασιφανή αδικία, να μην ασκηθεί κατά τρόπο που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την ασκήσει και χωρίς πλάνη ως προς τα γεγονότα ή το Νόμο (βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710, Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939]3 All E.R. 892). - Το γεγονός ότι κατόπιν της έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης ο εκζητούμενος υπέβαλε, αφενός έφεση εναντίον της και αφετέρου αίτηση για μετατροπή της ποινής φυλάκισης του σε χρηματική ποινή και συνακόλουθα σε κοινωφελή εργασία, η οποία και εγκρίθηκε παρουσία του δικηγόρου του, δεικνύει σαφώς ότι γνώριζε, έστω και εκ των υστέρων, για την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, παρόλο που δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο που την εξέδωσε. Ο εκζητούμενος γνώριζε περαιτέρω, αφού εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στις 9/02/2017 στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, πως εάν δεν εκτελούσε την κοινωφελή εργασία εντός 2 χρόνων, θα εκτελείτο η πρωτόδικη απόφαση. - Το νομότυπο, βάσει της ελληνικής ποινικής δικονομίας, των επιδόσεων δια θυροκόλλησης και στην παρουσία μάρτυρα, των κλητήριων θεσπισμάτων ημερ. 2/7/2014 και 4/11/2015 (βλ. Τεκμήριο 8) ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ούτε θα μπορούσε βέβαια το παρόν Δικαστήριο να αποφανθεί περί τέτοιας αμφισβήτησης, εάν αυτή τίθετο, αλλά η απουσία της αμφισβήτησής, αυτή καθ΄αυτή, μιλά από μόνη της. - Η θέση της Υπεράσπισης πως ο εκζητούμενος ουδέποτε έλαβε γνώση της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπεβλήθη στους μάρτυρες της Κεντρικής Αρχής ώστε να τοποθετηθούν ή να ζητήσουν περαιτέρω διευκρινίσεις από τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος. Πάντως, με δεδομένες τις εγγυήσεις που έδωσαν οι ελληνικές αρχές και αναφέρονται στο σημείο (Δ) του παρόντος ΕΕΣ (βλ. ανωτέρω), δεν έχω αμφιβολία ότι οφείλω να διατάξω την εκτέλεση του παρόντος ΕΕΣ. Προς τούτο συνυπολογίζω και την καταρχήν υποχρέωση δικαστικής αρχής εκτέλεσης οποιουδήποτε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να διατάξει την εκτέλεση αυτού, ως προνοείται στα άρθρα 12(α) του Νόμου και 2
(1)και 2
(2)της Απόφασης Πλαίσιο. Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Απόφασης Πλαίσιο, ως έχουν τροποποιηθεί, και συγκεκριμένα ότι: 1. το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα προαπαιτούμενα που καθορίζει το άρθρο 4
(1)του Νόμου, 2. πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 12 του Νόμου και 2
(1)και 2
(2)της Απόφασης Πλαίσιο και 3. δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιόν μου που να αποτελεί λόγο για μη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είτε σύμφωνα με τα άρθρα 2
(2)του Νόμου και 1
(3)της Απόφασης Πλαίσιο, είτε σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου και τα άρθρα 3, 4 και 4α της Απόφασης Πλαίσιο, πέραν της ανωτέρω αναφερθείσας εισήγησης της Υπεράσπισης, την οποία απέρριψα για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Δ. Κατάληξη Βάσει όλων των πιο πάνω, διατάσσεται η εκτέλεση του παρόντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές αναβάλλεται, δυνάμει των άρθρων 30
(1)του Νόμου και 24
(1)της Απόφασης Πλαίσιο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμούς 6898/18, 7087/18, 330/19, 2429/19, 1339/20 και 2799/
  1. Εν όψει του ότι η εκπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής δεν ζήτησε την παραμονή υπό κράτηση του εκζητούμενου μέχρι την εκδίκαση των πιο πάνω ποινικών υποθέσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκδίκαση τους δυνατόν να καθυστερήσει λόγω του μεγάλου αριθμού αυτών, αλλά και λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, τίθενται οι εξής όροι ώστε να εξασφαλιστεί η εκτέλεση του παρόντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Ο εκζητούμενος,
  2. Θα καταβάλει εγγύηση ύψους €10.000 σε μετρητά ή θα υπογράψει ισόποση εγγύηση εκ μέρους του αξιόχρεος/αξιόχρεοι εγγυητής/εγγυητές της έγκρισεως της αρμόδιας Πρωτοκολλητή.
  3. Θα παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία μέχρι το τέλος της μέρας, αν δεν το έχει πράξει ήδη.
  4. Το όνομά του θα καταχωρηθεί στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία απαγορεύεται.
  5. Θα παρουσιάζεται καθημερινά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και μεταξύ των ωρών 18:00 ‑ 20:
  6. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Νόμου, καθώς και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.