ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. JOHMANI, Αριθμός υπόθεσης: 19532/2019, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 19532/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν ΧΧΧΧΧ JOHMANI Κατηγορούμενος 27 Ιανουαρίου, 2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο: κ. Τσεντίδης Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα της απειλής (3η κατηγορία, άρθρο 91 Α, Κεφ. 154), της κοινής επίθεσης (4η κατηγορία, άρθρο 242, Κεφ. 154), της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (6η κατηγορία, άρθρο 243, Κεφ. 154) και της κακόβουλης ζημιάς (7η κατηγορία, άρθρο 324
(1), Κεφ. 154). Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν εναντίον της παραπονούμενης ΧΧΧΧΧ Ηροδότου. Η ποινική δίωξη στην 1η, 2η, 5η και 8η κατηγορία αναστάληκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Η παραδοχή του κατηγορούμενου έγινε μετά την έναρξη της ακρόασης και συγκεκριμένα αφού είχε ολοκληρωθεί η κατάθεση της παραπονούμενης. Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας της η παραπονούμενη κατέθεσε ότι με τον κατηγορούμενο διατηρούν φιλικές σχέσεις, έχουν συμφιλιωθεί, της απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του και της υποσχέθηκε ότι δεν θα επαναληφθεί. Πρόσθεσε ότι δεν επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον του και δεν επιθυμούσε την τιμωρία του. Μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου, η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στα πλαίσια τριών περιστατικών τα οποία η παραπονούμενη κατήγγειλε στην αστυνομία στις 3.6.
- Το πρώτο περιστατικό συνέβη στις 29.5.2019 όταν ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη με τη φράση «αν με καταγγείλεις στην αστυνομία θα σου κάμω κακό και θα σε σκοτώσω» (3η κατηγορία). Το δεύτερο περιστατικό συνέβη την 1.6.2019 όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη (4η κατηγορία). Το τρίτο περιστατικό συνέβηκε στις 3.6.2019 όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη, την τράβηξε από τα μαλλιά και τη κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος (6η κατηγορία) και της έσπασε το κινητό της τηλέφωνο αξίας €200 (7η κατηγορία). Όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη παραδέχθηκε τα αδικήματα της 6ης και 7ης κατηγορίας. Αναφορικά με τις άλλες δύο κατηγορίες ανέφερε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στα πλαίσια διαπληκτισμού του με την παραπονούμενη όταν αυτή τον ενοχλούσε πιέζοντας τον να μη διακόψουν το δεσμό που διατηρούσαν. Ο κατηγορούμενος παρουσίασε στην αστυνομία 57 σελίδες με σχετικές κλήσεις και μηνύματα που ανέφερε ότι του είχε αποστείλει η παραπονούμενη. Σύμφωνα με την κατήγορο, μετά την κατάθεση της στο Δικαστήριο, έγινε γραπτό αίτημα προς το Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενο το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό. Σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση XXXXX/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην υπόθεση εκείνη, στις 25.7.2018 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για αδικήματα παρόμοιας φύσης που διαπράχθηκαν εναντίον της ίδιας παραπονούμενης. Είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν σημαίνει βεβαίως ότι θα τιμωρηθεί εκ δευτέρου. Συνεπάγεται όμως ότι δεν μπορεί να αναμένει την ίδια επιείκεια από το Δικαστήριο όπως ένας κατηγορούμενος που διαπράττει για πρώτη φορά παράπτωμα. Τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα πολύ σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το αδίκημα της απειλής (άρθρο 91 Α, Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης (άρθρο 242 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 χρόνο ή και πρόστιμο μέχρι ΛΚ1.
- Η επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (άρθρο 243, Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας (άρθρο 324
(1), Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια ή και πρόστιμο μέχρι ΛΚ1.
- Κατά την επιλογή του είδους και την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή την οποία θα επιβάλει. Πρέπει δηλαδή σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου[1]. Προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, με το περιεχόμενο της οποίας συμφώνησε ο δικηγόρος του. Συνοπτικά σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 30 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και είναι ο δεύτερος από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του διατηρεί μάντρα ζώων στη Συρία και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Τόσο οι γονείς όσο και τα υπόλοιπα αδέρφια του διαμένουν στη Συρία. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μεγάλωσε στη Συρία και φοίτησε μέχρι τη Β' τάξη του Δημοτικού σχολείου. Μέχρι την ηλικία των 17 ετών εργαζόταν στη μάντρα του πατέρα του. Ήρθε στην Κύπρο το 2008 και για 5 χρόνια εργάστηκε ως εργάτης σε χωράφια. Αργότερα εργαζόταν περιστασιακά σε οικοδομές ενώ και από τον Αύγουστο 2019 δουλεύει ως εργάτης σε κατασκευαστική εταιρεία. Είναι παντρεμένος και με τη σύζυγο του έχουν ένα γιο 3 ετών. Η σύζυγος του είναι στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της και περί τα τέλη Φεβρουαρίου θα γεννήσει το δεύτερο παιδί τους. Σύμφωνα με βεβαίωση από τον γυναικολόγο που την παρακολουθεί, την οποία παρουσίασε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, η σύζυγος του «πρέπει να αποφεύγει να σηκώνει βάρη και χρειάζεται τη βοήθεια και φροντίδα του συζύγου της». Όπως ανέφερα προηγουμένως, ο κατηγορούμενος εργάζεται σε εταιρεία κατασκευών. Σύμφωνα με βεβαίωση που παρουσιάστηκε από τον εργοδότη του, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται σε €
- Η σύζυγος του δεν εργάζεται. Από τα εισοδήματα που έχει από την εργασία του, ο κατηγορούμενος καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας του ενώ βοηθά οικονομικά και την πατρική του οικογένεια. Η οικογένεια του λαμβάνει επίσης δημόσιο βοήθημα. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και απολογείται για τις πράξεις του και υπόσχεται να μη διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο μέλλον. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος, ως έμπρακτη ένδειξη της μεταμέλειας του, έχει παραδεχθεί τις εναντίον του κατηγορίες ενώ έχει αποζημιώσει την παραπονούμενη για τη ζημία στο κινητό της. Η παραδοχή του κατηγορούμενου, ακόμα και στο στάδιο που έγινε, είναι ένα σημαντικό μετριαστικό στοιχείο αφού δείχνει έμπρακτα τη μεταμέλεια του. Σημειώνω επίσης ότι η παραδοχή του ήρθε αφού αναστάληκε η ποινική δίωξη στις μισές κατηγορίες που αρχικού κατηγορητηρίου κάτι που ασφαλώς μετάβαλε τη συνολική εικόνα και βαρύτητα της παραβατικής του συμπεριφοράς. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια. Ζήτησε επίσης να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις που θα είχε ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στη φυλακή, στην οικογένεια του. Εισηγήθηκε ότι ενόψει αυτών των επιπτώσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως θα επιβάλει. Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω τα οποία ασφαλώς λαμβάνω υπόψη. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξουδετερώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων[2]. Όπως επισήμανα και στην αρχή της απόφασης μου, τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Γενικά το αδίκημα της επίθεσης είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στον παραπονούμενο και το κοινό. Στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του θύματος και πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας[3]. Οι αρμόζουσες ποινές σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι αρκούντως αυστηρές ώστε να αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και να λειτουργούν αποτρεπτικά. Ούτε μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσης αδικήματα, εναντίον της ίδιας παραπονούμενης. Με τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι η ποινή της φυλάκισης[4]. Οι διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους έχω αναφερθεί δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής. Τους λαμβάνω όμως υπόψη σε σχέση με το ύψος της. Σταθμίζοντας όλα όσα έχω προαναφέρει, στη βάση της αρχής της συνολικότητας της ποινής[5], επιβάλλω στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: (α) 6 μηνών στην 3η κατηγορία, (β) 4 μηνών στην 4η κατηγορία, (γ) 9 μηνών στην 6η κατηγορία, και (δ) 1 μήνα στην 7η κατηγορία. Εξέτασα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης[6]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[7]. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Καθοριστικής σημασίας στην απόφαση μου είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έχουν συμφιλιωθεί, ο κατηγορούμενος της έχει απολογηθεί και την έχει αποζημιώσει για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας. Αυτά τα δεδομένα, σε συνάρτηση με την παραδοχή του και στο Δικαστήριο, είναι ενδείξεις ουσιαστικής μεταμέλειας από μέρους του και καθιστούν, θεωρώ, λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά. Επιπρόσθετα, ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσα στις επιπτώσεις που αναμφίβολα θα έχει ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στη φυλακή στην οικογένεια του. Έχει ένα παιδί 3 ετών ενώ η σύζυγος του θα γεννήσει σε ένα μήνα το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος είναι το μόνο πρόσωπο στην οικογένεια που εργάζεται και ενόψει αυτών των δεδομένων, εάν η οικογένεια στερηθεί τα εισοδήματα από την εργασία του κατηγορούμενου αλλά και την παρουσία του σε αυτό το στάδιο, οι συνέπειες θα είναι ιδιαίτερα δυσχερείς. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, συνηγορούν στο ότι η επιβληθείσα ποινή πρέπει να ανασταλεί και αναστέλλεται για 3 χρόνια από σήμερα. Παραμένει το θέμα της ποινής φυλάκισης 6 μηνών με 3ετή αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 25.7.2018 στην ποινική υπόθεση XXXXX/
- Τα αδικήματα της παρούσας υπόθεση διαπράχθηκαν εντός της περιόδου αναστολής της προηγούμενης ποινής φυλάκισης. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, αποφάσισα την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Για τους ίδιους λόγους, θεωρώ ότι δεν πρέπει να διατάξω την εκτέλεση του όλου ή μέρους της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση XXXXX/
- Όμως, δυνάμει του άρθρου 4
(1)(γ) του Ν. 95/1972, κρίνω ορθό να τροποποιήσω την περίοδο αναστολής της ποινής εκείνης ώστε να ενεργεί ως ένα αντικίνητρο για τη διάπραξη άλλων αδικημάτων αλλά και ως μέτρο ελέγχου της καλής διαγωγής του. Σταθμίζοντας τα ενώπιον μου δεδομένα, η περίοδος αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση XXXXX/2017 τροποποιείται και παρατείνεται για δύο χρόνια από σήμερα. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 [2] Ιωάννου άλλως Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 [3] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) [4] Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 115-118 [5] Παπαχρίστου ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62 [6] Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [7] Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός Εισαγγελέας v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο