← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΗ ν. ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης:19451/15, 21/1/2021

ΓΙΑΝΝΗ ν. ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης:19451/15, 21/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B6 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19451/15 XXXXX ΓΙΑΝΝΗ Παραπονούμενος -εναντίον- XXXXX ΣΑΒΒΑ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Ε. Αρότη για Σπύρος Αρότη - Έλενα Αρότη & Συνεργάτες Για Κατηγορούμενη: κα. Ξυψιτη Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό καταχωρήθηκε, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες που αφορούν την έκδοση ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και των συναφών τροποποιήσεων του (εφεξής οι «Επιταγές του Κατηγορητηρίου»). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, η Κατηγορούμενη, σε διάφορες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 30/11/2008 μέχρι 30/3/2009, εξέδωσε τις περιγραφόμενες στο κατηγορητήριο επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα πλην όμως δεν εξοφλήθηκαν είτε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους (1η και 2η κατηγορία) είτε επειδή ο λογαριασμός ήταν κλειστός (2η, 3η, 4η, 5η και 6η κατηγορία) και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Πριν την έναρξη της δίκης, και συγκεκριμένα στις 7/11/2018, η πλευρά του Παραπονούμενου ζήτησε όπως αποσύρει την 1η και 2η κατηγορία με αποτέλεσμα οι εν λόγω κατηγορίες να απορριφθούν και η Κατηγορούμενη να αθωωθεί και απαλλαχθεί από αυτές. Κατά συνέπεια, η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης προχώρησε αναφορικά με τις επιταγές που αναφέρονται στις κατηγορίες 3 - 6 (εφεξής οι «επίδικες Επιταγές») που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα, τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ο οποίος υιοθέτησε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και, περαιτέρω, κατέθεσε συνολικά 26 Τεκμήρια. Περαιτέρω, πριν το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, δηλώθηκαν εκ συμφώνου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: 1. Οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη προς τον Παραπονούμενο. 2. Η ημερομηνία πληρωμής των επίδικων Επιταγών είναι εκείνη που αναγράφεται στην κάθε μια από αυτές, δηλαδή, καθ' όσον αφορά την επιταγή - Τεκμήριο 10 - η ημερομηνία που ήταν πληρωτέα είναι η 30/1/2009, όσον αφορά την επιταγή - Τεκμήριο 11 - η ημερομηνία που ήταν πληρωτέα είναι η 30/01/2009, όσον αφορά την επιταγή - Τεκμήριο 12 - η ημερομηνία που ήταν πληρωτέα είναι η 28/02.2009 και όσον αφορά την επιταγή - Τεκμήριο 13 - η ημερομηνία που ήταν πληρωτέα είναι η 30/03/2009. Αφότου το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισής της. Στο πλαίσιο αυτό, η Κατηγορούμενη, υιοθέτησε γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β) και κατέθεσε ένα Τεκμήριο (Τεκμήριο 27). Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, πέραν των πιο πάνω παραδεκτών, προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητούνται. Έχοντας υπόψη ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454), τα οποία θεωρούνται και εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο ως αδιαμφισβήτητα (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527), θεωρώ σκόπιμο, προτού αναφερθώ στην εκατέρωθεν μαρτυρία, να παραθέσω τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, που είναι τα ακόλουθα: (α) Ο Παραπονούμενος με τη σύζυγό του (XXXXX Γιαννή) είναι οι ιδιοκτήτες ενός καταστήματος που βρίσκεται στην οδό XXXXX στην Έγκωμη (εφεξής το «Κατάστημα»), το οποίο ενοικίασαν στην Κατηγορούμενη δυνάμει σχετικής συμφωνίας ενοικίασης, ως αυτή τροποποιήθηκε (Τεκμήρια 1 και 2). (β) Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμβατικής σχέσης, η Κατηγορούμενη εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου (Τεκμήρια 8, 9, 10, 11, 12 και 13), συνολικού ύψους €15.106,64, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν (Τράπεζα Κύπρου) μετά την ημερομηνία που η κάθε μια από αυτές κατέστη πληρωτέα (και συγκεκριμένα, καθ' όσον αφορά τις επίδικες Επιταγές, αυτές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν στις 11/05/2009[1]), όμως δεν πληρώθηκαν είτε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων (Τεκμήρια 8 και 9) είτε λόγω του ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης ήταν κλειστός (Τεκμήρια 9, 10, 11, 12 και 13)[2] και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. (γ) Στις 21/2/2011 η Κατηγορούμενη πλήρωσε στον Παραπονούμενο και στη σύζυγό του το συνολικό ποσό των €6.000 έναντι και προς εξόφληση του ποσού των επιταγών XXXXX8178 και XXXXX8179 που αναφέρονται στην 1η και 2η κατηγορία (αντίστοιχα). (δ) Για την είσπραξη οφειλόμενων από την Κατηγορούμενη ενοικίων του Καταστήματος, ο Παραπονούμενος και η σύζυγός του προώθησαν εναντίον της δικαστικές διαδικασίες και, συγκεκριμένα, την αίτηση XXXXX/10 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισαν στις 13/12/2010 διάταγμα έξωσης εναντίον της Κατηγορούμενης καθώς και απόφαση για την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων που αφορούσαν χρονική περίοδο μετά την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 3), ως επίσης και την αγωγή 7526/10 που καταχώρισε ο Παραπονούμενος στις 3/9/2010 (Τεκμήριο 6) (εφεξής η «Αγωγή»), στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου δικαστική απόφαση στις 7/10/2011 για το συνολικό ποσό που είχαν εκδοθεί οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου (€15.106,64) πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 5) (εφεξής η «Απόφαση»). (ε) Για σκοπούς εκτέλεσης της Απόφασης, καταχωρήθηκε ΜΕΜΟ στην περιουσία της Κατηγορούμενης καθώς και αίτηση έρευνας εναντίον στις 24/11/2017, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα μηναίων δόσεων στις 9/10/2018 (Τεκμήριο 17). (στ) Λόγω μη συμμόρφωσης με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, καταχωρήθηκε από τον Παραπονούμενο διαδικασία καταδολίευσης στις 28/05/2019 (Τεκμήριο 18). (ζ) Κατά την περίοδο της αναφερόμενης διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, και συγκεκριμένα στις 4/6/2009, ο Παραπονούμενος προέβη σε σχετική καταγγελία της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία για την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου. (η) Έναντι των εκάστοτε οφειλόμενων ενοικίων, η Κατηγορούμενη πλήρωνε τον Παραπονούμενο είτε μέσω επιταγών είτε με μετρητά που κατέθετε σε λογαριασμό του Παραπονούμενου. Μέσω επιταγών κατατέθηκαν στον λογαριασμό του Παραπονούμενου τα ποσά που αναφέρονται στις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19 - 26, με εξαίρεση το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 19 (Λ.Κ. 4.500), από το οποίο κατατέθηκε στον λογαριασμό του Παραπονούμενου το ποσό των Λ.Κ.
  1. Για όλα τα πιο πάνω καθώς και για τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά, κάνω ανάλογα ευρήματα. Ο Παραπονούμενος μαρτύρησε για τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου, αναφέροντας ότι αυτές εκδόθηκαν σε όφελος του από την Κατηγορούμενη για την εξόφληση καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων του Καταστήματος ύψους €15.106,
  2. Επειδή οι εν λόγω επιταγές δεν πληρώθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα μετά την ημερομηνία που είχαν καταστεί πληρωτέες, προχώρησε σε καταγγελία της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία αλλά και σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον της για την είσπραξη των οφειλόμενων ενοικίων, μεταξύ των οποίων ήταν και η καταχώριση της Αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η Απόφαση. Σε σχέση με την καταγγελία που προέβη στην Αστυνομία ανέφερε επίσης ότι αυτή έγινε κατά την περίοδο που διαπράχθηκαν τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και ότι όσες φορές προσπάθησε να ενημερωθεί από την Αστυνομία για την εν λόγω καταγγελία η απάντηση που λάμβανε ήταν ότι δεν μπορούσαν να επιδώσουν στην Κατηγορούμενη. Όταν όμως καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, η Αστυνομία εντόπισε την Κατηγορούμενη, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο ίδιος και η σύζυγός του έκαναν συνεχείς προσπάθειες ώστε να μην επιτρέψουν να συνεχιστεί η αδικία που είχαν υποστεί εξαιτίας των ενεργειών της Κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε αρχικά ότι οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου του δόθηκαν από την Κατηγορούμενη στις 30/11/2008, δηλαδή κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα η πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 8) υποστηρίζοντας ότι εκείνη την ημέρα είχε επισκεφθεί μόνος του το Κατάστημα, μετά που έκλεισε, και συνάντησε την Κατηγορούμενη η οποία του παρέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου. Αρνούμενος τις υποβολές που του έγιναν ότι η Κατηγορούμενη δεν γνώριζε το ακριβές υπόλοιπο που χρωστούσε σε ενοίκια ή ότι δεν χρωστούσε τα ενοίκια για τα οποία εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου ή ότι περίμενε στο Κατάστημα για τρείς ώρες μέχρι να του δοθούν οι εν λόγω επιταγές και ότι ανάγκασε την Κατηγορούμενη να του τις εκδώσει, υποστήριξε περαιτέρω ότι η Κατηγορούμενη ήταν ενήμερη για τη συνολική οφειλή της προς τον Παραπονούμενο και ήταν αυτή που του ζήτησε να την συναντήσει εκείνη την ημέρα για να του εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου προς εξόφληση της εν λόγω οφειλής της. Ανέφερε επίσης ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου (€15.106,64) αφορά οφειλόμενα ενοίκια του Καταστήματος, ως αυτά υπολογίστηκαν από τον τότε λογιστή του (ο οποίος έχει αποβιώσει), στη βάση των στοιχείων που του έδινε κατά καιρούς, ο οποίος ετοίμασε την κατάσταση που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 15, διευκρινίζοντας ότι ο τόκος που αναφέρεται στην εν λόγω κατάσταση είχε συμφωνηθεί προφορικά με την Κατηγορούμενη όταν χρωστούσε τα ενοίκια. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι οι επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19 - 26 εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη σε χρονικές περιόδους προγενέστερες της έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου και ότι αυτές καθώς και άλλες πληρωμές σε μετρητά που έκανε η Κατηγορούμενη πριν την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου αφορούσαν την εξόφληση προηγούμενων οφειλόμενων ενοικίων. Αναφορικά με την καταγγελία που προέβη στην Αστυνομία, αναγνώρισε την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία, αναφέροντας ότι η μόνη ενημέρωση που έλαβε από την Αστυνομία για την εξέλιξη αυτής της καταγγελίας ήταν ότι δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την Κατηγορούμενη, ενώ δεν γνώριζε αυτό που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ότι δηλαδή κινήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης, η οποία τελικά διακόπηκε για λόγους ασθενείας ή/και για άλλους λόγους όχι όμως για λόγους μη επίδοσης. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι η κάθε Επιταγή του Κατηγορητηρίου του δόθηκε από την Κατηγορούμενη κατά την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν. Η Κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι ενοικίαζε το Κατάστημα από το 1995, το οποίο χρησιμοποιούσε ως ψησταριά. Αμφισβήτησε ότι όφειλε στον Παραπονούμενο το ποσό ενοικίων για το οποίο εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου (€15.106,64) και υποστήριξε ότι ακόμα δεν έχει αντιληφθεί πώς υπολογίστηκε το ποσό αυτό εφόσον μέχρι το έτος 2004 δεν όφειλε οποιαδήποτε καθυστερημένα ενοίκια ενώ όλα τα καθυστερημένα ενοίκια προέκυψαν στη συνέχεια, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, έναντι των οποίων έκανε ορισμένες πληρωμές είτε με την κατάθεση επιταγών στον λογαριασμό του Παραπονούμενου (Τεκμήρια 19 - 26), το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε €13.055,78, είτε με πληρωμές χρηματικών ποσών σε μετρητά προς τον Παραπονούμενο για τις οποίες δεν είχε οποιεσδήποτε αποδείξεις, ενώ αρνήθηκε ότι συμφώνησε με τον Παραπονούμενο να πληρώνει οποιοδήποτε τόκο επί των εν λόγω καθυστερημένων ενοικίων. Ανέφερε επίσης ότι τον Οκτώβριο του 2008 την επισκέφθηκαν στο Κατάστημα ο Παραπονούμενος με τη σύζυγό του, της ανέφεραν ότι τους οφείλει ενοίκια ύψους €15.106,64 και της ζήτησαν να τους εκδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές για το ποσό αυτό. Ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο που ο Παραπονούμενος ενήργησε, την ανάγκασε να εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου διότι ενώ τον παρακαλούσε να φύγει από το Κατάστημα επειδή εκείνη την ώρα εξυπηρετούσε κόσμο και δεν μπορούσε να σκεφθεί καθαρά δεδομένου ότι και ο σύζυγός της ήταν άρρωστος και ούτε είχε χρόνο να ελέγξει πόσα ενοίκια χρωστούσε, αυτός και η σύζυγός του δεν έφευγαν. Μη έχοντας άλλη επιλογή, εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου παρόλο που δεν πίστευε ότι όφειλε το ποσό που της αναφέρθηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή από τον Παραπονούμενο και αμφισβήτησε τη θέση που προβλήθηκε από τον Παραπονούμενο κατά την μαρτυρία του ότι η ίδια, πριν την έκδοση των εν λόγω επιταγών, γνώριζε για το ύψος του οφειλόμενο ποσού ενοικίων. Αφότου εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου, άρχισε να ψάχνει αποδείξεις για να επιβεβαιώσει ότι δεν όφειλε τα καθυστερημένα ενοίκια για τα οποία εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, όμως δεν μπόρεσε να βρει κάτι και γι' αυτό το λόγο ο δικηγόρος της αποδέχθηκε την έκδοση της Απόφασης και η ίδια αναγκάστηκε στη συνέχεια να δεχθεί την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων διότι δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Επειδή όμως η ίδια ήταν σίγουρη ότι δεν όφειλε οποιαδήποτε χρήματα στον Παραπονούμενο και ότι ο τελευταίος την εξαπάτησε, δεν ήθελε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και πριν από δύο με τρία έτη, στη βάση κατευθυντήριων γραμμών που έλαβε από τον Πνευματικό της, εντόπισε αντίγραφα των επιταγών που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του Παραπονούμενου (Τεκμήρια 19 - 26). Περαιτέρω, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου αναφορικά με το ζήτημα της καταγγελίας που είχε κάνει στην Αστυνομία, αναφέροντας ότι είχε εγερθεί ποινική υπόθεση εναντίον της και είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπου δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που της προσάφθηκαν, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση και ο δικηγόρος της εξασφάλισε από την Αστυνομία τις καταθέσεις της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση που έδωσε τότε ο Παραπονούμενος (την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 27). Η υπόθεση αυτή όμως, ως ανέφερε, διακόπηκε, αφότου αναβλήθηκε κάποιες φορές, επειδή η ίδια αδυνατούσε να εμφανίζεται στο Δικαστήριο λόγω ασθενείας. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη επανέλαβε ότι εξαναγκάστηκε από τον Παραπονούμενο και τη σύζυγό του να εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου, παρόλο που τους είχε αναφέρει ότι δεν τους χρωστούσε χρήματα, αποδεχόμενη ότι τις εξέδωσε απλώς και μόνο για να φύγουν από το Κατάστημα. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές υπολογίζοντας ότι θα έβρισκε τα χρήματα και για να εξέταζε μετά αν πράγματι τους όφειλε τα ποσά αυτά, αποδεχόμενη ότι, όταν εξέδιδε τις επιταγές, γνώριζε ότι κάτι όφειλε σε ενοίκια στον Παραπονούμενο, όχι όμως το ποσό για το οποίο εξέδωσε τις επιταγές. Παρά το ότι, ως ισχυρίστηκε, εξαναγκάστηκε να εκδώσει τις ρηθείσες επιταγές, δεν ήθελε ούτε σκέφτηκε να καταγγείλει τον Παραπονούμενο στην Αστυνομία, αναφέροντας στη συνέχεια ότι δεν το έπραξε διότι δεν ήταν σίγουρη αν όφειλε τα χρήματα για τα οποία εξέδωσε τις επιταγές και ήθελε πρώτα να εντοπίσει τις αποδείξεις της προτού τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι, με βάση τις αποδείξεις που έχει εντοπίσει, προκύπτει τελικά ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίων και επανέλαβε ότι πριν εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου επέμενε ότι δεν χρωστούσε το ποσό για το οποίο εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές και ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε σύγχυση λόγω της μετατροπής τότε του νομίσματος από Λίρες σε Ευρώ, αποδίδοντας έτσι στον Παραπονούμενο ότι εσκεμμένα επέλεξε να έρθει απρόοπτα εκείνη την χρονική στιγμή στο Κατάστημα ζητώντας οφειλόμενα ενοίκια. Αναφορικά με το ζήτημα της καταγγελίας του Παραπονούμενου, ανέφερε ότι η Αστυνομία δεν έλαβε από αυτήν οποιαδήποτε κατάθεση, ότι απλώς της είχαν τηλεφωνήσει από την Αστυνομία και αφού τους είπε ότι δεν οφείλει αυτά τα χρήματα, της είπαν να διευθετήσει μια συνάντηση με τον Παραπονούμενο στην παρουσία των λογιστών τους για να τα συζητήσουν. Ως ισχυρίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή της, η συνάντηση αυτή τελικά έγινε στην απουσία της, χωρίς να ήταν σε θέση να γνωρίζει τι λέχθηκε στη συνάντηση αυτή και πώς ο Παραπονούμενος γνώριζε τα στοιχεία του λογιστή της. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι όταν της τηλεφώνησαν από την Αστυνομία της είχαν ζητήσει να παρουσιαστεί Δικαστήριο και, ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι, μετά την καταγγελία του Παραπονούμενου της τηλεφώνησαν από την Αστυνομία είχε πάει στον Αστυνομικό Σταθμό για αυτή την υπόθεση αλλά δεν την κατηγόρησαν ούτε της ζήτησαν να δώσει κατάθεση για να ισχυριστεί πιο μετά ότι όταν της τηλεφώνησαν από την Αστυνομία ήταν για να της επιδώσουν το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης και αυτός ήταν ο λόγος που πήγε τότε στην Αστυνομία. Δεν θυμόταν όμως να αναφέρει τον αριθμό της ποινικής υπόθεσης που της επιδόθηκε ούτε και για το πού βρισκόταν το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης, ισχυριζόμενη ότι όλα τα έγγραφα του φακέλου εκείνης της υπόθεσης τα έχει ο δικηγόρος που την εκπροσωπούσε σε εκείνη τη διαδικασία, από τον οποίο ζήτησε και εξασφάλισε μόνο το αντίγραφο της κατάθεσης του Παραπονούμενου διότι αυτό ήταν που χρειαζόταν. Χωρίς να ήταν σε θέση να αναφερθεί ακριβώς πόσες φορές εμφανίστηκε Δικαστήριο στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, ανέφερε γενικά ότι εμφανίστηκε πολλές φορές και επανέλαβε ότι ο λόγος που αναστάληκε εκείνη η ποινική υπόθεση ήταν επειδή δεν μπορούσε να εμφανιζόταν Δικαστήριο λόγω ασθενείας και συγκεκριμένα λόγω κατάθλιψης την οποία είχε υποστεί από αυτά που γίνονταν. Γ. Οι Αγορεύσεις Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούμενη, τα μέρη προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Η πλευρά του Παραπονούμενου, υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με την Κατηγορούμενη, η μαρτυρία της οποίας ήταν, κατά τη συνήγορο του, διάχυτη από αντιφάσεις, αοριστίες και εκ των υστέρων ισχυρισμούς, ο Παραπονούμενος ήταν ειλικρινής και παρουσίασε αξιόπιστη και συγκροτημένη μαρτυρία που αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή της Κατηγορούμενης. Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά της Κατηγορούμενης, μέσω της δικής της αγόρευσης, υποστήριξε ότι ο Παραπονούμενος θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος επειδή η μαρτυρία του ήταν ασαφής, ο ίδιος κατά την αντεξέτασή του περιέπεσε σε πολλές αντιφάσεις ως προς τις συνθήκες και τις περιστάσεις έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου και δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για το ποια ενοίκια αφορούσαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου καθώς και πώς προκύπτει το συνολικό ποσό για το οποίο αυτές εκδόθηκαν (€15.106,64). Περαιτέρω, υποστήριξε ότι, ως προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούμενης, οι επιταγές εκδόθηκαν κατόπιν απάτης ή/και εξαναγκασμού και χωρίς την ύπαρξη ανταλλάγματος, λόγοι για τους οποίους εισηγήθηκε ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Ανεξαρτήτως τούτου, η πάροδος ευλόγου χρόνου από την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η Κατηγορούμενη είναι παράγοντας που με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020 θα πρέπει, κατά την πλευρά της Κατηγορούμενης, να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας υπόθεσης και στην αθώωση της Κατηγορούμενης από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δ. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις αρχές που διέπουν το βάρος απόδειξης σε ποινικές υποθέσεις καθώς και τη σχετική επί του προκειμένου νομική πτυχή για το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154. Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον της Κατηγορούμενης βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προαναφέρθηκε, η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[3], από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα, τα οποία επιβεβαιώνονται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16):
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο ορισμός πλέον της επιταγής, ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/2003, καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή, επίσης, υποστηρίζεται από τον ορισμό της «επιταγής» που προβλέπεται το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29). Καθ' όσον αφορά το χρόνο έκδοσης των επίδικων Επιταγών, προκύπτει από την πιο πάνω παράθεση των συστατικών στοιχείων ότι αυτός δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 και αυτό επιβεβαιώνεται από τα όσα αναφέρθηκαν στην (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B707, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, στην οποία αποφασίστηκε ότι εφόσον ο χρόνος υπογραφής της επιταγής δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, το Δικαστήριο μπορούσε να καταδικάσει τον εκεί εφεσείοντα/εκδότη χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, στο οποίο αναφέρονταν διαφορετικός χρόνος έκδοσης των επιταγών από εκείνον που πραγματικά εκδόθηκαν. Η υπόθεση Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν. Έφεση 150/09 ημ. 15/10/2012, στην οποία γίνεται αναφορά στην αγόρευση της δικηγόρου από πλευράς Κατηγορούμενης, σαφώς διακρίνεται από την παρούσα όπου οι κατηγορίες στρέφονται εναντίον της Κατηγορούμενης ως ο εκδότης των επίδικων Επιταγών, χωρίς, κατά συνέπεια, να τίθεται προς εξέταση οποιοδήποτε ζήτημα συνέργειας τρίτου προσώπου για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)(όπως ήταν η περίπτωση στην Militos ανωτέρω). Συναφώς, τα όσα αποφασίστηκαν στην Militos (ανωτέρω) σε σχέση με το χρόνο υπογραφής δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης και τούτο διότι, ως με σαφήνεια προκύπτει από την προαναφερόμενη νομολογία, ο χρόνος υπογραφής μιας επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(1)αποκτά ουσιαστική σημασία μόνο όσον αφορά την στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης συνεργού (και όχι του εκδότη της επιταγής) εφόσον η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής καθ' ότι είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που εξετάζεται η ύπαρξη της αναγκαίας ένοχης διάνοιας από πλευράς συνεργού για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην Δρούγκα ν. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/12 ημερομηνίας 16.4.14: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης υποχρέωσης από τον εκδότη μιας επιταγής για την εξόφληση χρέους για το οποίο αυτή εκδόθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019, ημ. 22/06/2020, ανατρέποντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, έκρινε ότι αν κατά το χρόνο παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή έχει εξοφληθεί μέρος του ποσού για το οποίο αυτή εκδόθηκε και παραμένει κάποιο υπόλοιπο, διαπράττεται το αδίκημα του άρθρου 305 (Α)
(1)όταν αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότης της και ο τελευταίος παρέλειψε να την εξοφλήσει μέσα σε 15 μέρες από της εν λόγω παρουσιάσεως. Και τούτο, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια και νοουμένου ότι η επιταγή πληρωνόταν θα είχε αξίωση από τον δικαιούχο της επιταγής για να του επιστρέψει το επιπλέον του οφειλόμενου ποσού που ο τελευταίος θα είχε εισπράξει. Περαιτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση έκρινε ότι: «με δεδομένο το δανεισμό και την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής, το βάρος δεν ήταν στον Εφεσείοντα [δικαιούχο της επιταγής] να αποδείξει ότι παρέμενε ανεξόφλητο κάποιο ποσό και το ύψος του, αλλά στον Εφεσίβλητο [εκδότη της επιταγής] να πείσει για το τί είχε πληρώσει. Ε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως έχει νομολογηθεί, προτού η μαρτυρία χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων θα πρέπει να αξιολογείται από το Δικαστήριο στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν. Δημοκρατία
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανασίου και Άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βλέπει και παρακολουθεί τους μάρτυρες ενώ καταθέτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από την νομολογία, η αξιολόγηση μάρτυρα κρίνεται με βάση σχετικές παραμέτρους όπως η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί εν μέρει ή στην ολότητά της τη μαρτυρία ενός μάρτυρα (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατία
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω παραμέτρους και αφού είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα και έχοντας, συναφώς, κατά νου ότι εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, και το οποίο αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα τόσο της αντεξέτασης του Παραπονούμενου όσο και της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης αλλά και ουσιαστικό μέρος της επιχειρηματολογίας της δικηγόρου της, είναι οι συνθήκες και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου, με την εκδοχή της Κατηγορούμενης να είναι ότι οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου κακώς εκδόθηκαν εφόσον δεν υπήρχε το αναγκαίο αντάλλαγμα για την έκδοσή τους και ότι αυτές εκδόθηκαν κατόπιν εξαναγκασμού ή εξαπάτησης της Κατηγορούμενης από τον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος έκανε γενικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει αλλά και τα όσα θα μπορούσε να γνωρίζει ή θυμάται για την παρούσα υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που παρήλθε από την επέλευση των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Απαντούσε χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ενώ δεν δίστασε να αναγνωρίσει κατά την αντεξέτασή του τις επιταγές που του υποδείχθηκαν (Τεκμήρια 19 - 26) καθώς και την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 4/06/2009 στο πλαίσιο της καταγγελίας που έκανε για την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου, αποδεχόμενος παράλληλα ότι η Κατηγορούμενη προέβαινε και σε πληρωμές με μετρητά έναντι των εκάστοτε οφειλόμενων ενοικίων του Καταστήματος, εμμένοντας όμως στη θέση ότι οι πληρωμές αυτές (τόσο μέσω επιταγών όσο και μετρητών) αφορούσαν οφειλόμενα ενοίκια διαφορετικά από εκείνα για τα οποία εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου. Η ασάφεια στο χρόνο παράδοσης σε αυτόν των Επιταγών του Κατηγορητηρίου ή στο κατά πόσο, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ήταν παρούσα η σύζυγός του δεν κρίνω ότι συνιστούν αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήξουν την αξιοπιστία του, λαμβανομένου υπόψη των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, του χρόνου που παρήλθε από την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου (ο οποίος ανατρέχει αρκετά χρόνια πριν - τέλη 2008 με αρχές 2009) και με δεδομένο ότι (ως προαναφέρθηκε) ο χρόνος έκδοσης των επίδικων Επιταγών δεν συνιστά συστατικό στοιχείο ή ζήτημα που εξετάζεται για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 305 (Α)
(1)Κεφ. 154. Εν πάση περιπτώσει και παρά τις αντιφάσεις αυτές, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς του Παραπονούμενου να αποκρύψει σκοπίμως οποιοδήποτε γεγονός με αποτέλεσμα οι αντιφάσεις αυτές να ενδυναμώσουν την κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία του, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού. Περαιτέρω, παρόλο που μέσα από τη μαρτυρία του δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ο χρόνος έκδοσης των επιταγών, ενόψει και των διαφορετικών ημερομηνιών που ανέφερε ως χρόνο που παρέλαβε τις επιταγές, σημειώνω ότι η έκδοση τους σε όφελος του Παραπονούμενου όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά αντίθετα κατατέθηκε υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος. Η αξιοπιστία του Παραπονούμενου δεν πλήττεται ούτε από το ότι ο τελευταίος δεν επεξήγησε πώς ακριβώς προκύπτει το συνολικό χρέος για το οποίο εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου (€15.106,64) καθώς και ποια συγκεκριμένα ενοίκια αφορά το εν λόγω ποσό εφόσον, πέραν του ότι η ορθότητα του ποσού αυτού πλαισιώνεται από την εκ συμφώνου εκδοθείσα Απόφαση, ό,τι εν πάση περιπτώσει ενδιαφέρει υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, για σκοπούς εξέτασης της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης στο πλαίσιο του άρθρου 305 (Α)
(1), είναι ο λόγος που εκδόθηκαν οι ρηθείσες επιταγές σε όφελος του Παραπονούμενου, σε σχέση με τον οποίο ο Παραπονούμενος μαρτύρησε, και το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του, ότι αυτές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη στο πλαίσιο της συμφωνίας ενοικίασης του Καταστήματος για την εξόφληση αντίστοιχου ύψους οφειλόμενων ενοικίων. Ούτε η μη επεξήγηση από τον Παραπονούμενο της χειρόγραφης κατάστασης λογαριασμού που επισυνάπτεται ως μέρος των εγγράφων του Τεκμηρίου 15 κρίνω ότι επηρεάζει την αξιοπιστία του εφόσον, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, η εν λόγω κατάσταση δεν συνιστά αποδεκτή μαρτυρία καθ' ότι ετοιμάστηκε από τρίτο πρόσωπο, τον λογιστή του Παραπονούμενου, ο οποίος (ως αναφέρθηκε από τον Παραπονούμενο κατά την αντεξέτασή του) έχει αποβιώσει με αποτέλεσμα, η ρηθείσα κατάσταση και ό,τι επιχειρήθηκε να εισαχθεί μέσω αυτής ως μαρτυρία στο Δικαστήριο, να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης[4]. Από την άλλη, η Κατηγορούμενη έκαμε πολύ άσχημη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης στο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, περιλαμβανομένων και των σχετικών Τεκμηρίων, το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι η εκδοχή της Κατηγορούμενης σε σχέση με τις συνθήκες και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου (ότι δηλαδή αυτές κακώς εκδόθηκαν εφόσον δεν υπήρχε το αναγκαίο αντάλλαγμα για την έκδοσή τους και ότι εκδόθηκαν κατόπιν εξαναγκασμού ή εξαπάτησής της από τον Παραπονούμενο) δεν αποτελούν παρά έναν κακόπιστο σχεδιασμό της Κατηγορούμενης σε μια απέλπιδα προσπάθεια της να αποφύγει τις ενδεχόμενες συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεων της από την έκδοση των επίδικων Επιταγών, ώστε να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στο πλαίσιο αυτό η Κατηγορούμενη προέβαλε μια προσέγγιση αναληθοφανή μέχρι και παράλογη, ισχυριζόμενη ότι ενώ κατά το χρόνο έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου (τον οποίο τοποθετεί κατά τον Οκτώβριο του 2008) δεν πίστευε ότι όφειλε το συνολικό ποσό ενοικίων για το οποίο αυτές εκδόθηκαν (€15.106,64), εξαναγκάστηκε να το πράξει λόγω της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς του Παραπονούμενου και της σύγχυσης στην οποία βρισκόταν τη δεδομένη χρονική στιγμή αλλά και για να εξασφαλίσει χρόνο ώστε, ως ισχυρίστηκε, να εξεύρει αποδείξεις από τις οποίες θα αποδείκνυε ότι δεν όφειλε το ποσό των επιταγών, τις οποίες ωστόσο δεν εντόπισε ούτε στο χρονικό διάστημα των δύο και πλέον μηνών που παρήλθαν μέχρι την παρουσίαση τους στην Τράπεζα[5] ούτε μετά που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες[6] αλλά ούτε και εκκρεμούσης της καταγγελίας που έκανε ο Παραπονούμενος στην Αστυνομία (4/6/2009) ή μέχρι την έκδοση της εκ συμφώνου Απόφασης (Τεκμήριο 5) και παρά το ότι είχε εν τω μεταξύ προχωρήσει στην εξόφληση των δύο πρώτων επιταγών (Τεκμήριο 16). Κατάφερε, όπως είπε, να εντοπίσει τις αποδείξεις που έψαχνε (Τεκμήρια 19 - 26), αφού όμως παρήλθαν εννέα με δέκα έτη περίπου από την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου, έπειτα από κατευθυντήριες γραμμές που έλαβε από τον Πνευματικό της εφόσον, ως ισχυρίστηκε, κανένας δεν την είχε συμβουλεύσει προηγουμένως πώς μπορούσε να ενεργήσει για την εξεύρεση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, παρόλο που, ως ανέφερε κατά την αντεξέταση της, είχε τότε λογιστή ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της και προκύπτει μέσα από τα κατατεθειμένα τεκμήρια ότι εκπροσωπούνταν από δικηγόρους στις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν εναντίον της[7]. Συγκεκριμένα, έτσι αιτιολόγησε κατά την κυρίως εξέτασή της την όλη συμπεριφορά της σε σχέση με το χρόνο που άφησε να διαρρεύσει προτού εντοπίσει τις ισχυριζόμενες αποδείξεις: «Εγώ όμως λόγω του ότι ήμουν σίγουρη ότι δεν όφειλα ολόκληρο το άνω ποσό, και ότι ο παραπονούμενος με εξαπάτησε, δεν ήθελα να το πληρώσω.. Κανένας δεν με συμβούλευσε ότι θα έπρεπε να δώσω στην Τράπεζα μου οδηγίες για να μη πληρωθούν οι επιταγές, ούτε πως μπορούσα να βρω αποδεικτικά στοιχεία. Ήμουν τόσο απελπισμένη και πριν δύο με τρία χρόνια περίπου, μία μέρα που πήγα στον Πνευματικό μου, του είπα το θέμα μου και μου έδωσε κατευθυντήριες γραμμές πώς να βρω αποδείξεις που κανένας μέχρι τότε δεν με συμβούλευσε. Βρήκα το βιβλιάριο από το οποίο έκοψα τις επιταγές, πήρα τους αριθμούς και αποτάθηκα στην Τράπεζα. Πέρασε αρκετός καιρός και μου βρήκα τις επιταγές μου που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του κ. Γιαννή ο οποίος είναι γραμμένος στο πίσω μέρος των επιταγών τεκμήρια 19 - 26, τον οποίο ο παραπονούμενος αναγνώρισε και παραδέχθηκε.» Και αφού της υποβλήθηκε ότι, με βάση τα όσα είχε αναφέρει προκύπτει ότι γνώριζε πριν να λάβει την αναφερόμενη συμβουλή από τον Πνευματικό της για το τι έπρεπε να κάνει και πού έπρεπε να ψάξει για να εντοπίσει τις αναφερόμενες αποδείξεις, απάντησε: «Ε ήξερα αλλά δεν τις έβρισκα. Ο πνευματικός μου με έστειλε σε έναν λογιστή συνταξιούχο και μου είπε να ψάξω τα αποκόμματα των βιβλιαρίων που έκοψα τις επιταγές. Και ευτυχώς εγώ καλή μου τύχη τα είχα μέσα σε ένα σακούλι δεμένα και τα βρήκα.» Η εκδοχή της Κατηγορούμενης δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και απορρίπτεται. Δεν εξηγείται κατά τρόπο λογικό και πειστικό από την Κατηγορούμενη γιατί δεν αρνήθηκε την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου αν πράγματι πίστευε ότι δεν όφειλε τα αναφερόμενα ενοίκια (ή μέρος αυτών), ως άλλωστε ήταν λογικό να πράξει μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί υπόλογη σε περίπτωση μη τίμησης των επιταγών που εξέδωσε, ή γιατί, εν πάση περιπτώσει, δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε χρόνο και με οποιοδήποτε τρόπο μετά την έκδοσή τους ή μετά που αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή (είτε καταγγέλλοντας την ισχυριζόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του Παραπονούμενου στην Αστυνομία είτε με την ανάκληση της πληρωμής των ρηθέντων επιταγών), αν πράγματι πίστευε ότι οι επιταγές αυτές κακώς ή αδικαιολόγητα εκδόθηκαν. Επίσης, αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε μέχρι τον εντοπισμό των υποτιθέμενων αποδείξεων, διερωτάται κανείς σε τι είδους έλεγχο προέβη αρχικά η Κατηγορούμενη, όπως ισχυρίστηκε, και δεν εντόπισε αυτό το «σακούλι» με «τα αποκόμματα των βιβλιαρίων που έκοψε τις επιταγές» τη στιγμή που, όπως η ίδια ανέφερε, πλήρωνε τον Παραπονούμενο και με επιταγές για την εξόφληση των εκάστοτε οφειλόμενων ενοικίων. Αν πράγματι κρατούσε σε σακούλι τα αποκόμματα των βιβλιαρίων από τα οποία εξέδιδε επιταγές και αν πράγματι είχε αμφιβολίες για την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού ενοικίων για το οποίο εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου, αναμενόμενα θα αναζητούσε από τότε (και όχι μετά από εννέα με δέκα έτη) αυτό το σακούλι με τα αποκόμματα, χωρίς να χρειαζόταν τη συμβουλή ή τις κατευθυντήριες γραμμές τρίτων, αφού, πρόδηλα, σε αυτό εξυπηρετούσε η φύλαξη τους από την Κατηγορούμενη. Συνεπώς, η εκδοχή της Κατηγορούμενης ότι πριν να λάβει σχετική συμβουλή από τον Πνευματικό της είχε ψάξει για τις αποδείξεις αλλά δεν τις εντόπισε και ότι πέραν του Πνευματικού της ουδείς προηγουμένως την συμβούλευσε πώς θα μπορούσε να ενεργήσει μετά την έκδοση των Επιταγών του Κατηγορητηρίου στερείται πειστικότητας και δεν γίνεται αποδεκτή. Αν πράγματι η Κατηγορούμενη θεωρούσε ότι οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου κακώς εκδόθηκαν για οποιονδήποτε από τους λόγους που ανέφερε, πρόδηλα θα προέβαινε αμέσως ή έστω σε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση των επιταγών σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο ποινικής ή αστικής της ευθύνης από την έκδοση τους, αναζητώντας μάλιστα και σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούσαν κατά καιρούς στις διαδικασίες που εκκρεμούσαν τότε εναντίον της σε σχέση με τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου και όχι, αντ' αυτού, να προβεί στην εξόφληση των δύο πρώτων επιταγών (Τεκμήριο 16), να αποδεχθεί μέσω δικηγόρου την έκδοση εκ συμφώνου Απόφασης στην αγωγή (Τεκμήριο 5) και να εμφανιστεί στη συνέχεια αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο, αποδεχόμενη την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 17). Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις της και ότι η Κατηγορούμενη εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου απλώς και μόνο για να εξασφαλίσει πίστωση χρόνου στην εξόφληση των αντίστοιχων οφειλόμενων ενοικίων του Καταστήματος, γνωρίζοντας τη δεδομένη χρονική στιγμή ότι αυτές δεν επρόκειτο να τιμηθούν ή αδιαφορώντας αν αυτές τελικά θα ετιμούντο. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την μαρτυρία της Κατηγορούμενης κατά την αντεξέταση της: «Ε. Δηλαδή, θέλετε να πιστέψω ότι επιλέξατε αντί να πάρετε την Αστυνομία να εκδώσετε έναν αριθμό επιταγών τα οποία είχατε την ψυχραιμία να υπολογίσετε τα ποσά και να τις σπάσετε αναλόγως και με ημερομηνίες και να τους πληρώσετε €15.000; Α. Έκαμα το για να φύγουν από την ψησταριά που δεν φεύγασιν. Ε. Άρα η πρόθεση σας ήταν να βκάλετε επιταγές τις οποίες δεν θα εξοφλούνταν. Απλά για να τους διώξετε; Α. Ναι, ναι. Ε. Άρα η πρόθεση σας ήταν να διαπράξετε ένα ποινικό αδίκημα. Α. Εν το θεωρούσα ποινικό αδίκημα. Υπολόγισα ότι εν να τα βρω τα λεφτά, να εξετάσω να δω αν πράγματι τους χρώστουν αυτά τα λεφτά. Δεν τους έβγαλα για να τους αποφύγω ή για να τους κλέψω ή για να.απλώς τους έβγαλα για να εξετάσω μετά αυτά τα λεφτά.» Δεν αποδέχομαι, συνεπώς, τη θέση της Κατηγορούμενης ότι εξαναγκάστηκε ή εξαπατήθηκε από τον Παραπονούμενο να εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου ή ότι κατά τον χρόνο εκείνο πίστευε ότι δεν όφειλε το ποσό ενοικίων για το οποίο εξέδωσε τις ρηθείσες επιταγές. Άλλωστε, δεν παραβλέπω ότι οι επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19 - 26, στη βάση των οποίων στηρίχθηκε ουσιαστικά η πιο πάνω εκδοχή της Κατηγορούμενης, εκδόθηκαν στις 13/04/06, 16/10/06, 3/11/06, 2/5/07, 10/5/07, 30/7/07, 22/10/07 και 08/03/2008 (αντίστοιχα), δηλαδή σε χρόνο πολύ προγενέστερο της έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου, για την εξόφληση των υφιστάμενων τότε οφειλόμενων ενοικίων που, κατά την Κατηγορούμενη, άρχισαν από το έτος 2004, στο πλαίσιο της ενοικίασης του Καταστήματος η οποία ξεκίνησε από το 1995 μέχρι τουλάχιστον τις 30/04/2009, χωρίς να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία που να δικαιολογούσε την πεποίθηση που ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη ότι είχε κατά το χρόνο έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου περί μη οφειλής του ύψους των ενοικίων για το οποίο εξέδωσε τις ρηθείσες επιταγές. Είναι προφανές ότι η Κατηγορούμενη προσήλθε στο Δικαστήριο προβάλλοντας αναληθείς και παράλογους ισχυρισμούς που διαψεύδονται μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του Παραπονούμενου και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια, ενώ κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της προέβη σε αναφορές εντελώς γενικές, αόριστες και χωρίς καμία τεκμηρίωση και είτε απέφευγε να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις που της έγιναν κατά την αντεξέτασή της, είτε έδιδε απαντήσεις άσχετες με τα ερωτήματα που της ετίθεντο με αρκετά σημεία της μαρτυρίας να έχουν κλονιστεί και να διαφανούν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς την εκδοχή που προώθησε. Εν κατακλείδι, ήταν εμφανής η προσπάθεια της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης των Επιταγών του Κατηγορητηρίου που δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, η εκδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης δεν γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της και απορρίπτεται. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, βρίσκω ότι, η Κατηγορούμενη δεν είχε εξαναγκαστεί ή εξαπατηθεί από τον Παραπονούμενο, ως ισχυρίστηκε, για να εκδώσει τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου και ότι αυτές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη και παραδόθηκαν στον Παραπονούμενο με σκοπό την εξόφληση αντίστοιχου ποσού καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων του Καταστήματος. Βρίσκω επίσης ότι, οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13) παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν στις 11/05/2009, δηλαδή μετά την ημερομηνία που η κάθε μια από αυτές κατέστη πληρωτέα, όμως δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης ήταν κλειστός και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι μετά την καταγγελία της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία, ο Παραπονούμενος έκανε συνεχείς προσπάθειες ώστε να ενημερωνόταν για την εξέλιξη που θα είχε η καταγγελία του αυτή, στο πλαίσιο των οποίων η ενημέρωση που λάμβανε από την Αστυνομία ήταν ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Στ. Τελικά Συμπεράσματα Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη σε όφελος του Παραπονούμενου, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία που η κάθε μια από αυτές κατέστη πληρωτέα και δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης ήταν κλειστός και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Συνεπώς, πληρούνται όλα τα συστατικά των αδικημάτων που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη με τις κατηγορίες 3 μέχρι 6 ενώ η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης ως προς την ασάφεια που υπάρχει στο χρόνο έκδοσης των επίδικων Επιταγών δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα στον καθορισμό της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης (βλ. (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd ανωτέρω), προβάλλεται αλυσιτελώς και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Ό,τι ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση είναι το αντάλλαγμα της έκδοσης των πιο πάνω επιταγών και ότι, κατά συνέπεια, ο Παραπονούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστος κομιστής εφόσον, κατά την εισήγηση, δεν αποδείχθηκε με την μαρτυρία του Παραπονούμενου το αντάλλαγμα των ρηθέντων επιταγών. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται διότι στο βαθμό που απαιτείται, για σκοπούς εξέτασης ποινικής ευθύνης στα πλαίσια του άρθρου 305 Α
(1), έχει αποδειχθεί ότι ο Παραπονούμενος κατά τον χρόνο που εκδόθηκαν και του παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές ήταν κάτοχος αυτών εν τη εννοία του Κεφ. 262. Από τη στιγμή που ο Παραπονούμενος ήταν κάτοχος αυτών για αξία, εφόσον, σύμφωνα με την αποδεκτή επί του προκειμένου μαρτυρία του Παραπονούμενου καθώς και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν σε όφελος του και αφορούσαν την εξόφληση αντίστοιχων οφειλόμενων ενοικίων που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της ενοικίασης του Καταστήματος, εναπόκειτο πλέον στην Κατηγορούμενη να αποδείξει το αντίθετο ή ότι οι επίδικες Επιταγές εσφαλμένα ή και κακώς εκδόθηκαν, όπου, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της, απέτυχε να αποσείσει το βάρος αυτό (Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ ανωτέρω, Γιαννάκης Τριφταρίδης ν. Σάββα Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 340/15, ημερομηνίας 18.11.2017 και Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου ανωτέρω). Άλλωστε, η νόμιμη κατοχή των Επιταγών του Κατηγορητηρίου από τον Παραπονούμενο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούμενη πριν την ημερομηνία πληρωμής τους, ούτε η Κατηγορούμενη εμπόδισε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Παραπονούμενο να καταθέσει τις επιταγές όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες και όχι μόνο δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αντίδραση από την Κατηγορούμενη μετά την κατάθεση των εν λόγω επιταγών αλλά αντίθετα η τελευταία προχώρησε στην εξόφληση του χρέους που αφορούσαν οι πρώτες δύο επιταγές και, περαιτέρω, αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου Απόφασης[8] για το ύψος των ενοικίων σε σχέση με το οποίο εκδόθηκαν οι ρηθείσες επιταγές καθώς και την έκδοση διατάγματος μηναίων δόσεων. Επίσης, ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι επίδικες Επιταγές ήταν κατά την έκδοση τους αντίθετες στο Νόμο ως αποτέλεσμα απάτης ή/και εξαναγκασμού της Κατηγορούμενης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Εγείρεται περαιτέρω μέσω της αγόρευσης της πλευράς της υπεράσπισης ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημήτρης Μερχή v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 67/05 και 80/05 ημ. 24/3/05, ο χρόνος της καθυστέρησης διαχωρίζεται (
  1. i)στον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης δηλαδή από την ημερομηνία που υπήρξε η καταγγελία/παράπονο η οποία είχε ως αποτέλεσμα την διερεύνηση της υπόθεσης και την καταχώρηση της και (
  2. ii)στον χρόνο από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την συμπλήρωση της εκδίκασης. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου και άλλος
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω, Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο η θέση του κατηγορούμενου πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς από την παρατηρηθείσα καθυστέρηση (΄Ελλη Κρασοπούλη Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13 κ.ά. ημερ. 6.6.16, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημερ. 14.11.16). Στην Μηνά ν. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020, η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης. Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Εν προκειμένω, αν και το ζήτημα της καθυστέρησης που εγείρεται δεν ετέθη από την υπεράσπιση με οποιοδήποτε τρόπο κατά την ακροαματική διαδικασία, έστω και ακροθιγώς, είτε μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής ώστε να του διδόταν η ευκαιρία να απαντήσει, είτε μέσω της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης, παρά μόνο προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου της Κατηγορούμενης, το Δικαστήριο προχωρεί, καθηκόντως, στην εξέταση του ζητήματος αυτού, στη βάση των ενώπιον του δεδομένων, εφόσον πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της διασφάλισης συνταγματικού δικαίωματος της Κατηγορούμενης, δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής της ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου όπως το άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει. Με αναφορά στην υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω), εκείνο που εισηγείται η υπεράσπιση είναι ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθησή της επειδή αυτή καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 7 ετών από το χρόνο που αναφέρεται στις κατηγορίες, χωρίς η πλευρά του Παραπονούμενου να δώσει εξηγήσεις για να δικαιολογήσει το χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, και επειδή μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει άλλα πέντε έτη, χωρίς η Κατηγορούμενη να έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την μεγάλη αυτή καθυστέρηση. Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε από τον Παραπονούμενο στις 18/11/2015, δηλαδή μετά την πάροδο 6 ½ ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες που παραμένουν εφόσον, ως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13) παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν στις 11/05/2009 και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ο Παραπονούμενος προχώρησε σε σχετική καταγγελία της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία στις 04/06/2009 και, ακολούθως, έκανε συνεχείς προσπάθειες ώστε να ενημερωνόταν για την εξέλιξη που θα είχε η καταγγελία του αυτή, στο πλαίσιο των οποίων η ενημέρωση που λάμβανε από την Αστυνομία ήταν ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Παράλληλα, πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ο Παραπονούμενος καταχώρισε την Αγωγή στις 3/9/2010, η οποία αφορούσε την είσπραξη του χρέους για το οποίο εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε στις 7/10/2011 η Απόφαση και, στη συνέχεια, έλαβε μέτρα εκτέλεσης της Απόφασης εναντίον της Κατηγορούμενης, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα μηνιαίων δόσεων στις 9/10/2018, και προώθησε εναντίον της διαδικασία καταδολίευσης, την οποία καταχώρισε στις 28/05/
  1. Η Κατηγορούμενη, από την άλλη, μετά τη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, προχώρησε στην εξόφληση του χρέους που αφορούσαν οι πρώτες δύο επιταγές, καταβάλλοντας στον Παραπονούμενο το ποσό των €6.000 στις 21/2/2011, αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου Απόφασης στην Αγωγή για το ύψος των ενοικίων σε σχέση με το οποίο εξέδωσε τις Επιταγές του Κατηγορητηρίου και εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεχόμενη την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος μηνιαίων δόσεων, χωρίς να αμφισβητήσει μέχρι τότε τη νόμιμη κατοχή των Επιταγών του Κατηγορητηρίου από τον Παραπονούμενο ενώ με βάση την υπεράσπιση που προώθησε στην παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και (τουλάχιστον) μετά τις 9/10/2018 όπου εκδόθηκε το ρηθέν διάταγμα μηνιαίων δόσεων ήταν για την ίδια ωφέλιμος ώστε να αναζητήσει, όπως είπε, και να εντοπίσει τις υποτιθέμενες αποδείξεις (Τεκμήρια 19 - 26), στη βάση των οποίων οικοδόμησε την υπεράσπισή της για να ισχυρίζεται σήμερα ότι τότε δεν όφειλε το ποσό ενοικίων για το οποίο εκδόθηκαν οι Επιταγές του Κατηγορητηρίου και ότι σήμερα, εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Παραπονούμενο. Περαιτέρω, από τα πρακτικά του φακέλου της παρούσας διαδικασίας, στα οποία έχω ανατρέξει για σκοπούς εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος της καθυστέρησης, διαπιστώνω ότι μεγάλο μέρος των αναβολών που δόθηκαν στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης οφείλετο στην πλευρά της Κατηγορούμενης. Συγκεκριμένα, στις 12/01/2016 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18/4/2016, ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίστηκε στις 17/10/
  2. Εκείνη την ημέρα, η ακρόαση αναβλήθηκε αυτή τη φορά λόγω απουσίας της Κατηγορούμενης από το Δικαστήριο για λόγους ασθενείας και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 8/3/2017 όπου αναβλήθηκε ξανά λόγω αδικαιολόγητης απουσίας της Κατηγορούμενης από το Δικαστήριο και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 13/6/2017, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε λόγω απουσίας του Παραπονούμενου στο εξωτερικό για να οριστεί εκ νέου για ακρόαση στις 24/11/
  3. Στις 24/11/2017 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίστηκε στις 26/3/2018, με αμφότερες τις πλευρές να αναφέρουν στο Δικαστήριο ότι επρόκειτο να διευθετηθεί συνάντηση μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς μελέτης των αποδείξεων. Στις 26/3/2018 η ακρόαση αναβλήθηκε και πάλι κατόπιν αιτήματος αναβολής της πλευράς της Κατηγορούμενης για λόγους υγείας του τότε δικηγόρου της και κατά την νέα ημερομηνία που επαναορίστηκε η υπόθεση (28/6/2018) αναβλήθηκε για ακόμα μια φορά λόγω απουσίας της Κατηγορούμενης και του τότε δικηγόρου της από το Δικαστήριο για λόγους υγείας. Έτσι, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 7/11/2018, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούμενης ώστε να εξεύρει νέο δικηγόρο μετά που αποσύρθηκε εκείνη την ημέρα ο προηγούμενος δικηγόρος της για λόγους διαφωνίας ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 16/4/2019 όπου και πάλι αναβλήθηκε ενόψει αιτήματος που είχε καταχωρίσει εκείνη την ημέρα η Κατηγορούμενη για να εκπροσωπηθεί στη διαδικασία με νομική αρωγή και, συνεπώς, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 13/6/2019 και για να εξεταστεί εκείνη την ημέρα το αίτημα νομικής αρωγής. Στις 13/06/2019 και επειδή μέχρι τότε δεν είχε ετοιμαστεί η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας λόγω παράλειψης της Κατηγορούμενης να επικοινωνήσει με το Γραφείο Ευημερίας προσκομίζοντάς τα στοιχεία που της είχαν ζητηθεί για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης, η ακρόαση αναβλήθηκε και η υπόθεση επαναορίστηκε στις 3/10/2019 για ακρόαση και για να εξεταστεί εκείνη την ημέρα το αίτημα νομικής αρωγής. Στις 3/10/2019 και λόγω απουσίας του φυσικού Δικαστή της παρούσας υπόθεσης, η υπόθεση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για προγραμματισμό στις 10/10/2019, ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε το αίτημα νομικής αρωγής της Κατηγορούμενης και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 11/5/2020 και στη συνέχεια στις 14/09/2020 όπου, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Παραπονούμενου για λόγους που αφορούσαν την πανδημία του Κορονοϊού. Ως εκ τούτου, στις 14/09/2020 υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 29/10/2020, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε στις 30/11/2020 με την απόφαση του Δικαστηρίου να επιφυλάσσεται στις 15/12/2020, αφότου οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν εκείνη την ημέρα σε τελικές αγορεύσεις, παραδίδοντας γραπτό κείμενο στο Δικαστήριο. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά τέσσερις (ως έχουν παραμείνει σήμερα) κατηγορίες με το ίδιο αντικείμενο οι οποίες δεν έχριζαν οποιασδήποτε ιδιαίτερης διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (η οποία παρουσίασε την μαρτυρία ενός μάρτυρα προς απόδειξη της υπόθεσης της), και λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συνυπολογίζοντας όλους τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες, δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή της Κατηγορούμενης από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αφενός, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδράνεια από πλευράς Παραπονούμενου στην προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, δεδομένων των ενεργειών στις οποίες προέβη σε σχέση με τις επίδικες Επιταγές αλλά και της γενικότερης στάσης που τήρησε πριν και μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ενώ, εν πάση περιπτώσει, η όποια καθυστέρηση παρατηρείται μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης αναμφίβολα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πλευρά της Κατηγορούμενης. Αφετέρου, δεν καταδεικνύεται από τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης ούτε προκύπτει από την ίδια την συμπεριφορά της Κατηγορούμενης ότι η τελευταία είχε (ή θα έπρεπε να είχε) εφησυχαστεί ως προς την ενδεχόμενη διάγνωση της ποινικής της ευθύνης στα αδικήματα που διέπραξε, έχοντας υπόψη και τις ενέργειες που έλαβε ο Παραπονούμενος εναντίον της καθ' όλη τη χρονική περίοδο που διέρρευσε σε σχέση με τις επίδικες Επιταγές. Εν πάση περιπτώσει, δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο πώς πραγματικά επηρεάστηκε αρνητικά η Κατηγορούμενη από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε ούτε εξηγήθηκε από την τελευταία πώς πραγματικά έχει πληγεί δυσμενώς η υπεράσπιση της ώστε να αδυνατούσε να παραθέσει την εκδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που αυτή επιθυμούσε τη στιγμή που, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο χρόνος που διέρρευσε της έδωσε ουσιαστικά την ευκαιρία να εξεύρει, με βάση τα όσα είπε, τις υποτιθέμενες αποδείξεις εξόφλησης των οφειλόμενων ενοικίων ώστε να διαμορφώσει την υπεράσπιση που τελικά προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πάροδος απλώς και μόνο του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (η έκταση του οποίου, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ήταν παράμετρος που λήφθηκε υπόψη για την μη ανατροπή της αθωωτικής απόφασης και την καταδίκη του κατηγορούμενου στην Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου ανωτέρω) σε συνδυασμό με τη μη τεκμηρίωση από την Κατηγορούμενη πώς πραγματικά επηρεάζεται δυσμενώς η υπεράσπιση της από το χρόνο που διέρρευσε, καθιστά αβάσιμη τη θέση που προβλήθηκε ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, η οποία και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν εντοπίζω δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης της Κατηγορούμενης σε ότι αφορά την προετοιμασία, χειρισμό και παρουσίαση της στο Δικαστήριο. Ούτε διαπιστώνω παραβίαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Κατ' επέκταση, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του δικαιώματος της Κατηγορούμενης για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί έτσι ανακοπή της διαδικασίας και απόρριψης του κατηγορητηρίου.Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων είναι παράγοντας που ίσως να έχει τη δική του σημασία και, σε τέτοια περίπτωση, να συνεκτιμηθεί αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Επιμέρους ζήτημα που είχε εγερθεί κατά την αγόρευση της υπεράσπισης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και για το οποίο το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να το αποφασίσει στο τέλος, είναι εκείνο της κατάχρησης. Συγκεκριμένα, αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας ότι μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία του Παραπονούμενου προκύπτουν ξεκάθαρα οι καταχρηστικές διαδικασίες που ακολουθεί αναφορικά με την έκδοση των επίδικων Επιταγών. Η σχετική εισήγηση, πέραν του ότι προβλήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα, δεν βρίσκει έρεισμα και απορρίπτεται εφόσον, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα από πλευράς του για την προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Η προώθηση απλώς και μόνο παράλληλων αστικών και ποινικών διαδικασιών από πλευράς Παραπονούμενου, με την κάθε μια από αυτές να εξυπηρετεί, όπως διαφαίνεται από αυτές, διαφορετικό σκοπό, δεν προσδίδει στις εν λόγω διαδικασίες καταχρηστικότητα ούτε προδιαγράφει, άνευ ετέρου, καταχρηστική συμπεριφορά από πλευράς Παραπονούμενου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522). Ζ. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά των αδικημάτων της 3ης, 4ης, 5ης και 6ης κατηγορίας που η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και, συνακόλουθα, αυτή κρίνεται ένοχη στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. τις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 10, 11, 12 και 13, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. Βλ. επίσης το Τεκμήριο
  1. [2] Βλ. τις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 8 -
  2. [3] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [4] Βλ. Muskita Aluminium Industries Ltd κ.α. v. Alsako Aluminium Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1481, ημ. 23/11/
  1. [5] Βλ. τις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 8 - 13 από τις οποίες προκύπτει ότι: η επιταγή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πρώτη φορά στις 19/12/2008 και στη συνέχεια στις 11/05/2009, η επιταγή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πρώτη φορά στις 2/1/2009 και στη συνέχεια στις 11/05/2009 και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 10 - 13) παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα στις 11/5/
  2. [6] Βλ. τις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 8 - 13 από τις οποίες προκύπτει ότι: η επιταγή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 επιστράφηκε απλήρωτη για πρώτη φορά στις 23/12/2008 και στη συνέχεια στις 12/05/2009, η επιταγή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 επιστράφηκε απλήρωτη για πρώτη φορά στις 7/1/2009 και στη συνέχεια στις 12/05/2009 και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 10 - 13) επιστράφηκαν απλήρωτες στις 12/5/
  3. [7] Βλ. Τεκμήρια 5, 7 και 10 από τα οποία προκύπτει ότι τουλάχιστον από τις 12/10/2010 μέχρι και τις 7/10/2011 που εκδόθηκε η Απόφαση στην Αγωγή (δηλαδή σε χρονική περίοδο που ξεκινά πριν ακόμα προχωρήσει σε εξόφληση του χρέους των πρώτων δύο επιταγών), η Κατηγορούμενη εκπροσωπούνταν από δικηγόρους. [8] Όπως αναφέρθηκε στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Alpha Bank Limited, ECLI:CY:AD:2019:A92, Πολ. Έφεση 488/12, ημ. 18/3/2019, απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου, έχει την ίδια ισχύ όπως και η απόφαση που εκδίδεται κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβένει το αγώγιμο δικαίωμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.